Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης και η πρακτική της νοεράς προσευχής

Γεννημένος στη Μικρά Ασία, ο Γρηγόριος αιχμαλωτίστηκε μαζί με την οικογένειά του και ελευθερώθηκε χάρη στη γενναιοδωρία των χριστιανών της Λαοδίκειας. Έγινε μοναχός στο όρος Σινά, όπου ασκήθηκε στη νηστεία, την υπακοή, την προσευχή και τη διακονία.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων6 Απριλίου18:02Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Γεννημένος στη Μικρά Ασία, ο Γρηγόριος αιχμαλωτίστηκε μαζί με την οικογένειά του και ελευθερώθηκε χάρη στη γενναιοδωρία των χριστιανών της Λαοδίκειας.
  • Έγινε μοναχός στο όρος Σινά, όπου ασκήθηκε στη νηστεία, την υπακοή, την προσευχή και τη διακονία.
  • Μετά την αναχώρησή του από το Σινά, διδάχθηκε τη νηπτική εγρήγορση και τη νοερά προσευχή από τον ερημίτη Αρσένιο στην Κρήτη.
  • Στο Άγιον Όρος αφιερώθηκε στην ευχή του Ιησού και, σύμφωνα με την ομιλία, βίωσε το άκτιστο φως.
  • Οι μαθητές του Άαρων και Κλήμης μνημονεύονται για πνευματική διορατικότητα και οράματα.
  • Ο Γρηγόριος ίδρυσε μοναστικές κοινότητες και διέδωσε τη ησυχαστική διδασκαλία στις βυζαντινές και βουλγαρικές χώρες και πέραν αυτών.
  • Η ομιλία κλείνει εξηγώντας πώς οι χριστιανοί μπορούν να ασκούν την ευχή του Ιησού με προσοχή, ταπείνωση, πίστη και επιμονή στην καθημερινή ζωή.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 18 παράγραφοι

μας Γρηγόριος γεννήθηκε το 1255 στο χωριό Κούκουλο της Μικράς Ασίας, που ήταν κοντά στη Σμύρνη, από γονείς πλούσιους, θεοσεβείς και ενάρετους. Από δασκάλους δε ευσεβείς διδάχθηκε τα Ιερά Γράμματα. Κάποια φορά, καθώς στην εποχή εκείνη οι Αγαρινοί έκαναν επιδρομές στην Ασία και λεηλατούσαν τα μέρη εκείνα, σκλαβώθηκε ο Άγιος μαζί με τους γονείς και τους αδελφούς του. Έτσι, σκλάβοι μεταφέρθηκαν στη Λαοδίκεια. Οι εκεί όμως χριστιανοί τόσο εντυπωσιάστηκαν από την ευλάβεια και την ψαλμωδία τους, ώστε πρόθυμα έδωσαν πολλά χρήματα στους Αγαρινούς και έτσι τους ελευθέρωσαν. Κατόπιν ο Άγιος Γρηγόριος πήγε στην Κύπρο,

έγινε αγαπητός για τις αρετές και τα φυσικά του προτερήματα. Ο δε Θεός, βλέποντας την καλή του διάθεση, τον οδήγησε σε κάποιον ησυχαστή μοναχό, κοντά στον οποίο έγινε δόκιμος μοναχός. Αργότερα δε πήγε στο όρος Σινά, όπου έγινε η μοναχική του κουρά. Μαζί δε με το κόψιμο των μαλλιών του έκοψε και όλα τα θελήματα της σάρκας του και επιδόθηκε στους ασκητικούς αγώνες με μεγάλη προθυμία και γενναιότητα. Τέτοια ήταν η επίδοσή του στη νηστεία, την αγρυπνία, την ολονύκτια στάση και την ακατάπαυστη ψαλμωδία και προσευχή, ώστε έδινε την εντύπωση ότι ήταν άσαρκος και προκαλούσε τον θαυμασμό των εκεί πατέρων. Παρόμοια ήταν και η υπακοή και η ταπείνωσή του.

Εκτελούσε άοκνα και με κάθε προθυμία τη διακονία του, σαν να τον έβλεπε από πάνω ο Θεός, αλλά και δεν παρέλειπε να κάνει τον συνηθισμένο μοναχικό του κανόνα. Το βράδυ, αφού έβαζε μετάνοια στον Ηγούμενο και έπαιρνε από αυτόν την ευλογία, κλεινόταν στο κελί του, όπου με προθυμία και πόθο προσευχόταν όλη τη νύχτα και έκανε γονυκλισίες. Κατά την ώρα του όρθρου πρώτος πήγαινε στην εκκλησία και τελευταίος έφευγε από εκεί μετά το τέλος της ακολουθίας. Η τροφή του ήταν λίγο ψωμί και λίγο νερό, τόσα μόνο όσα ήταν απαραίτητα για να ζήσει. Τη δε διακονία που του ανατέθηκε στο μαγειρείο και την αποθήκη την έκανε πάντα με το λογισμό ότι υπηρετούσε αγγέλους και όχι ανθρώπους.

Τον δε τόπο της διακονίας του τον θεωρούσε Θείο Θυσιαστήριο. Επιπλέον ήθελε να ανεβαίνει σχεδόν κάθε μέρα στην Αγία Κορυφή του Σινά, για να προσκυνεί με ευλάβεια εκεί όπου έγιναν τα θαυμαστά και παράδοξα που εξιστορεί η Αγία Γραφή. Ήταν δε όσιος και πολύ επιτήδειος στην καλλιγραφία, στη δε ανάγνωση και συλλογή απανθισμάτων της Παλαιάς και Νέας Διαθήκης τόσο καταγινόταν ώστε ξεπερνούσε όλους τους άλλους εκεί πατέρες στην πολυμάθεια. Για όλες αυτές τις αρετές, ο πονηρός διάβολος έβαλε κρυφά στις ψυχές των άλλων μοναχών το πάθος του φθόνου εναντίον του Οσίου, ο οποίος αναγκάστηκε έτσι να φύγει κρυφά από το μοναστήρι μαζί με τον μαθητή του Γεράσιμο. Πήγε στους Αγίους Τόπους,

προσκύνησε στον Ζωοδόχο Τάφο και τα άλλα προσκυνήματα και μετά στην Κρήτη. Εκεί ο Άγιος Θεός οικονόμησε να διδαχθεί από τον αναχωρητή Αρσένιο για τη νήψη, την ιερά δηλαδή προσοχή, τη νοερά προσευχή και με ποιο τρόπο ο νους καθαρίζεται με την εφαρμογή των εντολών και γίνεται όλος φωτεινός. Μετά πήγε στο Άγιον Όρος. Κοντά στο μοναστήρι του Φιλοθέου έκτισε ησυχαστήριο για να συνομιλεί μόνος με μόνο το Θεό με τη νοερά προσευχή, ασκώντας παράλληλα και τις πρακτικές αρετές. Έλεγε πολύ συχνά το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», προσευχόμενος με κατάνυξη, με συντριβή καρδίας και θερμά δάκρυα,

τα οποία έτρεχαν σαν ποτάμι από τα μάτια του. Ο δε Κύριος, ο οποίος «καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην οὐκ ἐξουθενώσει», πολύ γρήγορα εισάκουσε τη δέησή του και τον αξίωσε να πυρωθεί κατά την καρδία από το Πνεύμα το Άγιο και να υποστεί την καλή και παράδοξη αλλοίωση. Είδε το άκτιστο θεϊκό φως και γέμισε απέραντη χαρά, ανέκφραστη ευφροσύνη και θεία αγάπη. Από τους πολλούς και σημαντικούς μαθητές του Οσίου Γρηγορίου, αξίζει, νομίζουμε, να αναφέρουμε τον Ααρών, ο οποίος ήταν τυφλός. Αυτός παρακαλούσε συχνά το Θεό να του φωτίσει τους οφθαλμούς της καρδίας του για να αποκτήσει το φόβο του, να κατανοήσει τις εντολές του και να κάνει το θέλημά του.

Παρακαλώντας ο Ααρών συχνά το Θεό από το βάθος της ψυχής του, εισακούστηκε απ' αυτόν και φωτίστηκαν οι οφθαλμοί της ψυχής του κατά τέτοιο τρόπο, που όχι μόνο δεν χρειαζόταν πλέον χειραγωγό για να τον οδηγεί στο δρόμο, αλλά και καθισμένος μέσα στο κελί του προέβλεπε και έλεγε: «Βγείτε έξω, διότι ο τάδε γέροντας ή αδελφός έρχεται προς εμάς». Και πράγματι έτσι γινόταν καθώς εκείνος έλεγε. Αλλά και όταν έμελλε να έλθει η γιορτή κάποιου μεγάλου αγίου ή κάποια δεσποτική γιορτή, πριν από πολλές μέρες εκείνος τις προέλεγε χωρίς να το μάθει από κανέναν. Όταν δε τον ρωτούσαν πώς τις προέβλεπε, αποκρινόταν ότι πριν από την εορτή εκείνη ερχόταν από τον Θεό στην ψυχή του μια μεγάλη έλλαμψη

και έτσι το μάθαινε χωρίς να το δει ή κάποιος να του το πει. Αλλά και το ακόλουθο είναι άξιο θαυμασμού. Κάποια φορά που πήγαινε μαζί με έναν μοναχό Ιάκωβο σε έναν άλλον μοναχό και ενώ ήταν μακριά από το κελί εκείνου, φωτίστηκε από το Θεό ο Ααρών και είπε στον Ιάκωβο: «Ο μοναχός στον οποίο πηγαίνουμε έχει στα χέρια του το Ιερό Τετραευάγγελο και διαβάζει την τάδε περικοπή του Ευαγγελίου». Όταν πήγαν στο κελί του μοναχού και ερεύνησαν με ακρίβεια, είδαν ότι ήταν αληθινό εκείνο που προείπε ο Ααρών. Ένας άλλος μαθητής του Οσίου Γρηγορίου, ονόματι Κλήμης, τόσο προόδευσε πνευματικά, ώστε έλεγε ότι

φορές σταλμένος από τον Όσιο πήγαινε στη Λαύρα του Αγίου Όρους και άκουγε τους εκεί πατέρες που έψαλαν με ευλάβεια την Τιμιωτέρα, έβλεπε την ώρα εκείνη μια φωτεινή νεφέλη να κατεβαίνει από τον ουρανό πάνω στη Λαύρα, να την σκεπάζει κατά τρόπο θαυμαστό μέχρι που τελείωνε η ωδή εκείνη και μετά έβλεπε πάλι τη φωτεινή νεφέλη να ανεβαίνει στον ουρανό. Ο Όσιος αυτός Γρηγόριος τόση πνευματική σοφία και χάρη αξιώθηκε να λάβει από το Θεό και να μεταδίδει μεγάλη ωφέλεια στις ψυχές όλων εκείνων που τον άκουγαν με ευλάβεια, ώστε σχεδόν όλο το πλήθος των μοναχών πρόστρεχε σε αυτόν για να μη στερηθεί την από τη διδασκαλία του ωφέλεια. Ιδιαίτερα δε παρακινούσε όλους τους πατέρες,

μοναστές και κοινοβιάτες, να καταγίνονται στη νοερά προσευχή και τη φύλαξη του νοός. Επειδή όμως πολλοί ήταν εκείνοι που πήγαιναν στον Όσιο και ο ίδιος δεν μπορούσε να ησυχάζει, να προσεύχεται δηλαδή απερίσπαστα στο Θεό, γι' αυτό πολλές φορές αναγκάστηκε να αλλάξει τον τόπο της παραμονής του. Έτσι, πότε μεν πήγαινε κοντά στη σεβάσμια μονή του Αγίου Σίμωνος, όπου το δύσβατο του δρόμου δυσκόλευε την προσέλευση επισκεπτών, πότε στην τοποθεσία που ονομαζόταν Χρέντελη και άλλοτε στο βαθύτατο λαγκάδι το επωνομαζόμενο Τζεγρέα. Αλλά υπήρχε και ο κατατρεγμός από τους Αγαρινούς που πήγαιναν στο Άγιον Όρος και σκλάβωναν τους εκεί ασκουμένους μοναχούς. Για όλα αυτά

αναγκάστηκε ο Όσιος να εγκαταλείψει τον Άθω και με μερικούς μαθητές του, αναζητώντας ησυχαστικό τόπο, πήγε στη Θεσσαλονίκη, τη Χίο, τη Μυτιλήνη, την Κωνσταντινούπολη, τη Σωζόπολη και τα Παρόρια. Μετά όμως από πολλές περιπέτειες και πειρασμούς επέστρεψε και πάλι στο Άγιον Όρος. Έμεινε αρχικά έξω από τη Λαύρα και μετά μέσα σε αυτή. Η συνομιλία όμως με τους μοναχούς του μοναστηριού του στερούσε την ποθητή του ησυχία. Έτσι πήγε στην Αδριανούπολη και μετά στα Παρόρια. Έκτισε τέσσερις Λαύρες. Ο δε ευσεβής βασιλέας των Βουλγάρων Αλέξανδρος ενίσχυσε σημαντικά, οικονομικά, το πνευματικό έργο του Αγίου. Ο θείος αυτός Γρηγόριος είχε ως έργο του

να διατρέχει αποστολικώς την οικουμένη και να ανεβάζει με τη διδασκαλία του προς τον Θεό όλους τους χριστιανούς με το μέσον της πρακτικής αρετής και τη συχνή δέηση της νοεράς προσευχής. Αρμόζει και σ' αυτόν ο λόγος: «Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ῥήματα αὐτῶν». Διότι, με το να ποθούσε με όλη του την καρδιά να φωτίσει όλους με το φως του Αγίου Πνεύματος, δεν άφησε σχεδόν τόπο, όχι μόνο των Βυζαντινών και των Βουλγάρων αλλά και αυτών των Σέρβων και ακόμη μακρύτερα, που να μην διαδώσει το καλό της ησυχίας και της νοεράς προσευχής με τη διδασκαλία του και μέσω των μαθητών του. Σε κάθε τόπο που πήγαινε εκείνος ή κάποιος μαθητής του,

μεταλαμπάδευε το θεάρεστο αυτό έργο της νοεράς προσευχής και προσοχής του νοός. Ακόμη και τη βαθύτατη έρημο έκανε πνευματικό εργαστήρι και εξαγριωμένους ληστές και φονιάδες που πήγαιναν σ' αυτόν τους άλλαζε με τις νουθεσίες και τις ευχές του και τους έκανε καλύτερους και ημερότερους. Αυτά είναι λίγα από τα πολλά κατορθώματα του Αγίου Γρηγορίου. Τέτοιοι ήταν οι κατά Θεόν αγώνες τους οποίους αγωνίστηκε μέχρι τελευταίας του αναπνοής. Λοιπόν, αφού ασθένησε λίγο, παρέδωσε τη μακάρια του ψυχή και ανέβηκε στα ουράνια για να απολαύσει τελειότερα τον ποθούμενο Χριστό.

Ο εορταζόμενος Όσιος Γρηγόριος, καθώς είδαμε, υπήρξε ένας μεγάλος διδάσκαλος της νήψεως, δηλαδή της προσοχής στο εσωτερικό, στην ψυχή του ανθρώπου, και της νοεράς λεγόμενης προσευχής, της προσευχής που γίνεται με το νου προσηλωμένο στην περιοχή της καρδιάς, όπου είναι το κέντρο της ψυχής του ανθρώπου. Η προσευχή αυτή διακρίνεται για την απλότητα αλλά και την αποτελεσματικότητά της. Περιλαμβάνει λίγες μόνο λέξεις, συνήθως το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», που επαναλαμβάνονται. Ως εκ τούτου μαθαίνεται εύκολα και είναι προσιτή σε κάθε χριστιανό και σε κάθε περίσταση της ζωής.

Μπορεί να λέγεται σε μια προκαθορισμένη ώρα και για καθορισμένη ώρα, μπορεί όμως και να λέγεται και σε ώρες που ασχολούμαστε με τις συνηθισμένες δραστηριότητες της ημέρας και στις σκόρπιες στιγμές που αλλιώς θα έμεναν πνευματικά χαμένες. Όταν ασχολούμαστε με κάποια συνηθισμένη ή αυτόματα εκτελούμενη εργασία, όπως το ντύσιμο, το πλύσιμο, όταν περπατάμε ή περιμένουμε κάπου ή όταν δεν μπορούμε να κοιμηθούμε, ιδιαίτερα βοηθητική σε στιγμές έντασης και σοβαρού άγχους. Έτσι η νοερά αυτή προσευχή με τη συχνή επανάληψη μας βοηθάει να σταθούμε μέσα στην παρουσία του Θεού όπου και αν βρισκόμαστε. Αλλά έχει και πληρότητα, καθώς κρύβει μέσα της όλη την αλήθεια του Ευαγγελίου.

Με το «Κύριε» ομολογούμε τη Θεϊκή Φύση του Χριστού, με το «Ιησού» ομολογούμε την Ανθρώπινη Του Φύση και με το «Υιέ του Θεού» υπενθυμιζόμαστε τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Με το πρώτο μέρος της ευχής, δηλαδή με το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού», ανεβαίνουμε προς το απροσμέτρητο μεγαλείο του Θεού και με το δεύτερο μέρος, το «ελέησόν με τον αμαρτωλόν», κατεβαίνουμε με ταπείνωση στην αθλιότητα του εαυτού μας. Θρηνούμε για την αμαρτωλότητά μας αλλά και ελπίζουμε στο έλεος του Θεού. Εάν η προσευχή αυτή είναι πιο αποτελεσματική από άλλες, αυτό οφείλεται στο ότι περιέχει το όνομα του Θεού, στο οποίο είναι παρούσα η

δύναμη και η δόξα του, και το οποίο ωστόσο πρέπει να αναφέρουμε όχι μηχανικά, αλλά να επικαλούμαστε με πίστη και αγάπη, με προσοχή και επιμονή, και χωρίς καμιά φαντασία και εικόνα, αλλά με μόνη τη συναίσθηση της παρουσίας του Θεού. Κάνοντας ένα τέτοιο ξεκίνημα μπορεί κανείς με τη χάρη του Θεού και την παράλληλη άσκηση και των άλλων αρετών να προχωρήσει μέχρι που να αποκτήσει την καλούμενη αυτενεργούμενη προσευχή, μέχρι δηλαδή να προσεύχεται μέσα του το Πνεύμα του Θεού, μέχρι η προσευχή μας να ταυτιστεί με την προσευχή που προσφέρει ο Χριστός ο Μέγας Αρχιερέας μέσα μας, μέχρι που η ζωή μας να γίνει ένα με τη δική Του,

να μπορούμε να λέμε το του Αποστόλου: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός».

Αγγλική μετάφρασηEN · 18 παράγραφοι

Saint Gregory was born in 1255 in the village of Koukoulos in Asia Minor, near Smyrna. His parents were wealthy, devout, and virtuous, and pious teachers instructed him in the sacred writings. At that time, the Hagarenes were raiding and plundering parts of Asia. Gregory was taken captive with his parents and brothers, and they were brought as slaves to Laodicea. The Christians there were so moved by their devotion and their singing of psalms that they willingly paid the Hagarenes a large sum to free them. Saint Gregory then went to Cyprus.

There, people loved him for his virtues and his natural gifts. God saw his good disposition and led him to a monk who lived in inner stillness. Gregory became a novice under him. Later he went to Mount Sinai, where he was tonsured a monk. As his hair was cut, he also cut off the desires of the flesh and devoted himself eagerly and courageously to the ascetic life. He fasted, kept watch, stood through the night, and sang psalms and prayed without ceasing. He seemed almost to have no bodily needs, and the fathers there marveled at him. His obedience and humility were just as remarkable.

He carried out his assigned duties tirelessly and willingly, as though God were watching him from above. He also kept his usual monastic rule of prayer. In the evening, after bowing before the abbot and receiving his blessing, he shut himself in his cell. There he prayed all night with eagerness and longing, making prostrations. He was the first to arrive at the Church for Matins and the last to leave when the service ended. He ate only a little bread and drank only a little water, just enough to live. When he served in the kitchen and storeroom, he always thought of himself as serving angels rather than people.

He regarded the place where he served as a divine altar. He also wanted to climb the holy summit of Sinai almost every day, to venerate the place where the wondrous events told in Holy Scripture had taken place. He was a devout man and a skilled calligrapher. He spent so much time reading and collecting passages from the Old and New Testaments that he surpassed all the other fathers there in learning. Because of these virtues, the devil secretly stirred envy against him in the hearts of the other monks. Saint Gregory was therefore forced to leave the monastery quietly with his disciple Gerasimos. He went to the Holy Land.

He venerated the Life-giving Tomb and the other holy sites, and then went to Crete. There God arranged for the hermit Arsenios to teach him nepsis, or watchful attention within, and noetic prayer. Arsenios also taught him how the nous, the spiritual intellect, is purified through keeping the commandments and becomes filled with light. Gregory then went to the Holy Mountain, Mount Athos. Near the monastery of Philotheou he built a hesychasterion, a hermitage, where he could speak alone with God through noetic prayer while also cultivating the virtues of the active ascetic life. He often prayed, “Lord Jesus Christ, have mercy on me, a sinner,” with compunction, a broken heart, and warm tears

that flowed from his eyes like a river. The Lord, who “will not despise a broken and humbled heart” (Psalm 51:17), soon heard his prayer. He granted Gregory the grace to feel his heart set aflame by the Holy Spirit and to undergo a blessed and wondrous change. Gregory saw the uncreated divine light and was filled with boundless joy, joy beyond words, and divine love. Among Saint Gregory’s many outstanding disciples, we should mention Aaron, who was blind. He often asked God to enlighten the eyes of his heart, so that he might learn to fear Him, understand His commandments, and do His will.

Aaron prayed often to God from the depths of his soul, and God heard him. The eyes of his soul were so enlightened that he no longer needed anyone to guide him along the road. Sitting in his cell, he would foresee a visitor and say, “Go outside, for such and such an elder or brother is coming to us.” And it happened just as he said. He also foretold the feasts of great saints and feasts of the Lord many days before they came, without anyone telling him. When people asked how he knew, he answered that, before each feast, God sent a great illumination into his soul

and in this way he knew, without seeing it or being told by anyone. Another event is also worthy of wonder. Once, Aaron was going with a monk named James to visit another monk. While they were still far from the monk’s cell, God enlightened Aaron, and he said to James, “The monk we are going to see is holding the Holy Gospel book and reading this particular Gospel passage.” When they reached his cell and checked carefully, they found that Aaron had spoken the truth. Another of Saint Gregory’s disciples, Clement, made such spiritual progress that he said

that on occasions when Saint Gregory sent him to the Lavra on the Holy Mountain, he heard the fathers there reverently singing the hymn “It Is Truly Meet.” As they sang, he saw a bright cloud descend from heaven over the Lavra and cover it in a wondrous way until the hymn ended. Then he saw the cloud rise back into heaven. God granted Saint Gregory such spiritual wisdom and grace that all who listened to him reverently received great spiritual benefit. Nearly all the monks sought him out so they would not miss the benefit of his teaching. He especially urged all the fathers

whether they lived alone or in community, to devote themselves to noetic prayer and the guarding of the nous, the spiritual intellect. But so many people came to see him that he could no longer find the inner stillness he needed to pray to God without distraction. He was therefore forced to change where he lived several times. At one point he stayed near the venerable monastery of Saint Simon, where the difficult path discouraged visitors. At another he went to a place called Chrenteli, and later to the deep ravine known as Tzegrea. There was also danger from the Hagarenes, who came to the Holy Mountain and took the monks living there captive. For all these reasons

Saint Gregory had to leave Athos. With a few disciples, he searched for a place of inner stillness, traveling to Thessaloniki, Chios, Mytilene, Constantinople, Sozopol, and Paroria. After many hardships and temptations, he returned to the Holy Mountain. At first he lived outside the Lavra and then within it. But speaking with the monks there deprived him of the inner stillness he longed for. So he went to Adrianople and then to Paroria, where he built four lavras. Alexander, the devout ruler of the Bulgarians, gave substantial financial support to the saint’s spiritual work. This was the work of Saint Gregory:

to travel through the world like an apostle and, through his teaching, draw Christians toward God by the virtues of the active ascetic life and by frequent noetic prayer. The words of the psalm also suit him: “Their voice has gone out into all the earth, and their words to the ends of the world” (Psalm 19:4). With all his heart he longed to enlighten everyone with the light of the Holy Spirit. Through his teaching and his disciples, he spread the gift of inner stillness and noetic prayer throughout the lands of the Byzantines and Bulgarians, among the Serbs, and still farther away. Wherever he or one of his disciples went,

they passed on this work pleasing to God: noetic prayer and attention to the nous, the spiritual intellect. Gregory turned even the deepest wilderness into a place of spiritual labor. Through his counsel and prayers, he changed the hardened robbers and murderers who came to him, making them gentler and better men. These are only a few of Saint Gregory’s many achievements. He continued these struggles for God until his last breath. After a brief illness, he surrendered his blessed soul and ascended to heaven to enjoy more fully the Christ he longed for.

As we have seen, Saint Gregory, whom we commemorate today, was a great teacher of nepsis, or watchfulness: attention to what is happening within a person’s soul. He also taught what is called noetic prayer, prayer offered with the nous, the spiritual intellect, attentive in the region of the heart, the center of the human soul. This prayer is both simple and effective. It consists of only a few words, usually repeated: “Lord Jesus Christ, Son of God, have mercy on me, a sinner.” It is therefore easy to learn and open to every Christian in every circumstance of life.

The Jesus Prayer can be said at a set time for a set period. It can also be said during ordinary daily activities and in spare moments that might otherwise pass without prayer. We can say it while getting dressed or washing, while walking or waiting somewhere, or when we cannot sleep. It is especially helpful in moments of tension or serious anxiety. Repeated often, this noetic prayer helps us stand in God’s presence wherever we are. It is also rich in meaning, for it holds within it the whole truth of the Gospel.

When we say “Lord,” we confess Christ’s divine nature. When we say “Jesus,” we confess His human nature. And “Son of God” reminds us of the three persons of the Holy Trinity. In the first part of the Jesus Prayer, “Lord Jesus Christ, Son of God,” we rise toward the immeasurable greatness of God. In the second part, “have mercy on me, a sinner,” we descend in humility to face our own wretchedness. We mourn our sinfulness, yet we also hope in God’s mercy. If this prayer is more effective than others, it is because it contains the name of God.

His power and glory are present in that name. Yet we must not speak it mechanically. We must call upon Him with faith and love, with attention and perseverance, without forming any imagined scene or image, but simply aware of God’s presence. If we begin in this way, then through God’s grace and the cultivation of the other virtues, we may advance until we receive what is called self-acting prayer. Then the Spirit of God prays within us. Our prayer becomes one with the prayer that Christ, the Great High Priest, offers within us, and our life becomes one with His,

so that we can say with the Apostle: “It is no longer I who live, but Christ who lives in me” (Galatians 2:20).

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

04 ΑΠΡΙΛΙΟΥ\06 04 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα