Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Άγιος Ειρηναίος Λουγδούνου και η ανακαίνιση του ανθρώπου

Η ομιλία τιμά τον Άγιο Ειρηναίο Λουγδούνου και ανιχνεύει την πρώιμη διαμόρφωσή του υπό τον Πολύκαρπο Σμύρνης. Στη Λυών ο Ειρηναίος ενίσχυε τους χριστιανούς κατά τη δίωξη και διαδέχθηκε τον μαρτυρήσαντα επίσκοπο Ποθεινό.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων23 Αυγούστου15:12Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Η ομιλία τιμά τον Άγιο Ειρηναίο Λουγδούνου και ανιχνεύει την πρώιμη διαμόρφωσή του υπό τον Πολύκαρπο Σμύρνης.
  • Στη Λυών ο Ειρηναίος ενίσχυε τους χριστιανούς κατά τη δίωξη και διαδέχθηκε τον μαρτυρήσαντα επίσκοπο Ποθεινό.
  • Ως επίσκοπος διέδωσε την πίστη μεταξύ Ελλήνων, Ρωμαίων και Κελτών, αντιστεκόμενος στον Γνωστικισμό και σε άλλες αιρέσεις.
  • Παρότρυνε τον πάπα Βίκτωρα να διατηρήσει την ενότητα της Εκκλησίας παρά τις διαφορές για τη χρονολογία του Πάσχα.
  • Το σωζόμενο έργο του «Κατά αιρέσεων» υπερασπίστηκε την πραγματική ενανθρώπιση του Λόγου έναντι γνωστικών και δοκητικών διδασκαλιών.
  • Ο Ειρηναίος δίδασκε ότι ο άνθρωπος λαμβάνει τη ζωή με τη χάρη του Θεού και ότι δημιουργήθηκε για να αναπτυχθεί κατά την ομοίωσή Του.
  • Μέσω της ενανθρώπισης ο Χριστός ανακεφαλαιώνει τον Αδάμ και όλη την ανθρωπότητα, νικώντας την αμαρτία και τον θάνατο· οι πιστοί μετέχουν σε αυτή την ανανέωση μέσω πίστεως, μυστηρίων και προόδου προς το όραμα του Θεού.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 18 παράγραφοι

Σήμερα, 23 του μηνός Αυγούστου, κατά την οποία γίνεται η απόδοση της εορτής της Κοιμήσεως και της εις ουρανούς Μεταστάσεως της Θεοτόκου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Λούπου, του Αγίου Ιερομάρτυρος Ειρηναίου Επισκόπου Συρμίου, του Αγίου Ιερομάρτυρος Ειρηναίου Επισκόπου Λουγδούνου, του Αγίου Καλλινίκου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, των Αγίων 38 Μαρτύρων των εν Θράκη και του Οσίου Νικολάου του Σικελιώτου.

Ο Ιερομάρτυς Ειρηναίος, Επίσκοπος Λουγδούνου, καταγόταν από τη Μικρά Ασία. Από τη βεβαίωσή του ότι κατά την παιδική του ηλικία συναναστρεφόταν στη Σμύρνη με τον γέροντα Επίσκοπο Πολύκαρπο, συνάγεται ότι γεννήθηκε στην πόλη αυτή, περί το 120 με 140 μετ' Χριστόν.

Από πολλά χρόνια έγραφε ότι συγκρατούσε τους λόγους του Πολυκάρπου, τους οποίους είχε γραμμένους στην καρδιά του και όχι σε χαρτί. Επομένως, είχε δάσκαλό του στην πίστη και την αρετή τον Άγιο εκείνο Επίσκοπο της Σμύρνης. Ο Άγιος Ειρηναίος είχε μόρφωση όχι μόνο θεολογική, αλλά και φιλολογική και φιλοσοφική. Ήταν κάτοχος όχι μόνο της Αγίας Γραφής και των μέχρι της εποχής του εκκλησιαστικών συγγραφέων, αλλά και των εθνικών, φιλοσόφων, ποιητών και λοιπών. Έτσι ο Τερτιλιανός τον ονομάζει «επιμελέστατον ερευνητήν πασών των μαθήσεων». Χειροτονήθηκε ιερέας και πήγε στο Λουγδούνο, σημερινή Λιόν της Νοτίου Γαλλίας.

