Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Ο Άγιος Υπάτιος Γάγγρας: θαύματα, μαρτύριο και αγάπη

Ο Άγιος Υπάτιος, καταγόμενος από την Κιλικία και επίσκοπος της Γάγγρας, έλαβε μέρος στην Α' Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας και έγινε γνωστός για τα θαύματά του. Κατόπιν αιτήματος του αυτοκράτορα Κωνστάντιου Β', ο Υπάτιος προσευχήθηκε, οδήγησε έναν φοβερό δράκοντα έξω από τον βασιλικό θησαυρό και τον διέταξε να μπει στη φωτιά στο όνομα του Ιησού Χριστού.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων31 Μαρτίου14:17Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Ο Άγιος Υπάτιος, καταγόμενος από την Κιλικία και επίσκοπος της Γάγγρας, έλαβε μέρος στην Α' Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας και έγινε γνωστός για τα θαύματά του.
  • Κατόπιν αιτήματος του αυτοκράτορα Κωνστάντιου Β', ο Υπάτιος προσευχήθηκε, οδήγησε έναν φοβερό δράκοντα έξω από τον βασιλικό θησαυρό και τον διέταξε να μπει στη φωτιά στο όνομα του Ιησού Χριστού.
  • Μετά την επιστροφή του στην επισκοπή του, ο Υπάτιος αντιτάχθηκε στις διδασκαλίες των Νοβατιανών, οι οποίοι στη συνέχεια παρότρυναν άλλους να τον σκοτώσουν.
  • Ενεδρευμένος κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού, ο Υπάτιος προσευχήθηκε για τους επιτιθέμενούς του, πριν μια γυναίκα του δώσει το θανατηφόρο χτύπημα.
  • Ένας αγρότης ανακάλυψε το κρυμμένο σώμα του αφού άκουσε ουράνια ψαλμωδία, και οι χριστιανοί της Γάγγρας τον έθαψαν· η γυναίκα που τον σκότωσε θεραπεύτηκε μετά την ταφή.
  • Η ομιλία εξηγεί ότι τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος υπηρετούν την Εκκλησία και τους αναξιοπαθούντες, ενώ η αγάπη δίνει στη ζωή του ανθρώπου την αληθινή της αξία.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 15 παράγραφοι

Υπάτιος έζησε κατά τους χρόνους του βασιλέα Κωνσταντίνου του Μεγάλου, ο οποίος βασίλευσε από το 307 μέχρι το 337 μ.Χ. Υπήρξε δε ένας από τους 318 θεοφόρους πατέρες της εν Νικαία Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου, η οποία συνήλθε κατά το 325. Πατρίδα του υπήρξε η Κιλικία της Μικράς Ασίας, έγινε δε επίσκοπος της πόλεως Γάγκρας της Παφλαγονίας. Λόγω της ενάρετης και ένθεης πολιτείας του τέλεσε μεγάλα θαύματα και πολλά πλήθη από τους απίστους προσέφερε στον Χριστό. Αυτός ο Άγιος Ιερομάρτυς Υπάτιος εξαφάνισε κάποτε με το λόγο του τους τυφλοπόντικες που είχαν επιδράμει κατά της χώρας.

Δε περπατούσε τη νύχτα, φωτιζόταν από θείο και λαμπρό φως, και αλμυρό νερό το μετέβαλε και το έκανε γλυκό. Στους χρόνους δε του Κωνσταντίου, του γιου του μεγάλου Κωνσταντίνου, κάποιος μεγάλος δράκοντας από άγριο τόπο είχε εισέλθει στο βασιλικό θησαυροφυλάκιο και τόσο φόβο λέγουν ότι προξενούσε στους ανθρώπους, ώστε κανείς δεν τολμούσε να πλησιάσει στο θησαυρό. Εάν δε κάποιος τολμηρός πλησίαζε εκεί, θανατωνόταν από τον δράκοντα. Από το συμβάν αυτό ο βασιλέας βρισκόταν σε απορία και δεν ήξερε τι να κάνει. Αφού δε άκουσε τη φήμη του Αγίου αυτού Υπατίου, έστειλε σε αυτόν πρέσβεις και μεσίτες, με τους οποίους τον παρακαλούσε να έρθει εις αυτόν. Ο Άγιος πήγε

βλέποντας ότι ο βασιλέας τον προϋπάντησε με κάθε τιμή και ευλάβεια, του είπε: «Έχε θάρρος και μη λυπάσαι, βασιλέα, διότι τα αδύνατα παρ' ανθρώποις δυνατά εστί παρά τω Θεώ. Γι' αυτό πίστευε και έχε θάρρος στο Θεό και μετά από λίγο θα δεις την ακαταμάχητη του δύναμη». Αυτά είπε ο Άγιος. Ο δε βασιλέας, αφού έδειξε από μακριά το θηρίο, είπε: «Μη, πρόσεχε, πάτερ, πλησιάσεις στον δράκοντα, για να μην πάθεις εκείνο το οποίο κι άλλοι έπαθαν και θα θανατωθείς απ' αυτόν, εξαιτίας των δικών μας αμαρτιών». Ο Άγιος αποκρίθηκε: «Η δική μου προσευχή, βασιλέα, δεν έχει καμιά δύναμη σε τέτοια μεγάλα θαύματα.

Η δική σου όμως πίστη και του Κυρίου η μεγάλη και ανίκητη δύναμη μπορούν να βοηθήσουν. Μπορούν να κατορθώσουν το παν». Τότε έπεσε ο Άγιος καταγής, προσευχήθηκε επί αρκετή ώρα. Έπειτα δε, αφού σηκώθηκε, είπε προς τον βασιλέα: «Πρόσταξε να ανάψει μεγάλη πυρά στο μέσο της αγοράς, εκεί όπου είναι οι στήλοι του πατέρα σου Κωνσταντίνου, και εκείνοι που θα ανάψουν τη φωτιά ας περιμένουν μέχρις ότου κι εγώ πάω εκεί». Αφού είπε αυτά ο Άγιος, πλησίασε μόνος στο θησαυροφυλάκιο, άνοιξε την θύρα, κρατώντας και ράβδο στα χέρια του, η οποία έφερε πάνω τον τύπο του Τιμίου Σταυρού. Χτυπώντας δε με τη ράβδο τον δράκοντα, δεν επέτυχε τίποτε. Μερικοί που έβλεπαν από μακριά, φοβισμένοι και έντρομοι, νόμιζαν ότι θανατώθηκε ο Άγιος Υπάτιος από τον δράκοντα.

Ο Άγιος, αφού ύψωσε τους οφθαλμούς στον ουρανό και επικαλέστηκε τον Θεό, έβαλε τη ράβδο στο στόμα του θηρίου και είπε: «Εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, θηρίο, ακολούθησέ με». Τότε ο δράκοντας, αφού δάγκωσε τη ράβδο του Αγίου, τον ακολουθούσε σαν να διωκόταν από κάποιον. Βγήκε λοιπόν ο Άγιος από το βασιλικό θησαυροφυλάκιο, πέρασε όλη την αγορά σέρνοντας τον δράκοντα πίσω του και όλους τους εξέπληξε. Διότι ο δράκοντας εκείνος με το μεγάλο του μήκος αποτελούσε φοβερό θέαμα. Αφού πλησίασε στην πυρά, είπε στον δράκοντα: «Εν ονόματι του Ιησού Χριστού, τον οποίο εγώ ο ελάχιστος κηρύττω, σε προστάζω να μπεις στο μέσο της πυράς».

Ο δε φοβερός εκείνος δράκοντας ρίχτηκε ενώπιον όλων στο μέσο της πυράς εκείνης και κατακάηκε. Τότε όλοι εκείνοι που έβλεπαν δόξασαν το Θεό, επειδή ανέδειξε στις μέρες τους τέτοιο φωστήρα και θαυματουργό Άγιο. Ο δε βασιλέας εκπλάγηκε για το παράδοξο και τίμησε υπερβολικά τον Άγιο. Πρόσταξε να ζωγραφίσουν την εικόνα του σε σανίδα και την έβαλε στη θύρα του βασιλικού θησαυροφυλακίου, προς αποτροπή κάθε κακού. Τον δε Άγιο, αφού τον κατασπάστηκε, τον απέστειλε στην επαρχία του. Όμως ο Υπάτιος είχε στην επαρχία του δυσσεβείς Νοβατιανούς. Αυτοί ήταν οπαδοί του πρεσβυτέρου της Ρώμης Νοβάτου, ο οποίος δεν δεχόταν όσους αρνούνταν σε καιρό διωγμού την πίστη του Χριστού

μετά μετανοούσαν, αλλά ούτε και με τους διγάμους συγκοινωνούσε. Έλεγε δε ακόμη ότι μετά το βάπτισμα δεν μπορεί πλέον να ελεηθεί αυτός που αμάρτησε. Η επιτυχία με την οποία καταπολέμησε ο Άγιος την πλάνη των Νοβατιανών εξήγειρε άγρια τα πάθη τους μέχρι του να ζητήσουν την εξόντωσή του. Επειδή όμως για το φόβο των συνεπειών δεν ήθελαν οι ίδιοι να διαπράξουν απευθείας το έγκλημα, κατέφυγαν σε άλλους. Στη Λαζική χώρα και την Τραπεζούντα υπήρχαν ακόμη τότε πολυάριθμοι ειδωλολάτρες, απαίδευτοι εντελώς, αγροίκοι και ικανοί για κάθε είδους τόλμημα. Προς αυτούς πρόστρεξαν οι Νοβατιανοί, ερέθισαν εναντίον του Χριστιανού Επισκόπου την ειδωλολατρική τους αντιπάθεια και οργή.

Κατάλληλα υπέβαλαν σ' αυτούς το να τον φονεύσουν. Οι ειδωλολάτρες εκείνοι, αφού πήραν σταθεροί την προς τούτο απόφασή τους, περίμεναν απλώς την κατάλληλη ευκαιρία. Και την βρήκαν. Ο επίσκοπος Υπάτιος, περιοδεύοντας κάποτε σε μακρινότερα χωριά της επαρχίας του, ήταν υποχρεωμένος να περάσει από κάποια κρημνώδη τοποθεσία. Οι δε συνοδοί του, δύο ή τρεις, ήταν φιλήσυχοι και ειρηνικοί. Κατά το μέρος εκείνο, ενέδρευσαν πολυάριθμοι ειδωλολάτρες, άνδρες και γυναίκες, και ξαφνικά επέπεσαν κατά του επισκόπου, ζητώντας να τον φονεύσουν με ρόπαλα, μαχαίρια και ξύλα. Καθένας τους δε ποθούσε να συνεισφέρει στον φόνο. Κατά την επίθεση εκείνη ο Υπάτιος ένα μόνο προσπάθησε.

Να προσευχηθεί ζητώντας το θείο έλεος για τον εαυτό του και για τους φονείς του. Ενώ δε ο Άγιος ανέπνεε ακόμη, κάποια μιαρή και ακάθαρτη γυναίκα πήρε μεγάλη πέτρα και με αυτή χτύπησε τον Άγιο στο κεφάλι, κι έτσι η δυστυχισμένη και αθλία εκείνη στέρησε τον Άγιο από τη λίγη εκείνη ζωή που του είχε εναπομείνει. Και η μεν του Αγίου ψυχή παραδόθηκε στα χέρια του Θεού, η δε ταλαίπωρη εκείνη γυναίκα κυριεύθηκε από δαιμόνιο και χτυπούσε τον εαυτό της με τον ίδιο εκείνο λίθο με τον οποίο θανάτωσε τον Άγιο. Οι φονιάδες έκρυψαν το λείψανο του Αγίου μέσα σε έναν αχυρώνα και αναχώρησαν. Όμως ο γεωργός και κύριος του αχυρώνα, όταν πήγε να δώσει άχυρα στα ζώα του, άκουσε ουράνια δοξολογία και αγγελική ψαλμωδία.

Μέσα στον αχυρώνα. Έτσι, αφού βρήκε το Άγιο Λείψανο, αμέσως το φανέρωσε και στους άλλους. Όταν έμαθαν αυτό οι χριστιανοί που κατοικούσαν στις Γάγκρες, συγκεντρώθηκαν στον αχυρώνα και αφού θρήνησαν για την στέρηση τέτοιου ποιμένα, μετέφεραν το Άγιο του Λείψανο στις Γάγκρες και το ενταφίασαν σε επίσημο τόπο. Η δε γυναίκα που φόνευσε τον Άγιο ακολουθούσε πίσω από το Άγιο Λείψανο, κλαίοντας και χτυπώντας τον εαυτό της. Αφού δε ενταφιάστηκε το Άγιο Λείψανο, γιατρεύτηκε από το δαιμόνιο. Πολλά δε και άλλα θαύματα έγιναν κατά τον ενταφιασμό του Αγίου Λειψάνου και μετά τον ενταφιασμό προς δόξαν Θεού και του Αγίου Του.

Ο Υπάτιος, καθώς ακούσαμε στο συναξάρι του, ήταν θαυματουργός, ήταν χαρισματούχος, κάτοχος των χαρισμάτων που δίνει ο Θεός, των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος. Ο Απόστολος Παύλος αναφέρει τα χαρίσματα αυτά και μάλιστα με μια ιεραρχική σειρά. Το κατώτερο αλλά και η βάση όλων των άλλων χαρισμάτων είναι τα γένη γλωσσών, τα οποία δεν είναι άναρθρες και ακατάληπτες κραυγές των πεντηκοστιανών και άλλων αιρετικών, αλλά η αδιάλειπτη προσευχή την οποία ενεργεί το Άγιο Πνεύμα στην καρδιά του ανθρώπου. Πάνω από τα γένη γλωσσών είναι τα χαρίσματα της διοικήσεως της Εκκλησίας, της προστασίας των ορφανών, χηρών και πτωχών, των ιαμάτων,

χαρίσματα των διαφόρων άλλων θαυμάτων, της διδασκαλίας, και την κορυφή των χαρισματούχων κατέχουν οι Απόστολοι και οι Προφήτες, οι οποίοι και αποτελούν το θεμέλιο της Εκκλησίας. Αλλά τα χαρίσματα που δίνει ο Θεός δεν τα δίνει για να τα καμαρώνει ο άνθρωπος, πολύ δε περισσότερο για να τα εκμεταλλεύεται ιδιοτελώς. Τα δίνει για τον καταρτισμό των Αγίων, για τη διακονία της Εκκλησίας και της Κοινωνίας. Βέβαια, κατά κανόνα, ο Θεός δίνει κάποιο υπερφυσικό χάρισμα εκεί που υπάρχει κάποια αντίστοιχη ανθρώπινη αρετή. Παραδείγματος χάρη, δίνει το χάρισμα των ιαμάτων, της θεραπείας διαφόρων ασθενειών, σε ανθρώπους που έχουν σε μεγάλο βαθμό τη φυσική αρετή της φιλανθρωπίας.

Και εδώ πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ της αρετής του ανθρώπου και του θεϊκού χαρίσματος. Αν και το χάρισμα ως θεϊκή ενέργεια έχει ανυπολόγιστη αξία, εντούτοις δεν προσδίδει αξία σε αυτόν που το κατέχει. Σημασία για τον άνθρωπο έχει εκείνο που ο ίδιος είναι και όχι τα εξωτερικά χαρίσματα.

Αυτό δε που δίνει αξία στον άνθρωπο είναι η αρετή και, σε τελευταία ανάλυση, η βασιλίδα και το επιστέγασμα των αρετών, που είναι η αγάπη. Χωρίς την αγάπη, όσα και όποια χαρίσματα και αξιώματα και αν έχει ο άνθρωπος, δεν είναι τίποτε. Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών κύμβαλον αλαλάζον.

Και αν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν, και αν έχω πάσαν την πίστην ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμι.

Αγγλική μετάφρασηEN · 15 παράγραφοι

Hypatius lived in the time of Emperor Constantine the Great, who reigned from AD 307 to 337. He was one of the 318 God-bearing Fathers of the First Ecumenical Council at Nicaea, which met in 325. He came from Cilicia in Asia Minor and became bishop of Gangra in Paphlagonia. Through his virtuous life, devoted to God, he worked great miracles and brought many unbelievers to Christ. Once, this holy hieromartyr Hypatius drove away, with a word, the moles that had overrun the countryside.

When he walked at night, a bright divine light shone around him. He also turned salt water sweet. In the time of Constantius, the son of Constantine the Great, a huge dragon came from the wilderness into the imperial treasury. It terrified people so much, they say, that no one dared go near the treasury. Anyone who did was killed by the dragon. The emperor was at a loss. When he heard of Saint Hypatius, he sent envoys to ask him to come. The saint went to him.

Seeing that the emperor welcomed him with every honor and reverence, he said, “Take heart, Emperor, and do not be troubled. What is impossible for men is possible with God. Have faith and trust in God, and before long you will see His invincible power.” The emperor pointed out the beast from a distance and said, “Father, please be careful. Do not go near the dragon, or you may suffer the fate of the others and be killed because of our sins.” The saint replied, “My prayer has no power of its own to work such a great miracle.”

“But your faith and the Lord’s great, invincible power can help. They can accomplish anything.” Then the saint fell to the ground and prayed for a long time. When he rose, he told the emperor, “Order a great fire to be lit in the middle of the marketplace, where the columns of your father Constantine stand. Let those who light it wait there until I arrive.” With that, the saint went alone to the treasury and opened its door. In his hand he held a staff bearing the sign of the Precious Cross. He struck the dragon with it, but nothing happened. Some who watched from afar were so frightened that they thought the dragon had killed Saint Hypatius.

The saint raised his eyes to heaven and called upon God. Then he put the staff into the beast’s mouth and said, “In the name of our Lord Jesus Christ, beast, follow me.” The dragon bit down on the saint’s staff and followed him as though someone were driving it along. The saint came out of the imperial treasury and crossed the whole marketplace, dragging the dragon behind him. Everyone was astonished, for its enormous length made it a terrifying sight. When he reached the fire, he said to the dragon, “In the name of Jesus Christ, whom I, the least of His servants, proclaim, I command you to enter the fire.”

Before everyone’s eyes, that fearsome dragon threw itself into the fire and was burned up. All who saw it glorified God for raising up such a radiant, wonderworking saint in their day. The emperor was amazed and honored the saint greatly. He ordered his image painted on a wooden panel and placed it at the door of the imperial treasury to ward off evil. Then he embraced the saint and sent him back to his diocese. But in his diocese Hypatius faced the impious Novatianists. They followed Novatus, a priest of Rome, who refused to receive those who had denied their faith in Christ during persecution

and later repented. He also refused fellowship with those who had married a second time. He even taught that anyone who sinned after Baptism could no longer receive mercy. Saint Hypatius was so successful in opposing the Novatianists’ error that he stirred their anger to the point where they sought his death. Fearing the consequences, they did not want to commit the crime themselves, so they turned to others. In Lazica and around Trebizond there were still many pagans, uneducated and rough, who were ready for any violent act. The Novatianists approached them and stirred up their hostility and anger against the Christian bishop.

They persuaded them to kill him. The pagans made up their minds and waited for an opportunity. Soon it came. Bishop Hypatius was visiting distant villages in his diocese and had to pass through a steep, rocky place. His two or three companions were quiet, peaceable men. A large group of pagans, men and women, lay in ambush there. Suddenly they attacked the bishop with clubs, knives, and sticks, intent on killing him. Each wanted a part in the murder. As they attacked, Hypatius sought to do just one thing:

to pray for God’s mercy on himself and on his killers. While the saint was still breathing, a wicked woman picked up a large stone and struck him on the head, taking the little life he had left. The saint’s soul passed into God’s hands. The wretched woman was then seized by a demon and began striking herself with the very stone she had used to kill him. The killers hid the saint’s body in a barn and left. But when the farmer who owned the barn went to fetch straw for his animals, he heard heavenly praise and angelic singing

inside the barn. He found the saint’s body and immediately told the others. When the Christians of Gangra heard, they gathered at the barn. They mourned the loss of such a shepherd, carried his holy body to Gangra, and buried it with honor. The woman who had killed him followed behind, weeping and striking herself. After the burial, she was healed of the demon. Many other miracles took place during and after the burial, to the glory of God and His saint.

As we heard in his account from the Synaxarion, Hypatius worked miracles. He had spiritual gifts, the gifts of the Holy Spirit that God gives. The Apostle Paul speaks of these gifts and even sets them out in an order. At the foundation of them all, though lowest in this order, is the gift of various tongues. These are not the incoherent, unintelligible cries of Pentecostals and other heretics, but the unceasing prayer that the Holy Spirit brings to life in a person’s heart. Above this gift are the gifts of governing the Church, caring for orphans, widows, and the poor, and healing,

followed by gifts of other miracles and of teaching. At the summit stand the Apostles and Prophets, who form the foundation of the Church. But God does not give these gifts for people to admire in themselves, much less to use for their own gain. He gives them to build up the saints and to serve the Church and the wider community. As a rule, God grants a supernatural gift where there is a corresponding human virtue. For example, He grants the gift of healing to people who already have a great measure of compassion for others.

Here we must distinguish a person’s virtue from a divine gift. A gift, as an expression of the divine uncreated energies, has immeasurable value. Yet possessing it does not make the person more worthy. What matters is who a person is, not the gifts they have received.

What gives a person worth is virtue and, above all, the queen and crown of the virtues: love. Without love, whatever gifts or honors a person may have, that person is nothing. “Though I speak with the tongues of men and of angels, but have no love, I have become sounding brass or a clanging cymbal.”

“And though I have the gift of prophecy and understand all the Mysteries and all knowledge, and though I have all faith, so that I could move mountains, but have no love, I am nothing.”

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

03 ΜΑΡΤΙΟΥ\31 03 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα