Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Η μαρτυρία της Αγίας Ειρήνης και η ειρήνη του Χριστού

Γεννημένη στην Περσία με το όνομα Πηνελόπη, η Αγία Ειρήνη μεγάλωσε απομονωμένη και την δίδαξε ο Απελιανός. Μια χριστιανή δούλη εξήγησε την πίστη, αφού η Ειρήνη είδε όνειρα που την καλούσαν προς τον Χριστό, και ένας ιερέας την βάπτισε κρυφά.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων5 Μαΐου18:28Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Γεννημένη στην Περσία με το όνομα Πηνελόπη, η Αγία Ειρήνη μεγάλωσε απομονωμένη και την δίδαξε ο Απελιανός.
  • Μια χριστιανή δούλη εξήγησε την πίστη, αφού η Ειρήνη είδε όνειρα που την καλούσαν προς τον Χριστό, και ένας ιερέας την βάπτισε κρυφά.
  • Η Ειρήνη αρνήθηκε τις απαιτήσεις του πατέρα της Λυκίνιου να απαρνηθεί τον Χριστό, βεβαιώνοντας ότι η υπακοή στον Θεό υπερέχει κάθε ανθρώπινης εξουσίας.
  • Όταν ο Λυκίνιος σκοτώθηκε κατά την προσπάθεια να την εκτελέσει, η Ειρήνη προσευχήθηκε γι' αυτόν· η αναφερόμενη επάνοδός του στη ζωή οδήγησε εκείνον, τη μητέρα της και πολλούς άλλους να ασπαστούν τον χριστιανισμό.
  • Η Ειρήνη συνέχισε να κηρύττει παρά τους διωγμούς, και η ομιλία αφηγείται τη θαυματουργική διάσωσή της, τις θεραπείες και τις μεταστροφές που επιτελέστηκαν σε ολόκληρη την Περσία.
  • Αργότερα κήρυξε στην Έφεσο, όπου πληροφορήθηκε ότι και ο Απελιανός είχε γίνει χριστιανός.
  • Η ομιλία καταλήγει ότι η αμαρτία διαταράσσει την ειρήνη, ενώ η ταπείνωση, η αγάπη και η ένωση με τον Χριστό φέρνουν ειρήνη με τον Θεό, με τους άλλους και με τον εαυτό μας.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 20 παράγραφοι

Εορταζομένη η Αγία Μεγαλομάρτυς Ειρήνη άκμασε κατά τις αρχές του τετάρτου μετά Χριστόν αιώνος. Γεννήθηκε στην πόλη Μαγκεδό της Περσίας και το πρώτο της όνομα ήταν Πηνελόπη. Ο πατέρας της ονομαζόταν Λυκίνιος και ήταν άρχοντας Περσικής επαρχίας, Λυκινία δε η μητέρα της. Από τη μικρή της ηλικία φαινόταν προικισμένη με έκτακτη ωραιότητα, υπέροχη δε εκδηλωνόταν και η ευφυΐα της. Οι γονείς της την είχαν μοναδική τους χαρά και καύχημα, καθώς δεν τους είχε χαριστεί άλλο παιδί. Σε ηλικία έξι ετών η εκπαίδευσή της ανατέθηκε στον σοφό γέροντα Απελιανό. Κατοικία της είχε οριστεί αρχοντικός πύργος, εσωτερικώς θαύμα πολυτελείας και κομψότητος.

Η χριστιανική θρησκεία τότε είχε ήδη τους οπαδούς της στην Περσία, αλλά ο περιορισμός υπό τον οποίο ζούσε η κόρη του Λυκινίου δεν της είχε επιτρέψει να γνωρίσει διόλου τα διδάγματα του Ευαγγελίου. Είχε ακούσει για τους χριστιανούς, αλλά ό,τι είχε μάθει ήταν απλώς δυσμενείς για αυτούς φήμες και διαστροφή των φρονημάτων και της ζωής τους.

Όμως μεγάλωνε και είχε ισχυρή κλίση προς την αλήθεια και την έρευνα, και με κάποια υπερφυσική ώθηση από τη Θεία Πρόνοια, η Πηνελόπη μια μέρα μίλησε προς την έμπιστη υπηρέτρια και φίλη της, η οποία ήταν χριστιανή, χωρίς όμως να το γνωρίζουν πολλοί, και εξέφρασε τον πόθο της να μάθει ασφαλώς τα της διδασκαλίας και της πίστεώς τους. Η υπηρέτρια σκίρτησε και δόξασε το Θεό.

Ο οποίος την διευκόλυνε τόσο θαυμάσια στο να μεταδώσει την πίστη της. Την νύχτα προσευχήθηκε και παρακάλεσε τον Κύριο να ευοδώσει το σκοπό της. Την ίδια νύχτα η Πηνελόπη είδε όνειρο, ότι στην αρχή λευκότατη περιστερά εισήλθε στον πύργο με κλάδο ελιάς στο στόμα της, τον οποίο απέθεσε πάνω σε χρυσό τραπέζι. Ακολούθως είδε αετό να φέρει στεφάνι από άνθη, το οποίο έβαλε κι αυτός πάνω στο ίδιο τραπέζι. Μετά είδε κόρακα, ο οποίος στο ίδιο μέρος απόθεσε φονευμένο φίδι. Μετά της ήλθε άλλο όνειρο στον ύπνο: είδε λευκοφόρο άγγελο εξαίσιας μορφής, ο οποίος της είπε ότι ήταν απεσταλμένος από τον Κύριο, ο οποίος την ελέησε για την καθαρή και ευσεβή προαίρεσή της

και την καλούσε να προσέλθει στην αληθινή πίστη, όπου θα έβρισκε την αλήθεια και τη ζωή. Έντρομη αλλά και χαρούμενη η κόρη ρώτησε τον άγγελο από πού θα μπορούσε να μάθει. Εκείνος δε της απάντησε ότι γι' αυτό η αγαπημένη της υπηρέτρια της είχε αποσταλεί από τον Χριστό. Ξύπνησε γεμάτη χαρά. Στην αρχή συνάντησε το γέροντα Απελιανό, στον οποίο φανέρωσε το πρώτο της όνειρο με την περιστερά, τον αετό και τον κόρακα. Ο Απελιανός της είπε ότι η περιστερά σήμαινε τη μεγάλη λευκότητα της ψυχής της, ο κλάδος της ελιάς, πολλή ειρήνη, η οποία θα εισερχόταν στην καρδιά της. Το στεφάνι με τα άνθη βράβευσε τις αρετές της. Ο δε κόρακας με το φονευμένο φίδι, θλίψεις οι οποίες θα την έβρισκαν

από τις οποίες θα έβγαινε νικήτρια. Μετά κάλεσε την υπηρέτριά της, την οποία ασπάστηκε και της διηγήθηκε την όραση του αγγέλου και τους λόγους του. Τότε η χριστιανή κόρη της μίλησε εν εκτάσει για τον Ιησού Χριστό και το μυστήριο της ενσαρκώσεως και σωτηρίας. Από τότε ο λόγος μεταξύ των δύο νεανίδων ήταν για το Χριστό και την εν Χριστώ ζωή. Κάποια μέρα η Πηνελόπη εξέφρασε τον πόθο να βαπτιστεί. Ο τρόπος βρέθηκε. Κάποιος χριστιανός ιερέας, στον οποίο έγιναν γνωστά τα συμβαίνοντα από τη χριστιανή υπηρέτρια, ήρθε στον πύργο μια νύχτα και με κάθε προφύλαξη βάπτισε την νεαρή κόρη του ηγεμόνα και την μετονόμασε Ειρήνη. Όμως το πράγμα δεν άργησε να γίνει γνωστό.

Ο Λυκίνιος έκπληκτος πληροφορήθηκε ότι η κόρη του προσήλθε στη χριστιανική πίστη. Μάταια προσπάθησε να τη μεταπείσει με πολλές ικεσίες και απειλές. Η Ειρήνη απαντούσε ότι και προς τον πατέρα της και προς τη μητέρα της εξακολουθούσε να τρέφει όλη την ευλάβεια και τη στοργή, αλλά ότι δεν υπήρχε κανένας δεσμός άξιος να εμποδίσει μια ψυχή από το να έρθει προς το μόνο Θεό και Σωτήρα της. «Εάν γνωρίζατε», έλεγε στους γονείς της, «το θείο λυτρωτή μας Χριστό, θα είχατε τη μεγαλύτερη χαρά για το ότι η κόρη σας αξιώθηκε να δεχθεί το φως του μόνου αληθινού Θεού». Το γεγονός διαδόθηκε σε όλη την πόλη. Οργισμένοι τότε και μανιακοί προσήλθαν οι Πέρσες ιερείς και ζήτησαν από τον άρχοντα Λυκίνιο να φέρει την κόρη του ενώπιόν τους

να δουν εάν ήταν δυνατόν να τη θεραπεύσουν από την πλάνη. Ο Λυκίνιος κάλεσε την κόρη του και οι ιερείς συζήτησαν μαζί της, αλλά οι ίδιοι αναγκάστηκαν να διακόψουν τη συζήτηση και να καταφύγουν σε απειλές ελλείψει επιχειρημάτων. Ο πατέρας της θέλησε να βοηθήσει το έργο των ιερέων, ομιλώντας ως πατέρας και άρχοντας. Η Αγία όμως αποκρίθηκε ότι τα δικαιώματα των αρχόντων σταματούν εκεί όπου αρχίζουν τα καθήκοντα προς το Θεό και ότι στις περιπτώσεις αυτές οι χριστιανοί έχουν ως κανόνα τον λόγο του Πέτρου: «Πειθαρχείν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις». Η απάντηση εξόργισε τον Λυκίνιο και απείλησε ότι θα την μεταχειριζόταν ως ξένη και ως την τελευταία των Περσίδων. Τελικά ο όχλος, οι ευγενείς και οι ιερείς ζήτησαν.

Ζήτησαν το θάνατο της Ειρήνης. Ο πατέρας της συντάχθηκε με την κοινή απαίτηση. Διέταξε δε να τη δέσουν και να την βάλουν ανάμεσα σε αχαλίνωτα και αδάμαστα άλογα, για να τη φονεύσουν με τα χτυπήματά τους. Αλλά ενώ έδινε επιτόπου τη διαταγή και επέβλεπε στην εκτέλεσή της, ένα από τα άλογα εκείνα, εξαγριωμένο από τη θέα του πλήθους, όρμησε προς το Λυκίνιο και με επανειλημμένα λακτίσματα τον άφησε νεκρό. Η Ειρήνη έμεινε περίλυπη από το θάνατο του πατέρα της. Η οδύνη της δε γινόταν μεγαλύτερη από το ότι ο πατέρας της πέθανε αφώτιστος διώκτης του Χριστού, ανάξιος του ελέους του. Ω, και αν μπορούσε να τον επαναφέρει στη ζωή και να τον ελκύσει στο Χριστό, το δοτήρα κάθε αγαθού και της αιωνίου μακαριότητος.

Η Αγία στέναξε, ανέβλεψε προς τον ουρανό, θυμήθηκε τους λόγους του Σωτήρος ότι «εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι», ζήτησε με δάκρυα ενίσχυση της πίστης της και έτσι οπλισμένη με το θαυματουργό αυτό όπλο ζήτησε από τον Χριστό να τον αναστήσει. Και ξαφνικά, πράγμα υπερθαύμαστο, ο νεκρωμένος Λυκίνιος φάνηκε να επανέρχεται στη ζωή και κρατημένος από το χέρι της θυγατέρας του, σηκώθηκε γεμάτος υγεία και ακμή. Και αυτός μεν όταν πληροφορήθηκε το τι συνέβη, αγκάλιασε και κατασπάστηκε την Ειρήνη, της ζήτησε δε και συγγνώμη για τη συμπεριφορά του. Από δε το λαό εκείνο βγήκε βοή και φωνή. Οι ιερείς των Περσών φώναζαν ότι επρόκειτο για μαγεία. Τρεις χιλιάδες όμως από τους παρισταμένους προσήλθαν.

Προσήλθαν τη μέρα εκείνη στη χριστιανική πίστη και πρώτοι μεταξύ αυτών ο άρχοντας Λυκίνιος και η σύζυγός του Λυκινία. Αλλά μετά τη βάπτισή του ο Λυκίνιος δεν ήταν δυνατόν πλέον να κατέχει το αξίωμα. Παραιτήθηκε λοιπόν και αποσύρθηκε με τη σύζυγο και τη θυγατέρα του στο γνωστό μας πύργο, όπου και πέρασε την υπόλοιπη ζωή του με μετάνοια. Η Ειρήνη μένοντας κοντά του ήταν το δεξί του χέρι σε όλες του τις φιλανθρωπίες, χωρίς να παραμελεί να κηρύττει Χριστό και να οδηγεί όλο και περισσοτέρους στην πίστη Του. Όταν δε πέθανε ο πατέρας της, επιδόθηκε στο έργο αυτό με περισσότερη δύναμη και συστηματικότητα, αδιαφορώντας εντελώς για ό,τι ήταν δυνατόν να επακολουθήσει εναντίον της.

ενέργειες της αυτές έχουν φτάσει στις ακοές του διαδόχου του πατέρα της, Σεδεκίου, ο οποίος διέταξε να την συλλάβουν και να την φέρουν ενώπιόν του. Όταν την έφεραν, της απήγγειλε την κατηγορία ότι ασέβησε προς τη θρησκεία των πατέρων της και την προσκάλεσε να θυσιάσει στα είδωλα. Η Αγία αρνήθηκε, ο δε Σεδεκίας την καταδίκασε να ριφθεί σε λάκκο γεμάτο από φίδια και άλλα δηλητηριώδη ερπετά. Αλλά ο Θεός δεν την άφησε αβοήθητη. Αυτός ο οποίος διαφύλαξε σώο και αβλαβή τον Δανιήλ μέσα στο λάκκο των λεόντων, διέσωσε και την Ειρήνη από τα φίδια, τα οποία κατέστησε εντελώς ακίνδυνα. Μετά από μερικές μέρες ήλθε ο ίδιος ο Σεδεκίας με ιερείς και πολλούς επισήμους και αρκετό πλήθος για να βγάλουν, καθώς νόμιζαν, το πτώμα της χριστιανής κόρης

να εμπαίξουν τη δύναμη του Θεού της. Αλλά έκπληκτοι και καταντροπιασμένοι την βρήκαν ζωντανή και χωρίς το παραμικρό πάθος. Το θαύμα αυτό, καθώς και η διάσωσή της από τον τροχό πάνω στον οποίο την έδεσαν για να την κατακόψουν, δεν έμειναν χωρίς ευχάριστο για την πίστη αποτέλεσμα. Παρόλες τις απειλές του Σεδεκίου, χιλιάδες Περσών προσήλθαν στη χριστιανική πίστη. Και ο βασιλέας των Περσών, Σαπώρ Β', καταδίωξε την Αγία. Αλλά τότε ο Θεός τον πάταξε με πληγές τυφλώσεων και πολυαρίθμων θανάτων στις τάξεις του στρατού του. Εκείνοι δε που τυφλώθηκαν μπόρεσαν να ξαναβρούν το φως τους με τις προσευχές της Αγίας. Οι πληγές εκείνες και οι θεραπείες συντέλεσαν

να αφεθεί για κάποιο καιρό ελεύθερη η Ειρήνη στο έργο του κηρύγματός της. Περιοδεύοντας κατόρθωσε, κοντά στα άλλα, βοηθουμένη από τον ιερέα Τιμόθεο που την είχε βαπτίσει, να φέρει στην πίστη του Χριστού πέντε χιλιάδες ειδωλολάτρες. Αλλά κατόπιν ακολούθησαν νέοι διωγμοί και άλλες ποινές θανατικές, από τις οποίες όμως διασώθηκε κατά τρόπο θαυμαστό η Αγία, προστατευομένη από τον Κύριο Ιησού, του οποίου ήταν η μεγαλύτερη και αποτελεσματικότερη κήρυκας στη χώρα των Περσών. Η παράδοση αναφέρει ότι και αναστήθηκε η Αγία Ειρήνη όταν θανατώθηκε κατά διαταγή του βασιλέα Σαπώρ. Μετά από αυτά εξακολούθησε το αποστολικό έργο της, περιοδεύοντας, κηρύττοντας και θαυματουργώντας, και στην ιερή αυτή υπηρεσία της

συνέτρεχε πάντοτε ο ιερέας Τιμόθεος. Μετά καιρό έφτασε μέχρι την Έφεσο, όπου βρήκε υπέργηρο πλέον τον άλλοτε διδάσκαλό της Απελιανό, απερίγραπτη δε υπήρξε η χαρά της, όταν άκουσε από το στόμα του ότι κι αυτός είχε προσέλθει στη χριστιανική πίστη. Η Έφεσος εξακολουθούσε και κατά τους χρόνους εκείνους να αποτελεί ένα από τα μεγάλα κέντρα του ειδωλολατρικού κόσμου. Αλλά και οι χριστιανικές δυνάμεις, των οποίων τις βάσεις είχαν βάλει οι Απόστολοι Παύλος και Ιωάννης, παρουσίαζαν ανάπτυξη αρκετά ενθαρρυντική. Έτσι η Αγία Ειρήνη βρήκε και στην πόλη αυτή μεγάλο στάδιο δράσεως με το κήρυγμα και τα θαύματά της. Αλλά ο χρόνος της επίγειας αποστολής της πλησίαζε πλέον στο τέρμα του.

Ο Θεός βρήκε ότι μετά τους τόσους αγώνες και τις αθλήσεις, ήρθε η ώρα της αναπαύσεώς της, όπου οι δίκαιοι προαπολαμβάνουν τις ανέκφραστες ηδονές της αιωνίου μακαριότητος. Την κάλεσε λοιπόν κοντά του ο Πανάγαθος Πατέρας, η δε Εκκλησία μας την κατέταξε στη σεμνή και ένδοξη χορεία των Μεγαλομαρτύρων.

Η ζωή της σήμερα εορταζομένης Αγίας Ειρήνης μας δίνει την ευκαιρία να αναφερθούμε στη σημαντική αρετή της ειρήνης. Ο άνθρωπος ανέκαθεν μετά την πτώση, βεβαίως και ο σύγχρονος κόσμος, βρίσκεται σε διαρκή ακαταστασία. Πόλεμοι, μάχες, επιβουλές μεταξύ των εθνών, των κοινωνικών ομάδων και των μεμονωμένων ανθρώπων ακούονται συνεχώς. Μέσα στην τραγική αυτή κατάσταση οι άνθρωποι αναζητούν και φωνάζουν για την επικράτηση της ειρήνης πάνω στη γη. Εις μάτην όμως, διότι η βασική αιτία της εχθρότητας και των μαχών και των πολέμων είναι η αμαρτία, η απομάκρυνση του ανθρώπου από το Θεό της Αγάπης και της Ειρήνης. Όπου υπάρχει αμαρτία, η κακία,

εξαφανίζεται η ειρήνη μεταξύ των ανθρώπων και του Θεού, των ανθρώπων μεταξύ τους, διότι καθένας επιδιώκει το συμφέρον του, αλλά και του κάθε ανθρώπου με τον εαυτό του. Γι' αυτό στην κατάσταση αυτή, κι αν επέλθει μια κάποια ειρήνη, αυτή είναι προσωρινή και τοπικά περιορισμένη. Κι αυτό διότι προϋπόθεση και βάση της ειρήνης είναι η ταπείνωση και η αγάπη. Η ειρήνη είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος, που δίνει την ταπείνωση και την αγάπη και χαρίζει την ειρήνη του ανθρώπου με τον Θεό, με τον συνάνθρωπό του, με τον εαυτό του. Πραγματική ειρήνη και ολοκληρωμένη ειρήνη είναι ο Χριστός. Αυτός γαρ εστιν, μας λέγει ο Απόστολος Παύλος, η ειρήνη ημών, με την πλήρη ένωση της θεϊκής και της ανθρώπινης φύσεως,

την πλήρη αναμαρτησία Του, με τη μέχρι θανάτου υπακοή στο θέλημα του Ουρανίου Πατρός, ειρήνευσε πλήρως την ανθρώπινη φύση με το Θεό και γενικώς της χάρισε την πλήρη ειρήνη. Εκείνος, όπως η Αγία Ειρήνη, που ενδύεται το Χριστό, που ενώνεται με το Χριστό, που έχει μέσα του τη χάρη, τη ζωή του Χριστού, έχει και ζει την ειρήνη, όσο κι αν οι εξωτερικές συνθήκες είναι δύσκολες και τραγικές, δεν έχει ταραχή, αγωνία ή άγχος, διότι ξέρει από πού έρχεται, πού πηγαίνει και πώς πρέπει να πάει.

Η ταπείνωση και η αγάπη του Χριστού, ο Χριστός και μόνο Αυτός, μας ειρηνεύει με τους πάντες και τα πάντα.

Αγγλική μετάφρασηEN · 20 παράγραφοι

Saint Irene the Great Martyr, whom we celebrate today, lived in the early fourth century after Christ. She was born in the Persian city of Magedon and was first named Penelope. Her father, Licinius, governed a Persian province, and her mother was Licinia. From childhood, Penelope showed extraordinary beauty and remarkable intelligence. She was her parents’ only child, their joy and pride. When she was six, her education was entrusted to the wise elder Apellianus. She lived in a stately tower, splendid and elegant within.

The Christian faith already had followers in Persia. But the sheltered life of Licinius’s daughter had kept her from learning anything of the Gospel. She had heard of Christians, yet all she knew were hostile rumors that distorted their beliefs and their way of life.

As Penelope grew, so did her desire to seek the truth. Prompted, it seems, by Divine Providence, she spoke one day to her trusted servant and friend, who was secretly a Christian. Penelope told her that she longed to learn what Christians truly taught and believed. The servant’s heart leapt, and she gave glory to God.

God had opened such a wonderful way for her to share her faith. That night she prayed, asking the Lord to bless her purpose. On the same night, Penelope dreamed that a pure white dove entered the tower with an olive branch in its beak and laid it on a golden table. Then an eagle brought a wreath of flowers and placed it on the same table. After that, a raven laid a dead snake there. She had another dream: an angel dressed in white, radiant in appearance, told her that the Lord had sent him and had shown her mercy because her heart was pure and devout.

The Lord was calling her to the true faith, where she would find truth and life. Frightened but joyful, Penelope asked the angel who could teach her. He answered that Christ had sent her beloved servant for that very purpose. She awoke full of joy. First she met the elder Apellianus and told him her dream of the dove, the eagle, and the raven. He said the dove signified the purity of her soul, and the olive branch the great peace that would enter her heart. The wreath of flowers honored her virtues. The raven with the dead snake signified trials that would come upon her,

but from which she would emerge victorious. Then she called her servant, embraced her, and told her about the angel and his words. The Christian young woman spoke to her at length about Jesus Christ and the Mystery of His Incarnation and our salvation. From then on, the two young women spoke of Christ and life in Christ. One day Penelope said she longed to be baptized. A way was found: a Christian priest, whom the servant had told about these events, came to the tower one night. Taking every precaution, he baptized the governor’s young daughter and gave her the name Irene. Before long, however, the news became known.

Licinius was astonished to learn that his daughter had embraced the Christian faith. He tried in vain to change her mind with pleas and threats. Irene replied that she still held her father and mother in deep respect and affection, but no bond could rightly keep a soul from coming to the one God and Savior. “If you knew Christ, our divine Redeemer,” she told them, “you would rejoice that your daughter was counted worthy to receive the light of the one true God.” News spread throughout the city. Furious, the Persian priests came to Licinius and demanded that he bring his daughter before them

to see whether they could cure her of what they called her error. Licinius summoned her, and the priests spoke with her. But when they ran out of arguments, they broke off the discussion and turned to threats. Her father tried to support them, speaking both as her father and as governor. Saint Irene answered that a ruler’s authority ends where our duty to God begins. In such a case, Christians follow Peter’s words: “We must obey God rather than men.” Her answer enraged Licinius. He threatened to treat her as a stranger and as the lowliest woman in Persia. At last, the crowd, the nobles, and the priests made their demand.

They demanded Irene’s death, and her father joined them. He ordered her bound and placed among wild, unbroken horses so that their blows would kill her. But as he stood there giving the order and overseeing it, one of the horses, maddened by the sight of the crowd, charged at Licinius. It kicked him repeatedly and left him dead. Irene was overcome with sorrow at her father’s death. Her grief was greater still because he had died without the light of faith, a persecutor of Christ. If only she could bring him back to life and draw him to Christ, the giver of every good thing and of eternal blessedness!

Saint Irene sighed and looked up to heaven. She remembered the Savior’s words: “If you can believe, all things are possible to the one who believes.” With tears she asked that her faith be strengthened. Armed with that wonderworking faith, she asked Christ to raise her father. And suddenly, to everyone’s amazement, Licinius appeared to return to life. Holding his daughter’s hand, he stood up healthy and strong. When he learned what had happened, he embraced and kissed Irene and asked her forgiveness for the way he had treated her. A great cry rose from the people. The Persian priests shouted that it was magic. But three thousand of those present embraced

the Christian faith that day. First among them were Licinius and his wife, Licinia. After his Baptism, Licinius could no longer hold office. He resigned and withdrew with his wife and daughter to the tower we have already heard about. There he spent the rest of his life in metanoia, in repentance. Irene stayed close to him and helped him in all his works of charity. She also continued to preach Christ and lead more and more people to faith in Him. When her father died, she devoted herself to this work with even greater strength and purpose, without fear of what might happen to her.

Word of her work reached her father’s successor, Sedekias, who ordered her arrest and had her brought before him. He accused her of showing contempt for the religion of her ancestors and called on her to sacrifice to idols. Saint Irene refused, so Sedekias condemned her to be thrown into a pit full of snakes and other poisonous creatures. But God did not leave her without help. He who had kept Daniel safe in the lions’ den also saved Irene from the snakes, making them completely harmless. Several days later, Sedekias himself came with priests, officials, and a large crowd to remove what they expected to be the Christian young woman’s body

and to mock the power of her God. Instead, they found her alive and entirely unharmed, to their astonishment and shame. This miracle, and her later deliverance from a wheel to which they bound her to cut her to pieces, bore fruit for the faith. Despite Sedekias’s threats, thousands of Persians became Christians. King Shapur II of Persia also persecuted the Saint. Then God struck him: blindness afflicted his people, and many in his army died. Those who had been blinded regained their sight through Saint Irene’s prayers. These afflictions and healings helped bring about

a time when Irene was free to continue preaching. As she traveled, she and Timothy, the priest who had baptized her, brought five thousand pagans to faith in Christ. New persecutions and death sentences followed, yet the Saint was saved each time in a wondrous way. The Lord Jesus protected her, for she was His greatest and most effective preacher in Persia. Tradition says that Saint Irene was even raised from the dead after being killed by order of King Shapur. She then continued her apostolic work, traveling, preaching, and working miracles. In this sacred service

the priest Timothy always helped her. In time she reached Ephesus, where she found her former teacher Apellianus, now very old. Her joy was beyond words when he told her that he too had embraced the Christian faith. Ephesus was still one of the great centers of the pagan world. Yet the Christian community founded by the Apostles Paul and John was growing in an encouraging way. So Saint Irene found ample opportunity there to preach and work miracles. But her earthly mission was drawing to its close.

God saw that, after so many struggles and labors, the time had come for her to rest, where the righteous begin to taste the inexpressible joys of eternal blessedness. The all-good Father called her to Himself, and our Church numbered her among the honored and glorious Great Martyrs.

The life of Saint Irene, whom we celebrate today, gives us an opportunity to speak about the great virtue of peace. Ever since the Fall, humanity has lived in turmoil, and our world today is no exception. We constantly hear of wars, battles, and plots among nations, groups, and individuals. In this tragic condition, people long and cry out for peace on earth. Yet their efforts fail, because the root of hostility, conflict, and war is sin: humanity’s turning away from the God of love and peace. Wherever sin and malice take hold,

peace disappears: peace between humanity and God, peace among people as each pursues his own advantage, and even peace within each person. Any peace that comes in such a state lasts only for a time and in a limited place. The foundation of peace is humility and love. Peace is a fruit of the Holy Spirit, who gives us humility and love and grants us peace with God, with our neighbor, and within ourselves. Christ is true and complete peace. As the Apostle Paul tells us, “He is our peace.” Through the full union of His divine and human natures,

His complete freedom from sin, and His obedience to the will of the heavenly Father even unto death, Christ fully reconciled human nature to God and gave it complete peace. Whoever, like Saint Irene, puts on Christ and is united with Him, whoever has Christ’s grace and life within, possesses and lives in that peace. However difficult or tragic outward circumstances may be, such a person is not overcome by turmoil, fear, or anxiety, for they know where they come from, where they are going, and how to make that journey.

Through His humility and love, Christ—and Christ alone—brings us peace with everyone and everything.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

05 ΜΑΪΟΥ\05 05 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα