Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Όσιος Ισάκιος ο Δαλματος και η ζωή της Ορθόδοξης πίστης

Ο Όσιος Ισάκιος, Σύρος ηγούμενος, αντιτάχθηκε στη στήριξη του αυτοκράτορα Ουάλεντος προς τον Αρειανισμό και στο κλείσιμο των Ορθόδοξων εκκλησιών. Καθώς ο Ουάλης εκστρατευε κατά των Γότθων, ο Ισάκιος τον παρότρυνε επανειλημμένα να ανοίξει τις εκκλησίες και προειδοποίησε ότι η άρνηση θα έφερνε ήττα.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων30 Μαΐου12:05Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Ο Όσιος Ισάκιος, Σύρος ηγούμενος, αντιτάχθηκε στη στήριξη του αυτοκράτορα Ουάλεντος προς τον Αρειανισμό και στο κλείσιμο των Ορθόδοξων εκκλησιών.
  • Καθώς ο Ουάλης εκστρατευε κατά των Γότθων, ο Ισάκιος τον παρότρυνε επανειλημμένα να ανοίξει τις εκκλησίες και προειδοποίησε ότι η άρνηση θα έφερνε ήττα.
  • Αφού οι στρατιώτες έριξαν τον Ισάκιο σε φαράγγι, δύο άνδρες με λευκά ενδύματα τον έβγαλαν άθικτο, ωστόσο ο Ουάλης απέρριψε και πάλι την προειδοποίησή του.
  • Ο Ουάλης σκοτώθηκε στη μάχη που ακολούθησε, και επειδή ο Ισάκιος γνώριζε για τον θάνατό του, οι στρατιώτες τον παρακάλεσαν να μείνει στην Κωνσταντινούπολη.
  • Ο Ισάκιος εγκαταστάθηκε σε μονή που είχε ιδρύσει ο Σατορνίνος, συγκέντρωσε μοναστική αδελφότητα και όρισε τον Δαλμάτο ως διάδοχό του πριν από τον θάνατό του.
  • Η ομιλία παρουσιάζει τη ζωή των αγίων ως ζωντανή μαρτυρία ότι η Ορθόδοξη διδασκαλία αποτελεί πηγή πνευματικής ζωής.
  • Διδάσκει ότι η πίστη στην Αγία Τριάδα και στον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό φέρνει τη θεία χάρη, τη μεταμόρφωση και τη σωτηρία.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 11 παράγραφοι

Ο εορταζόμενος Όσιος Ισάκιος ήταν Σύρος κατά το γένος, ήκμασε δε κατά τις ημέρες του βασιλέως Ουάλεντος, του γνωστού υπερμάχου των Αριανών, ο οποίος βασίλευσε από το 364 μέχρι το 378 μ.Χ. Ο Όσιος Ισάκιος ήταν ηγούμενος μοναστηριού, άνδρας γεμάτος πίστη και ανδρεία, έτοιμος να λέγει την αλήθεια, ακόμη και μπροστά σε βασιλείς. Πολέμησε τον Αριανισμό σφοδρότατα. Πολλές φορές δε, ομιλώντας προς τους μοναχούς και τα πλήθη, είχε λάβει αφορμή να ελέγξει με θλίψη τις υπέρ των αιρετικών απροκάλυπτες ενέργειες του αυτοκράτορα, ο οποίος είχε κλείσει τις εκκλησίες των Ορθοδόξων. Το έτος 378 πέρασαν τον ποταμό Ίστρο οι λεγόμενοι Οστρογότθοι, κατασκήνωσαν στη Θράκη, αλλά μετά από λίγο συγκρούστηκαν με τους Ρωμαίους και μαζί τους επαναστάτησαν και όλοι οι Γότθοι, οι οποίοι προηγουμένως είχαν μεταναστεύσει εκεί, που αριθμούσαν κατά τους χρονογράφους 200.000 πολεμιστές. Ο Ουάλης αναγκάστηκε τέλος να βαδίσει ο ίδιος εναντίον τους, επικεφαλής όλων των λεγεώνων της Ανατολής. Κατά την εποχή λοιπόν εκείνη, ο Όσιος αυτός Ισάκιος, που βρισκόταν στην Ανατολή, καθώς πληροφορήθηκε τα γενόμενα, πήγε στην Κωνσταντινούπολη και, αφού συνάντησε τον βασιλέα που αναχωρούσε για τον πόλεμο, του είπε: «Βασιλεύ, πρόσταξε να ανοιχθούν οι εκκλησίες των Ορθοδόξων και, αν κάνεις αυτό, θα αναδειχθείς νικητής κατά των εχθρών». Ο αυτοκράτορας όμως

θεώρησε ως φλυαρίες τους λόγους του Οσίου. Την επομένη παρουσιάστηκε εκ νέου ο Όσιος στον βασιλέα και του είπε πάλι: «Βασιλεύ, άνοιξε τις εκκλησίες και θα επανέλθεις νικητής εν ειρήνη». Ο δε βασιλέας καταφρόνησε τον Όσιο και εξακολούθησε το δρόμο του. Κατά την τρίτη μέρα πήγε για τρίτη φορά ο Όσιος στον βασιλέα και, αφού κράτησε το χαλινάρι του αλόγου του, του μιλούσε άλλοτε μεν ελέγχοντας, άλλοτε δε παρακαλώντας τον. Καθώς μιλούσε ακόμη ο Άγιος, έφτασαν σε κάποιο βαθύ και φοβερό φαράγγι, το οποίο ήταν γεμάτο αγκάθια, και τότε ο βασιλέας ένευσε στους στρατιώτες να ρίξουν τον Άγιο σ' αυτό. Πέφτοντας λοιπόν ο Άγιος πάνω στα αγκάθια, νόμιζε ότι βρισκόταν πάνω σε απαλό στρώμα και ευχαριστούσε τον Κύριο. Αμέσως δε

δύο λευκοφόροι άνδρες, ίσως ήταν οι Αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ, οι οποίοι ανέβασαν τον Άγιο από το φαράγγι αβλαβή και, αφού τον έβαλαν στο μέσον της αγοράς και μπροστά στον βασιλέα, αναχώρησαν. Βλέποντάς τον δε ο βασιλέας εκπλάγηκε και είπε: «Δεν είναι αυτός εκείνος ο οποίος ρίχτηκε στο φοβερό εκείνο φαράγγι;» Ο δε Άγιος είπε στον βασιλέα: «Απόδωσε τα ποίμνια στους άριστους ποιμένες και θα λάβεις τη νίκη χωρίς κόπους. Διαφορετικά θα μάθεις από την πείρα ότι σκληρόν σοι προς κέντρα λακτίζειν, διότι και εσύ δεν θα επανέλθεις και το στράτευμα θα χάσεις». Ο Ουάλης όχι μόνο δεν μεταπείστηκε από τα λόγια του ηγουμένου, αλλά και τον ονείδισε και του είπε: «Και θα επανέλθω και θα σε φονεύσω, τιμωρώντας για

την ψευδή σου πρόρρηση». Παρέδωσε τον Όσιο σε δύο στρατιώτες, Σατουρνίνο και Βίκτορα ονομαζομένους, και τους πρόσταξε να τον φυλάττουν μέχρι που να επανέλθει από τον πόλεμο, οπότε, καθώς είπε, θα τον θανάτωνε με φωτιά. Όταν λοιπόν έγινε η μάχη, δεν μπόρεσε να αντισταθεί ο βασιλιάς, αλλά έφυγε μαζί με τον πρεπόσιτό του, ο οποίος πάντοτε τον παρακινούσε κατά των χριστιανών, και μαζί του κρύφτηκε σε αχυρώνα. Οι δε εχθροί τους καταδίωξαν, έβαλαν φωτιά στον αχυρώνα και κατέκαψαν τον βασιλέα μαζί και τον πρεπόσιτο. Τα στρατεύματα λοιπόν του βασιλέα, όταν επανήλθαν από τον πόλεμο, θέλοντας να πειράξουν τον Όσιο, του έλεγαν: «Ετοιμάσου να δώσεις απολογία στον βασιλέα, ο οποίος έρχεται να εκτελέσει ό,τι προείπε εναντίον σου».

Ο δε Άγιος αποκρίθηκε: «Επτά μέρες ήδη πέρασαν, αφότου εγώ οσφράνθηκα την αποφορά των κοκάλων του, τα οποία κατακάηκαν από τη φωτιά». Καθώς άκουσαν αυτά οι στρατιώτες, γέμισαν φόβο, διότι ο Θεός φανέρωσε σε αυτόν όλα τα συμβάντα. Έπεσαν δε στα πόδια του Οσίου και τον παρακαλούσαν να παραμείνει μόνιμα στην Κωνσταντινούπολη.

Ο δε Άγιος είπε: «Δώστε μου καιρό επτά μέρες να παρακαλέσω το Θεό για να μου φανερώσει αν αυτό είναι θέλημά Του». Ο δε Άγιος είπε: Ο ονομαζόμενος Σατουρνίνος φάνηκε προθυμότερος από τους άλλους και πρόλαβε και έκτισε μοναστήρι σε καλό και κατάλληλο τόπο. Τότε ο Άγιος μπήκε σ' αυτό και δόξασε το Θεό. Το μοναστήρι αυτό έγινε μετά περίφημο με το όνομα Μονή των Δαλμάτων, Δαλμάτων. Πήρε δε το όνομα από το διάδοχο του Οσίου, Δαλμάτο, ο οποίος διακρίθηκε στον κατά των Νεστοριανών αγώνα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Εκείνοι που, καθώς προαναφέρθηκε, παρακαλούσαν τον Άγιο, αφιέρωσαν στο μοναστήρι σιτηρέσια και αρκετά κτήματα για συντήρησή του.

Μαζεύτηκαν εκεί πολλοί και έγιναν μοναχοί, θέλοντας να ποιμένονται από τέτοιο ποιμένα και διδάσκαλο και να οδηγούνται στην εργασία των εντολών του Θεού. Έχοντας ζήσει ο Άγιος ζωή θεάρεστη, ομολογώντας την Ορθοδοξία και αφού προγνώρισε από το Θεό την κοίμησή του, μάζεψε όλους τους αδελφούς και τους νουθέτησε. Μετά, αφού διάλεξε ένα από αυτούς, Δαλμάτο ονομαζόμενο, τον έκανε αντικαταστάτη του ηγούμενο και έτσι απήλθε προς τον Κύριο.

Ο εορταζόμενος Όσιος Ισάκιος υπήρξε εχθρός και πολέμιος της πλάνης, της αιρέσεως και αγωνιστής και ομολογητής της Ορθοδοξίας. Οι Άγιοι της Εκκλησίας μας ομολογούσαν το Ορθόδοξο δόγμα όχι μόνο με τα λόγια αλλά και με όλη τους τη ζωή. Οι Άγιοι όχι μόνο πίστευαν τις Ορθόδοξες αλήθειες αλλά και τις ζούσαν. Αυτά που πίστευαν ήταν μέσα τους πραγματικότητες, ζωή. Έτσι οι Άγιοι με τη ζωή τους, με τα συναξάρια τους, μας διδάσκουν την εφαρμοσμένη δογματική. Μας δείχνουν κατά τον πιο οφθαλμοφανή τρόπο ότι τα δόγματα δεν είναι μόνο κάποιες αλήθειες καθεαυτές, αλλά ότι το κάθε δόγμα είναι πηγή αιωνίου ζωής.

Αγίας Πνευματικότητος, σύμφωνα με το παναληθές Ευαγγέλιο του μοναδικού Σωτήρος και Κυρίου. «Τα ρήματά μου πνεύμα εστί και ζωή εστί». Διότι κάθε λόγος, κάθε ρήμα Κυρίου προχέει μια δύναμη σωστική, αγιαστική, η οποία χαριτώνει, ζωοποιεί και μεταμορφώνει εκείνον που με την πίστη θα τη δεχθεί. Χωρίς την Αγία Δογματική Αλήθεια περί της Αγίας Τριάδος, δεν θα είχαμε τις θείες ενέργειες από την Αγία Τριάδα, τις οποίες αντλούμε με την ορθή πίστη και οι οποίες μας ζωοποιούν, μας θεώνουν, μας σώζουν. Χωρίς την Αγία Αλήθεια για τον Θεάνθρωπο Χριστό, δεν υπάρχει σωτηρία για τον άνθρωπο και από την αλήθεια αυτή

τη δέχεται και τη ζει ο άνθρωπος, πηγάζει η θεία δύναμη, η οποία σώζει από την αμαρτία, από το θάνατο, από το διάβολο. Αυτή η δογματική αλήθεια για τον Θεάνθρωπο Ιησού έχει μαρτυρηθεί σαφέστατα και εμπειρικότατα από τους Αγίους. Οι Άγιοι είναι Άγιοι, διότι ζουν όλο το Θεάνθρωπο Κύριο ως την ψυχή της ψυχής τους, τη συνείδηση της συνειδήσεώς τους, το νου του νοός τους, την ύπαρξη της υπάρξεώς τους, τη ζωή της ζωής τους και διακηρύσσουν μαζί με τον Απόστολο Παύλο: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Οι Άγιοι φανερώνουν και επιβεβαιώνουν και όλα τα άλλα δόγματα όπως τα περί της Χάριτος του Θεού, των Αγίων Μυστηρίων, των Αγίων Αρετών

ανθρώπου, της Εκκλησίας, της Αμαρτίας, των Ιερών Λειψάνων, των Αγίων Εικόνων, της Μελλούσης Ζωής και όλων των άλλων που αποτελούν τη Θεία Οικονομία της Σωτηρίας στην οποία καλούμαστε και εμείς να συμμετάσχουμε κατά το παράδειγμα και με τις ευχές των Αγίων μας.

Αγγλική μετάφρασηEN · 11 παράγραφοι

The saint we celebrate today, Saint Isaac, was Syrian by birth. He lived during the reign of Emperor Valens, a well-known champion of the Arians, who ruled from AD 364 to 378. Saint Isaac was the abbot of a monastery, a man full of faith and courage, ready to speak the truth even before kings. He fought Arianism fiercely. More than once, while speaking to monks and crowds, he sorrowfully condemned the emperor’s open support for the heretics and his closure of the Orthodox churches. In 378, the people known as the Ostrogoths crossed the River Danube and camped in Thrace. Before long they clashed with the Romans, and all the Goths who had previously settled there joined their revolt. According to the chroniclers, they numbered 200,000 warriors. At last Valens himself had to march against them at the head of all the legions of the East. When Saint Isaac, who was then in the East, learned what had happened, he went to Constantinople. He met the emperor as he was leaving for war and said, ‘Emperor, order the Orthodox churches to be opened. If you do this, you will defeat your enemies.’ But the emperor

dismissed the saint’s words as idle talk. The next day, Isaac appeared before him again and said, ‘Emperor, open the churches, and you will return victorious and in peace.’ The emperor scorned him and continued on his way. On the third day, the saint came to him once more. Holding the reins of the emperor’s horse, he spoke to him, sometimes rebuking him and sometimes pleading with him. While Isaac was still speaking, they came to a deep, terrifying ravine full of thorns. The emperor signaled to his soldiers to throw the saint into it. As Isaac fell among the thorns, he felt as though he were lying on a soft bed, and he gave thanks to the Lord. Immediately,

two men dressed in white, perhaps the Archangels Michael and Gabriel, lifted the saint unharmed from the ravine. They set him down in the middle of the marketplace, before the emperor, and departed. Astonished to see him, the emperor said, ‘Is this not the man who was thrown into that dreadful ravine?’ The saint replied, ‘Restore the flocks to good shepherds, and you will gain victory without hardship. Otherwise, you will learn from experience that it is hard for you to kick against the goads. You will not return, and you will lose your army as well.’ Valens was unmoved by the abbot’s words. He insulted him and said, ‘I will return, and I will kill you as punishment for

your false prophecy.’ He handed the saint over to two soldiers named Saturninus and Victor and ordered them to guard him until he returned from the war. Then, he said, he would put Isaac to death by fire. When the battle came, the emperor could not withstand the enemy. He fled with his chief attendant, who had always urged him to act against the Christians, and the two hid in a barn. Their enemies pursued them, set fire to the barn, and burned both the emperor and his attendant to death. When the emperor’s troops returned from the war, they tried to unsettle the saint. They told him, ‘Prepare to answer to the emperor. He is coming to carry out the sentence he pronounced against you.’

But the saint replied, ‘For seven days now, I have smelled the stench of his bones, burned in the fire.’ The soldiers were filled with fear when they heard this, for God had revealed everything that had happened to Isaac. They fell at his feet and begged him to remain in Constantinople permanently.

The saint said, ‘Give me seven days to pray to God, so that He may reveal whether this is His will.’ A man named Saturninus proved more eager than the others and built a monastery in a good and suitable place. The saint entered it and glorified God. In time, the monastery became famous as the Monastery of Dalmatos. It took its name from Isaac’s successor, Dalmatos, who distinguished himself in the Orthodox Church’s struggle against the Nestorians. Those who had asked Isaac to stay, as mentioned earlier, gave the monastery food allowances and enough property to support it.

Many gathered there and became monks. They wanted such a shepherd and teacher to guide them in keeping God’s commandments. The saint lived a life pleasing to God and confessed the Orthodox faith. When God granted him foreknowledge of his repose, he gathered all the brethren and gave them his counsel. Then he chose one of them, a man named Dalmatos, and appointed him abbot in his place. In this way, he departed to the Lord.

Saint Isaac, whom we celebrate today, was an enemy of error and heresy, and a defender and confessor of the Orthodox faith. The saints of our Church confessed Orthodox doctrine both in words and with their whole lives. They believed the truths of the faith, and they lived them. What they believed was real within them; it was their life. Through their lives, as recounted in the accounts of the saints, they teach us what doctrine looks like when it is lived. They show us plainly that doctrines are more than truths in themselves: each doctrine is a source of eternal life

and holy spiritual life, according to the true Gospel of our only Savior and Lord: ‘My words are spirit, and they are life.’ For every word of the Lord pours forth a power that saves and sanctifies. It fills with grace, gives life to, and transforms the one who receives it in faith. Without the holy doctrinal truth concerning the Holy Trinity, we would not receive the divine uncreated energies of the Holy Trinity. We draw upon them through right faith, and they give us life, bring us to theosis, or union with God, and save us. Without the holy truth concerning Christ the God-Man, there is no salvation for humanity. And from this truth,

which a person receives and lives, flows the divine power that saves us from sin, death, and the devil. The saints have borne the clearest witness to this doctrinal truth concerning Jesus the God-Man through their own experience. The saints are saints because they live with the whole person of the Lord Jesus Christ as the soul of their soul, the conscience of their conscience, the nous, their spiritual intellect, of their nous, the very ground of their being, and the life of their life. With the Apostle Paul they proclaim, ‘It is no longer I who live, but Christ lives in me.’ The saints also reveal and confirm all the other doctrines: those concerning the grace of God, the Holy Mysteries, and the holy virtues

of the human person, the Church, sin, the holy relics, the holy icons, the life to come, and all else that belongs to God’s saving plan. We too are called to share in that life, following the example of our saints and aided by their prayers.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

05 ΜΑΪΟΥ\30 05 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα