Ο Άγιος Γρηγέντιος και το όραμα του Χριστού
Ο Άγιος Γρηγέντιος μεγάλωσε στα Μεδιόλανα, έγινε διάκονος και έλαβε προφητεία ότι θα υπηρετήσει στην Αιθιοπία. Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας τον χειροτόνησε αρχιεπίσκοπο, και ο βασιλιάς Ελεσβάν τον υποδέχθηκε στην Αιθιοπία.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Ο Άγιος Γρηγέντιος μεγάλωσε στα Μεδιόλανα, έγινε διάκονος και έλαβε προφητεία ότι θα υπηρετήσει στην Αιθιοπία.
- Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας τον χειροτόνησε αρχιεπίσκοπο, και ο βασιλιάς Ελεσβάν τον υποδέχθηκε στην Αιθιοπία.
- Ο Γρηγέντιος δίδασκε την ορθόδοξη πίστη, οργάνωσε εκκλησίες στις ιμυαρίτικες χώρες της Αραβίας και επεδίωξε να προσηλυτίσει τις εβραϊκές κοινότητες.
- Αφού ο Ιουδαίος δάσκαλος Έρβαν ζήτησε να δει τον ζωντανό Χριστό, ο Γρηγέντιος προσευχήθηκε και οι συγκεντρωμένοι είδαν όραμα του Χριστού.
- Το όραμα έφερε χαρά στους χριστιανούς, ενώ ο Έρβαν και οι άλλοι Ιουδαίοι της αφήγησης έχασαν την όρασή τους.
- Ο Γρηγέντιος βάπτισε έναν άνδρα, του οποίου η όραση επέστρεψε· στη συνέχεια βαπτίστηκαν ο Έρβαν και πολλοί άλλοι.
- Η διάλεξη καταλήγει ότι οι άνθρωποι βιώνουν το ίδιο θείο φως διαφορετικά ανάλογα με την πνευματική τους κατάσταση, και καλεί σε μετάνοια και κάθαρση πριν την Κρίση.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 19 παράγραφοι
Άγιος Γρηγέντιος ήταν από τη Μεγαλούπολη των Μεδιολάνων, έζησε δε κατά τον 6ο μετά Χριστόν αιώνα. Οι ευσεβείς γονείς του ονομάζονταν Αγάπιος και Θεοδότη. Το δε παιδί τους, ο θείος δηλαδή αυτός Γρηγέντιος, από μικρός φαινόταν, από σημεία και πράξεις ενάρετες, ότι έμελλε να γίνει γνήσιος δούλος του Χριστού. Όταν έφτασε στην ώριμη ηλικία, χειροτονήθηκε διάκονος και τότε επιδόθηκε σε περισσότερη νηστεία, σκληραγωγία και άσκηση και επιτελούσε μεγάλα και θαυμαστά. Υπήρχε εκεί στα Μεδιόλανα κάποιος γέροντας ερημίτης και χαρισματούχος, ο οποίος προφήτευσε στον Άγιο όσα έμελλε να του συμβούν. Αλλά και ο Μέγας Απόστολος Πέτρος
σε οπτασία του φανέρωσε αργότερα ότι θα γίνει επίσκοπος Αιθιοπίας και θα επιστρέψει μυριάδες Εβραίους στην ευσέβεια, πράγμα που έγινε. Τον καιρό εκείνο ήταν αυτοκράτορας στο Βυζάντιο ο ευσεβής και υπέρμαχος της Ορθοδοξίας Ιουστίνος ο Πρώτος. Στην Αιθιοπία βασίλευε τότε ο χριστιανικότατος και γνωστότατος για τη δικαιοσύνη και ευσέβειά του βασιλέας Ελεσβάν. Όταν απέθανε ο Αρχιεπίσκοπος της Αιθιοπίας, ο βασιλέας έγραψε στον Πατριάρχη της Αλεξανδρίας να του στείλει αρχιερέα ενάρετο και σοφότατο για να ποιμάνει την επαρχία του. Τότε, κατά θεία πρόνοια, βρέθηκε στην Αλεξάνδρεια ο Γρηγέντιος, τον οποίο, αφού χειροτόνησε ο Πατριάρχης, φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα,
έστειλε στην Αιθιοπία. Ο βασιλέας, μαζί με όλη τη σύγκλητο, τον υποδέχθηκαν ως ισαπόστολο. Ο Άγιος εκπλήρωσε την αποστολή του με μεγάλο ζήλο και θερμή πίστη, στηρίζοντας, νουθετώντας και διδάσκοντας καθημερινά το ποίμνιό του. Εκείνο όμως το οποίο τον ανέδειξε μεγάλο αρχιποίμενα, υπέρμαχο της αληθινής και ορθοδόξου πίστεως, ήταν η μεγάλη του προσπάθεια και ο ένθερμος ζήλος του να μεταδώσει τη χριστιανική διδασκαλία παντού και να την κατοχυρώσει με νόμους, οδηγίες, κανονιστικές εγκυκλίους κτλ. Υπήρχαν δε τότε στην Αιθιοπία πολλές χιλιάδες Εβραίων, οι οποίοι παρέμεναν με φανατισμό στην πλάνη τους. Αυτούς αγωνίστηκε με όλες του τις δυνάμεις να τους φέρει στην ευσέβεια,
πράγμα που επέτυχε εντελώς, καθώς θα δούμε παρακάτω. Δεν περιορίστηκε μόνο στην Αιθιοπία η δράση του Αγίου, αλλά επεκτάθηκε και στην Αραβία και μάλιστα στη χώρα των Ομηριτών. Στη χώρα αυτή των Ομηριτών υπήρχαν πολλοί Εβραίοι, υπήρχαν όμως και Χριστιανοί, και εκεί μαρτύρησε ο Άγιος Αρέθας. Εκεί ο Άγιος Γρηγέντιος χειροτόνησε πρεσβυτέρους, διακόνους, καθιέρωσε πολλές νεόκτιστες εκκλησίες και κατέστησε κατά πόλεις επισκόπους. Εκεί ευρισκόμενος ο Άγιος εργάστηκε για την προσέλκυση στην αληθινή πίστη του Χριστού των πεπλανημένων Ιουδαίων, το οποίο και επέτυχε με τη σοφία των λόγων του αλλά και με τα πολλά θαύματα τα οποία έκανε.
Ο νομοδιδάσκαλος των Ιουδαίων Ερβάν φιλονικούσε καθημερινά με τον Όσιο και τον ενοχλούσε με τους ψευδοσυλλογισμούς του. Αλλά ο θεόπνευστος Γρηγέντιος διέλυε ως ιστό αράχνης όλα του τα μηχανήματα και σοφίσματα. Αφού λοιπόν επί πολλές ημέρες ο σοφότατος Γρηγέντιος συζητούσε με τον Ερβάν και έλεγε ο καθένας διάφορες ερωτήσεις και αποκρίσεις από τα βιβλία των προφητών, βλέποντας ο Εβραίος ότι τον νικούσε ο Γρηγέντιος επειδή ήταν σοφότερος και έλεγε την αλήθεια, του είπε: «Γιατί να δαπανούμε σε τόσες συζητήσεις τον καιρό μας ματαίως και ανωφελώς; Ας πάψουμε τη φιλονικία και ας έλθουμε στα έργα. Δείξε μου αυτόν τον Ιησού Χριστόν ζωντανόν, να τον δω αισθητώς και να μιλήσω μαζί Του.
Τότε να γίνω πραγματικά χριστιανός». Βλέποντας λοιπόν ο Γρηγέντιος ότι ο Ερβάν είπε αυτά με ειλικρίνεια και όχι χλευαστικώς και με υπόκριση, αποκρίθηκε και του είπε: «Με ποιο τρόπο θέλεις να λάβεις αυτή την πληροφορία την οποία ζήτησες;» Του είπε ο Εβραίος: «Παρακάλεσε το δεσπότη σου, εάν είναι στον ουρανό καθώς είπες, να κατεβεί, να τον δω και να του μιλήσω, και τότε ζει Κύριος ο Θεός, τον οποίον συ λέγεις Πατέρα του Χριστού σου, αμέσως να πιστέψω σ' Αυτόν και να λάβω το βάπτισμα». Στα λόγια αυτά συμφώνησε και το πλήθος των Γραμματέων και των Φαρισαίων. Όλοι λοιπόν δέχθηκαν, νομίζοντας το πράγμα αδύνατον, να εμφανιζόταν ως εκείνος ο οποίος θανατώθηκε και θάφτηκε.
Ο Άγιος, γνωρίζοντας ότι ο Κύριος είπε στο Ιερό Ευαγγέλιο ότι όποιος έχει πίστη σε Αυτόν θα κάνει μεγαλύτερα θαύματα από όσα εκείνος έκανε, βγήκε και στάθηκε σε κάποιο μέρος απέναντι από το λαό και έκανε τρεις μετάνοιες μέχρι τη γη. Προσευχόμενος, μεταξύ των άλλων είπε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησε και το εσκοτισμένο αυτό πλήθος των Εβραίων. Άνοιξε τους εσκοτισμένους οφθαλμούς τους, τους οποίους τύφλωσε ο διάβολος, και εμφανίσου σ' αυτούς κατά το πλήθος των οικτιρμών Σου, για να Σε δουν σήμερα οφθαλμοφανώς και να πιστεύσουν σε Σένα τον μόνο αληθινό Θεό και τον αποστείλαντά Σε Πατέρα και το Πνεύμα Σου το Άγιο». Καθώς είπε αυτά ο Άγιος, ξαφνικά έγινε
μεγάλος σεισμός και βροντή προς την Ανατολή. Είδαν δε σχιζωμένους τους ουρανούς και νεφέλη φωτεινή, η οποία άρχιζε από τους ουρανούς και έφτανε μέχρις αυτούς. Βλέποντας καλύτερα, είδαν τον Κύριό μας Ιησού Χριστό να έρχεται από τους ουρανούς προς αυτούς, καθισμένος πάνω σε νεφέλη, ωραιότατος. Στάθηκε δε κοντά στη σύναξη εκείνη και πάνω από τον Αρχιεπίσκοπο, άστραπτε με τις ακτίνες της Θεότητος. Στην κεφαλή του είχε διάδημα ωραιότατο, στο αριστερό του χέρι βιβλίο και στο δεξί του ξίφος. Όλοι καταλήφθηκαν από φόβο, οι δε χριστιανοί και από χαρά πολλή. Ήλθε δε φωνή από το Δεσπότη Χριστό που έλεγε:
«Στη μεγάλη του Αρχιεπισκόπου παράκληση φάνηκα σε εσάς, τον οποίον οι πατέρες σας σταύρωσαν». Οι Ιουδαίοι, καθώς άκουσαν τη φωνή αυτή, έπεσαν στη γη έντρομοι και τυφλωμένοι, καθώς έπαθε και ο Μέγας Παύλος προηγουμένως. Μετά από λίγη ώρα σηκώθηκαν και ήταν μεν οι οφθαλμοί τους ανοικτοί, αλλά δεν έβλεπαν καθόλου. Οι δε πιστοί και ευσεβείς όχι μόνο έβλεπαν, αλλά μάλιστα φωτίστηκαν περισσότερο, βλέποντας τον Κύριο να ανέρχεται προς τους ουρανούς, μέχρι που η νεφέλη Τον σκέπασε και πλέον δεν φαινόταν. Έτσι ο Κύριος ανελήφθη όπου ήταν και προηγουμένως. Όλα τα πλήθη των χριστιανών ευχαριστούσαν μεγαλόφωνα την άκρα του Θεού συγκατάβαση.
Οι δε δυστυχείς Ιουδαίοι, παραμένοντας ακόμη στο σκοτάδι τους, έλεγαν προς τον Ερβάν: «Αλίμονο σε εμάς, τι θα γίνουμε τώρα, διδάσκαλε; Πώς θα πορευθούμε χωρίς να βλέπουμε;» Ο δε Ερβάν ρωτούσε τους άλλους λέγοντας: «Άραγε εμείς μόνο δεν βλέπουμε, καθώς είδαμε το Θεό, ή και οι χριστιανοί;» Μερικοί ευσεβείς αποκρίθηκαν προς τους Ιουδαίους: «Εμείς οι χριστιανοί, βλέποντας τον Χριστό, φωτιστήκαμε από τη χάρη Του την άφατη, τώρα δε βλέπουμε καλύτερα». Ο Ερβάν είπε στον Αρχιερέα: «Κάθε άνθρωπος όταν δει το Θεό λαμβάνει κάποια ευεργεσία από Αυτόν. Εμείς δε, καθώς Τον είδαμε σήμερα, τυφλωθήκαμε. Τέτοια ευεργεσία παρέχει στους προσερχομένους προς Αυτόν ο Χριστός;
Έχει του Πατρός του την αγαθότητα;» Αποκρίθηκε ο Άγιος: «Κατά τις βλασφημίες σας, σας ανταπέδωσε». Είπε προς αυτόν ο Εβραίος: «Εάν όμως ανταποδίδει κακό αντί κακού, κανείς δεν έρχεται σε μετάνοια». Του είπε ο Άγιος: «Ο γιατρός, όταν κόψει το σαπισμένο μέρος, δεν έχει κατάκριση. Επειδή λοιπόν είδατε τον Κύριο με ανάξιους οφθαλμούς, γι' αυτό τυφλωθήκατε». Του είπε ο Ερβάν: «Από όσα ακούσαμε και είδαμε, ακόμη ένα υπολείπεται να τελειώσεις, δηλαδή να φωτίσεις τους οφθαλμούς μας και τότε να μας κάνεις όλους χριστιανούς». Του είπε ο Άγιος: «Βαπτιστείτε πρώτα και τότε θα αναβλέψετε». Του αποκρίθηκε ο Ερβάν: «Αλλά εάν μας βαπτίσεις και μετά δεν αναβλέψουμε, τι
θα γίνει;» Ο Άγιος του είπε: «Ένας μόνο από εσάς ας βαπτιστεί και αν δεν φωτιστεί κατά την ψυχή και το σώμα, ας μη βαπτιστεί άλλος». Ο λόγος αυτός άρεσε σε όλους τους Ιουδαίους και καθώς βάπτισε ο Άγιος έναν από αυτούς, αμέσως άνοιξαν τα μάτια του και είπε: «Ο Ιησούς Χριστός είναι Θεός αληθέστατος, στον οποίο πιστεύω κι εγώ ο ανάξιος». Όταν άκουσαν αυτά οι άλλοι Εβραίοι, προσήλθαν όλοι με πολλή προθυμία και βαπτίστηκαν. Αφού δε έλαβαν την εν Χριστώ σφραγίδα, κατατάχθηκαν μετά των Ορθοδόξων Χριστιανών και χαρά μεγάλη και αγαλλίαση έγινε στην Εκκλησία του Χριστού. Καθώς βαπτίστηκαν λοιπόν ο Ερβάν και οι υπόλοιποι, φωτίστηκαν οι οφθαλμοί τους
δόξαζαν μεγαλόφωνα τον Κύριο, μετανοώντας για τα προηγούμενά τους ανομήματα. Όλοι αυτοί σέβονταν πολύ τον μακάριο Γρηγέντιο, τον οποίον τιμούσαν ως Άγγελο Θεού. Ο δε Ερβάν δεν μπορούσε από την πολλή αγάπη την οποία είχε προς τον Άγιο να απομακρυνθεί από Αυτόν. Ο δε βασιλέας, ο οποίος αναδέχθηκε κατά το Άγιο Βάπτισμα τον Ερβάν, τον ονόμασε Λέοντα και τον έκανε ένα από τη σύγκλητο και τον τίμησε με το αξίωμα του Πατρικίου. Το βάπτισμα των Ιουδαίων επεκτάθηκε σε όλες τις πόλεις της επαρχίας, βαπτίστηκαν όλες οι συναγωγές των Εβραίων, έφτασε δε ο αριθμός των πρώτων νεοφώτιστων Ιουδαίων στις πέντε χιλιάδες. Η γενεά όλη των Ιουδαίων συνέχισαν Ιουδαίων. Με πρόσωπο το των
συνενώθηκε και συγχωνεύτηκε με τους χριστιανούς. Ο δε βασιλέας και ο Αρχιεπίσκοπος ζούσαν ενάρετα, δοξολογώντας κάθε μέρα τον Κύριο με αγρυπνίες και άλλα θεάρεστα έργα. Ιδιαίτερα και περισσότερο από όλες τις αρετές επιμελούνταν την ελεημοσύνη ως θεομίμητοι, βοηθώντας απλόχερα τα ορφανά και τις χήρες και τους άλλους πτωχούς. Αφού εξέτασε ο χριστιανικότατος εκείνος βασιλέας όλες τις αποφάσεις τις οποίες είχε γράψει, τις μεν δίκαιες επικύρωσε, τις δε άδικες ακύρωσε. Κατά προσταγή του δε οι μεγιστάνες και οι άρχοντες του έδωσαν εγγράφως ιδιόχειρες δηλώσεις ότι δεν θα αδικήσουν ποτέ κανένα πτωχό, ούτε θα κρίνουν άδικα,
ούτε θα καταδικάσουν άδικα κάποιον ανεύθυνο ή θα δικαιώσουν κάποιον υπεύθυνο. Ο βασιλέας ποτέ δεν έκανε κάτι χωρίς να επικαλεστεί τη μεσιτεία του Αγίου και να ερωτήσει τον Κύριο. Εκείνο δε που πρόσταζε ο Κύριος το έκαμνε κατά γράμμα. Έτσι όλα τα της βασιλείας έβαιναν κατ' ευχήν, επειδή αυτός έκαμνε εκείνα τα οποία άρεζαν στο Θεό. Μετά τον Ελεσβάν παρέλαβε το βασίλειο ο γιος του Έρδητος, ο οποίος υποτασσόταν κι αυτός παρόμοια όπως ο πατέρας του στον Άγιο Γρηγέντιο, ο οποίος ποίμανε το ποίμνιο του Χριστού καλώς και θεαρέστως, κάνοντας πολλά θαύματα, όχι μόνο όταν βρισκόταν στη ζωή αυτή, αλλά και μετά την οσία του κοίμηση που
έγινε τη 19η του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 552 μετά Χριστόν. Τότε όλοι θρηνούσαν πικρά και οδύρονταν στη στέρηση τέτοιου φιλανθρώπου ποιμένος, γιατί σε όλους ήταν πατέρας φιλόστοργος και φιλότεκνος, μεσιτεύοντας στον φιλάνθρωπο Θεό, παρακαλώντας και δεόμενος συμπαθέστατα για το ποίμνιο και με τη θεάρεστη οικεισία του συγχωρούσε τα πταίσματά τους και τους οδηγούσε στη σωτηρία.
Θα θέλαμε σήμερα να σταθούμε στο θαυμαστό όραμα το οποίο κατ' απαίτηση του Ιουδαίου νομοδιδασκάλου και μετά από προσευχή του Αγίου Γρηγεντίου παρουσιάστηκε και έγινε ορατό τόσο από τους Εβραίους όσο και από τους βαπτισμένους Χριστιανούς. Το αποτέλεσμα όμως της ίδιας οράσεως, της οράσεως του θεϊκού, του ακτίστου εκείνου φωτός, ήταν διαφορετικό στους μεν και στους δε. Οι μεν βαπτισμένοι, καθαρισμένοι δηλαδή με το Άγιο Βάπτισμα, έβλεπαν με φόβο ανάμεικτο με πολλή χαρά, εν τρόμω ηγαλλιάσαντο, έβλεπαν με πολλή ευφροσύνη και γλυκύτητα, οι δε μέχρι τότε άπιστοι, ακάθαρτοι και αφώτιστοι Ιουδαίοι καταλήφθηκαν από πολύ φόβο, τρόμαξαν και τυφλώθηκαν. Το ίδιο φως
προκάλεσε διαφορετικά αποτελέσματα ανάλογα με τις πνευματικές προϋποθέσεις του καθενός, ανάλογα με την ύπαρξη ή μη καθαρότητας της ψυχής. Ο Θεός είναι για τους Αγίους φως ιλαρόν, φως που χαροποιεί, φως που δημιουργεί κατάσταση παραδείσου, για τους αμαρτωλούς όμως είναι πυρ καταναλίσκον, φωτιά που κολάζει και κατακαίει την αμαρτία. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το περιστατικό που προαναφέρθηκε, δηλαδή της εμφανίσεως του Χριστού, αποτελεί μια πρόγευση της Δευτέρας Παρουσίας και της Μελλούσης Κρίσεως, κατά την οποία όλοι θα δουν τον ίδιο ένδοξο αυτό Χριστό, αλλά οι μεν δίκαιοι, αυτοί που καθάρισαν την ψυχή τους από τα πάθη και φόρεσαν το ένδυμα γάμου των αρετών,
Τον βλέπουν και θα ευφραίνονται και θα ζουν την αιώνια ζωή, οι δε ακάθαρτοι και εμπαθείς θα Τον βλέπουν και θα λυπούνται και θα κολάζονται όπως ο διάβολος. Είναι προφανές λοιπόν το καθήκον προς τον εαυτό μας, ενόσω έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά στη ζωή αυτή, να τον καθαρίσουμε με τη χάρη του Θεού, με τη μετάνοια από την αμαρτία, για να αξιωθούμε της μακαρίας εκείνης οράσεως και αιωνίου ευφροσύνης.
Αγγλική μετάφρασηEN · 19 παράγραφοι
Saint Gregentios came from the great city of Milan and lived in the sixth century after Christ. His devout parents were named Agapios and Theodote. Even as a child, Gregentios showed by signs and virtuous deeds that he would become a true servant of Christ. When he reached adulthood, he was ordained a deacon. He then devoted himself to more fasting, bodily hardship, and ascesis, or ascetic discipline, and performed great and wondrous deeds. In Milan there was a gifted elder who lived as a hermit. He foretold to the Saint what would happen to him. And the great Apostle Peter
later revealed to him in a vision that he would become bishop of Ethiopia and bring countless Jews to the true faith. And so it happened. At that time, the devout Justin I, a defender of Orthodoxy, was emperor in Byzantium. Ethiopia was ruled by King Elesbaan, a deeply Christian man known for his justice and devotion. When the Archbishop of Ethiopia died, the king wrote to the Patriarch of Alexandria, asking him to send a virtuous and very wise bishop to shepherd his people. By divine providence, Gregentios was then in Alexandria. The Patriarch, enlightened by the Holy Spirit, ordained him and
sent him to Ethiopia. The king and the whole senate welcomed him as one equal to the apostles. With great zeal and fervent faith, the Saint fulfilled his mission, strengthening, guiding, and teaching his flock every day. What especially showed him to be a great shepherd and defender of the true Orthodox faith was his tireless effort to spread Christian teaching everywhere and establish it through laws, instructions, official directives, and other measures. At that time, many thousands of Jews lived in Ethiopia and held firmly to what the account describes as their error. Gregentios strove with all his strength to bring them to the true faith,
and, as we shall see, he succeeded. The Saint's work extended beyond Ethiopia into Arabia, especially the land of the Himyarites. Many Jews lived there, but so did Christians, and it was there that Saint Arethas suffered martyrdom. Saint Gregentios ordained priests and deacons, consecrated many newly built churches, and appointed bishops in the cities. While there, he worked to draw the Jews whom he believed had gone astray to the true faith in Christ. He succeeded through the wisdom of his words and the many miracles he performed.
Erban, a teacher of Jewish law, argued with the Saint every day and troubled him with false arguments. But God-inspired Gregentios swept away all his schemes and sophistries as though they were cobwebs. For many days the wise Gregentios and Erban debated, asking and answering questions from the books of the prophets. At last Erban saw that Gregentios was prevailing because he was wiser and spoke the truth. He said, “Why waste our time on so many fruitless discussions? Let us stop arguing and come to deeds. Show me this Jesus Christ alive, so that I may see Him with my own eyes and speak with Him.
Then I will truly become a Christian.” Gregentios saw that Erban had spoken sincerely, without mockery or pretense, and replied, “How do you want to receive the proof you have asked for?” Erban said, “Ask your Master, if He is in heaven as you say, to come down so that I may see Him and speak with Him. Then, as the Lord God lives, whom you call the Father of your Christ, I will believe in Him at once and receive Baptism.” The crowd of scribes and Pharisees agreed. They all accepted the challenge, thinking it impossible that the one who had been killed and buried could appear before them.
The Saint knew that the Lord had said in the Holy Gospel that whoever believes in Him would do even greater works than He had done. So he went out, stood facing the people, and bowed to the ground three times. Among his prayers he said, “Lord Jesus Christ, have mercy also on this people whose eyes are darkened. Open the eyes that the devil has blinded, and appear to them in Your abundant mercy. Let them see You with their own eyes today and believe in You, the only true God, and in the Father who sent You and Your Holy Spirit.” As the Saint said this, suddenly there was
a great earthquake and a thunderclap from the east. They saw the heavens open and a bright cloud stretching down from heaven toward them. Looking more closely, they saw our Lord Jesus Christ coming toward them from heaven, seated on the cloud and beautiful beyond description. He stopped near the gathering, above the Archbishop, shining with rays of divine glory. On His head was a beautiful crown; in His left hand, a book; and in His right, a sword. Fear seized everyone, while the Christians were also filled with great joy. Then a voice came from Christ the Master, saying:
“I have appeared to you in answer to the Archbishop's fervent prayer. I am the one whom your fathers crucified.” When the Jews heard the voice, they fell to the ground in terror and were blinded, as the great Apostle Paul had been before them. After a little while they stood up. Their eyes were open, but they could see nothing. The faithful, however, could still see, and their sight became clearer as they watched the Lord ascend into heaven, until the cloud covered Him and He was no longer visible. Thus the Lord ascended to where He had been before. All the Christians loudly gave thanks for God's great mercy in coming to them.
The Jews, still unable to see, said to Erban, “Alas for us! What will become of us now, teacher? How can we find our way when we cannot see?” Erban asked the others, “Are we the only ones who cannot see after seeing God, or are the Christians blind too?” Some of the faithful answered, “We Christians saw Christ and were illumined by His ineffable grace. Now we see even more clearly.” Erban said to the Archbishop, “When someone sees God, he receives some blessing from Him. But today we saw Him and were blinded. Is this the blessing Christ gives to those who come to Him?
Does He have the goodness of His Father?” The Saint replied, “He has answered you according to your blasphemies.” Erban said, “But if He repays evil with evil, no one will come to metanoia, to repentance.” The Saint answered, “A doctor is not condemned for cutting away what has become rotten. You saw the Lord with eyes unworthy of the sight, and that is why you were blinded.” Erban said, “After all we have heard and seen, one thing remains for you to do: restore our sight, and then make us all Christians.” The Saint told him, “Receive Baptism first, and then you will see again.” Erban replied, “But if you baptize us and afterward we still cannot see, what
will happen?” The Saint said, “Let just one of you be baptized. If he is not illumined in both soul and body, let no one else be baptized.” All the Jews agreed. When the Saint baptized one of them, the man's eyes opened at once. He said, “Jesus Christ is truly God, and I, unworthy as I am, believe in Him.” Hearing this, the others came forward eagerly and were baptized. Having received the seal in Christ, they joined the Orthodox Christians, and there was great joy and rejoicing in the Church of Christ. When Erban and the rest were baptized, their sight was restored, and they
glorified the Lord aloud, repenting of their former sins. They held the blessed Gregentios in great reverence and honored him as an angel of God. Erban loved the Saint so much that he could scarcely bear to leave his side. The king, who had stood as Erban's sponsor at Holy Baptism, named him Leo, made him a member of the senate, and gave him the rank of patrician. Baptism spread among the Jews throughout the cities of the region, and whole synagogue communities were baptized. The first Jewish converts numbered five thousand. The Jewish community as a whole
came together with the Christians and became part of their community. The king and the Archbishop lived virtuously, praising the Lord every day through vigils and other works pleasing to God. Above all the virtues, they practiced mercy and generosity, following God's example by helping orphans, widows, and others in poverty. The devout king reviewed all the judgments he had issued. He upheld the just ones and overturned the unjust ones. At his command, the nobles and officials gave him signed statements promising never to wrong anyone in poverty or judge unjustly,
never to condemn an innocent person or acquit a guilty one. The king never acted without seeking the Saint's prayers and asking the Lord for guidance. Whatever the Lord directed, he carried out exactly. Thus the affairs of the kingdom went well, because he did what pleased God. After Elesbaan, his son Erdetos inherited the kingdom. Like his father, he followed Saint Gregentios, who shepherded Christ's flock well and in a manner pleasing to God. He worked many miracles, both during his life and after his blessed repose,
which took place on December 19, in the year 552 after Christ. Everyone grieved bitterly at the loss of so loving a shepherd. He had been an affectionate father to them all, interceding with our compassionate God and praying tenderly for his flock. Through his closeness to God, he sought forgiveness for their failings and guided them toward salvation.
Today we would like to reflect on the wondrous vision that appeared after the Jewish teacher of the law demanded a sign and Saint Gregentios prayed. Both the Jews and the baptized Christians saw it. Yet this same vision of divine, uncreated light had a different effect on each group. The baptized Christians, cleansed through Holy Baptism, looked on with fear mingled with great joy. They “rejoiced with trembling,” seeing it with gladness and delight. But the Jews, who until then had not believed and remained spiritually unclean and unenlightened, were overcome with fear, trembled, and were blinded. The same light
had different effects according to each person's spiritual state and the purity of the soul. For the Saints, God is a gentle light that brings joy, a light that creates the experience of Paradise. But for sinners, He is a consuming fire that burns away sin and is experienced as torment. We might say that the appearance of Christ we have just heard about is a foretaste of the Second Coming and the Judgment to come. Then everyone will see the same glorious Christ. The righteous, who have cleansed their souls of the passions and put on the wedding garment of the virtues,
will see Him, rejoice, and live eternal life. But those who remain unclean and bound by the passions will also see Him, and will grieve and suffer torment, as the devil does. So while our eyes are still open in this life, our duty to ourselves is clear: we must cleanse our souls by God's grace, through metanoia, repentance from sin, so that we may be counted worthy of that blessed vision and eternal joy.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ\19 12 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.