Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: κήρυγμα, εξορία και πνευματικός θησαυρός
Η Εκκλησία τιμά τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο, που ανατράφηκε στην Αντιόχεια και χειροτονήθηκε υπό τον Μελέτιο και τον Φλαβιανό. Ως Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως έζησε ασκητικά και δίδαξε τη Γραφή, τη μετάνοια και τη φροντίδα για τους φτωχούς.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η Εκκλησία τιμά τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο, που ανατράφηκε στην Αντιόχεια και χειροτονήθηκε υπό τον Μελέτιο και τον Φλαβιανό.
- Ως Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως έζησε ασκητικά και δίδαξε τη Γραφή, τη μετάνοια και τη φροντίδα για τους φτωχούς.
- Η καταδίκη της πλεονεξίας του τον έφερε σε σύγκρουση με την αυτοκράτειρα Ευδοξία για το αμπέλι μιας χήρας, το οποίο παρομοίασε με τον αμπελώνα του Ναβούθ.
- Μετά από σύντομη αποκατάσταση, εξορίστηκε στο Κουκούσο, όπου η αφήγηση περιγράφει μια θεραπεία, μετατροπές και μεταφράσεις χριστιανικών κειμένων.
- Διαταγμένος σε περαιτέρω εξορία, πέθανε στην Κόμανα, αφού κοινώνησε και παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο.
- Η ομιλία αφηγείται παραδόσεις για τα λείψανά του, τον τάφο της αυτοκράτειρας Ευδοξίας και ένα όραμα για τη θέση του κοντά στον Χριστό.
- Κλείνει προτρέποντας τους ακροατές να εκτιμούν τα συγγράμματα του Χρυσοστόμου και να αναζητούν τη χάρη και τη Βασιλεία του Θεού πάνω από τον κοσμικό πλούτο.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 14 παράγραφοι
Σήμερα, 13 του μηνός Νοεμβρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και του Αγίου Νέου Οσιομάρτυρος Δαμασκηνού.
Φωστήρας και μεγαλόφωνος της οικουμένης διδάσκαλος, Ιωάννης ο Χρυσόστομος καταγόταν από τη μεγαλούπολη της Αντιόχειας, ήταν δε υιός γονέων ευσεβών, του αρχιστράτηγου Σεκούνδου και της Ανθούσης. Από τη μικρή του ηλικία είχε μεγάλη αγάπη για τα γράμματα. Γι' αυτό και σε λίγο καιρό έγινε κάτοχος της ελληνικής και της χριστιανικής σοφίας, της λογικής, της ρητορικής και κάθε επιστήμης της εποχής του. Για τη σοφία και αρετή του, από μεν τον Άγιο Μελέτιο, τον Πατριάρχη Αντιοχείας, έγινε αναγνώστης, από δε τον Αντιοχείας Φλαβιανό, διάκονος και πρεσβύτερος. Ο χρυσός του κάλαμος συνέταξε πολλούς λόγους για τη μετάνοια, τις αρετές και ερμήνευσε σχεδόν όλη τη θεόπνευστη Γραφή.
Δε ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νεκτάριος απέθανε, γι' αυτό με την ψήφο των επισκόπων και την προσταγή του βασιλέα Αρκαδίου προσκλήθηκε ο Ιωάννης αυτός από την Αντιόχεια και έγινε κανονικός Πατριάρχης της βασιλίδος των πόλεων. Τόσο δε πολύ επιδόθηκε στην άσκηση και την εγκράτεια, ώστε έτρωγε μόνο το χυλό του κριθαριού, και πάλι από αυτό λίγο, χωρίς να χορταίνει. Και ύπνο μόνο λίγο κοιμόταν, όχι πάνω σε κρεβάτι, αλλά στεκόμενος όρθιος, βασταζόμενος από σχοινιά, και όταν κουραζόταν πολύ, τότε λίγο καθόταν. Ιδιαίτερα καταγινόταν ο θείος αυτός Πατέρας της Εκκλησίας μας με την ερμηνεία των θείων Γραφών και τις ομιλίες και διδασκαλίες, μέσω των οποίων πολλούς οδήγησε στη θεογνωσία και τη μετάνοια.
Δε υπερβολική φιλανθρωπία είχε προς τους πτωχούς ο μιμητής του Χριστού, ώστε έγινε και σε άλλους τύπος και παράδειγμα φιλοπτωχίας. Γι' αυτό και με τους λόγους του στην Εκκλησία δίδασκε τους χριστιανούς όλους να αγαπούν μεν και να εργάζονται την αρετή αυτή της φιλοπτωχίας, να απέχουν δε από την πλεονεξία. Εξαιτίας αυτού έγινε εχθρός και ήλθε σε ρήξη με τη βασίλισσα Ευδοξία, η οποία άρπαξε τον αμπελώνα μιας χήρας ονόματι Καλλιτρόπης, η οποία φώναζε και ζητούσε το κτήμα της. Ο δε Άγιος τη συμβούλευε, τη βασίλισσα, να μην κρατά το ξένο πράγμα. Επειδή δε εκείνη δεν πειθόταν, ο Άγιος την έλεγχε και την παρομοίαζε με την Ιεζάβελ, η οποία σφετερίστηκε τον αμπελώνα του Ναβουθαί.
Αυτό η Ευδοξία εξαγριώθηκε και κατέβασε τον Άγιο από το θρόνο του, στην αρχή μόνη της, μετά δε και με τους επισκόπους εκείνους, οι οποίοι ακολουθούσαν περισσότερο τη δύναμη και τις γνώμες των κοσμικών αρχόντων παρά την ευσέβεια και τους θείους νόμους. Κατόπιν αποκαταστάθηκε ο Άγιος στον Πατριαρχικό θρόνο. Τελευταία όμως εξορίστηκε στην Κουκουσό της Αρμενίας. Εκεί συνέβη το εξής περιστατικό. Κάποιος άνθρωπος, ειδωλολάτρης, ήταν παράλυτος οκτώ χρόνια και δεν μπορούσε να περπατήσει. Οι άνθρωποι της Κουκουσού, έχοντας ακούσει για τον Χρυσόστομο ότι έκαμνε θαύματα στην Κωνσταντινούπολη, του πήγαν εκείνον τον παράλυτο. Τότε ρώτησε ο Άγιος τον άρρωστο: «Ποιον Θεό λατρεύεις;» Εκείνος του απάντησε: «Τον ήλιο».
Είπε ο Άγιος: «Και πώς δεν σε γιατρεύει ο Θεός σου;» Τότε ο ασθενής του απάντησε: «Δεν μπορεί, διότι έχει και άλλο Θεό παραπάνω του». Του λέγει ο Άγιος: «Γιατί δεν πιστεύεις εκείνο το Θεό;» Αποκρίθηκε ο ασθενής: «Δεν τολμούμε να ονομάσουμε εκείνο το Θεό, διότι όποιος είναι αμαρτωλός και τον ονομάσει κατακαίεται». Όταν άκουσε αυτά ο Άγιος, του είπε: «Εάν πιστεύεις στο Θεό τον οποίο εγώ κηρύττω, δεν θα κατακαείς αλλά μάλλον θα φωτιστείς και θα γιατρευτείς κατά την ψυχή και το σώμα». Εκείνος του αποκρίθηκε: «Πιστεύω στο Θεό σου εξ όλης μου της ψυχής». Τότε ο Άγιος προσευχήθηκε στον Κύριο και τον γιάτρεψε από την ασθένειά του.
Είδαν τούτο το θάμα οι άνθρωποι του τόπου εκείνου και όσοι ακόμη ήταν από τα περίχωρα, στον Χριστό και βαπτίστηκαν με τις οικογένειές τους από τον Άγιο. Εκεί χειροτόνησε επισκόπους και ιερείς, ανθρώπους που γνώριζαν και την ελληνική και την αρμενική, και τους έβαλε να μεταγλωττίσουν την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, τη Θεία Λειτουργία και ύμνους. Και ο μεν Άγιος χαιρόταν με αυτά και δόξαζε το Θεό. Η δε παράνομη βασίλισσα έστειλε διαταγή να τον εξορίσουν και από εκεί, σε άλλη πόλη, ακόμη πιο μακριά, στην Αραβισσό. Μετά δε μερικές μέρες, καθώς έμαθε ότι και εκεί είχε κάποια ανάπαυση, διέταξε να τον εξορίσουν στην Πιτιούντα, τόπο σκληρό προς τα ανατολικά της Μαύρης Θάλασσας. Καθοδόν ο Άγιος καταβλήθηκε από τους πολλούς κόπους, κατά τη νύχτα δε
στον ύπνο του τους Αποστόλους Πέτρο και Ιωάννη το Θεολόγο να του λένε: «Χαίρε και ευφραίνου, Ιωάννη, διότι μέλλεις να έλθεις μαζί μας στη Βασιλεία των Ουρανών». Βαδίζοντας προς την Πιτιούντα, οι υπηρέτες του βασιλέα πεζό τον έσερναν και δεν του έδιναν τροφή ούτε νερό. Ο σκοπός τους ήταν να αποκάμει από τους κόπους και να πεθάνει γρήγορα, πράγμα που έγινε. Διότι από τις τόσες ταλαιπωρίες δεν έφτασε ο Άγιος στην Πιτιούντα, αλλά πολύ πριν ήταν άλλη πόλη, τα Κόμανα, όπου στάθμευσαν στο ναό του Αγίου Βασιλίσκου. Εκεί το βράδυ φάνηκε ο Άγιος Βασιλίσκος λέγοντάς του στον ύπνο του Αγίου: «Έχε θάρρος, αδελφέ Ιωάννη, η αυριανή μέρα θα μας ενώσει».
Την επομένη νύχτα γνώρισε ο Άγιος ότι έφθασε η ώρα της τελευτής του, κάλεσε τους δύο ιερομονάχους και τον διάκονο που ήταν μαζί του και τους είπε την υπόθεση. Μετέλαβε τα άχραντα μυστήρια και κατόπιν με φωνή μεγάλη είπε: «Κύριε, εις χείρας Σου παρατίθεμαι το πνεύμα μου», και έτσι εξέπνευσε τη 14η Σεπτεμβρίου του έτους 407 μ.Χ., έχοντας ζήσει 63 έτη. Το τίμιο του λείψανο κατατέθηκε κοντά στον Άγιο Ιερομάρτυρα Βασιλίσκο και έγινε πηγή θαυμάτων πολλών. Αν και η κοίμησή του λοιπόν έγινε κατά τη 14η του Σεπτεμβρίου, κατά την οποία τελείται η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού, η εορτή του μετατέθηκε τη σημερινή μέρα
να ψάλλεται ολόκληρη η ακολουθία του. Λέγεται δε ότι μετά την καθαίρεση και την εξορία του θείου αυτού Πατέρα, όσοι συνέργησαν σ' αυτή, όλοι βασανίστηκαν προηγουμένως και μετά πέθαναν. Πρώτη δε βασανίστηκε η Ευδοξία, διότι και πρώτη αυτή παρανόμησε και έγινε πρόξενος απωλείας και στους άλλους. Λέγεται ακόμη ότι μετά το θάνατό της, για να δειχθεί η αδικία που έκανε στον Ιερό Χρυσόστομο, ο τάφος της κινούνταν και έτρεμε για διάστημα 32 χρόνων. Όταν ανακομίστηκε το λείψανο του Αγίου στην Κωνσταντινούπολη και αποτέθηκε όπου τώρα βρίσκεται, τότε και ο τάφος εκείνης έπαυσε να τρέμει. Προς έπαινο του Χρυσορρήμονος αυτού Αγίου αναφέρεται το εξής:
Επίσκοπος της Αραβισσού της Καππαδοκίας, Αδελφιός, ο οποίος φιλοξένησε τον Άγιο στην εξορία του, παρακαλούσε τον Θεό με θερμές δεήσεις να του δείξει ποια δόξα αξιώθηκε στους ουρανούς ο θείος Χρυσόστομος. Ενώ λοιπόν προσευχόταν ο Αδελφιός, ήρθε σε κατάσταση εκστάσεως και είδε ένα φωτεινό άνδρα, ο οποίος του έδειχνε όλους τους διδασκάλους και ιεράρχες και οσίους και το χορό όλων των δικαίων που αξιώθηκαν να μεταβούν στους ουρανούς. Ο Αδελφιός έβλεπε όλους εκείνους με χαρά, επιθυμώντας να δει και τον Ιωάννη. Επειδή όμως δεν τον είδε εκεί, λυπήθηκε. Τότε ο φωτόμορφος εκείνος είπε προς τον Αδελφιό: «Γιατί λυπήθηκες;» Εκείνος αποκρίθηκε:
«Δεν είδα στο τάγμα των Ιεραρχών τον Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη». Ο δε φανείς του είπε: «Τον Χρυσούν λέγεις Ιωάννη, το στόμα του Θεού, εκείνον τον υπεράνθρωπον; Μάθε ότι αυτόν δεν είναι δυνατόν σε σένα να τον δεις, διότι αυτός βρίσκεται εκεί όπου είναι ο θρόνος του Δεσπότου Χριστού». Σε
είναι ευλογητός ο Θεός, όποιος μας χάρισε τέτοιους ανθρώπους, με τέτοια ζωή και τέτοια έργα και τέτοιους λόγους, όπως αυτούς του σήμερα εορταζομένου Χρυσορρήμονος Αγίου. Για τον κόσμο συνήθως θησαυρός είναι τα υλικά αγαθά, οι τιμές και οι δόξες και οι απολαύσεις αυτών. Οι άνθρωποι όμως που θέλουν να είναι του Θεού διαφορετικά βλέπουν και εκτιμούν τα πράγματα. Για μας θησαυρός είναι ο Θεός, η Χάρη του Θεού, η Βασιλεία Του και ό,τι προέρχεται από αυτή τη Χάρη και ό,τι οδηγεί σε αυτή τη Βασιλεία του Θεού. Θησαυρός, χρυσός ανώτερος από το καθαρότερο χρυσάφι, είναι και τα λόγια του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
οποία είναι αποθησαυρισμένα σε πολλούς τόμους και εύκολα σήμερα μπορεί κανείς να τον πλησιάσει, να τον κάνει κτήμα του, να ωφεληθεί από αυτόν και να τον απολαύσει. Αυτόν τον πνευματικό θησαυρό, τους λόγους του Χρυσορρήμονος Αγίου, που είναι τουλάχιστον 1447 λόγοι και 249 επιστολές, αλλά και των άλλων Αγίων και Διδασκάλων της Εκκλησίας μας, ας αγαπήσουμε κι εμείς και ο Θεός να δώσει να τον αξιοποιούμε και να τον απολαμβάνουμε και στην παρούσα ζωή αλλά και προπαντός στην αιωνιότητα.
Αγγλική μετάφρασηEN · 14 παράγραφοι
Today, the thirteenth of November, our Church commemorates Saint John Chrysostom and the new venerable martyr, Saint Damaskenos.
John Chrysostom, a radiant light and a teacher whose voice was heard throughout the world, came from the great city of Antioch. His parents were devout: Secundus, a commander of the army, and Anthousa. From childhood he had a great love of learning. Before long, he had mastered Greek and Christian wisdom, logic, rhetoric, and every field of learning in his day. Because of his wisdom and virtue, Saint Meletius, Patriarch of Antioch, made him a reader. Flavian of Antioch later ordained him a deacon and then a priest. His golden pen produced many sermons on repentance and the virtues, and he interpreted almost all of the divinely inspired Scriptures.
When Nectarius, Patriarch of Constantinople, died, the bishops elected John, and Emperor Arcadius ordered that he be summoned from Antioch. Thus he became the rightful Patriarch of Constantinople, the queen of cities. He devoted himself so deeply to ascesis, to ascetic discipline and self-restraint, that he ate only a little barley porridge, never enough to satisfy his hunger. He slept very little, and never in a bed. He would sleep standing up, supported by ropes, and sit down only when he was utterly exhausted. This godly Father of our Church devoted himself especially to interpreting the divine Scriptures and to preaching and teaching. Through these, he led many to know God and to metanoia, repentance.
As one who imitated Christ, he showed such great compassion for the poor that he became a model of care for them. In his sermons in the Church, he taught all Christians to love the poor and put that love into action, and to turn away from greed. This brought him into conflict with Empress Eudoxia. She had seized the vineyard of a widow named Kallitrope, who cried out for her property to be returned. The Saint urged the Empress not to keep what belonged to someone else. When she refused to listen, he rebuked her and compared her to Jezebel, who had taken Naboth’s vineyard.
Eudoxia was enraged. At first she had the Saint removed from his see on her own authority; later, she gained the help of bishops who followed the power and opinions of worldly rulers more readily than godliness and the laws of God. The Saint was afterward restored to the patriarchal throne, but eventually he was exiled to Cucusus in Armenia. There, this happened: a pagan man had been paralysed for eight years and could not walk. The people of Cucusus had heard that Chrysostom performed miracles in Constantinople, so they brought the man to him. The Saint asked him, “Which god do you worship?” He answered, “The sun.”
The Saint said, “Then why does your god not heal you?” The sick man answered, “He cannot, because there is another God above him.” The Saint asked, “Why do you not believe in that God?” The man replied, “We do not dare to speak that God’s name, because anyone who is sinful and names him is consumed by fire.” Hearing this, the Saint said, “If you believe in the God I proclaim, you will not be consumed. You will be illumined and healed in both soul and body.” The man replied, “I believe in your God with all my soul.” Then the Saint prayed to the Lord, and the man was healed of his illness.
The people there and in the surrounding villages saw this miracle, came to believe in Christ, and were baptised with their families by the Saint. There he ordained bishops and priests who knew both Greek and Armenian, and had them translate the Old Testament, the New Testament, the Divine Liturgy, and hymns. The Saint rejoiced in all this and glorified God. But the lawless Empress ordered him exiled again, to Arabissus, another city even farther away. A few days later, when she learned that he had found some rest even there, she ordered him sent to Pityus, a harsh place east of the Black Sea. On the journey, the Saint was worn down by his many hardships, and during the night…
…he saw the Apostles Peter and John the Theologian in a dream. They said to him, “Rejoice and be glad, John, for you are about to join us in the Kingdom of Heaven.” As he made his way toward Pityus, the emperor’s servants forced him to travel on foot and gave him neither food nor water. Their aim was to wear him out so that he would die quickly, and that is what happened. After so much suffering, the Saint never reached Pityus. Long before it, they stopped in another city, Comana, at the church of Saint Basiliscus. That night, Saint Basiliscus appeared to him in a dream and said, “Take courage, brother John. Tomorrow we shall be together.”
The following night, the Saint knew that the hour of his death had come. He called the two priest-monks and the deacon who were with him and told them what was happening. He received the spotless Mysteries and then said in a loud voice, “Lord, into Your hands I commend my spirit.” So he gave up his spirit on the fourteenth of September in the year 407 AD, at the age of sixty-three. His precious relics were laid near Saint Basiliscus the hieromartyr and became a source of many miracles. Though he fell asleep in the Lord on the fourteenth of September, when the Exaltation of the Precious Cross is celebrated, his feast was moved to this day…
…so that his entire service could be sung. It is said that all who took part in the removal and exile of this godly Father suffered before they died. Eudoxia was the first to suffer, for she had been the first to act unlawfully and had led the others to ruin as well. It is also said that, after her death, her tomb shook and trembled for thirty-two years, revealing the wrong she had done to the revered Chrysostom. When the Saint’s relics were brought to Constantinople and placed where they now rest, her tomb ceased to tremble. The following account is told in praise of this golden-tongued Saint:
Adelphius, bishop of Arabissus in Cappadocia, had welcomed the Saint during his exile. He prayed fervently that God would show him the glory John Chrysostom had been counted worthy to receive in heaven. While Adelphius was praying, he fell into ecstasy and saw a radiant man. This man showed him all the teachers, hierarchs, and holy ascetics, and the whole company of the righteous who had been counted worthy to enter heaven. Adelphius looked on them with joy, hoping to see John among them. When he did not see him, he was saddened. The radiant man asked, “Why are you sad?” Adelphius replied:
“I did not see John of Constantinople among the hierarchs.” The man who had appeared to him said, “Do you mean golden-mouthed John, the mouth of God, that man who surpassed ordinary human measure? Know that you cannot see him, for he is where the throne of Christ the Master is.”
Blessed be God, who has given us such people, with such lives, deeds, and words, as the golden-tongued Saint we celebrate today. For the world, treasure usually means possessions, honours, acclaim, and the pleasures they bring. But people who wish to belong to God see and value things differently. Our treasure is God, His grace, His Kingdom, and everything that comes from that grace and leads us to that Kingdom. The words of Saint John Chrysostom are also a treasure, gold more precious than the purest gold.
His words are preserved in many volumes, and today anyone can easily come to know him, take his teaching to heart, be edified by it, and delight in it. Let us, too, love this spiritual treasure: the words of the golden-tongued Saint, comprising at least 1,447 sermons and 249 letters, together with the writings of the other Saints and teachers of our Church. May God grant us to draw upon and enjoy this treasure in this life and, above all, in eternity.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
11 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ\13 11.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.