Ο Άγιος Γόρδιος και το θάρρος της ομολογίας του Χριστού
Η Εκκλησία τιμά τον Άγιο Γόρδιο στις 3 Ιανουαρίου, μαζί με τον Προφήτη Μαλαχία, τον Όσιο Πέτρο τον Σημειοφόρο και άλλους μάρτυρες. Ο Γόρδιος, εκατόνταρχος από την Καισάρεια της Καππαδοκίας, αποσύρθηκε στην έρημο κατά τη διάρκεια της δίωξης των χριστιανών από τον Λικίνιο.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η Εκκλησία τιμά τον Άγιο Γόρδιο στις 3 Ιανουαρίου, μαζί με τον Προφήτη Μαλαχία, τον Όσιο Πέτρο τον Σημειοφόρο και άλλους μάρτυρες.
- Ο Γόρδιος, εκατόνταρχος από την Καισάρεια της Καππαδοκίας, αποσύρθηκε στην έρημο κατά τη διάρκεια της δίωξης των χριστιανών από τον Λικίνιο.
- Με νηστεία, προσευχή και μελέτη των Γραφών, προετοιμάστηκε να ομολογήσει δημόσια την πίστη του.
- Μπήκε σε γεμάτο στάδιο, δήλωσε την πίστη του στον Χριστό και οδηγήθηκε μπροστά στον άρχοντα.
- Ο Γόρδιος αντιμετώπισε απειλές και απέρριψε τις υποσχόμενες ανταμοιβές, εμπιστευόμενος την ανάσταση και τη Βασιλεία των Ουρανών.
- Όταν φίλοι τον παρότρυναν να αρνηθεί φωναχτά τον Χριστό, διατηρώντας την πίστη στην καρδιά του, επέμεινε ότι η πίστη πρέπει να ομολογείται και με λόγια.
- Πήγε ήρεμα στον αποκεφαλισμό του, και η ομιλία κλείνει με τη διδασκαλία του Αγίου Βασιλείου για την προτίμηση της αιώνιας ζωής έναντι της πρόσκαιρης ασφάλειας.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 19 παράγραφοι
Σήμερα, 3 του μηνός Ιανουαρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Αγίου Προφήτου Μαλαχίου, του Αγίου Μάρτυρος Γορδίου, του Οσίου Πέτρου του Σημειωφόρου και των Αγίων Μαρτύρων, μητέρας και δύο παιδιών, οι οποίοι τελειώθηκαν στην πυρά.
Μάρτυς του Χριστού Γόρδιος καταγόταν από την Καισάρεια της Καππαδοκίας και έζησε κατά τους χρόνους του βασιλέα Λικινίου, δηλαδή κατά τις αρχές του τετάρτου μετά Χριστόν αιώνος. Στρατιωτικός κατά το επάγγελμα, εκατόνταρχος, διέπρεψε στις τάξεις του στρατού και για τη σωματική του ρώμη και για το ψυχικό του σθένος. Όταν ο αυτοκράτορας σήκωσε θεομάχο χέρι εναντίον της πίστεως, διαλαλούνταν παντού και τοιχοκολλούνταν διατάγματα σε όλες τις αγορές και σε κάθε επίσημο τόπο να μην προσκυνείται ο Χριστός ή αυτοί που Τον προσκυνούν να τιμωρούνται με θάνατο. Όλοι να θυσιάζουν στα είδωλα και να πιστεύουν σε αυτά και όσοι δεν πείθονται να τιμωρούνται σκληρά.
Οι περιουσίες διαρπάζονταν, τα σώματα εκείνων που αγαπούσαν το Χριστό διασχίζονταν με κτυπήματα, δεν υπήρχε λύπη για τα νιάτα και σεβασμός για τα γεράματα. Έτσι, αυτοί που δεν είχαν πράξει καμιά αδικία υπέμειναν τα βασανιστήρια των κακούργων. Οι φυλακές γέμιζαν ασφυκτικά, σπίτια ερημώθηκαν και οι ερημιές γέμισαν από φυγάδες. Το έγκλημα αυτών που έπασχαν ήταν η ευσέβεια. Κατακρημνίζονταν οι ναοί από ανόσια χέρια, ανατρέπονταν τα θυσιαστήρια και δεν προσφερόταν θυσία ούτε θυμίαμα. Εκείνοι που πρόσφεραν λατρεία στο Θεό είχαν καταδιωχθεί, τα δαιμόνια χόρευαν θριαμβευτικά. Τότε ο γενναίος αυτός Γόρδιος έριξε τη ζώνη κι αφού περιφρόνησε το αξίωμα,
δόξα, τον πλούτο, τη συγγένεια, τους φίλους, τους υπηρέτες, την απόλαυση του βίου, όλα όσα είναι περιζήτητα στους ανθρώπους, εξορίστηκε και έτρεξε προς τις πιο βαθιές και δύσβατες για τους ανθρώπους ερημιές.
Διατηρούσε καθαρά τα αυτιά και τα μάτια του και πρώτα απ' όλα ήταν καθαρός κατά την καρδία για να μπορέσει να δει το Θεό και να γίνει μακάριος. Είδε με αποκαλύψεις, διδάχθηκε τα μυστήρια όχι από ανθρώπους, ούτε μέσω ανθρώπων, αλλά με το να έχει μαζί του το μεγάλο διδάσκαλο, το Πνεύμα της αληθείας. Άναψε μέσα του ο πόθος για την αιώνια ζωή.
Και σαν αθλητής που έχει αισθανθεί τον εαυτό του να είναι καλά γυμνασμένος και προετοιμασμένος για τον αγώνα, με τις νηστείες, τις αγρυπνίες, τις προσευχές,
τη συνεχή και ακατάπαυστη μελέτη των λόγων του Πνεύματος, περίμενε τη μέρα αυτή, κατά την οποία ολόκληρη η πόλη, με όλο το λαό που εόρταζε προς τιμήν του φιλοπόλεμου δαίμονος, είχε καταλάβει το στάδιο για να παρακολουθήσει ιπποδρομικούς αγώνες.
Λοιπόν, συγκεντρωθεί επάνω στα θεωρεία όλος ο λαός, και δεν απουσίαζαν ούτε οι Ιουδαίοι, ούτε οι ειδωλολάτρες, και από τους χριστιανούς πλήθος μεγάλο ήταν ανακατωμένο μαζί με αυτούς, αυτοί δηλαδή που ζουν χωρίς προφύλαξη, που κάθονται με τα συνέδρια της ματαιότητος και δεν αποφεύγουν τις συναθροίσεις των πονηρών. Τότε λοιπόν ο γενναίος εκείνος και γενναιόκαρδος, ο μεγάλος το φρόνημα, αφού κατέβηκε στο στάδιο από τα βουνά, δεν φοβήθηκε το λαό.
Δεν λογάριασε σε πόσα εχθρικά χέρια παραδίδεται, αλλά με ατρόμητη καρδιά στάθηκε στο κέντρο του σταδίου. Και με θάρρος κραύγασε: «Ευρέθην τοις εμέ μη ζητούσιν, εμφανής εγενόμην τοις εμέ μη επερωτώσιν», δηλώνοντας με αυτά ότι δεν οδηγήθηκε στους κινδύνους κατ' ανάγκην, αλλά με τη θέλησή του ρίχτηκε στον αγώνα, κατά μίμηση του Κυρίου, ο οποίος μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, αγνοούμενος από τους Ιουδαίους, τους φανέρωσε τον εαυτό του. Αμέσως λοιπόν ο άνδρας που είχε αγριέψει την όψη και λόγω της πολυχρόνιας διαβίωσης στα βουνά, είχε ακαλλώπιστη την κεφαλή, πλούσια τη γενειάδα, ρυπαρά τα ενδύματα, σκελετωμένο ολόκληρο το σώμα και κρατούσε ραβδί,
έφερε κρεμασμένο σακίδιο και τον περιέλαμπε μια μυστική χάρη, τράβηξε την προσοχή του κόσμου. Μόλις μαθεύτηκε ποιος είναι, αμέσως ανάμεικτη κραυγή αφέθηκε από όλους, διότι οι μεν οικείοι της πίστεως λόγω της μεγάλης χαράς χειροκροτούσαν. Οι δε εχθροί της αλήθειας παρότρυναν τον δικαστή να τον φονεύσει και τον κατεδίκαζαν εκ των προτέρων σε θάνατο. Παραμελήθηκαν τα άλογα και οι ιππείς, κανείς δεν είχε καιρό να βλέπει τίποτε άλλο παρά τον Γόρδιο. Ούτε τα αυτιά άκουγαν τίποτα άλλο παρά τα λόγια εκείνου. Αμέσως τον άρπαξαν και τον οδήγησαν στον άρχοντα που καθόταν κάπου εκεί και διηύθυνε τον αγώνα. Εκείνος στην αρχή με γλυκιά και ήμερη φωνή τον ρωτούσε να μάθει ποιος ήταν και
από πού καταγόταν. Αφού δε ανέφερε την πατρίδα, το γένος, το αξίωμα που κατείχε, την αιτία της φυγής, την επιστροφή, «Ήρθα να είμαι παρών για να αποδείξω εμπράκτως και την περιφρόνηση των προσταγμάτων σας και την πίστη μου στον Θεό που ήλπισα», είπε. «Πράγματι, έχω ακούσει από πολλούς ότι διαφέρεις ως προς την αγριότητα. Λοιπόν, διάλεξα τη στιγμή αυτή ως κατάλληλη για μένα, για να εκπληρώσω την επιθυμία μου». Με τα λόγια αυτά, αφού άναψε το θυμό του άρχοντα σαν φωτιά, εξήγειρε εναντίον του όλη τη μανία εκείνου. Κάλεσε να ετοιμαστούν όλα τα βασανιστήρια. Κοντά στη φυσική αγριότητα γινόταν ακόμη πιο σκληρός καθώς έβλεπε το γενναίο φρόνημα του μάρτυρος.
Ο δε Γόρδιος, αποβλέποντας προς το Θεό, έλεγε: «Κύριος εμοί βοηθός και ου φοβηθήσομαι. Τι ποιήσει μοι άνθρωπος;» και το «ου φοβηθήσομαι κακά, ότι συ μετ' εμού ει» και όσα άλλα είναι παρόμοια με αυτά που είχε διδαχθεί από την Αγία Γραφή και προτρέπουν προς την ανδρεία. «Γιατί βραδύνετε», έλεγε, «γιατί στέκεστε; Ας ξεσκιστεί το σώμα, ας στρεβλωθούν τα μέλη, ας βασανιστώ όπως θέλετε. Μη με ζημιώσετε από την μακαρία ελπίδα, διότι όσο περισσότερο επιτείνετε τα βάσανα, τόσο μεγαλύτερη μου κάνετε την ανταμοιβή. Αυτά είναι ανταλλάγματα προς τον Κύριο. Αντί των μωλώπων του σώματος, φωτεινό ένδυμα κατά την Ανάσταση θα μας δοθεί,
των ατιμώσεων στεφάνια, αντί των φυλακών παράδεισος, αντί της καταδίκης με τους κακούργους, τη συμβίωση με τους αγγέλους. Σπείρατε πολλά σε μένα για να θερίσω πολλαπλάσια». Αφού δε δεν μπορούσαν να τον υποτάξουν με τα φοβερά, άλλαξαν τακτική και τον καλόπιαναν. Διότι τέτοια είναι η μέθοδος του διαβόλου: φοβερίζει τον δειλό και μαλακώνει τον γενναίο. Τέτοια υπήρξαν τότε και τα τεχνάσματα του κακούργου. Δηλαδή, όταν τον είδε να μην υποχωρεί στις απειλές, προσπάθησε να τον δαμάσει με τις απάτες και τα δολώματα. Υποσχόταν δώρα. Καθώς όμως αποτύχανε και στην προσπάθεια αυτή, ο μακάριος, όταν άκουσε τις υποσχέσεις, γέλασε για τιμωρία του, να νομίζει δηλαδή ότι θα μπορούσε να προσφέρει κάτι αντάξιο της Ουρανίου Βασιλείας, τότε δεν μπόρεσε να βαστάξει το θυμό του και κατεδίκασε τον μακάριο σε θάνατο. Όλος ο κόσμος ξεκίνησε και πήγε στον τόπο της εκτελέσεως. Οι φίλοι, αφού περικύκλωσαν τον μακάριο, ο οποίος ορμούσε κιόλας προς τη ζωή μέσω του θανάτου, τον αγκάλιαζαν, θρηνώντας μεγαλόφωνα και δίνοντας τον τελευταίο ασπασμό. Χύνοντας πάνω του θερμά δάκρυα, τον ικέτευαν να μην παραδώσει τον εαυτό του στη φωτιά, να μην καταστρέψει τα νιάτα του, να μην εγκαταλείψει το γλυκό αυτόν ήλιο. Άλλοι παραλογίζονταν και έλεγαν: «Πες την άρνηση μόνο με το λόγο,
κράτα την πίστη με την ψυχή όπως θέλεις. Πάντως ο Θεός δεν δίνει προσοχή στη γλώσσα, αλλά στη διάθεση εκείνου που ομιλεί. Διότι έτσι θα μπορέσεις και το δικαστή να καταπραΰνεις και το Θεό να εξιλεώσεις». Ο Γόρδιος όμως ήταν άκαμπτος και αδάμαστος, παρέμενε άτρωτος σε κάθε είδους προσβολή και διεφύλαττε ασάλευτο το θεμέλιο της πίστεως στο Χριστό. «Μην κλαίτε για μένα», έλεγε, «αλλά να κλάψετε για εκείνους που θεομαχούν, αυτούς που αποτολμούν τέτοια πράγματα εναντίον των πιστών, αυτούς που με τη φλόγα αυτή την οποία ανάβουν για μας επισωρεύουν τη φωτιά της κολάσεως για τους εαυτούς τους. Σταματήστε να κλαίτε και να ραγίζετε την καρδιά μου, διότι εγώ είμαι προετοιμασμένος να πεθάνω για το όνομα του Χριστού, όχι μόνο μια φορά,
και μύριες, αν ήταν δυνατόν». Σε αυτούς που τον συμβούλευαν την με τη γλώσσα άρνηση, αποκρίθηκε: «Η γλώσσα η οποία πλάστηκε από το Χριστό δεν ανέχεται να πει κάτι εναντίον του κτίστου. Καρδία γάρ πιστεύομεν εις δικαιοσύνην, στόματι δε ομολογούμεν εις σωτηρίαν. Μην πλανάστε, Θεός ου μυκτηρίζεται. Από τα λόγια μας μας κρίνει. Από τα λόγια μας μας δικαιώνει και από τα λόγια μας μας καταδικάζει. Δεν έχετε αναγνώσει τη φοβερή απειλή του Κυρίου, ότι δηλαδή “Όστις αν αρνήσηταί με έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι καγώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν ουρανοίς”;» Αυτά κι άλλα αφού είπε και έκανε τον τύπο του σταυρού, προχωρούσε προς το κτύπημα, χωρίς να παραλλάξει το χρώμα,
να αλλοιώσει καν τη λαμπρότητα του προσώπου. Συμπεριφερόταν δηλαδή όχι σαν να επρόκειτο να συναντήσει τον δήμιο, αλλά σαν να παραδώσει τον εαυτό του στα χέρια των αγγέλων, οι οποίοι θα τον μεταθέσουν όπως το Λάζαρο στη μακαριστή ζωή. Έτσι απέκοψαν την τιμία του κεφαλή και έτσι έλαβε ο μακάριος του μαρτυρίου το στέφανο. Ευχαριστώ.
Στο οποίο θα άξιζε να σταθούμε είναι η στάση και τα λόγια, οι συμβουλές κάποιων φίλων του Αγίου, οι οποίοι τον συμβούλευαν να αρνηθεί μόνο με τα λόγια το Χριστό και να κρατήσει την πίστη εσωτερικά, με την ψυχή. Τη στάση αυτή, την οποία πολλές φορές κρατάμε κι εμείς καθώς προσπαθούμε να συμβιβάσουμε κάποια ασυμβίβαστα μεταξύ τους πράγματα, ας αφήσουμε το Μέγα Βασίλειο να τη σχολιάσει με λόγια τα οποία βάζει στο στόμα του μάρτυρος, στο σχετικό εγκωμιαστικό του προς αυτόν λόγο, κλείνοντας με αυτά το σημερινό μας συναξάρι. «Αντιτείνω: με συμβουλεύετε να επινοώ και αυτά τα σοφίσματα; Τι θα κερδίσω για τον εαυτό μου από αυτή την τέχνη; Για να κερδίσω λίγες μέρες,
θα ζημιωθώ ολόκληρη τη ζωή; Για να αποφύγω αυτά που είναι επίπονα στη σάρκα, αλλά δεν θα δω τα αγαθά των δικαίων. Είναι καθαρή τρέλα να χαθώ με τεχνάσματα, να διαπραγματευθώ με πανουργία και δόλο την αιώνια κόλαση για τον εαυτό μου. Αλλά και σας συμβουλεύω, εάν μεν κακώς φρονείτε, να γνωρίσετε καλά την πίστη. Εάν δε υποκρίνεστε για την περίσταση, αποθέμενοι το ψεύδος, λαλείτε αλήθειαν. Ας μην περιμένουμε να πεθάνουμε, αλλά από τη ζωή ας μεταβούμε στη ζωή. Γιατί περιμένετε το φυσικό θάνατο; Είναι άκαρπος, ανωφελής και κοινός στα κτήνη και στους ανθρώπους. Αφού εξάπαντος πρέπει να πεθάνουμε, ας διαπραγματευτούμε προς χάρη μας τη ζωή με το θάνατο.
Κάνετε εκούσιο αυτό που γίνεται κατ' ανάγκη. Μην λυπηθείτε τη ζωή της οποίας η στέρηση είναι αναγκαία. Κι αν ακόμη τα αιώνια ήταν παρόμοια με τα γήινα, θα έπρεπε να φροντίζουμε να τα ανταλλάξουμε τα γήινα με τα ουράνια. Αλλά ενώ είναι πρόσκαιρα και υπολείπονται πολύ κατά την αξία, είναι φοβερή τρέλα να ξεπέφτουμε από τους αποκειμένους της ελπίδος μακαρισμούς εξαιτίας της φροντίδας γύρω από τα γήινα.
Αγγλική μετάφρασηEN · 19 παράγραφοι
Today, January 3, our Church commemorates the Holy Prophet Malachi, Saint Gordius the Martyr, Saint Peter the Standard-Bearer, and the holy martyrs—a mother and her two children—who met their end in the fire.
Gordius, a martyr of Christ, came from Caesarea of Cappadocia and lived in the reign of Licinius, at the beginning of the fourth century after Christ. He was a soldier, a centurion, distinguished in the army for both his physical strength and his courage of soul. When the emperor raised his hand against God and the faith, decrees were proclaimed everywhere and posted in every marketplace and public place: Christ must not be worshipped, and those who worshipped Him would be put to death. Everyone was to sacrifice to the idols and believe in them. Those who refused would be severely punished.
Property was seized, and those who loved Christ were beaten until their bodies were torn. No pity was shown to the young, and no respect to the old. People who had done no wrong suffered the punishments of criminals. The prisons were packed, homes were deserted, and the wilderness filled with fugitives. Their only crime was devotion to God. Churches were torn down by unholy hands, altars were overturned, and neither sacrifice nor incense was offered. Those who worshipped God had been driven away, while the demons danced in triumph. Then the brave Gordius cast off his soldier’s belt and set aside his rank,
his glory, wealth, family, friends, servants, the pleasures of life—everything people prize. He went into exile, fleeing to the deepest wilderness, places people could scarcely reach.
He kept his ears and eyes pure, and above all he was pure in heart, so that he might see God and be blessed. Through revelations he came to know the Mysteries. He was taught neither by human beings nor through them, but by the great Teacher who was with him, the Spirit of truth. A longing for eternal life was kindled within him.
And like an athlete who knows he has trained well and is ready for the contest, through fasting, vigils, prayers,
and constant, unceasing study of the words of the Spirit, he waited for the day when the whole city would gather in the stadium for horse races, celebrating in honor of a demon that loved war.
The whole crowd had gathered in the stands. Jews and idol worshippers were there, and many Christians had mingled with them too: people who lived without caution, sat in the assemblies of vanity, and did not avoid gatherings of the wicked. Then that brave man, great in heart and spirit, came down from the mountains into the stadium. He was not afraid of the crowd.
He gave no thought to the many hostile hands into which he was placing himself. With a fearless heart, he stood in the middle of the stadium and cried out boldly: “I was found by those who did not seek Me; I became known to those who did not ask for Me.” By this he showed that he had not been forced into danger; he had entered the contest of his own will, following the Lord, who revealed Himself to the Jews in the darkness of the night when they did not know where He was. The man’s appearance had grown wild from his long years in the mountains. His hair was unkempt, his beard was thick, his clothes were filthy, his whole body was gaunt, and he carried a staff.
A small bag hung from his shoulder, and a hidden grace shone about him. He caught everyone’s attention. As soon as they learned who he was, a mixed cry rose from the crowd. Those who shared his faith applauded with great joy, while the enemies of the truth urged the judge to kill him, condemning him to death before he had even been tried. Horses and riders were forgotten. No one had eyes for anything but Gordius, or ears for anything but his words. At once they seized him and led him to the ruler, who was seated nearby overseeing the races. At first the ruler spoke gently, asking who he was and
where he came from. Gordius told him his homeland and family, the rank he had held, why he had fled, and why he had returned. “I have come here,” he said, “to show by my actions both my contempt for your commands and my faith in the God in whom I have placed my hope. I have heard from many people how exceptionally cruel you are, so I chose this moment to fulfill my desire.” These words set the ruler’s anger ablaze and stirred up all his fury against him. He ordered every instrument of torture to be prepared. Harsh by nature, he grew still harsher at the sight of the martyr’s courageous spirit.
But Gordius looked toward God and said, “The Lord is my helper; I will not fear. What can man do to me?” And again, “I will fear no evil, for You are with me.” He recalled other words like these from Holy Scripture, words that call us to courage. “Why are you delaying?” he said. “Why do you stand there? Tear my body, twist my limbs, torture me however you wish. Do not rob me of my blessed hope. The more you increase my sufferings, the greater you make my reward. This is what the Lord gives in exchange: for the wounds of the body, we shall receive a shining garment at the Resurrection;
for dishonor, crowns; for prisons, Paradise; for being condemned alongside criminals, life with the angels. Sow much suffering in me, so that I may reap many times more.” When they could not overcome him with threats, they changed their approach and tried to coax him. That is the devil’s way: he frightens the timid and tries to soften the brave. Such were the schemes of that wicked ruler. When he saw that Gordius would not yield to threats, he tried deceit and enticements. He promised him gifts. But this failed too. The blessed martyr laughed at the promises, to the ruler’s humiliation: did the man think he could offer anything equal to the Kingdom of Heaven? The ruler could no longer contain his anger and sentenced him to death. The whole crowd set off for the place of execution. His friends surrounded the blessed man, who was already hastening toward life through death. They embraced him, wept aloud, and gave him a final kiss. Shedding warm tears over him, they begged him not to surrender himself to the fire, not to throw away his youth, not to leave behind the sweetness of sunlight. Others gave him foolish advice: “Deny Christ with your words alone,
and keep the faith in your soul, as you wish. God pays no attention to the tongue, but to the intention of the person speaking. This way you can appease the judge and still be reconciled to God.” Gordius, however, was firm and unconquerable. No appeal could shake him; he held fast to the foundation of his faith in Christ. “Do not weep for me,” he said. “Weep for those who fight against God, who dare to do these things to the faithful. With the flames they kindle for us, they are heaping up the fire of Hell for themselves. Stop weeping and breaking my heart. I am ready to die for the name of Christ, not just once,
but ten thousand times, if that were possible.” To those who advised him to deny Christ with his tongue, he replied: “The tongue formed by Christ cannot bear to speak against its Creator. For with the heart we believe unto righteousness, and with the mouth we confess unto salvation. Do not be deceived: God is not mocked. He judges us by our words. By our words He justifies us, and by our words He condemns us. Have you not read the Lord’s fearful warning: ‘Whoever denies Me before men, I also will deny before My Father who is in heaven’?” Having said this and more, he made the sign of the Cross and went forward to meet the blow. The color did not drain from his face,
nor did its brightness fade. He bore himself as though he were about to place himself in the hands of angels, who would carry him, like Lazarus, into blessed life. So they cut off his honored head, and the blessed man received the crown of martyrdom. Thank you.
It is worth pausing over the attitude and advice of some of the saint’s friends. They urged him to deny Christ only in words while keeping the faith inwardly, in his soul. We often take the same approach when we try to reconcile things that cannot be reconciled. So let us close today’s account of the saint with Saint Basil the Great’s response. In his sermon praising the martyr, he places these words on Gordius’s lips: “I answer: are you advising me to devise such clever excuses? What would I gain for myself by this trick? To gain a few more days,
would I lose my whole life? Would I avoid suffering in the flesh, only to miss the blessings of the righteous? It would be sheer madness to destroy myself through clever schemes, to bargain for eternal Hell through cunning and deceit. And I have advice for you as well. If your beliefs are wrong, come to know the faith well. But if you are only pretending for the sake of this moment, put aside the lie and speak the truth. Let us not wait to die; let us pass from life into life. Why wait for a natural death? It bears no fruit, brings no benefit, and comes to animals and human beings alike. Since we must die in any case, let us gain life through death.
Choose freely what must happen in any case. Do not cling to a life you must one day lose. Even if eternal things were merely equal to earthly things, we ought to exchange what is earthly for what is heavenly. But earthly things are fleeting and worth far less. What terrible folly it would be to lose the blessings laid up for us in hope because we are preoccupied with earthly things.”
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
01 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ\03 01.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.