Ο μαρτυρικός βίος του Αγίου Ιακύνθου και το καθήκον της τήρησης των υποσχέσεων
Ο Άγιος Ιάκυνθος, νεαρός υπηρέτης στην αυλή του αυτοκράτορα Τραϊανού, προσευχήθηκε στον Χριστό και αρνήθηκε την τροφή που προσφερόταν στα είδωλα. Μετά την καταγγελία από συνυπηρέτη του, ο Ιάκυνθος υπέμεινε ξυλοδαρμούς, βασανιστήρια, φυλάκιση και στερήσεις, χωρίς να απαρνηθεί τον Χριστό.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Ο Άγιος Ιάκυνθος, νεαρός υπηρέτης στην αυλή του αυτοκράτορα Τραϊανού, προσευχήθηκε στον Χριστό και αρνήθηκε την τροφή που προσφερόταν στα είδωλα.
- Μετά την καταγγελία από συνυπηρέτη του, ο Ιάκυνθος υπέμεινε ξυλοδαρμούς, βασανιστήρια, φυλάκιση και στερήσεις, χωρίς να απαρνηθεί τον Χριστό.
- Άγγελοι εμφανίστηκαν δίπλα του στη φυλακή και εκείνος πέθανε εκεί μετά από σαράντα ημέρες.
- Ο πρεσβύτερος Τιμόθεος θεραπεύτηκε και ενταφίασε το σώμα του, το οποίο αργότερα εμπιστεύτηκε σε μια ευσεβή χήρα.
- Ένας τυφλός γερουσιαστής ανέκτησε την όρασή του με το έλαιο της λαμπάδας του Αγίου, την έχασε ξανά επειδή αμέλησε την υπόσχεσή του, και θεραπεύτηκε όταν έστειλε τα λείψανα στην Καισάρεια.
- Η διάλεξη προτρέπει τους χριστιανούς να μιλούν με αλήθεια, να εκπληρώνουν έγκαιρα τα τάματα που έχουν δώσει στον Θεό και να προσέχουν πριν δώσουν υποσχέσεις που επηρεάζουν άλλους.
- Ένας όρκος δεν πρέπει να τηρείται όταν η εκπλήρωσή του θα απαιτούσε αμαρτία· η διάλεξη κλείνει θέτοντας το ερώτημα αν οι βαπτισμένοι χριστιανοί ζουν ως άνθρωποι αφιερωμένοι στον Θεό.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 13 παράγραφοι
του Χριστού Ιάκυνθος καταγόταν από την Καισάρεια της Καππαδοκίας, έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Τραϊανού, ο οποίος βασίλευσε κατά το τέλος του πρώτου και αρχές του δευτέρου μετά Χριστόν αιώνος. Τότε έγινε μεγάλος διωγμός κατά των χριστιανών, κατά τον οποίο έπρεπε όλοι οι υπήκοοι ή να θυσιάζουν στους θεούς ή να υποβάλλονται σε σκληρά βασανιστήρια. Πολλοί τότε αναδείχθηκαν αθλητές του Χριστού, μεταξύ των οποίων και ο Άγιος αυτός Ιάκυνθος, ο οποίος 20ετής υπηρετούσε ως κουβικουλάριος, κουλάριος, δηλαδή θαλαμηπόλος, στο παλάτι του αυτοκράτορα και παρά το νεαρό της ηλικίας του στόλιζε τον εαυτό του με σύνεση γεροντική, εγκράτεια, σεμνότητα,
ευπρέπεια. Όταν δε ο Τραϊανός έκαμνε γιορτή στα είδωλα, ο Ιάκυνθος αποσυρόταν και προσευχόταν στον αληθινό Θεό. Ένας δε συνυπηρέτης του Αγίου, Σουρβίκιος το όνομα, καθώς τον είδε να προσεύχεται και να επικαλείται το όνομα του Σωτήρος Χριστού, τον κατήγγειλε στον αυτοκράτορα ως ανυπάκουο στις προσταγές του και ανέφερε ότι δεν γευόταν από εκείνα που προσφέρονταν στις θυσίες τους. Ο Τραϊανός αμέσως πρόσταξε να φέρουν τον Ιάκυνθο στο γεύμα του και τον ανάγκαζε να φάγει παρουσία του από τα ειδωλόθυτα. Ο μάρτυς είπε: «Μη γένοιτο εγώ, Χριστιανός, να μιαροφαγήσω. Αντίθετα, βασιλεύ, θα επιθυμούσα κι εσύ να απομακρυνθείς από την πλάνη,
να λατρεύεις τον μόνο αληθινό Θεό». Ο άρχοντας εξοργισμένος πρόσταξε να χτυπήσουν τον μάρτυρα στο στόμα και να τον βασανίσουν σε όλο του το σώμα. Τον έριξαν κατά γης, τον χτύπησαν, με τη βία έβαλαν στο στόμα του ειδωλόθυτα και τον φυλάκισαν. Την επομένη, καθώς ο Άγιος αρνήθηκε να θυσιάσει στα είδωλα, μαστιγώθηκε μέχρι που οι δήμιοι εξαντλήθηκαν, κρεμάστηκε και καταξεσχίστηκε στις πλευρές χωρίς να αρνηθεί τον Χριστό. Μάλλον δε επιθυμούσε μεγαλύτερες τιμωρίες για να έχει περισσότερη πείρα της άνωθεν βοήθειας. Όλοι εκπλήσσονταν για την ανδρεία και την αντοχή του μάρτυρος. Ο δε Τραϊανός πρόσταξε δέσμιο να τον οδηγήσουν στη φυλακή και εκεί να τον αφήσουν χωρίς τροφή και νερό.
Ο δε αρχιφύλακας να του δίνει μόνο ειδωλόθυτα. Ο Άγιος Ιάκυνθος προσευχόμενος δεν άγγιζε τίποτε από αυτά και επί πολλές μέρες έμενε νηστικός και διψασμένος. Τη δε τριακοστή όγδοη ημέρα, καθώς ο αρχιφύλακας κατά τη συνήθειά του πήγε στον μάρτυρα τροφές από θυσίες ειδωλολατρικές,
είδε λαμπρότατο φως στη φυλακή, τον Άγιο με λαμπρό πρόσωπο να παραστέκεται από δύο αγγέλους, από τους οποίους ο μεν ένας σκέπαζε το σώμα του, ο δε άλλος έβαζε στεφάνι στην κεφαλή του. Έντρομος έριξε τις τροφές που κρατούσε και ανάγγειλε το γεγονός στον βασιλέα. Εκείνος δε, θεωρώντας φαντασίες τα λεγόμενα,
να βάλουν τον μάρτυρα σε φρικτότερες τιμωρίες. Μετά από δύο μέρες διέταξε να φέρουν από τη φυλακή τον Άγιο. Όμως οι στρατιώτες βρήκαν τον Άγιο Ιάκυνθο να έχει τελειωθεί, να περιβάλλεται δε από αγγέλους υπό μορφή ανθρώπων που κρατούσαν λαμπάδες. Ο Τραϊανός, καθώς άκουσε αυτά, πρόσταξε να πετάξουν το σώμα του μάρτυρος για να το καταφάγουν τα θηρία. Στρατιώτες δε να φρουρούν, μη τυχόν χριστιανοί το πάρουν και ως Θεό το προσκυνήσουν. Αλλά κάποια νύχτα ευλαβής και ενάρετος ιερέας ονόματι Τιμόθεος, οδηγούμενος από Άγγελο Θεού, πήγε στον τόπο που κοίτονταν το λείψανο του Αγίου, το πήρε και με ευλάβεια το ενταφίασε. Όταν δε έμελλε ο ίδιος να τελευτήσει, το εμπιστεύτηκε σε ευσεβέστατη χήρα γυναίκα.
Η οποία δεν παρέλειπε καθημερινά να επιμελείται και να τιμά το Ιερό Λείψανο, το οποίο ανέδιδε πολλή ευωδία και έτσι έδειχνε τη μεγάλη χάρη που αξιώθηκε ο Άγιος Μάρτυρας Ιάκυνθος για την υπέρ Χριστού άθλησή του. Όμως, ο Άγιος όταν μαρτυρούσε είχε ζητήσει από τον Θεό να ευδοκήσει μετά την τελείωσή του να αποδοθεί το τίμιό του λείψανο στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Καισάρεια. Και τούτο οικονομήθηκε ως εξής. Μία νύχτα παρουσιάστηκε ο Άγιος σε συγκλητικό που είχε τυφλωθεί και του είπε: «Άνθρωπε, θέλεις να γιατρευτείς;» Ο συγκλητικός ξύπνησε και του απάντησε: «Ναι, σε ικετεύω». Ρωτούσε δε τον μάρτυρα να μάθει ποιος ήταν.
Ο δε αθλητής του Χριστού του αποκρίθηκε: «Ιάκυνθος είμαι, ο ιατρός, ο δούλος του Θεού». «Πάρε όσα χρήματα θέλεις», του είπε ο συγκλητικός, «μόνο να δω το φως μου». Αλλά ο Άγιος του απάντησε: «Ο Θεός μου σε θεραπεύει δωρεάν, μόνο αυτό που σου λέγω κάνε. Αφού παραλάβεις το σώμα μου που φυλάγεται από την τάδε, στείλε το στην Καισάρεια της Καππαδοκίας». Πίστευσε στα λόγια αυτά ο συγκλητικός, σηκώθηκε και με οδηγό πήγε στο σπίτι της χήρας. Πήρε με πίστη λάδι από την κανδήλα του Αγίου, έχρισε τους οφθαλμούς του και αμέσως ανέβλεψε. Όμως πέρασε ο καιρός και ο συγκλητικός δεν εκπλήρωσε την υπόσχεσή του. Άρχισε δε και πάλι να τυφλώνεται.
Εκ νέου στο λείψανο του Αγίου και παρακαλούσε να θεραπευτεί. Άκουσε τότε φωνή να του λέγει: «Χλεύασες και χλευάστηκες». Θυμήθηκε τότε την υπόσχεση που έδωσε στον Άγιο και είπε: «Δώσε μου τη χάρη και θα εκπληρώσω την υπόσχεση». Ο μάρτυς θεράπευσε τον συγκλητικό και εκείνος πήρε το Άγιο Λείψανο, το έβαλε σε άμαξα και με πιστούς ανθρώπους το έστειλε στην Καισάρεια. Τα ζώα οδηγήθηκαν από τη χάρη του μάρτυρος στο εκεί σπίτι του, στην αυλή του οποίου βρέθηκε μαρμάρινη λάρνακα και εκεί εναποτέθηκε το τίμιο του Αγίου Λείψανο. Ευχαριστώ.
Το περιστατικό το οποίο προηγουμένως ακούσαμε, με τον συγκλητικό, ο οποίος θεραπεύτηκε από την τύφλωσή του, όμως δεν φάνηκε πρόθυμος να εκτελέσει εκείνο που υποσχέθηκε στον μάρτυρα, μας δίνει την αφορμή να αναφερθούμε στο θέμα των υποσχέσεων και ιδιαίτερα των ιερών υποσχέσεων, δηλαδή των λεγομένων ταμάτων. Ο χριστιανός είναι, πρέπει να είναι, άνθρωπος της αλήθειας. Όπως ο Θεός είναι Θεός αληθινός και ο λόγος του αληθής, έτσι και ο λόγος του χριστιανού πρέπει να είναι αληθινός.
Ό,τι λέγει να είναι πραγματικό, αλλά και οι υποσχέσεις του να είναι αληθινές. Ό,τι υπόσχεται να το εννοεί και να το τηρεί. Η συνέπεια χαρακτηριστικό του σοβαρού και ειλικρινούς ανθρώπου, του ανθρώπου στον οποίο μπορεί κανείς να στηρίζεται, να έχει εμπιστοσύνη. Και αν αυτό πρέπει να συμβαίνει στις μεταξύ των ανθρώπων σχέσεις, πολύ περισσότερο θα πρέπει να ισχύει, να βρίσκει εφαρμογή στις σχέσεις του ανθρώπου με τον Θεό. Δηλαδή, ό,τι υποσχόμαστε στον Θεό, πρέπει οπωσδήποτε να το τηρούμε. Δεν είναι υποχρεωτικό να κάνουμε τάματα, αλλά όταν κάνουμε θα πρέπει μέσα σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα να τα εκπληρώνουμε. Όταν κάτι υποσχεθούμε στον Θεό, από τη στιγμή εκείνη δεν ανήκει σε εμάς, αλλά στον Θεό και πρέπει να το αποδώσουμε. Γι' αυτό θα πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί,
όταν θέλουμε να κάνουμε κάποιο τάμα, διότι καθώς θα πρέπει να τηρήσουμε την υπόσχεση που δώσαμε, μπορεί να βρεθούμε σε πολύ δύσκολη θέση, ιδιαίτερα όταν η υπόσχεση αφορά άλλους τους οποίους δεν ρωτήσαμε, όπως είναι η αφιέρωση παιδιών. Βέβαια, στην ιστορία της Εκκλησίας έχουμε τέτοιες αφιερώσεις όπως του Προφήτου Σαμουήλ πριν τη γέννησή του από τη μητέρα του την Προφήτιδα Άννα, του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου από τη Νόννα και του Αγίου Ευθυμίου από τους γονείς του. Οι αφιερώσεις δε αυτές υπήρξαν ευλογίες και για αυτούς που αφιερώθηκαν και για εκείνους που τους πρόσφεραν. Όμως εμείς θα έχουμε να κάνουμε με Σαμουήλ, Γρηγορίους και Ευθυμίους;
Τι θα γίνει αν εκείνος που αφιερώσαμε στον Θεό δεν θέλει ή δεν μπορεί κάτι τέτοιο; Εξαίρεση στον κανόνα της τηρήσεως των υποσχέσεων αποτελεί η περίπτωση που η ασύνετη υπόσχεσή μας αναγκάζει να αμαρτήσουμε, όπως ο Ηρώδης αποκεφάλισε τον Τίμιο Πρόδρομο θέλοντας να φανεί συνεπής στην υπόσχεση που είχε δώσει. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι προτιμότερη, καθώς λέγει σχετικό τροπάριο, η ασυνέπεια από τη συνέπεια που οδηγεί στην αμαρτία. Τέλος, ας μην ξεχνάμε ότι με το Άγιο Βάπτισμα έχει γίνει το τάξιμο όλων των βαπτισμένων στον Θεό. Εκπληρώνουμε όμως αυτό το τάξιμο; Ζούμε ως ανήκοντες στον Θεό και όχι στον εαυτό μας;
Αγγλική μετάφρασηEN · 13 παράγραφοι
Saint Hyacinth, a martyr of Christ, came from Caesarea in Cappadocia. He lived during the reign of Emperor Trajan, who ruled at the end of the first century and the beginning of the second century after Christ. At that time there was a great persecution of Christians. Every subject had to sacrifice to the gods or face cruel torture. Many then proved themselves champions of Christ, among them Saint Hyacinth. At the age of twenty, he served as a chamber attendant in the emperor’s palace. Despite his youth, he showed the wisdom of an elder, self-control, modesty,
and dignity. When Trajan held a festival in honor of the idols, Hyacinth would withdraw and pray to the true God. A fellow servant named Survikios saw him praying and calling upon the name of Christ the Savior. He reported Hyacinth to the emperor as disobedient to his commands, saying that he would not eat the food offered in their sacrifices. Trajan immediately ordered Hyacinth brought to his table and tried to force him to eat food offered to idols in his presence. The martyr said, “God forbid that I, a Christian, should defile myself by eating it. On the contrary, O emperor, I wish that you too would turn away from this error
and worship the one true God.” Enraged, the emperor ordered them to strike the martyr on the mouth and torture him all over his body. They threw him to the ground, beat him, forced food offered to idols into his mouth, and imprisoned him. The next day, when the saint refused to sacrifice to the idols, he was whipped until his executioners were exhausted. They hung him up and tore at his sides, but he did not deny Christ. He even longed to endure more, so that he might experience more fully the help that comes from above. Everyone marveled at the martyr’s courage and endurance. Trajan ordered him taken in chains to prison and left there without food or water.
The chief jailer was to give him only food offered to idols. Saint Hyacinth prayed and would touch none of it. For many days he remained without food or drink. On the thirty-eighth day, the chief jailer came as usual to bring the martyr food from pagan sacrifices.
He saw a brilliant light in the prison. The saint’s face was radiant, and two angels stood beside him. One covered his body, while the other placed a crown upon his head. Terrified, the jailer dropped the food he was carrying and reported what he had seen to the emperor. Trajan dismissed his account as a fantasy
and ordered the martyr to be subjected to even more terrible punishments. Two days later, he ordered the saint brought from prison. But the soldiers found that Saint Hyacinth had departed this life. Angels in human form surrounded him, holding lamps. When Trajan heard this, he ordered the martyr’s body thrown out for wild beasts to devour, with soldiers guarding it lest Christians take it away and worship it as God. But one night, a devout and virtuous priest named Timothy, guided by an angel of God, went to the place where the saint’s body lay. He took it and buried it reverently. When Timothy himself was about to die, he entrusted it to a deeply devout widow.
She cared for and honored the holy relic every day. It gave off a rich fragrance, showing the great grace Saint Hyacinth had been granted for his martyrdom for Christ. While he was suffering, the saint had asked God to grant that, after his death, his precious relic would be returned to his homeland, Caesarea. This came about in the following way. One night, the saint appeared to a senator who had gone blind and asked him, “Do you want to be healed?” The senator awoke and answered, “Yes, I beg you.” He asked the martyr who he was.
The champion of Christ replied, “I am Hyacinth, the physician, the servant of God.” The senator said, “Take as much money as you wish, if only I may see again.” But the saint answered, “My God heals you freely. Only do what I tell you: take my body, which is being kept by a certain woman, and send it to Caesarea in Cappadocia.” The senator believed his words. He got up and, with a guide, went to the widow’s house. In faith he took oil from the saint’s lamp and anointed his eyes. At once he could see. But time passed, and the senator did not fulfill his promise. He began to lose his sight again.
He went back to the saint’s relic and pleaded to be healed. Then he heard a voice say, “You made a mockery of your promise, and now you have been made a mockery of.” He remembered the promise he had made to the saint and said, “Grant me the grace to be healed, and I will fulfill my promise.” The martyr healed the senator. The senator placed the holy relic in a wagon and sent it with faithful people to Caesarea. By the martyr’s grace, the animals made their way to his house there. In its courtyard, a marble tomb was found, and the saint’s precious relic was laid in it. Thank you.
The account we have just heard of the senator, who was healed of his blindness but was slow to do what he had promised the martyr, gives us an opportunity to speak about promises, especially sacred promises, which we call vows. A Christian is, or ought to be, a person of truth. Just as God is the true God and His word is true, so a Christian’s word must be true.
What we say must be true, and our promises must be sincere. We must mean what we promise and keep our word. Faithfulness to one’s word is a mark of a serious and sincere person, someone others can rely on and trust. If this matters in our dealings with one another, how much more must it hold true in our relationship with God? Whatever we promise God, we must keep. We are not obliged to make vows, but when we do, we should fulfill them within a reasonable time. From the moment we promise something to God, it belongs to Him, and we must give it to Him. So we must be especially careful
when we wish to make a vow. Because we must keep our promise, we may find ourselves in a very difficult position, especially when it concerns others whom we have not asked, as when parents dedicate their children to God. Of course, the history of the Church includes such dedications: the Prophet Samuel was dedicated before his birth by his mother, the prophetess Hannah; Saint Gregory the Theologian was dedicated by Nonna; and Saint Euthymius was dedicated by his parents. These dedications brought blessings both to those dedicated and to those who offered them. But can we expect every child we dedicate to be a Samuel, a Gregory, or an Euthymius?
What happens if the person we have dedicated to God does not want this, or cannot live it out? There is one exception to the rule that promises must be kept: when keeping a rash promise would make us sin. Herod had John the Baptist, the honored Forerunner, beheaded because he wanted to keep the promise he had made. In such cases, as a hymn says, it is better to break a promise than to keep it and sin. Finally, let us not forget that through Holy Baptism, all the baptized have been dedicated to God. But are we living out that dedication? Do we live as people who belong to God, rather than to ourselves?
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
07 ΙΟΥΛΙΟΥ\03 07 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.