Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Όσιος Γεράσιμος, ο λέων και η αρετή της ευγνωμοσύνης

Γεννημένος στη Λυκία, ο Όσιος Γεράσιμος άφησε τις κοσμικές ανέσεις για να ακολουθήσει την προσευχή, τη νηστεία και τη μοναχική ζωή. Στην έρημο της Ιορδανίας ίδρυσε κοινότητα, όπου οι μοναχοί μοιράζονταν τα υπάρχοντά τους και ακολουθούσαν αυστηρό ρυθμό μοναξιάς και λατρείας.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων4 Μαρτίου16:29Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Γεννημένος στη Λυκία, ο Όσιος Γεράσιμος άφησε τις κοσμικές ανέσεις για να ακολουθήσει την προσευχή, τη νηστεία και τη μοναχική ζωή.
  • Στην έρημο της Ιορδανίας ίδρυσε κοινότητα, όπου οι μοναχοί μοιράζονταν τα υπάρχοντά τους και ακολουθούσαν αυστηρό ρυθμό μοναξιάς και λατρείας.
  • Ο Γεράσιμος αφαίρεσε ένα επώδυνο καλάμι από την πατούσα ενός λιονταριού, και το ευγνώμον ζώο έμεινε μαζί του και φύλαγε τον γάιδαρο της μονής.
  • Όταν έμποροι έκλεψαν τον γάιδαρο, ο Γεράσιμος κατηγόρησε εσφαλμένα το λιοντάρι και του ανέθεσε τη δουλειά του γαϊδάρου, δηλαδή τη μεταφορά νερού.
  • Αργότερα το λιοντάρι βρήκε τον γάιδαρο, τον έφερε πίσω και απαλλάχθηκε από εκείνη την εργασία.
  • Μετά τον θάνατο του Γερασίμου, το λιοντάρι οδηγήθηκε στον τάφο του, όπου θρήνησε και πέθανε. Η διάλεξη παρουσιάζει τον δεσμό τους ως σημείο της αρμονίας της δημιουργίας πριν από την Πτώση.
  • Ο ομιλητής προτρέπει τους ανθρώπους να ανταποκρίνονται στην αγάπη του Θεού και στην καλοσύνη των άλλων με ενεργό ευγνωμοσύνη, ευχαριστία και δοξολογία.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 18 παράγραφοι

Πατέρας μας Γεράσιμος γεννήθηκε κατά τα τέλη του Τετάρτου μετά Χριστόν αιώνος, πότε ακριβώς δεν είναι γνωστό, στη Λυκία της Μικράς Ασίας. Οι γονείς του ήταν εύποροι, αυστηροί δε κατά τα ήθη. Αυξανόμενος κατά την ηλικία, πλούτιζε κατά τη σύνεση.

Απομακρύνθηκε από τους θορύβους του κόσμου και έσπευσε προς την ήρεμη και απλή μοναχική ζωή. Απέβαλε κάθε κοσμική μέριμνα και αφοσιώθηκε στο Θεό και την αρετή, την οποία με θερμό πόθο αγωνιζόταν να αποκτήσει. Όλα αυτά τα έκανε ο Άγιος για να καταστήσει την ψυχή του καθαρή από κάθε πάθος και να γίνει δέκτης των υψηλών χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος. Γι' αυτό, αδιαφορούσε για κάθε ηδονή του φάρυγγα.

Απεχθανόταν τις πολυτελείς τροφές, αλλά και τον ύπνο χρησιμοποιούσε τόσο μόνο όσο ήταν απαραίτητος, αγρυπνούσε δε ασχολούμενος με την προσευχή και τη μελέτη των πνευματικών λόγων. Από την πατρίδα του, τη Λυκία, πήγε στην έρημο του Ιορδάνου για να αγωνιστεί με μεγαλύτερους αγώνες. Τόσο προόδευσε στην αρετή και τόσο αυτή τον διαφήμισε, ώστε πολλοί νεότεροι και παλαιότεροι, ακόμη και αναχωρητές, ήλθαν σε αυτόν και τον έκαναν πνευματικό τους οδηγό. Βλέποντας δε ο όσιος αυτούς ότι ήθελαν να μείνουν κοντά του, οικοδόμησε κοινόβιο στο οποίο έμεναν και ασκούνταν οι μοναχοί, όσοι δε από αυτούς γυμνάζονταν αρκετά και έφταναν σε βαθμό τελειότητος,

μπορούσαν πλέον να ασκούνται σε ιδιαίτερα αναχωρητικά κελιά. Τους αναχωρητές αυτούς ο Άγιος πρόσταξε να ζουν με τον εξής κανόνα. Όλες τις ημέρες της εβδομάδας να ησυχάζουν στα κελιά τους, χωρίς να χρησιμοποιούν τίποτε άλλο για τροφή, παρά μόνο άρτο, νερό και φίνικες. Το Σάββατο και την Κυριακή να μαζεύονται στην εκκλησία, να συμμετέχουν στις ακολουθίες και μετά να τρώγουν στο κοινόβιο μαγειρευμένο φαγητό και να πίνουν λίγο κρασί. Στο κελί τους να μην έχουν τίποτε ούτε να ανάβει φωτιά. Καθένας από τα εργόχερα που έκαμνε να συνεισφέρει στο κοινόβιο που πήγαινε κάθε Σάββατο, κατά δε την εσπέρα της Κυριακής, παίρνοντας τους άρτους, τους φίνικες και το νερό της εβδομάδας, να απέρχεται στο κελί του.

Ενδύματα δεν είχαν κάτι παραπάνω από εκείνο που φορούσαν. Για στρώμα είχαν ψάθα ή κάποιο ευτελές σκέπασμα. Ακόμη είχαν κανόνα από τον Άγιο Γεράσιμο, όταν έβγαιναν από τα κελιά τους να τα αφήνουν ανοιχτά, ώστε εκείνος που επιθυμούσε να μπορεί να μπαίνει και να παίρνει ό,τι είχε ανάγκη, για κανένα δε από τα βιωτικά πράγματα δεν απαγόρευε την κοινή χρήση. Έτσι κανείς κανένα από τα πράγματά του δεν το θεωρούσε δικό του, αλλά όλα τα θεωρούσαν κοινά, μαζί δε με τα πράγματα είχαν και την ψυχή και την καρδιά μία. Τόσο δε ο Όσιος Γεράσιμος αγαπούσε την εγκράτεια και τόσο αγωνιζόταν γι' αυτήν, ώστε κατά τις σαράντα μέρες της νηστείας έμενε άσιτος,

αρκούμενος μόνο στη Θεία Κοινωνία. Αλλά ας αναφέρουμε το ακόλουθο περιστατικό που δείχνει την πριν την πτώση κατάσταση των πρωτοπλάστων, στην οποία έφτασε ο Όσιος Γεράσιμος και κατά την οποία τα ζώα δεν ήταν εχθρικά προς τον άνθρωπο, αλλά υποτάσσονταν σε αυτόν, αναγνωρίζοντας τον κυριαρχικό ρόλο που του έδωσε ο Θεός. Κάποιο λεοντάρι, από εκείνα που ζούσαν στην έρημο του Ιορδάνου, όταν συνάντησε τον Άγιο κοντά στην όχθη του ποταμού, αμέσως καθώς τον αντίκρισε, άρχισε να φωνάζει δυνατά από τους πόνους, διότι είχε εμπηχθεί στο πόδι του αιχμηρό κομμάτι καλαμιού και του προξενούσε πόνο ανυπόφορο. Καθώς αντιλήφθηκε αυτό ο όσιος,

συμπάθησε με το πάθημα του θηρίου και το σπλαχνίστηκε, βλέποντας δε και τους μορφασμούς που έκανε το θηρίο προς αυτόν, πρόσφερε την υπηρεσία του. Θέλοντας να το θεραπεύσει, ανασήκωσε το πόδι του, που ήταν ήδη πρησμένο από τη φλεγμονή, και έβγαλε με προσοχή το κοφτερό καλάμι που είχε εμπηχθεί σε αυτό. Ο πόνος του ζώου έπαυσε, το δε λεοντάρι έγινε σαν πρόβατο, όχι διότι μετέβαλε τη φυσική του κατάσταση, αλλά μόνη την αγριότητα και ακολούθησε τον Μέγα Γεράσιμο. Όπου δε ο όσιος πήγαινε, ακολουθούσε και αυτό. Καθώς η Λάβρα δεν ήταν μακριά από τον ποταμό, κάποιος όνος μετέφερε απ' αυτόν το αναγκαίο στους πατέρες νερό. Αυτού του όνου ανέθεσε ο Γέροντας τη φύλαξη στο λεοντάρι. Την υπηρεσία αυτή

έκανε το θηρίο επί αρκετό χρονικό διάστημα και το λεοντάρι, το οποίο προηγουμένως είχε γίνει ήμερο σαν πρόβατο, γινόταν τώρα και σκύλος φύλακας. Και άλλοτε μεν ακολουθούσε τον όνο περιτριγυρίζοντάς τον προστατευτικά, άλλοτε δε καθόταν κοντά του ή επέβλεπε την περιοχή όταν ο όνος βοσκούσε.

Όμως συνέβη κατόπιν, ύπνος κατέλαβε κάποτε το λεοντάρι, κι ενώ ο όνος βοσκούσε, απομακρύνθηκε απ' αυτόν. Καθώς περνούσαν κάποιοι Άραβες έμποροι, τον έκλεψαν. Αφού σηκώθηκε από τον ύπνο το λεοντάρι, αναζήτησε τον όνο, και αφού δεν τον βρήκε, επανήλθε στη λάβρα λυπημένο, κλίνοντας το κεφάλι του προς τη γη. Όταν λοιπόν ο Όσιος είδε το λεοντάρι σε αυτή την κατάσταση και τον όνο να απουσιάζει, υποπτεύθηκε το θηρίο ότι ύπουλα φέρθηκε προς αυτόν και του είπε: «Τι συμβαίνει, λέων; Έφαγες τον όνο; Φαίνεται λοιπόν ότι επανήλθες στην προηγούμενή σου φύση, αν και δοκίμασες να μεταβληθείς σε πρόβατο και να έρθεις στην ιδιότητα του σκύλου. Αλλά η φύση νίκησε. Αλλά εγώ θα σε ταπεινώσω και θα καταρρίψω το φρόνημά σου το επηρμένο. Να είσαι λοιπόν όχι λέων όπως επιθύμησες, αλλά όνος αχθοφόρος όπως εκείνος τον οποίον επιβουλεύτηκες». Αφού έτσι είπε ο γέροντας με απλότητα, πρόσταξε το λεοντάρι να αναλάβει την υπηρεσία του όνου και φορτωμένο τα αγγεία να μεταφέρει το νερό στους αδελφούς. Αυτό πράγματι έγινε και το λεοντάρι

προηγουμένως κατά τη συμπεριφορά ήταν σαν αρνί και έπειτα σαν σκύλος, έτσι μεταβλήθηκε τώρα σε όνο φορτωμένο, φαινόμενο αληθινά θαυμαστό. Πέρασε από τότε χρόνος αρκετός και το λεοντάρι εκτελούσε τη διακονία αυτή όχι μόνο άοκνα αλλά και ευχαρίστως. Τι όμως συνέβη μετά από αυτά; Μετά πάροδο αρκετού χρόνου, οι Άραβες έμποροι που άρπαξαν τον όνο, περνούσαν και πάλι από τον ίδιο παρά την όχθη του Ιορδάνου δρόμο, έχοντας μαζί τους και τον όνο πορευόμενοι προς την Αγία Πόλη Ιερουσαλήμ. Καθώς βρισκόταν λοιπόν το θηρίο στον ποταμό για να φέρει το νερό στους αδελφούς, βλέπει τον όνο από μακριά, τον αναγνωρίζει και αφού εγκατέλειψε αμέσως την ιδιότητα του όνου,

παρουσιάζεται ως λεοντάρι και βρυχόμενο βασιλικώς ορμά κατ' εκείνων που οδηγούσαν τον όνο. Καθώς το αντιλήφθηκαν εκείνοι, τρομοκρατήθηκαν και έφυγαν ολοταχώς. Άρπαξε τότε το λεοντάρι το σχοινί με το οποίο συρόταν ο όνος και με χαρά επέστρεψε στη Λάβρα. Αμέσως, καθώς είδε αυτό ο Μέγας Γεράσιμος, το απάλλαξε από την αγγαρεία, πρόσταξε δε τον όνο να αναλάβει και πάλι την προηγουμένη του εργασία. Ονόμασε δε ο Άγιος το λεοντάρι Ιορδάνη. Πέρασαν από τότε τρία έτη, και ο όσιος Γεράσιμος απήλθε προς τον Κύριο, τον οποίον επόθησε. Κατά τις ημέρες εκείνες το λεοντάρι, είτε κοντά στον Ιορδάνη περπατώντας, είτε σε κάποιο άλλο μέρος, κατ' οικονομία Θεού,

δεν βρισκόταν εκεί όταν ο Άγιος Γεράσιμος τάφηκε από τους πατέρες. Όταν λοιπόν επανήλθε μετά από λίγο, ζητούσε τον γέροντα, ο δε Αββάς Σαββάτιος, ο μαθητής του Αββά Γερασίμου, όταν το είδε, του είπε: «Ιορδάνη, ο γέροντάς μας μας άφησε ορφανούς και απεδήμησε εις Κύριον, αλλά λάβε τροφή και φάγε». Το λιοντάρι όμως δεν ήθελε να φάγει, αλλά συνεχώς έστρεφε το βλέμμα του εδώ και εκεί, επιθυμώντας να δει τον γέροντα, φώναζε δε δυνατά, χωρίς καθόλου να σιωπά. Ο δε Αββάς Σαββάτιος και οι άλλοι πατέρες, χαϊδεύοντας τη ράχη, του έλεγαν να φάγει και να ησυχάσει. Παρά ταύτα, το λιοντάρι δεν έπαυε να φωνάζει και να ωρύεται.

Όσο δε προσπαθούσαν να το παρηγορήσουν με τα λόγια, τόσο περισσότερο ωρυόταν και δυνατότερα φώναζε και αύξανε τη συμπάθεια στους παρευρισκομένους με τη λύπη την οποία φαινόταν ότι αισθανόταν επειδή δεν είδε τον Άγιο Γέροντα. Του είπε λοιπόν ο Αββάς Σαββάτιος: «Έλα μαζί μου επειδή δεν πιστεύεις σε μας». Ακολούθησε τότε το λεοντάρι τον Αββά Σαββάτιο, εκείνος δε το οδήγησε στον τάφο του Οσίου. Αφού στάθηκε ο Αββάς κοντά στον τάφο του Γέροντα, έβαλε μετάνοια.

Όταν λοιπόν είδε αυτόν το λεοντάρι να βάζει μετάνοια, έκανε και αυτό το ίδιο σχήμα της μετανοίας και επί αρκετό χρόνο κλίνοντας διαρκώς το κεφάλι του προς τη γη, έμενε εκεί μέχρι που πέθανε πάνω στον τάφο.

Έγινε δε αυτό, όχι διότι το λεοντάρι είχε ψυχή λογική, αλλά διότι ο Θεός ευδοκεί να δοξάζει αυτούς που τον δοξάζουν, όχι μόνο στη ζωή, αλλά και μετά θάνατον, δείχνοντας με το γεγονός αυτό ποια υποταγή είχαν τα θηρία στον Αδάμ πριν από την παράβαση. Έτσι λοιπόν έζησε ο Θείος Γεράσιμος και έτσι απήλθε από τη ζωή αυτή κατά την τετάρτη του Μαρτίου μηνός του έτους 475 και έτσι έγινε πολιστής και πολιούχος της ερήμου, πρότυπο αρετής και σωτηρίας.

Πράγματι εντυπωσιακή η ευγνωμοσύνη που δείχνουν πολλές φορές τα ζώα προς τον ευεργέτη τους και σκέφτεται κανείς πόσο περισσότερο θα έπρεπε ο λογικός άνθρωπος να έχει την αρετή αυτή. Την αρετή της ευγνωμοσύνης η οποία είναι βασική για την πνευματική ζωή. Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος γράφει ότι εμείς αγαπάμε το Θεό διότι Αυτός πρώτος μας αγάπησε. Η ανθρώπινη αγάπη, η οποία βέβαια πρέπει να είναι έμπρακτη, είναι απάντηση στην αγάπη του Θεού. Αυτό είναι η ευγνωμοσύνη προς το Θεό, η οποία βέβαια θα πρέπει να ακτινοβολεί προς κάθε κατεύθυνση και την οποία τη ζητά ο Χριστός από τον άνθρωπο, όπως βλέπουμε στο θαύμα της θεραπείας των δέκα λεπρών.

Τη ζητά ο Κύριος, όχι διότι την έχει ανάγκη ο ίδιος, καθώς λέγει ο Ψαλμωδός, «Των αγαθών μου ου χρείαν έχεις», αλλά τη ζητά για τον ίδιο τον άνθρωπο. Διότι ο ευγνώμων άνθρωπος είναι ο σωστός άνθρωπος, ο άνθρωπος που σκέφτεται και αισθάνεται σωστά και ενεργεί σωστά. Δηλαδή βλέπει και αισθάνεται το καλό που του κάνουν, δεν είναι αναίσθητος και στην αγάπη ανταποκρίνεται με την αγάπη. Η αγάπη του Θεού διεγείρει την ανθρώπινη αγάπη. Στην αρχή ο Θεός δίνει ένα κάτι και ο άνθρωπος από ευγνωμοσύνη αγαπά μέχρι ενός βαθμού.

Ο Θεός δίνει περισσότερο και ο άνθρωπος αγαπά πιο πολύ. Μετά ο Θεός δίνει ακόμη πιο πολλά. Ο άνθρωπος αγαπά ακόμη περισσότερο και ούτω καθεξής. Έτσι η ευγνωμοσύνη, την οποία θα μπορούσαμε να ονομάσουμε και φιλότιμο, μπορεί να γίνει κλίμακα που ανεβάζει στον ουρανό. Επειδή δε ο Θεός δίνει όλο και περισσότερο σε αυτούς που με ευγνωμοσύνη δέχονται τις δωρεές Του, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αρετή αυτή που εκδηλώνεται ως ευχαριστία και δοξολογία είναι και η καλύτερη αίτηση.

Αγγλική μετάφρασηEN · 18 παράγραφοι

Our father Gerasimos was born in Lycia, in Asia Minor, toward the end of the fourth century after Christ. The exact date is unknown. His parents were well off and strict in their way of life. As he grew older, he also grew in wisdom.

He turned away from the noise of the world and hastened toward the quiet, simple life of a monk. He cast aside every worldly care and devoted himself to God and to virtue, striving eagerly to attain it. Saint Gerasimos did all this to cleanse his soul of every passion and become ready to receive the lofty gifts of the Holy Spirit. For this reason, he had no interest in pleasing his palate.

He shunned rich foods and slept only as much as he needed. He kept vigil in prayer and in the study of spiritual writings. From his homeland of Lycia, he went to the desert of the Jordan to undertake greater struggles. He advanced so far in virtue, and word of him spread so widely, that many people, young and old, even hermits, came to him and made him their spiritual guide. Seeing that they wished to stay near him, the saint built a monastery where the monks could live together and pursue their ascetic discipline. Those among them who had trained sufficiently and reached a measure of perfection

could then continue their ascetic life in separate hermits’ cells. Saint Gerasimos instructed these hermits to live by the following rule. Throughout the week they were to remain in stillness in their cells, eating nothing but bread, water, and dates. On Saturday and Sunday they were to gather in the Church, take part in the services, and afterward eat cooked food together at the monastery and drink a little wine. They were to keep nothing in their cells and light no fire there. Each monk was to bring the work of his hands to the monastery when he went there every Saturday. On Sunday evening, he would take his bread, dates, and water for the week and return to his cell.

They had no clothes beyond what they wore. For a bed they had a reed mat or some humble covering. Saint Gerasimos also gave them a rule: whenever they left their cells, they were to leave them open, so that anyone in need could enter and take what he needed. He forbade no one to share in the use of any material possession. No one, then, regarded anything as his own. They held everything in common, and together with their possessions they shared one soul and one heart. Blessed Gerasimos loved self-restraint and strove for it so greatly that during the forty days of the fast he ate no food,

sustaining himself only through Holy Communion. Let us now tell an incident that reveals the state of our first parents before the Fall, a state that blessed Gerasimos attained. At that time animals were not hostile to human beings but submitted to them, recognizing the authority God had given them. One day, near the bank of the Jordan, a lion from the surrounding desert met the saint. As soon as it saw him, it cried out loudly in pain: a sharp piece of reed had lodged in its paw and was causing unbearable suffering. When the saint realized what had happened,

he felt compassion for the animal. Seeing the way it looked at him in its pain, he went to help. He lifted its paw, already swollen with inflammation, and carefully pulled out the sharp reed. The animal’s pain ceased, and the lion became as gentle as a sheep. Its nature had not changed, only its fierceness. It followed the great Gerasimos wherever he went. The lavra was near the river, and a donkey carried water from it for the fathers. The elder entrusted the lion with guarding this donkey. The animal carried out this duty

for quite some time. The lion, which had earlier become gentle as a sheep, now became a watchdog as well. Sometimes it followed the donkey, circling around it protectively; at other times it sat nearby or watched the area while the donkey grazed.

Then one day the lion fell asleep. While the donkey was grazing, it wandered away, and some Arab merchants passing by stole it. When the lion awoke, it searched for the donkey. Unable to find it, it returned to the lavra sorrowful, with its head bowed toward the ground. Seeing the lion in this state and the donkey gone, the saint suspected that the animal had betrayed his trust. He said, “What has happened, lion? Did you eat the donkey? It seems you have gone back to your former nature, though you tried to become a sheep and take on the role of a dog. But nature has prevailed. I will humble you and bring down your pride. You wanted to be a lion, but now you shall be a beast of burden, like the donkey you plotted against.” Speaking with innocent simplicity, the elder ordered the lion to take the donkey’s place and carry the water vessels to the brothers. And so it did. The lion,

which had first behaved like a lamb and then like a dog, now became a laden donkey: a truly wondrous sight. A long time passed, and the lion performed this service not only tirelessly but gladly. What happened next? After some time, the Arab merchants who had taken the donkey came along the same road beside the Jordan, heading toward the Holy City of Jerusalem with the donkey in their company. The lion was at the river to fetch water for the brothers when it saw the donkey in the distance and recognized it. At once it left behind its role as a donkey

and appeared as a lion again. Roaring like a king, it charged at the men leading the donkey. Terrified, they fled as fast as they could. The lion seized the rope tied to the donkey and joyfully brought it back to the lavra. When the great Gerasimos saw this, he immediately relieved the lion of its burden and ordered the donkey to resume its former work. The saint named the lion Jordan. Three years passed, and blessed Gerasimos departed to the Lord whom he had longed for. At that time the lion was walking near the Jordan, or was somewhere else by God’s providence,

and so was absent when the fathers buried Saint Gerasimos. When it returned a little later, it looked for the elder. Abba Sabbatios, a disciple of Abba Gerasimos, saw it and said, “Jordan, our elder has left us orphans and gone to the Lord. But take some food and eat.” The lion would not eat. It kept looking this way and that, longing to see the elder, and cried out loudly without stopping. Abba Sabbatios and the other fathers stroked its back and urged it to eat and be calm. Still, the lion went on crying and roaring.

The more they tried to comfort it with words, the louder it roared and cried out. The sorrow it seemed to feel at not seeing the holy elder moved everyone there more deeply. So Abba Sabbatios said to it, “Come with me, since you do not believe us.” The lion followed Abba Sabbatios, who led it to the saint’s grave. Standing beside the elder’s grave, the abba made a prostration.

When the lion saw him make a prostration, it took the same posture. For a long time it stayed there, repeatedly bowing its head to the ground, until it died upon the grave.

This happened not because the lion had a rational soul, but because God is pleased to glorify those who glorify Him, both in life and after death. Through this event He showed how the beasts had submitted to Adam before his transgression. Thus the godly Gerasimos lived, and thus he departed this life on the fourth of March in the year 475. He became a dweller in and protector of the desert, a model of virtue and salvation.

The gratitude animals sometimes show to those who have helped them is truly striking. It makes us think how much more a rational human being should possess this virtue. Gratitude is essential to the spiritual life. Saint John the Theologian writes that we love God because He first loved us. Human love, which must be shown in deeds, is a response to God’s love. That is gratitude toward God. It should shine out in every direction, and Christ asks it of us, as we see in the miracle of the healing of the ten lepers.

The Lord asks for gratitude, not because He needs it Himself. As the Psalmist says, “You have no need of my good things.” He asks it for our own sake. A grateful person lives as a person should: thinking, feeling, and acting rightly. Such a person sees and feels the good others do for him; he is not indifferent, and he answers love with love. God’s love stirs human love. At first, God gives a little, and in gratitude a person loves Him to a certain degree.

God gives more, and the person loves Him more. Then God gives still more, and the person loves Him still more, and so it continues. In this way, gratitude, which we might also call a generous spirit, can become a ladder leading up to heaven. And because God gives more and more to those who receive His gifts with gratitude, we could say that this virtue, expressed in thanksgiving and praise, is itself the best kind of petition.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

03 ΜΑΡΤΙΟΥ\04 03 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα