Άγιος Ιέρων και οι μάρτυρες της Μελιτινής
Στις 7 Νοεμβρίου η Εκκλησία τιμά τον Άγιο Ιέρωνα και τους μάρτυρες της Μελιτινής, μαζί με άλλους αγίους. Επί των ημερών των Διοκλητιανού και Μαξιμιανού, ο Ιέρων αρνήθηκε τη στράτευση και δεν προσκύνησε τα είδωλα.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Στις 7 Νοεμβρίου η Εκκλησία τιμά τον Άγιο Ιέρωνα και τους μάρτυρες της Μελιτινής, μαζί με άλλους αγίους.
- Επί των ημερών των Διοκλητιανού και Μαξιμιανού, ο Ιέρων αρνήθηκε τη στράτευση και δεν προσκύνησε τα είδωλα.
- Πριν φύγει από την Καππαδοκία, ζήτησε την ευλογία της χήρας και τυφλής μητέρας του, Στρατονίκης· ένα όραμα στη συνέχεια ενίσχυσε την απόφασή του να υπηρετήσει τον Χριστό.
- Φυλακισμένος στη Μελιτινή, ο Ιέρων ενθάρρυνε τους χριστιανούς συντρόφους του να μείνουν πιστοί παρά τους ξυλοδαρμούς και την απώλεια του δεξιού του χεριού.
- Ο συγγενής του Βίκτωρας διέφυγε αφού δωροδόκησε έναν αξιωματούχο, γεγονός που έκανε τον Ιέρωνα να θρηνήσει την επιλογή του να προτιμήσει τη προσωρινή ασφάλεια αντί της αιώνιας ζωής.
- Οι μάρτυρες υπέστησαν περαιτέρω τιμωρία, προσεύχονταν και έψαλλαν καθώς πήγαιναν στην εκτέλεση, και αποκεφαλίστηκαν έξω από την πόλη.
- Μετά την ταφή τους, οι πιστοί τίμησαν τα λείψανα του Ιέρωνα· η ομιλία κλείνει καλώντας τους χριστιανούς να υπερνικήσουν τον φόβο και να επιλέξουν την αιώνια ζωή αντί των παροδικών ανέσεων.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 14 παράγραφοι
Σήμερα, 7 του μηνός Νοεμβρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη των Αγίων 33 μαρτύρων των εν Μελιτινή, Ιέρωνος και των λοιπών, των Αγίων μαρτύρων Μελασίππου, Κασίνης και Αντωνίου, των Αγίων μαρτύρων Αύκτου, Ταυρίωνος και Θεσσαλονίκης, του Αγίου Μάρτυρος Αθηνοδώρου, του Αγίου Γρηγορίου, αδελφού του Αγίου Γρηγορίου του Θαυματουργού, του Αγίου Μάρτυρος Αλεξάνδρου του από τη Θεσσαλονίκη και του Οσίου και Θαυματουργού Λαζάρου του Γαλισιώτου.
Γενναίος στρατιώτης του Χριστού, ο Ιέρων ήταν από τα Τύανα, η οποία ήταν η δεύτερη πόλη των Καππαδοκών. Η μητέρα του ήταν θεοσεβής και ονομαζόταν Στρατονίκη. Τον καιρό εκείνο βασίλευαν οι Διοκλητιανός και Μαξιμιανός, οι οποίοι έστειλαν αντιπροσώπους τους τον μεν Αγρικόλαο στην Καππαδοκία, τον δε Λυσία στην Αρμενία, αφενός μεν για να στρατολογήσουν τους κατάλληλους, αφετέρου δε για να τιμωρούν όσους θα έβρισκαν να μην προσκυνούν τα είδωλα.
Στην Καππαδοκία αναφέρθηκε ο δυνατός και γενναίος Ιέρων, και ο άρχοντας έστειλε στρατιώτες να του τον φέρουν. Όταν τους είδε ο Άγιος από μακριά, κατάλαβε ότι τον ζητούσαν για τον πόλεμο, μη θέλοντας δε να στρατευθεί με ασεβείς, πήρε ένα ξύλο Με μόνο αυτό όρμησε και εκτύπησε τους στρατιώτες, οι οποίοι φοβισμένοι έφυγαν. Τελικά, και μετά από παρέμβαση του αδελφού του Κυριακού, υποχώρησε. Αυτός ο ευλαβής, πριν ξεκινήσει από τον τόπο του, πήγε στη χήρα και τυφλή μητέρα του για να τον ευχηθεί και να του δώσει συγχώρηση. Μετά ασπάστηκε τους συγγενείς του, χαιρέτισε όλους και αφού παραδόθηκε στους στρατιώτες πήραν το δρόμο για τη Μελιτινή. Κατά τη νύχτα φάνηκε στον Άγιο κάποιος λευκοφόρος, ο οποίος με πραότητα του είπε: «Χαίρε, Ιέρων. Γνώριζε ότι η οδός την οποία πορεύεσαι είναι καλή και ωφέλιμη, ότι δεν αγωνίζεσαι για βασιλεία επίγειο ούτε για δόξα πρόσκαιρη, αλλά υπερμαχείς για τον Ουράνιο Βασιλέα.
Αυτός θα σε δοξάσει αιώνια». Αυτά αφού είπε εκείνος που του εμφανίστηκε, έγινε άφαντος, αφήνοντας στην καρδιά του ευφροσύνη άφατη. Το πρωί, όταν σηκώθηκε ο Άγιος, έλεγε στους συγγενείς και φίλους του με χαρά: «Γνώρισα, αδελφοί μου, το σωτηριώδες σχέδιο του Θεού για μένα. Λοιπόν, πορεύομαι το δρόμο αυτό πρόθυμα, διότι ένας θησαυρός είναι μόνο, ένας πλούτος ο επουράνιος, ενώ όλα τα πρόσκαιρα δεν ωφελούν τον άνθρωπο. Φτάνει σε μένα ο περασμένος καιρός της ζωής μου, τον οποίο μάταια και ανωφελώς δαπάνησα, και ας πάω καν τώρα προς το Θεό να αγάλλομαι με τους Αγίους Δούλους Του πάντοτε. Μία δε μόνο φροντίδα έχω της μητέρας μου, διότι είναι χήρα
και γερόντισσα, πλην επειδή πηγαίνω για να λάβω θάνατο για το Χριστό, αυτός ο πατέρας των ορφανών και κριτής των χηρών θα κυβερνήσει και αυτή την άπορη».
Έφτασαν στη Μελιτινή, φυλάκισαν τον Άγιο μαζί με άλλους τριάντα τρεις, τους οποίους στερέωσε στην πίστη με συμβουλές να μη δειλιάσουν και προσφέρουν θυσία στα άψυχα, αλλά θυσία αινέσεως στον αληθινό Θεό. Την επομένη φέρανε τους Αγίους στο θυμωμένο τύρανο, στον οποίο δήλωσαν ότι παραμένουν σταθεροί στην πίστη τους στον αληθινό Θεό.
Ένας από τους παρευρισκόμενους ειδωλολάτρες έδειξε τον Ιέρωνα και είπε: «Αυτός είναι που έδειρε με ξύλο τους στρατιώτες σου». Ο δε τύραννος διέταξε να του κόψουν το δεξί χέρι από τον αγκώνα, άλλους δε να τους δείρουν άσπλαχνα με βούνευρα. Οι Άγιοι υπέμειναν τους πόνους με αγαλλίαση και ευχαριστώντας το Θεό, ο οποίος τους αξίωσε να μαστιγωθούν για την αγάπη του. Αφού λοιπόν τους έδειραν επί πολλή ώρα και έκοψαν τη δεξιά του μακάριου Ιέρωνα, τους έβαλαν στη φυλακή.
Από εκείνους, ονόματι Βίκτωρ, συγγενής του Ιέρωνα, ο οποίος είχε και αυτός συλληφθεί, δείλιασε από τον πόνο των πληγών, και φοβούμενος τα μέλλοντα βάσανα, κάλεσε κρυφά τον Κομενταρίσιο και τον παρακάλεσε να τον αφήσει να φύγει και να τον σβήσει από το βιβλίο στο οποίο τους είχαν γράψει, και γι' αυτή του τη χάρη να του χαρίσει ένα χωράφι το οποίο είχε στους Κόραμους. Ο Κομενταρίσιος με χαρά τον λύτρωσε, διότι είχε και αυτός άλλα χωράφια στο μέρος εκείνο.
Φεύγοντας λοιπόν ο Βίκτωρ τη νύχτα, ζημιώθηκε τον αγρό, αλλά και το χειρότερο, την ψυχή του, και το πρωί, όταν το έμαθε ο Ιέρων, πικρά θρηνούσε τον συγγενή του λέγοντας: «Αλίμονο, Βίκτωρ, τι κακή πραγματεία έκανες να ανταλλάξεις για βραχύτατη ζωή την αιώνια. Για μικρή άνεση, έχασες χαρά ατελεύτητη και ηδονή ανεκλάλητη». Αφού ο Άγιος έκλαυσε αρκετά, κάλεσε τους συγγενείς του Ματρονιανό και Αντώνιο, οι οποίοι παρακολουθούσαν από μακριά τα γεγονότα, και τους έκανε τη διαθήκη του, του, μεταξύ δε των άλλων άφησε το κομμένο δεξί του χέρι στη μητέρα του, ευχαριστούσε δε τον Κύριο, χαίροντας με την ελπίδα της μελλούσης απολαύσεως.
Την τέταρτη μέρα έφεραν και πάλι τους Αγίους στον κριτή, ο οποίος πάσχιζε με κολακίες και πανουργίες να τους διαστρέψει στην ασέβεια, αλλά μάταια προσπαθούσε. Γι' αυτό τους ράβδισε δυνατά. Βλέποντας δε ότι παρέμεναν στερεοί και αμετακίνητοι, πρόσταξε να κόψουν τις τίμιες τους κεφαλές έξω από την πόλη. Οι Άγιοι πηγαίνοντας στον τόπο της τελειώσεως έψαλαν, εκεί δε γονάτισαν και παρεκάλεσαν το Θεό να δεχθεί εύσπλαχνα τις ψυχές τους και να τους χαρίσει την εκεί μακαριότητα και έτσι τους απεκεφάλισαν. Τη νύχτα πήγαν κάποιοι φιλόχριστοι, πήραν τα Άγια Λείψανα και με τιμές τα ενταφίασαν. Οι δε Αντώνιος και Ματρονιανός, οι οποίοι όπως προαναφέρθηκε παρακολουθούσαν τα γενόμενα,
έδιναν αργύρια στον άρχοντα για να τους δώσει την κεφαλή του Ιέρωνος, την οποία είχε κρατήσει και ζητούσε τόσο χρυσάφι όσο ζύγιζε η τίμια εκείνη κάρα. Εκείνοι δε, μη έχοντας τόσο χρυσό, έμεναν περίλυποι. Αλλά αυτός που βοηθά τους εις αυτόν πιστεύοντας, φώτισε κάποιο πιστό και φιλομάρτυρα συγκλητικό, ονόματι Χρυσάφιο, να αγοράσει την Αγία εκείνη κάρα και να οικοδομήσει ναό στο μάρτυρα. Προσήλθε λοιπόν στο φιλάργυρο Λυσία και του μέτρησε το χρυσάφι που ποθούσε. Εκείνος όχι μόνο την τίμια κεφαλή του έδωσε, αλλά και άδεια, και έτσι έκτισε περικαλή ναό στον τόπο που τελειώθηκαν οι Άγιοι. Έψαξε δε ο φιλάργυρος εκείνος Λυσίας να βρει τη δεξιά του Αγίου,
ελπίζοντας να κερδίσει και από αυτή χρήματα, αλλά οι Ματρονιανός και Αντώνιος την πήραν κρυφά τη νύχτα και έφυγαν. Όταν δε έφτασαν στη χώρα τους, έδωσαν στη μητέρα του Αγίου το πολύτιμο εκείνο δώρο, διηγήθηκαν δε τους άθλους των Αγίων. Πήρε η ηλικιωμένη μητέρα του Αγίου το χέρι του αγαπητού της παιδιού και μάρτυρος και αγαλλόταν διότι αξιώθηκε να γίνει μητέρα αθλητού του Χριστού. Τέλος δε την έβαλε στον τόπο που πρόσταξε ο μάρτυς και έκανε όσα άλλα ο Άγιος παρήγγειλε εις δόξαν του Αγίου Τριαδικού Θεού.
Μας εντυπωσιάζουν και μας συγκινούν τα κατά Θεόν κατορθώματα των Αγίων Μαρτύρων και μας οικοδομούν ως παραδείγματα ακλόνητης πίστεως και θερμής αγάπης προς το Χριστό. Όμως εκείνος που έχει καλή διάθεση μπορεί να διδαχθεί και να ωφεληθεί και από τα αρνητικά τα οποία παρουσιάζονται μέσα στα συναξάρια των Αγίων. Ένα τέτοιο ήταν η περίπτωση του Βικτορίνου, ο οποίος, όπως είδαμε, από δειλία και φόβο και αγάπη των προσκαίρων, εγκατέλειψε το στάδιο του αγώνος και έχασε το στεφάνι του μαρτυρίου. Αλλά και η δική μας η ζωή είναι ένα στάδιο καθημερινού αγώνος. Συνεχώς δοκιμάζεται η πίστη και η αγάπη μας προς τον Χριστό.
Συνεχώς έχουμε να διαλέξουμε μεταξύ του Χριστού από τη μια μεριά και του κόσμου και της σάρκας από την άλλη. Και αυτά που τείνουν να μας απομακρύνουν από το Χριστό είναι εφήμερα οφέλη, είτε η αποφυγή των κόπων που πρέπει να καταβάλουμε για να κάνουμε το θέλημα του Θεού, είτε η απόλαυση των υλικών αγαθών και της μάταιης δόξας του κόσμου τούτου. Είθε το παράδειγμα των Αγίων Μαρτύρων να μας φωτίζει και να μας δυναμώνει να ξεπερνούμε το φόβο από τη μια και την έλξη της πρόσκαιρης απόλαυσης από την άλλη και να προτιμούμε αντί των προσκαίρων τα αιώνια, αντί των φθαρτών τα άφθαρτα, αντί των επιγείων τα ουράνια, αντί των κοσμικών τα θεϊκά.
Αγγλική μετάφρασηEN · 14 παράγραφοι
Today, November 7, our Church commemorates Saint Hieron and the other thirty-three martyrs of Melitene; the holy martyrs Melasippus, Cassina, and Antony; the holy martyrs Auctus, Taurion, and Thessalonica; Saint Athenodorus the Martyr; Saint Gregory, brother of Saint Gregory the Wonderworker; Saint Alexander the Martyr of Thessalonica; and Saint Lazarus of Mount Galesion, a wonderworker.
Hieron, a brave soldier of Christ, came from Tyana, the second city of Cappadocia. His mother, Stratonice, was a devout woman. At that time Diocletian and Maximian were ruling. They sent Agricolaus to Cappadocia and Lysias to Armenia to recruit suitable men and to punish anyone they found refusing to worship the idols.
Word of the strong and courageous Hieron reached the governor in Cappadocia, who sent soldiers to bring him in. When the Saint saw them coming from a distance, he understood that they wanted him for the army. Unwilling to serve alongside men who worshipped idols, he picked up a piece of wood, rushed at the soldiers, and struck them. Frightened, they fled. Eventually, after his brother Kyriakos intervened, Hieron gave way. Before leaving home, he went to his widowed and blind mother to ask for her blessing and forgiveness. Then he embraced his relatives, said farewell to everyone, and surrendered himself to the soldiers. They set out for Melitene. That night, someone dressed in white appeared to the Saint and said gently, “Rejoice, Hieron. Know that the road you are taking is good and beneficial. You are fighting for no earthly kingdom or passing glory, but for the Heavenly King.”
“He will glorify you forever.” With those words, the figure vanished, leaving unspeakable gladness in Hieron’s heart. In the morning, the Saint rose and said joyfully to his relatives and friends, “My brothers, I have come to know God’s saving plan for me. So I go willingly on this road. There is only one true treasure, the riches of heaven; all passing things are of no benefit to a person. Enough of the years I have wasted in vain. Let me go to God now and rejoice always with His holy servants. I have only one concern: my mother, for she is a widow
and elderly. But since I am going to die for Christ, He who is the father of orphans and defender of widows will care for her in her need.”
When they reached Melitene, they imprisoned the Saint with thirty-three others. He strengthened their faith, urging them not to lose courage and sacrifice to lifeless idols, but to offer a sacrifice of praise to the true God. The next day, they brought the Saints before the enraged governor. They declared that they remained steadfast in their faith in the true God.
One of the idol worshippers present pointed to Hieron and said, “He is the one who beat your soldiers with a piece of wood.” The governor ordered Hieron’s right hand cut off at the elbow and the others beaten mercilessly with oxhide whips. The Saints endured the pain with joy, giving thanks to God, who had counted them worthy to be scourged for love of Him. After beating them for a long time and cutting off blessed Hieron’s right hand, the governor had them put back in prison.
Among those arrested was Victor, a relative of Hieron. The pain of his wounds made him lose courage, and he feared the torments still to come. Secretly, he summoned the prison officer and begged him to let him go and erase his name from the register. In return, Victor offered him a field he owned at Koramoi. The officer gladly set him free, for he owned other fields in that area.
Victor left that night. He lost his field and, worse still, his soul. When Hieron learned of it in the morning, he mourned bitterly for his relative, saying, “Alas, Victor! What a terrible bargain you made, trading eternal life for a life that lasts only a little while. For a little comfort, you lost unending joy and delight beyond words.” After the Saint had wept for some time, he called his relatives Matronian and Antony, who had been watching events from afar, and told them his final wishes. Among other things, he left his severed right hand to his mother. He gave thanks to the Lord, rejoicing in the hope of the blessings to come.
On the fourth day, they brought the Saints before the judge again. He tried to turn them away from the faith with flattery and deceit, but in vain. So he had them beaten severely with rods. When he saw that they remained firm and unmoved, he ordered their honored heads cut off outside the city. The Saints sang hymns as they went to the place of their martyrdom. There they knelt and prayed that God would mercifully receive their souls and grant them the blessedness of the life to come. Then they were beheaded. That night, some believers who loved Christ took their holy relics and buried them with honor. Antony and Matronian, who, as we have said, had witnessed these events,
offered the governor silver to give them Hieron’s head. He had kept it and demanded its weight in gold. They did not have that much gold and were deeply saddened. But God, who helps those who believe in Him, inspired a senator named Chrysaphios, a believer devoted to the martyrs, to buy the holy head and build a church in the martyr’s honor. Chrysaphios went to the greedy Lysias and paid him the gold he wanted. Lysias gave him the honored head and permission to build. So Chrysaphios built a beautiful church where the Saints had suffered martyrdom. Greedy Lysias then tried to find the Saint’s right hand,
hoping to make money from that too. But Matronian and Antony took it secretly by night and left. When they reached home, they gave this precious gift to the Saint’s mother and told her of the Saints’ struggles. She took the hand of her beloved son, the martyr, and rejoiced that she had been counted worthy to be the mother of one who had fought for Christ. Finally, she placed it where the martyr had instructed and carried out his other wishes, to the glory of God, the Holy Trinity.
The deeds that the holy martyrs accomplished with God’s help fill us with wonder and move our hearts. They build us up as examples of unwavering faith and fervent love for Christ. Yet anyone willing to learn can also be edified by the failures recorded in the lives of the Saints. One such example is Victorinus. As we have seen, cowardice, fear, and love of passing things led him to abandon the struggle and lose the crown of martyrdom. Our own lives, too, are a place of daily struggle. Our faith and love for Christ are continually tested.
Again and again, we must choose between Christ on one side and the world and the flesh on the other. The things that draw us away from Christ offer only fleeting benefits: escaping the effort required to do God’s will, enjoying material comforts, or seeking the empty glory of this world. May the example of the holy martyrs give us light and strength to overcome both fear and the pull of passing pleasures. May we choose what is eternal over what passes away, what cannot perish over what perishes, what is heavenly over what is earthly, and what is divine over what belongs to this world.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
11 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ\07 11.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.