Η μετάβασή του εκεί δυνατόν να οφείλεται είτε σε λόγους συγγενικούς είτε σε λόγους εκκλησιαστικούς. Ο Γρηγόριος Τουρώνης βεβαιώνει ότι στάλθηκε εκεί από τον Άγιο Πολύκαρπο. Εν πάση περιπτώσει, η Μικρά Ασία είχε από αρχαιότατη εποχή στενές σχέσεις με τη Νότιο Γαλλία, προφανώς δε μικρασιάτες έμποροι διέδωσαν εκεί το χριστιανισμό κατά τις αρχές του δεύτερου αιώνα.

Η χριστιανική κοινότητα της Λιώνος, η οποία οργανώθηκε κατά το 140, αποτελούνταν κατά το μεγαλύτερο μέρος από Έλληνες μικρασιάτες, όπως δείχνουν τα ονόματα των ηγετών της. Στη Λιώνα ο Άγιος Ειρηναίος πήγε το 177, ήταν δε τότε επίσκοπος εκεί ο Άγιος Ποθεινός, μικρασιάτης κι αυτός, ο οποίος εκτίμησε τη μόρφωση και το ήθος του Ειρηναίου και τον προσέλαβε στον κλήρο της εκκλησίας του. Εκεί ο Άγιος διακρίθηκε για τους σπουδαίους εκκλησιαστικούς του λόγους και τη δύναμη με την οποία ανέπτυσσε και υπεράσπιζε το Ορθόδοξο φρόνημα. Αλλά και άφοβος ήταν, και κατά το διωγμό τον οποίο κατά της Εκκλησίας κίνησε ο Αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος, ο Ειρηναίος με το θάρρος και την ευγλωττία του,

συνετέλεσε περισσότερο από κάθε άλλον στο να δυναμώσει το φρόνημα των πιστών και να τους αναδείξει ακλόνητους στις λυσσαλέες εφόδους της ειδωλολατρίας.

Όταν δε η αίρεση των Μοντανιστών, η οποία γεννήθηκε στη Φρυγία της Μικράς Ασίας, διαδόθηκε στην Αφρική και την Ιταλία και έφτασε μέχρι τη Γαλλία, ο επίσκοπος της Λιώνος, Ποθεινός, τον Ειρηναίο έστειλε στη Ρώμη προς τον Πάπα Ελεύθερο, συστήνοντάς τον με τις τιμητικότερες και θερμότερες εκφράσεις. Αφού ο Ποθεινός έλαβε μαρτυρικό τέλος, τον διαδέχτηκε στην Επισκοπή ο Ειρηναίος το έτος 178. Κατά την επισκοπική του δράση έφερε στους κόλπους της Εκκλησίας πολυάριθμους άπιστους. Ακόμη, από τα πρώτα του μελήματα ήταν να διαδώσει ευρύτερα τη χριστιανική πίστη στην κοιλάδα του Ροδανού ποταμού και πέρα από αυτή, όχι δε μόνο μεταξύ των Ελλήνων και των Λατίνων, αλλά και μεταξύ των εντοπίων Κελτών, των οποίων τη γλώσσα χρησιμοποιούσε. Έντονη υπήρξε επίσης η δραστηριότητά του για την καταπολέμηση των αιρέσεων και ιδιαίτερα της αίρεσης των γνωστικών, των οποίων η πίεση με τις περιοδείες και την ίδρυση σχολών είχε γίνει μεγάλη στην Ανατολή και τη Δύση. Με την όλη του δραστηριότητα, απόκτησε μεγάλο κύρος, ώστε να διευθετεί σημαντικότατα ζητήματα της καθολικής, της όλης Εκκλησίας. Τέτοιο πρόβλημα ήταν τότε

σχετικό με το χρόνο εορτασμού του Πάσχα. Στη Μικρά Ασία αυτό εορταζόταν τη δεκάτη τετάρτη του σεληνιακού μήνα Νισάν, που συνέπιπτε με το χρονικό διάστημα από τα μέσα Μαρτίου μέχρι τα μέσα Απριλίου, σε οποιαδήποτε μέρα κι αν έπεφτε αυτή. Άρα εόρταζαν τη μέρα κατά την οποία έπεφτε το Ιουδαϊκό Πάσχα κατά το έτος της Σταυρώσεως του Κυρίου και επομένως εόρταζαν το πάθος του Κυρίου. Οι άλλες εκκλησίες εόρταζαν αυτό την Κυριακή μετά την δεκάτη τετάρτη Νισάν. Για να επιτευχθεί ομοιομορφία, επανειλημμένως επενέβη η Ρώμη εις αυτό και ο Πάπας Βίκτωρ κατά τα τέλη του δεύτερου αιώνα.

Ο οποίος πιθανώς αφόρισε τις μικρασιατικές εκκλησίες. Για να αποτραπεί η διαίρεση, ο Ειρηναίος, δικαιολογώντας το ειρηνικό του όνομα, με εύστοχη επέμβαση παρέστησε τον κίνδυνο της διασπάσεως και σημείωσε ότι, όπως επί τόσο καιρό κανένα κακό δεν προέκυψε από την παλαιά συνήθεια του εορτασμού, έτσι και τώρα δεν θα έπρεπε να ταράσει η διαφορά. Κατά αυτόν τον τρόπο κατόρθωσε να προλάβει την ολέθρια ρήξη. Ο Άγιος Ειρηναίος υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους πατέρες και συγγραφείς, αλλά δυστυχώς τα περισσότερα από τα συγγράμματά του χάθηκαν. Από άλλους εκκλησιαστικούς συγγραφείς γνωρίζουμε ότι μεταξύ αυτών ήταν τα σχετικά με το σχίσμα

επιστολή, το αποστολικό κήρυγμα και ένα που περιείχε πολλές διαλέξεις του. Σώθηκε όμως το κυριότερο έργο του, δηλαδή το βιβλίο με την επιγραφή «Ο έλεγχος της ψευδωνύμου γνώσεως ή κατά των αιρέσεων». Στο έργο αυτό αναιρούνται οι διάφορες παραδοξολογίες και πλάνες των λεγομένων γνωστικών αιρέσεων, όπως είναι η για την ύπαρξη πολλών θεών, των καλουμένων αιώνων, για τον Ιησού ως ένα από τους αιώνες αυτούς, ή για την μετεμψύχωση, ή για την ενανθρώπιση του Λόγου, ή σχετική με τις δοξασίες των λεγομένων δοκητών, κατά τους οποίους φαινομενικά μόνο είχε προσλάβει σάρκα ο Λόγος του Θεού και όχι πραγματικά. Ακόμη σώζεται η

προς τον Πάπα Βίκτωρα επιστολή του, στην οποία τον ελέγχει για την προς τους Επισκόπους της Μικράς Ασίας στάση του. Η αγία ζωή και διακονία του Αγίου Ειρηναίου επισφραγίστηκε με τον μαρτυρικό στέφανο, τον οποίο έλαβε κατά το διωγμό του 202 επί του αυτοκράτορα Σεπτιμίου Σεβήρου.

Ας κλείσουμε το συναξάρι του σήμερα εορταζομένου Αγίου Ειρηναίου, Επισκόπου Λουγδούνου, με κάποια στοιχεία από τη διδασκαλία του σχετικά με τον άνθρωπο και τη σωτηρία του. Κατά τον Άγιο λοιπόν αυτόν Πατέρα της Εκκλησίας, ο άνθρωπος αποτελείται από δύο στοιχεία, το σώμα και την ψυχή. Όμως ο άνθρωπος δεν είναι ζωή, ούτε η ψυχή είναι καθ' εαυτήν ζωή. Ζωή, αυτοζωή, είναι μόνο ο Θεός, ενώ ο άνθρωπος μετέχει, παίρνει ζωή από το Θεό, με τη δωρεά, τη χάρη του Θεού, τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Πνευματικός άνθρωπος είναι μόνο εκείνος που έχει το Πνεύμα του Θεού, ενώ εκείνος που το στερείται λέγεται σαρκικός ή ψυχικός.

Ο άνθρωπος πλάστηκε σε νηπιακή πνευματική κατάσταση με το κατ' εικόνα για να προχωρήσει με τη χάρη του Θεού και το δικό του αγώνα στην τελειότητα, στο καθ' ομοίωσιν, με τη χάρη του Θεού να γίνει όμοιος με το Θεό. Αφού θα προχωρούσε στην ηθική τελειότητα, να αποκτούσε κατά τρόπο μόνιμο τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και έτσι να αποκτούσε την αφθαρσία και αθανασία. Επειδή όμως κατά την πορεία αυτή, με την παρέμβαση του διαβόλου και τη δική του συγκατάθεση, αμάρτησε, άφησε το Θεό, έχασε τη χάρη Του και παρέκλινε από το δρόμο της τελειώσεως και βρήκε το θάνατο. Διότι χωρισμός από το Θεό, τη ζωή, σημαίνει θάνατος, όχι ανυπαρξία,

αλλά χωρισμό από όλα τα αγαθά του Θεού. Η κατάσταση αυτή της τάσεως προς την αμαρτία και το θάνατο κληρονομούνταν στους απογόνους με τις νέες γεννήσεις. Έπρεπε να δοθεί η δυνατότητα κληρονομήσεως της ζωής με μια νέα γέννηση. Η όλη οικονομία της νέας αυτής γέννησης, που ονομάζεται από τον Άγιο Ειρηναίο ανακεφαλαίωση από το Χριστό. Ο Υιός του Θεού έγινε Υιός του ανθρώπου για να γίνει και ο άνθρωπος Υιός του Θεού. Διαφορετικά δεν ήταν δυνατή η αποκατάσταση της ανθρώπινης φύσεως. Λοιπόν, πρώτα ο Χριστός ανακεφαλαιώνει τον Αδάμ και γίνεται ο αντίποδάς του. Όπως ο Αδάμ μορφώθηκε από παρθένο γη, έτσι και ο Χριστός,

ο δεύτερος Αδάμ, γεννήθηκε από Παρθένο σάρκα με το θέλημα του Θεού Πατέρα και η Θεοτόκος έγινε ο αντίποδας της Εύας. Η Εύα αντιτάχθηκε στην εντολή του Κυρίου, η Μαρία υπάκουσε. Η πρώτη άκουσε τη φωνή του Διαβόλου, η δεύτερη υπάκουσε στη φωνή του Αγγέλου. Έτσι η ανθρωπότητα που κατακρίθηκε δια μιας Παρθένου σώθηκε δια της δευτέρας Παρθένου.

Δεύτερον, ο Χριστός ανακεφαλαίωσε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Ανακεφαλαίωσε όλα τα διασκορπισμένα μετά τον Αδάμ έθνη, όλες τις γλώσσες, όλο το γένος των ανθρώπων. Ό,τι λοιπόν έχασε η ανθρωπότητα διά του Αδάμ, το ξαναπαίρνει εκ νέου διά του Χριστού. Ο Χριστός ανακεφαλαίωσε το αρχαίο πλάσμα,

να θανατώσει την αμαρτία, να στερήσει από το θάνατο τη δύναμή του και να ζωοποιήσει τον άνθρωπο. Το έργο του Χριστού αποτελεί επανάληψη της δημιουργίας με την οποία φάνηκε καθαρό το κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση του ανθρώπου. Οι καρποί της ανακεφαλαιώσεως αυτής προσλαμβάνονται από τον καθένα μας με την ζωντανή πίστη και τα μυστήρια, των οποίων τη χάρη άφθονα παρέχει η Εκκλησία. Η πορεία προς την τελείωση είναι προοδευτική. Τελείωση είναι η θέα του Θεού, το να βλέπει κανείς το Θεό, η μέθεξη του Θεού, το να μετέχει του Θεού και έτσι να τον γνωρίζει και να απολαμβάνει τη χρηστότητά του και η θέωση. Γίναμε λοιπόν άνθρωποι για να γίνουμε θεοί. Να ο στόχος,

τον οποίο αξίζει σταθερά να προσανατολιζόμαστε και να προχωρούμε.

Αγγλική μετάφρασηEN · 18 παράγραφοι

Today, August 23, as we observe the leave-taking of the feast of the Dormition of the Theotokos and her passage into heaven, our Church commemorates the Holy Martyr Lupus; the Holy Hieromartyr Irenaeus, Bishop of Sirmium; the Holy Hieromartyr Irenaeus, Bishop of Lyons; Saint Kallinikos, Patriarch of Constantinople; the thirty-eight Holy Martyrs of Thrace; and Venerable Nicholas of Sicily.

The Hieromartyr Irenaeus, Bishop of Lyons, came from Asia Minor. He tells us that, as a child, he spent time in Smyrna with the elderly Bishop Polycarp. From this, we may conclude that he was born in that city, sometime between AD 120 and 140.

Many years later, he wrote that he still remembered Polycarp’s words. He had written them on his heart, not on paper. That holy Bishop of Smyrna was therefore his teacher in faith and virtue. Saint Irenaeus was educated not only in theology, but also in literature and philosophy. He knew Holy Scripture and the writings of earlier Church authors, as well as the works of pagan philosophers, poets, and others. Tertullian therefore called him “a most diligent student of every branch of learning.” He was ordained a priest and went to Lugdunum, now Lyon in southern France.

He may have gone there because of family ties or for reasons connected with the Church. Gregory of Tours says that Saint Polycarp sent him. In any case, Asia Minor had long had close ties with southern France, and it seems that merchants from Asia Minor spread Christianity there early in the second century.

The Christian community in Lyon, organized around the year 140, consisted largely of Greeks from Asia Minor, as the names of its leaders show. Saint Irenaeus came to Lyon in 177. Its bishop at the time was Saint Pothinus, himself from Asia Minor. Pothinus valued Irenaeus’s learning and character and received him into the clergy of his Church. There, the saint became known for his outstanding sermons and for the strength with which he explained and defended the Orthodox faith. He was fearless as well. When Emperor Marcus Aurelius began a persecution of the Church, Irenaeus, through his courage and eloquence,

did more than anyone else to strengthen the faithful and help them stand firm against the fierce assaults of paganism.

When the Montanist heresy, which arose in Phrygia in Asia Minor, spread through Africa and Italy and reached France, Pothinus, Bishop of Lyon, sent Irenaeus to Rome to meet Pope Eleutherus, recommending him in the warmest and most honorable terms. After Pothinus died a martyr, Irenaeus succeeded him as bishop in 178. During his ministry as bishop, he brought many unbelievers into the Church. One of his first concerns was to spread the Christian faith more widely through the Rhône valley and beyond, among the Greeks and Romans and also among the local Celts, whose language he spoke. He worked tirelessly against heresies, especially Gnosticism. Through its itinerant teachers and schools, its influence had become strong in both East and West. All this work gave Irenaeus such standing that he could help settle matters of great importance to the whole Church. One such matter concerned

the date on which Pascha should be celebrated. In Asia Minor, it was observed on the fourteenth day of the lunar month of Nisan, which fell between mid-March and mid-April, whatever day of the week that happened to be. Thus they kept the date of the Jewish Passover in the year of the Lord’s Crucifixion and commemorated the Lord’s Passion. Other Churches celebrated Pascha on the Sunday after the fourteenth of Nisan. Rome intervened repeatedly in an effort to establish a common observance, as did Pope Victor toward the end of the second century.

Pope Victor may have even excommunicated the Churches of Asia Minor. To prevent a division, Irenaeus lived up to his name, which means “peaceful.” He intervened wisely, pointed out the danger of a split, and observed that the older custom had caused no harm for so long. The difference, he said, should not disturb the Church now. In this way he managed to avert a disastrous rupture. Saint Irenaeus was one of the greatest Fathers and writers of the Church, though sadly most of his works have been lost. Other Church writers tell us that these included writings on the schism,

a letter, a work on apostolic preaching, and a collection of many of his discourses. His most important work has survived: the book entitled The Detection of Knowledge Falsely So Called, or Against Heresies. In it he refutes the strange claims and errors of the so-called Gnostic sects. These include claims that there are many gods, called aeons; that Jesus is one of these aeons; and that souls pass from one body to another. He also addresses their false teachings about the Incarnation of the Word (Logos), including those of the so-called Docetists, who held that the Word of God had taken on flesh only in appearance, not in reality. Also preserved is

his letter to Pope Victor, in which he rebukes him for his treatment of the bishops of Asia Minor. The holy life and ministry of Saint Irenaeus were crowned with martyrdom, which he received during the persecution of 202 under Emperor Septimius Severus.

Let us close today’s account of Saint Irenaeus, Bishop of Lyons, with some of his teaching about humanity and salvation. According to this holy Father of the Church, a human being consists of two elements, body and soul. Yet a human being is not life itself, nor does the soul possess life in itself. God alone is life, life itself. Human beings share in life and receive it from God as a gift, through God’s grace, the grace of the Holy Spirit. Only the person who has the Spirit of God is spiritual; the person who lacks the Spirit is called fleshly or merely of the soul.

The human being was created in a spiritually infant state, in God’s image, so that through God’s grace and personal effort he might grow toward perfection, toward His likeness, becoming like God by grace. As he advanced toward moral perfection, he would come to possess the grace of the Holy Spirit permanently, and with it incorruption and immortality. But along that path, through the intervention of the devil and his own consent, he sinned. He turned away from God, lost His grace, strayed from the path to perfection, and encountered death. To be separated from God, who is life, means death. It does not mean ceasing to exist,

but being separated from all the good things of God. This condition, with its tendency toward sin and death, was passed on to later generations through birth. Humanity needed a way to inherit life through a new birth. Saint Irenaeus calls the whole divine plan for this new birth Christ’s recapitulation of humanity: the Son of God became the Son of Man so that the human being might become a son of God. Without this, human nature could not be restored. First, then, Christ recapitulates Adam and stands as his counterpart. Just as Adam was formed from virgin earth, so Christ,

the second Adam, was born of a Virgin according to the will of God the Father, and the Theotokos (God-bearer) became Eve’s counterpart. Eve resisted the command of the Lord; Mary obeyed. The first listened to the voice of the devil; the second obeyed the voice of the angel. Thus humanity, condemned through one Virgin, was saved through the second Virgin.

Second, Christ recapitulated all humanity. He gathered together all the nations scattered after Adam, every language, the whole human race. What humanity lost through Adam, it receives again through Christ. Christ recapitulated the ancient human creature

to put sin to death, strip death of its power, and give life to the human being. Christ’s work is a renewal of creation, in which God’s image and likeness in the human being are revealed clearly. Each of us receives the fruits of this recapitulation through living faith and the Mysteries, whose grace the Church gives abundantly. The journey toward perfection is gradual. Perfection means the vision of God: seeing God, sharing in Him, and so knowing Him and enjoying His goodness. It is theosis, our participation in divine life. We became human so that we might become gods by grace. That is the goal

toward which we should steadily direct ourselves and keep moving.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

08 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ\23 08.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα