Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Το μαρτύριο του Αγίου Γεωργίου και η ελπίδα της Αναστάσεως

Γεννήθηκε από χριστιανούς γονείς και μετακόμισε από την Καππαδοκία στη Λύδδα με τη μητέρα του, μετά το μαρτυρικό θάνατο του πατέρα του. Σε ηλικία δεκαοκτώ ετών κατατάχθηκε στρατιώτης στη Νικομήδεια και προήχθη στην Αυτοκρατορική Φρουρά χάρη στο θάρρος του.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων23 Απριλίου21:40Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Γεννήθηκε από χριστιανούς γονείς και μετακόμισε από την Καππαδοκία στη Λύδδα με τη μητέρα του, μετά το μαρτυρικό θάνατο του πατέρα του.
  • Σε ηλικία δεκαοκτώ ετών κατατάχθηκε στρατιώτης στη Νικομήδεια και προήχθη στην Αυτοκρατορική Φρουρά χάρη στο θάρρος του.
  • Όταν άρχισε ο διωγμός του Διοκλητιανού, ο Γεώργιος διέθεσε την κληρονομιά του σε χριστιανούς που είχαν ανάγκη και ομολόγησε ανοιχτά την πίστη του.
  • Υπέμεινε βασανιστήρια και, σύμφωνα με τη διήγηση, θεραπεύτηκε θαυματουργικά, με αποτέλεσμα αξιωματικοί, στρατιώτες και άλλοι να ομολογήσουν τον Χριστό.
  • Περαιτέρω δοκιμασίες και θαύματα, μεταξύ των οποίων η ανάσταση νεκρού, έφεραν περισσότερους προσήλυτους, παρά τις προσπάθειες του αυτοκράτορα να δυσφημίσει τον Γεώργιο.
  • Αφού αρνήθηκε να θυσιάσει στον Απόλλωνα, προσευχήθηκε για τους διώκτες του και εκτελέστηκε με ξίφος.
  • Η ομιλία κλείνει συνδέοντας τη σταθερότητα του Γεωργίου με την Ανάσταση του Χριστού και την ελπίδα της αιώνιας ζωής.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 22 παράγραφοι

Μεγαλομάρτυς Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος, του οποίου η μνήμη σήμερα επιτελείται, άλλοτε κανονικά και άλλοτε κατά μετάθεση, γεννήθηκε πιθανότατα το 275 μετά Χριστόν. Οι γονείς του ήταν χριστιανοί από χριστιανούς. Ο πατέρας του από την Καππαδοκία, η μητέρα του από τη Λύδδα της Παλαιστίνης. Για τον πατέρα του φέρεται ότι μερικά έτη μετά τη γέννηση του γιου του υπέστη μαρτυρικό θάνατο για το Χριστό. Τότε η νεαρότατη μητέρα του έσπευσε να μεταβεί με το μικρό της γιο στη δική της πατρίδα, τη Λύδδα, όπου θα είχε περισσότερη ασφάλεια. Όταν ο Άγιος Γεώργιος έγινε 18 ετών, υποχρεώθηκε ως στρατεύσιμος να μεταβεί στη Νικομήδεια, έδρα τότε του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους. Μητέρα και γιος

χωρίστηκαν με θλίψη και δάκρυα. Είχαν βέβαια και οι δυο τη μεγάλη πίστη στο Θεό, αλλά ο Θεός επιτρέπει και θλίψη στους πιστούς Του. Ο Άγιος Γεώργιος, παρά την τόση του νεαρότητα, προχωρούσε στη στρατιωτική του υπηρεσία θριαμβευτικά. Δεν βράδυνε να δείξει έκτακτη ανδρεία, τόλμη και δεξιότητα. Έτσι ακολούθησαν ραγδαία οι προαγωγές του. Τον κατέταξαν στην Αυτοκρατορική Φρουρά, όπου ανήλθε στους στρατιωτικούς βαθμούς. Έλαβε δε και τον τίτλο του κόμητος, όταν ο Διοκλητιανός, μετά λαμπρή διάκρισή του στον πόλεμο κατά των Περσών, τον ανέδειξε μεταξύ των ανωτέρων διοικητών της Αυτοκρατορικής Φρουράς. Όταν το 303 μετά Χριστόν ο Διοκλητιανός

εξωθούμενος από τον λυσσώδη χριστιανομάχο βοηθό του Γαλέριο, δημοσίευσε το πρώτο κατά των χριστιανών διάταγμά του, ο Άγιος Γεώργιος ήταν ηλικίας 28 ετών. Με το διάταγμα εκείνο διατασσόταν η καταστροφή των εκκλησιών και η αφαίρεση των αστικών και πολιτικών δικαιωμάτων από τους χριστιανούς. Το μέτρο δεν μπόρεσε να τρομοκρατήσει τους χριστιανούς και ακολούθησαν μέχρι το 305 τρία άλλα διατάγματα με ποινές την εξορία, τα φοβερότατα βασανιστήρια και τον θάνατο. Κατά την έκδοση του πρώτου διατάγματος, ο Άγιος Γεώργιος πληροφορήθηκε το θάνατο της μητέρας του. Την έκλαυσε, έκαμε δέηση υπέρ της ψυχής της και με άδεια πήγε στη Λύδδα. Αφού πώλησε τα κτήματα της μητέρας του,

διέθεσε μέρος των χρημάτων στις φιλανθρωπικές ανάγκες της εκεί χριστιανικής κοινότητας και όταν επέστρεψε στη Νικομήδεια διέθεσε όλα τα υπόλοιπα για τα ορφανά και τις χήρες των πολυαρίθμων θυμάτων του σκληροτάτου διωγμού. Έπειτα πήγε στον αρχηγό της Αυτοκρατορικής Φρουράς και δήλωσε ότι ζητεί να εφαρμοστούν εναντίον του τα αυτοκρατορικά διατάγματα του διωγμού των Χριστιανών. Η δήλωσή του προξένησε κατάπληξη και θλίψη και ανακοινώθηκε στον Καίσαρα Γαλέριο και στον Αυτοκράτορα Διοκλητιανό. Μετά την πρώτη κατάπληξη, ακολούθησε απόπειρα για να τον πείσουν να ανακαλέσει μόνος του τη δήλωση, λέγοντας ότι θα αρκούνταν στην ανάκληση μόνη, χωρίς να τον υποχρεώσουν να θυσιάσει στους θεούς των ειδώλων.

Εκείνος αρνήθηκε να στέρξει τον συμβιβασμό αυτό, επανέλαβε δε την ομολογία του με την ίδια παρρησία και τόλμη. Τότε διατάχθηκε η αρχή των βασανισμών. Τον έδεσαν σε ξύλο, του έδιναν χτυπήματα με κοντάρι, και εκείνος έλεγε: «Ευχαριστώ, Συ Δέσποτα και Θεέ, διότι με ετοιμάζεις άξιο των αγαθών σου». Τον έδεσαν ακολούθως και τον έριξαν στη φυλακή, όπου, αφού τον ξάπλωσαν ύπτιο, έβαλαν στο στήθος του βαριά πέτρα. Ο δε μάρτυς και πάλι ευχαριστούσε το Θεό και τον παρακαλούσε να τον βοηθήσει στο να διατηρήσει την καρδιά του περισσότερο σταθερή και αμετάθετη από τη μεγάλη εκείνη πέτρα. Κατόπιν διατάχθηκε να υποβληθεί στο βασανισμό του τροχού. Ο βασανισμός αυτός ήταν τρομερός.

Επρόκειτο να δεθεί σε πολύ μεγάλο τροχό, όπου με τις στροφές του θα τον κατέκοβαν οξύτατα μαχαίρια. Ο τροχός στρεφόταν, τα μαχαίρια έκοβαν, οι πληγές άνοιγαν, ρυάκια τα αίματα έτρεχαν, αλλά ο Άγιος υπέμεινε και έψαλλε. Ενώ διαδραματιζόταν η φοβερή και θαυμαστή αυτή σκηνή, ο Διοκλητιανός με τους περί αυτόν, βέβαιοι πλέον για τον επικείμενο θάνατο, είχαν αποσυρθεί στο ναό των ειδώλων, όπου και πρόσφεραν θυσίες στους θεούς τους. Ξαφνικά φάνηκε μπροστά τους ο Άγιος Γεώργιος, δυνατός και ακέραιος, σταθερός και θαρραλέος. Τι είχε συμβεί; Ο Κύριος Ιησούς, ανταμείβοντας την άκρα του αθλητού του αυταπάρνηση και θέλοντας με σειρά θαυμάτων να ταπεινώσει την αυτοκρατορική οφρύ,

να ελκύσει ψυχές ειδωλολατρών, άξιες όμως ευσπλαχνίας και ελέους για την καλοσύνη την οποία περιέσωζαν, έκανε ώστε Άγγελος Κυρίου να λύσει τον Άγιο από τον τροχό και να θεραπεύσει εντελώς τις πληγές του. Ο Διοκλητιανός έβλεπε το θαύμα, αλλά δεν μπορούσε να το εννοήσει. Τι τον εμπόδιζε; Η ειδωλολατρική του πώρωση. Πριν προφθάσει δε να δώσει νέα διαταγή να συλληφθεί και να θανατωθεί ασφαλώς τη φορά αυτή ο Μεγαλομάρτυς, δυο από τους περιφανέστερους στρατηλάτες του, ο Ανατόλιος και ο Πρωτολέων, άνδρες ενάρετοι, με συνείδηση, οι οποίοι ζητούσαν την αλήθεια και ποθούσαν το φως, οι οποίοι λίγα και προηγουμένως είχαν ακούσει για τη θρησκεία του Χριστού,

βλέποντας δε τώρα μπροστά τους τόσο ψηλαφητό θαύμα στο πρόσωπο ενός των περιφανεστέρων αθλητών της, έβγαλαν τις ζώνες και τα ξίφη τους και ομολόγησαν και διακήρυξαν κι αυτοί τον Ιησού Χριστό. Και όταν ο Διοκλητιανός τους ωνείδισε για την απιστία τους προς τον αυτοκράτορά τους, έσπευσαν να τον διαβεβαιώσουν ότι προσφέρονται να τον υπηρετήσουν χωρίς βαθμούς και αξιώματα ως οι τελευταίοι των οπλιτών, εννοούν όμως να διατηρήσουν ακλόνητη την προς το Χριστό ομολογία τους ως τον Θεό της αλήθειας και της αγάπης. Προτού ο Διοκλητιανός να δώσει τη διαταγή του θανάτου τους, νέες δηλώσεις αύξησαν την κατάπληξη και κορύφωσαν τη μανία του. Το παράδειγμα των δύο στρατηλατών δεν έμεινε χωρίς μίμηση. Κι αξιωματικοί άλλοι διακήρυξαν ότι ομολογούσαν κι αυτοί το Χριστό. Αγγελιοφόροι δε που

ήλθαν από τον τόπο όπου πριν από λίγο βασανιζόταν πάνω στον τροχό ο Μεγαλομάρτυς Γεώργιος, γνωστοποίησαν ότι και από τους στρατιώτες και από το λαό, όχι λίγοι, που θαμπώθηκαν από το θαύμα που έγινε, άρχισαν να κραυγάζουν ότι είναι χριστιανοί. Ο Γαλέριος διέταξε να συλληφθούν αμέσως όλοι και να θανατωθούν. Εκείνοι δέχθηκαν και προχώρησαν χαρούμενοι στο μαρτύριο. Πέθαναν δε όλοι οι γενναίοι και εύψυχοι, εξακολουθώντας μέχρι τελευταίας πνοής να διακηρύττουν την πίστη τους και να υμνούν εκείνον που έχυσε το αίμα του για τη σωτηρία των ανθρώπων, τον Ιησού Χριστό. Για τον Διοκλητιανό, ο Άγιος Γεώργιος, η αιτία όλης του της πικρίας και καταισχύνης, έπρεπε να αποθάνει. Όμως άρχισε να φοβάται μήπως και

τη φορά αυτή ο χριστιανός κατάδικος λυτρωνόταν από τα νύχια του θανάτου. Συσκέφτηκε λοιπόν με τους συμβούλους του ποιο θανατικό μέτρο ήταν ασφαλέστερο να επιβάλει. Εγκρίθηκε δε να ανάψουν ασβέστη μέσα σε λάκκο βαθύ και να ρίξουν εκεί τον παράδοξο και υπέρτολμο μάρτυρα. Η διαταγή εκτελέστηκε, αλλά ο Μεγαλομάρτυς παρέμεινε και πάλι αβλαβής. Το θέαμα προκάλεσε έκπληξη. Αποτελούσε δε τη μεγαλύτερη διακήρυξη για τη δύναμη του Ιησού. Και ο λάκκος εκείνος, αντί να θάψει τη χριστιανική πίστη, την αναδείκνυε με όλη της την αίγλη και μεγαλοσύνη της.

Στρατιώτες πίστευσαν και αυτοί στον Κύριο και αναβόησαν: «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών». Το ίδιο έκαμαν και από το πλήθος πολλοί. Η είδηση διαδόθηκε σαν αστραπή. Όταν την άκουσε ο Αυτοκράτορας, ακολουθούμενος από τους συνοδούς του, συνοδευόμενος δε και από τη Βασίλισσα Αλεξάνδρα, πήγε ο ίδιος επί τόπου. Ό,τι εκεί είδε τον έπληξε σαν κεραυνός. Ο Μεγαλομάρτυς ήταν ακόμη μέσα στον ασβέστη, με την κεφαλή μόνο έξω· διάταξε δε να τον βγάλουν. Ήταν καθόλου αβλαβής και ακέραιος. Η οδύνη του Διοκλητιανού βαθιά και καταφανής. Κατόπιν εξανάγκασαν τον Άγιο να τρέξει με υποδήματα σιδερένια, τα οποία προηγουμένως είχαν πυρωθεί. Ο Άγιος ζήτησε τη βοήθεια του Χριστού και έκανε και τον δρόμο εκείνο σαν απλό και ευχάριστο περίπατο. Ο Διοκλητιανός ήλθε σε δύσκολη θέση. Σκεφτόταν πώς επιτέλους ήταν δυνατόν

να δοθεί στον Άγιο ο θάνατος με πλήρη βεβαιότητα. Επιτέλους ζήτησε από τον Αυτοκράτορα την άδεια ένας από τους αξιωματούχους, ο Μαγνέντιος, πήγε προς τον Γεώργιο και του είπε: «Εάν θέλεις να πιστεύσουμε στο Θεό σου, κάνε έργο ικανό να δώσει απόδειξη αδιαφιλονίκητη της αλήθειας της πίστεώς σου», και συγχρόνως του υπέδειξε ένα σωρό από νεκρούς, οι οποίοι την ίδια μέρα είχαν φονευθεί μη θέλοντας να αρνηθούν την πίστη τους στο Χριστό. Και πρόσθεσε ο Μαγνέντιος: «Θέλεις να πιστεύσουμε στο Χριστό σου; Ανάστησε ένα από τους νεκρούς αυτούς. Εάν το κατορθώσεις, εμείς δεν έχουμε καμιά δυσκολία να ασπαστούμε τη δική σου θρησκεία». Λέγοντας αυτά ο Μαγνέντιος έβλεπε ειρωνικά τον Γεώργιο, διότι νόμιζε ότι

τέτοιο κατόρθωμα ήταν εντελώς αδύνατο και απραγματοποίητο. Αλλά ο Άγιος, αντί άλλης απαντήσεως, προσευχήθηκε με την ψυχή γεμάτη από την πίστη εκείνη η οποία έχει κάτι από την παντοδυναμία του Θεού, κατά το λόγο του Σωτήρος που είπε: «Ει δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατά τω πιστεύοντι». Πήγε σε ένα από τους κατακοιμένους νεκρούς και, αφού έκανε το σημείο του σταυρού, φώναξε: «Εν τω ονόματι του Ιησού Χριστού ανάλαβε ζωή και εγέρθητι». Ο νεκρός αναστήθηκε, ο δε Γεώργιος, αφού τον πήρε από το χέρι, τον έδειχνε στους κατάπληκτους θεατές. Άνδρες του στρατού και του λαού, μπρος στο δείγμα εκείνο της ακαταμάχητης δυνάμεως, έσπευσαν να διακηρύξουν ότι χριστιανοί από τότε ήταν κι αυτοί.

Ο Μαγνέντιος τίποτε δεν έλεγε, άθυμος από τη διάψευση των προσδοκιών του. Ο δε Αυτοκράτορας, μη μπορώντας να αρνηθεί το πανηγυρικό γεγονός, επιχείρησε να αποδώσει αυτό σε μαγεία. Βλέποντας μάλιστα μεταξύ των παρευρισκομένων και κάποιον Αθανάσιο, περίφημο για τις μαγικές ενέργειές του, διέταξε να προσέλθει και να δώσει τα θαυμαστότερα της τέχνης και της δυνάμεώς του δείγματα.

Ο μάγος προσήλθε, αλλά μια προσευχή του Αγίου επέφερε πλήρη την παράλυση των μαγικών ενεργειών του. Το θαύμα τον βοήθησε να αισθανθεί ότι στο χριστιανισμό υπήρχε αληθινή θαυματουργική δύναμη, την οποία έπαιρνε από το Θεό, και η γνώμη αυτή έγινε πίστη αδιάσειστη. Αυτή δεν δίστασε να διακηρύξει ο Αθανάσιος.

Στο Γεώργιο του εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του και, αφού στράφηκε προς τον Αυτοκράτορα, φώναξε ότι και αυτός γινόταν Χριστιανός. Επακολούθησαν νέες καταδίκες και εκτελέσεις και οι νέοι μάρτυρες δέχτηκαν τον διά ξίφους θάνατο με κάθε προθυμία, επικαλούμενοι τον Κύριο και διακηρύσσοντας την πίστη τους σε αυτόν. Τον δε Μεγαλομάρτυρα Γεώργιο τον μετέφεραν και πάλι στο δεσμωτήριο κατά βασιλική προσταγή. Εκεί στη φυλακή προσέρχονταν πλήθη όχι μόνο χριστιανών αλλά και ειδωλολατρών για να δουν τον Άγιο. Συγχρόνως ο Βασιλέας, κατά συμβουλή του Μαγνεντίου, αποφάσισε να καταβάλει ύστατη προσπάθεια να καταπείσει τον Άγιο με θωπευτικούς λόγους και με μεγάλες υποσχέσεις, ώστε να θυσιάσει στους θεούς.

Ο Μεγαλομάρτυς δέχτηκε να μεταβεί στο ναό των ειδώλων. Ο δε Βασιλέας και οι περί αυτόν νόμισαν ότι θα θυσίαζε ο Άγιος και η χαρά τους ήταν ανεκλάλητη. Ο ναός εκείνος γέμισε από άρχοντες και πολίτες, παρών δε ήταν εκεί και ο Βασιλέας. Αλλά ενώ όλα ήταν έτοιμα για την υποτιθέμενη θυσία, ο Γεώργιος πλησίασε το άγαλμα του Απόλλωνος και ρώτησε: «Συ είσαι Θεός και σένα πρέπει να προσκυνούν οι άνθρωποι;» Τότε φωνή αοράτου πνεύματος, σαν να έβγαινε από το ορθωμένο εκεί είδωλο, γεμάτη φόβο και σύγχυση, απάντησε: «Δεν είμαι εγώ Θεός, καθώς δεν είναι ούτε και τα άλλα πνεύματα τα οποία μαζί με μένα

είναι στο ναό αυτό εγκαθιδρυμένα, αλλά ένας είναι ο αληθινός Θεός, ο Χριστός». Ο δε Γεώργιος συνέχισε: «Και αφού δεν είστε θεοί... εξαπατάτε τους ανθρώπους και τους παραπλανάτε στο να σας θεωρούν ως θεούς; Πώς δε και τολμάτε», ανακραύγασε, «να μένετε εδώ, όπου παρών είμαι τώρα εγώ, δούλος και κήρυξ του Χριστού;» Με τις λέξεις αυτές έκανε και το σημείο του Σταυρού και αμέσως με βοή και θρήνο έφευγαν πανικόβλητα τα πονηρά πνεύματα. Απερίγραπτη στάθηκε η λύπη και η οργή του Βασιλέα και των περί αυτόν για την έκβαση αυτή των πραγμάτων, δόθηκε δε η διαταγή να υποστεί αμέσως ο Άγιος τον διά ξίφους θάνατο. Όταν έφτασαν στον τόπο της καταδίκης, ο Γεώργιος προσευχήθηκε και μεταξύ των άλλων παρακάλεσε τον Κύριο να τον ενισχύσει μέχρι τέλους στον αγώνα τον οποίο έκανε για τη δική του ομολογία. Μετά αναφώνησε: «Και στο λαό αυτό, Δέσποτα, συγχώρησε όσα

από άγνοια έκαναν εναντίον μου, και ευδόκησε ώστε να σε γνωρίσουν και να καταστούν άξιοί σου, διότι Συ είσαι ο Ευλογητός εις τους αιώνας». Μετά έκλινε ο Μεγαλομάρτυς το γόνυ και έδωσε στο δήμιο τον αυχένα του. Ο δήμιος αισθάνθηκε κάποιο σέβας προς τον γενναιότατο εκείνον, εκτέλεσε όμως το έργο του. Η αγία εκείνη κεφαλή έπεσε αιμόφυρτη, αλλά η ψυχή παρελήφθη στις αθάνατες μονές. Η μνήμη του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου παρέμεινε περίλαμπρη. Θαύματα ακολούθησαν και μετά το θάνατό του. Η Ορθόδοξη Εκκλησία περιέβαλε με τους ωραιότερους ύμνους την ανάμνηση των κατορθωμάτων του. Είναι κατά τους ψαλμούς της ο Αριστεύς ο Θείος, ο Λέων ο Ένδοξος, ο Αστήρ ο Πολύφωτος,

Μαργαρίτης ο Πολύτιμος, του Χριστού ο Οπλίτης, ο Μυριώνυμος Μονομάχος, Δαβίδ ο Νέος, της Ουρανίου Στρατιάς ο Συνόμιλος. Ο υμνωδός προσκαλεί τη γη και τους ουρανούς να ευφρανθούν, τα όρη και όλα τα βουνά να σκιρτήσουν, την ανθρωπότητα όλη και το στρατό των αγγέλων να συγχαρούν και, ενώνοντας σε κοινό ύμνο τον Στρατηγό και Σωτήρα με τον ένδοξό του αθλητή, αναφωνεί: «Χαίρε Σωτήρ, των πιστών η χαρά, χαίρε κι εσύ, εύχος αθλοφόρων, Γεώργιε υπερθαύμαστε».

Η Ανάσταση του Κυρίου αποτελεί το μεγαλύτερο γεγονός μέσα στην ιστορία. Πρόκειται για θέωση και ανάσταση της ανθρωπίνης φύσεως και για ελπίδα θεώσεως και αναστάσεως του δικού μας προσώπου. Αφού βρέθηκε το φάρμακο, υπάρχει η ελπίδα ζωής. Με την Ανάσταση του Χριστού αποκτά άλλο νόημα και η ζωή και ο θάνατος. Δεν θεωρούμε το σύνολο των ιστορικών γεγονότων, αλλά την κοινωνία με τον Θεό. Και δεν θεωρούμε θάνατο το τέλος της παρούσας ζωής, αλλά την απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Χριστό, ενώ ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα δεν είναι θάνατος, αλλά προσωρινός ύπνος. Ο Απόστολος Παύλος, ακριβώς επειδή αισθάνεται ενωμένος με τον Αναστάντα Χριστό, μπορεί να ομολογεί:

«Πέπεισμαι γαρ ότι ούτε θάνατος, ούτε ζωή, ούτε άγγελοι, ούτε αρχαί, ούτε δυνάμεις, ούτε ενεστώτα, ούτε μέλλοντα, ούτε ύψωμα, ούτε βάθος, ούτε τις κτίσις ετέρα, δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Θεού, της εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών». Αυτή την αγάπη, αυτή τη ζωή, αυτή την αναστημένη ζωή, τη χάρη της Αναστάσεως είχε μέσα του ο σήμερα εορταζόμενος Άγιος Μεγαλομάρτυς Γεώργιος. Αυτή τη χάρη και ζωή ευχόμαστε να αποκτήσουμε και να έχουμε όλοι μας, έτσι ώστε στο «Χριστός Ανέστη» να απαντούμε όχι κατά συνθήκη, αλλά νιώθοντάς το πραγματικά: «Αληθώς Ανέστη ο Κύριος».

Αγγλική μετάφρασηEN · 22 παράγραφοι

The Great Martyr Saint George the Trophy-Bearer, whose memory we celebrate today—sometimes on its usual date and sometimes on a transferred date—was probably born in AD 275. Both his parents came from Christian families. His father was from Cappadocia, and his mother from Lydda in Palestine. It is said that a few years after his son’s birth, his father died a martyr for Christ. His young mother then hurried with her little son to her own homeland, Lydda, where they would be safer. When Saint George turned eighteen, he was called into military service and had to go to Nicomedia, then the seat of the Eastern Roman Empire. Mother and son

parted in sorrow and tears. Both had great faith in God, but God allows even His faithful to suffer sorrow. Despite his youth, Saint George advanced remarkably in military service. He soon showed extraordinary courage, daring, and skill, and promotions followed rapidly. He was assigned to the Imperial Guard and rose through its ranks. Diocletian also gave him the title of count and made him one of the Guard’s senior commanders after he distinguished himself in the war against the Persians. In AD 303, Diocletian

urged on by his assistant Galerius, a fierce enemy of Christians, issued his first decree against them. Saint George was then twenty-eight. The decree ordered the destruction of churches and stripped Christians of their civil and political rights. It failed to frighten them, and by 305 three more decrees had followed, imposing exile, terrible torture, and death. When the first decree was issued, Saint George learned that his mother had died. He mourned her, prayed for her soul, and obtained leave to go to Lydda. After selling her property,

he gave part of the money to meet the charitable needs of the Christian community there. On returning to Nicomedia, he gave all the rest to the orphans and widows of the many victims of the brutal persecution. Then he went to the commander of the Imperial Guard and declared that he wanted the imperial decrees against Christians applied to him. His declaration caused astonishment and sorrow, and was reported to Caesar Galerius and Emperor Diocletian. Once their first shock had passed, they tried to persuade him to withdraw his declaration. They said that withdrawing it would be enough; they would not require him to sacrifice to the pagan gods.

He refused that compromise and confessed his faith again with the same openness and courage. The tortures were then ordered to begin. They tied him to a post and struck him with a spear, while he said, “I thank You, my Master and God, for preparing me to be worthy of Your good gifts.” Next they bound him and threw him into prison. They laid him on his back and placed a heavy stone on his chest. The martyr again thanked God and asked Him to help keep his heart steadier and more unshakable than that great stone. Then they ordered him to be tortured on the wheel. It was a dreadful torture.

He was to be bound to a great wheel whose turning would bring sharp knives against his body. The wheel turned, the knives cut, wounds opened, and blood flowed in streams. Yet the Saint endured it and sang hymns. While this dreadful and wondrous scene unfolded, Diocletian and his attendants, certain that George was about to die, had withdrawn to a pagan temple to offer sacrifices to their gods. Suddenly Saint George stood before them, strong and unharmed, steadfast and courageous. What had happened? The Lord Jesus, rewarding His champion’s complete self-denial and intending through a series of miracles to humble imperial pride,

also sought to draw to Himself pagans whose remaining goodness made them worthy of compassion and mercy. He sent an angel of the Lord to free the Saint from the wheel and heal his wounds completely. Diocletian saw the miracle but could not understand it. What prevented him? His hardened devotion to idols. Before he could give another order to seize the Great Martyr and this time make certain of his death, two of his most distinguished generals, Anatolius and Protoleon, stepped forward. They were honorable, conscientious men who sought the truth and longed for the light. They had already heard a little about the faith of Christ,

and now, seeing such a tangible miracle in one of its most distinguished champions, they removed their belts and swords and openly confessed Jesus Christ. When Diocletian rebuked them for disloyalty to their emperor, they assured him that they were ready to serve him without rank or office, as the lowest of soldiers. But they would remain unshakable in their confession of Christ as the God of truth and love. Before Diocletian could order their deaths, further declarations deepened his astonishment and brought his fury to a peak. The two generals’ example inspired others: more officers declared that they too confessed Christ. Then messengers

arrived from the place where the Great Martyr George had just been tortured on the wheel. They reported that many soldiers and people in the crowd, awestruck by the miracle, had begun to cry out that they were Christians. Galerius ordered them all seized and put to death. They accepted this and went joyfully to martyrdom. All those brave souls died proclaiming their faith to their last breath and praising Jesus Christ, who shed His blood for the salvation of mankind. To Diocletian, Saint George was the cause of all his bitterness and humiliation, and had to die. Yet he began to fear that

this Christian prisoner might once again escape death. So he consulted his advisers about the surest way to kill him. They decided to prepare burning lime in a deep pit and throw the extraordinary, fearless martyr into it. The order was carried out, but the Great Martyr again remained unharmed. The sight astonished everyone and became a powerful proclamation of the might of Jesus. Far from burying the Christian faith, that pit revealed it in all its splendor and greatness.

Soldiers too came to believe in the Lord and cried out, “Great is the God of the Christians!” Many in the crowd did the same. The news spread like lightning. When the emperor heard it, he went to the scene with his attendants and Queen Alexandra. What he saw struck him like a thunderbolt. The Great Martyr was still in the lime, with only his head above it. Diocletian ordered him taken out. He was completely unharmed. The emperor’s anguish was deep and plain to see. Then they forced the Saint to run in iron shoes that had been heated until they glowed. The Saint asked Christ for help and made that journey as though it were an easy, pleasant walk. Diocletian was at a loss. He wondered how

he could finally make certain of the Saint’s death. At last an official named Magnentius asked the emperor’s permission to approach George. He said, “If you want us to believe in your God, do something that will give undeniable proof that your faith is true.” He pointed to a group of the dead, people killed that very day because they had refused to renounce their faith in Christ. Magnentius added, “Do you want us to believe in your Christ? Raise one of these dead men. If you can do that, we will have no difficulty embracing your faith.” As he spoke, Magnentius looked at George mockingly, for he thought

such a deed utterly impossible. But instead of answering, the Saint prayed with a soul full of the faith of which the Savior spoke: “If you can believe, all things are possible to the one who believes.” He went to one of the dead, made the sign of the Cross, and called out, “In the name of Jesus Christ, receive life and arise!” The dead man rose. George took him by the hand and presented him to the astonished onlookers. At this display of God’s irresistible power, men from the army and the crowd hastened to declare that they too were now Christians.

Magnentius said nothing, disheartened that his expectations had been overturned. The emperor, unable to deny what had happened before everyone’s eyes, tried to attribute it to magic. He noticed among those present a man named Athanasius, renowned for his magical arts, and ordered him to come forward and display the most astonishing examples of his skill and power.

The magician came forward, but a prayer from the Saint rendered all his magic powerless. The miracle helped Athanasius recognize that Christianity possessed a true power to work wonders, a power received from God. This conviction became an unshakable faith, which he did not hesitate to proclaim.

He expressed his gratitude to George, then turned to the emperor and cried out that he too had become a Christian. More condemnations and executions followed. The new martyrs willingly accepted death by the sword, calling upon the Lord and proclaiming their faith in Him. By imperial order, the Great Martyr George was taken back to prison. Crowds of Christians and pagans alike came there to see the Saint. Meanwhile, on Magnentius’s advice, the emperor decided on one last attempt to persuade George with flattering words and great promises to sacrifice to the gods.

The Great Martyr agreed to go to the pagan temple. The emperor and his attendants thought the Saint would offer a sacrifice, and their joy knew no bounds. The temple filled with rulers and townspeople, and the emperor himself was there. But when everything was ready for the sacrifice they expected, George approached the statue of Apollo and asked, “Are you God? Should people worship you?” Then a voice from an unseen spirit, seeming to come from the idol before him, answered in fear and confusion: “I am not God, and neither are the other spirits who, together with me,

have taken up their abode in this temple. There is one true God: Christ.” George continued, “Since you are not gods, why do you deceive people and lead them to think you are? And how dare you remain here,” he cried, “when I, a servant and herald of Christ, stand before you?” With these words he made the sign of the Cross. At once the evil spirits fled in panic, with cries and wailing. The emperor and his attendants were overwhelmed with grief and anger at this turn of events, and he ordered the Saint to be put to death immediately by the sword. When they reached the place of execution, George prayed. Among other things, he asked the Lord to strengthen him to the end in his struggle to confess Him. Then he cried out, “And forgive these people, my Master, for what

they have done against me in ignorance. Grant that they may come to know You and become worthy of You, for You are blessed unto the ages.” Then the Great Martyr knelt and offered his neck to the executioner. The executioner felt a certain reverence for this courageous man, but carried out his task. That holy head fell, covered in blood, while his soul was received into the eternal dwellings. The memory of Saint George the Trophy-Bearer remained radiant. Miracles followed even after his death. The Orthodox Church honored the memory of his deeds with beautiful hymns. In those hymns he is the Divine Champion, the Glorious Lion, the Star of Many Lights,

the Precious Pearl, Christ’s Soldier, the Champion of Many Names, the New David, and Companion of the Heavenly Host. The hymnographer calls on earth and heaven to rejoice, on the mountains and hills to leap for joy, and on all humanity and the host of angels to celebrate together. Joining the Commander and Savior with His glorious champion in one hymn, he cries: “Rejoice, O Savior, joy of the faithful! Rejoice also, O George, glory of the martyrs, wondrous beyond measure!”

The Resurrection of the Lord is the greatest event in history. In it, human nature is raised from the dead and brought to theosis, union with God. It gives us hope that each of us, too, may be raised and share in theosis. Now that the remedy has been found, there is hope for life. Through Christ’s Resurrection, both life and death take on a different meaning. We see life as communion with God, rather than simply a series of events. And we do not regard the end of this earthly life as death. True death is being separated from Christ; the separation of soul and body is only a temporary sleep. Because the Apostle Paul knows himself to be united with the risen Christ, he can declare:

“For I am convinced that neither death nor life, nor angels nor principalities nor powers, nor things present nor things to come, nor height nor depth, nor anything else in creation will be able to separate us from the love of God in Christ Jesus our Lord.” Saint George the Great Martyr, whom we celebrate today, had this love, this life, this risen life—the grace of the Resurrection—within him. May we all receive and keep that same grace and life, so that when we hear “Christ is risen,” we answer with heartfelt conviction, not merely out of habit: “Truly the Lord is risen.”

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

04 ΑΠΡΙΛΙΟΥ\23 04 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα