Άγιος Ευθύμιος ο Μέγας και ο δρόμος της ταπείνωσης
Γεννημένος στη Μελιτινή μετά από τις προσευχές των γονιών του, ο Ευθύμιος αφιερώθηκε στον Θεό από παιδί και διαμορφώθηκε από τις Γραφές, τη λατρεία και την ασκητική πειθαρχία. Αναζητώντας ησυχία, ταξίδεψε στην Αγία Γη και εγκαταστάθηκε κοντά στη Λαύρα του Φαράν, όπου συνδέθηκε με στενή πνευματική φιλία με τον Θεόκτιστο.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Γεννημένος στη Μελιτινή μετά από τις προσευχές των γονιών του, ο Ευθύμιος αφιερώθηκε στον Θεό από παιδί και διαμορφώθηκε από τις Γραφές, τη λατρεία και την ασκητική πειθαρχία.
- Αναζητώντας ησυχία, ταξίδεψε στην Αγία Γη και εγκαταστάθηκε κοντά στη Λαύρα του Φαράν, όπου συνδέθηκε με στενή πνευματική φιλία με τον Θεόκτιστο.
- Καθώς μοναχοί συγκεντρώνονταν γύρω από αυτούς, ο Ευθύμιος δίδασκε υπακοή, ταπείνωση, σιωπή, μνήμη θανάτου και εργασία για την υποστήριξη του εαυτού τους.
- Μετά την ίαση του Τερέβωνα, ο πατέρας του Ασπεβέτος και οι συνοδοί τους ασπάστηκαν τον χριστιανισμό και βαπτίστηκαν.
- Η ομιλία διηγείται πώς η προσευχή εξασφάλισε τροφή για τετρακόσιους επισκέπτες και βροχή σε περίοδο ξηρασίας, καθώς και οράματα κατά τη Θεία Λειτουργία.
- Προβλέποντας τον θάνατό του, ο Ευθύμιος έδωσε τελευταίες συμβουλές στους μοναχούς του και reposed ειρηνικά στις 20 Ιανουαρίου 473.
- Η ομιλία συμπεραίνει ότι η αληθινή μεγαλοσύνη έρχεται με τη χάρη του Θεού, καθώς ο άνθρωπος αφήνει πίσω του την υπερηφάνεια, τον πλούτο και την επιθυμία για ανθρώπινο έπαινο.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 19 παράγραφοι
20 του μηνός Ιανουαρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Οσίου Ευθυμίου του Μεγάλου, του Αγίου Μάρτυρος Βάσου, του Αγίου Μάρτυρος Ευσεβίου, του Αγίου Μάρτυρος Ευτυχίου, του Αγίου Μάρτυρος Βασιλίδου, των Αγίων Μαρτύρων Ινά, Πεινά και Ερημά, του Μακαρίου Πέτρου του Τελώνου, των Αγίων Μαρτύρων Θήρσου και Αγανής, του Ευσεβεστάτου Βασιλέως Λέοντος του Μεγάλου, του Καλουμένου Μακέλη και Θρακός, της Αγίας Μάρτυρος Άνης και του Αγίου Νεομάρτυρος Ζαχαρίου.
Θεοφόρος πατέρας μας Ευθύμιος γεννήθηκε στη Μελιτινή της Αρμενίας το 377 μετά Χριστόν. Οι γονείς του, Παύλος και Διονυσία, διακρίνονταν για την πίστη τους, ευσεβείς και θεάρεστοι στο βίο τους, όμως λυπούνταν διότι ήταν άτεκνοι. Πολλές φορές πήγαιναν στο ναό του Αγίου Πολυεύκτου που ήταν κοντά τους και προσεύχονταν για το θέμα τους αυτό. Αυτό. Κάποια νύχτα είδαν θεϊκή οπτασία που τους είπε: «Ευθυμείτε και χαίρετε, διότι ο Κύριος εισάκουσε τη δέησή σας και σας δίνει τέκνο που θα φέρει το όνομα της Ευθυμίας, διότι θα φέρει στις εκκλησίες του Θεού ευθυμία και αγαλλίαση». Έτσι γεννήθηκε ο Άγιος, ο οποίος, όταν έγινε τριών ετών, έχασε τον πατέρα του, η δε μητέρα του τον έφερε στον επίσκοπο της Μελιτινής Οτρέιο
να τον αφιερώσει στο Θεό, όπως έκανε προηγουμένως η Άννα τον Προφήτη Σαμουήλ. Ο δε Οτρέιος, βλέποντας το παιδί, είπε: «Σε αυτό το παιδί αναπαύεται το πνεύμα του Κυρίου». Μετά τον βάπτισε και τον έκανε αναγνώστη. Σπουδάζοντας τα Ιερά Γράμματα, άναβε στην ψυχή του Ευθυμίου ο Θείος Έρωτας. Αποταμίευε μέσα του από την Αγία Γραφή υποδείγματα θείων ανδρών, τη ζωή των οποίων ποθούσε να μιμηθεί. Η τροφή του ήταν απλή και σύμμετρη, η τρυφή του τα πνευματικά λόγια, την εκκλησιαστική ακολουθία έκανε με προσοχή και συντριβή καρδίας και με πολλή σιωπή. Στεκόταν με πολλή ευλάβεια, σαν να έβλεπε μπροστά του το δεσπότη όλης της κτίσεως.
Του δεν έλεγε λόγο αργό και μάταιο. Αντί της οργής, καρποφορούσε την αγάπη και την πραότητα, αντί της τρυφής και της γαστριμαργίας, την εγκράτεια. Τους λογισμούς της κενοδοξίας τους νικούσε με την ταπείνωση. Την επιθυμία των υλικών αγαθών την ανέτρεπε με τη θεληματική φτώχεια. Και γενικώς την κάθε κακία την νικούσε με την αντίθετη αρετή ο πάνσοφος. Για την ένθεη ενάρετή του ζωή χειροτονήθηκε, και χωρίς τη θέλησή του, πρεσβύτερος και του ανατέθηκε η φροντίδα όλων των μοναστηριών της περιοχής. Ο δε Όσιος αγαπούσε πολύ την ησυχία και πήγαινε πολλές φορές στο ναό του Αγίου Πολυεύκτου και εκεί περνούσε τον περισσότερο του καιρό. Μια φορά το χρόνο, μετά την εορτή των Φώτων, αναχωρούσε από την πόλη και πήγαινε σε μέρος ερημικό όπου παρέμενε μέχρι την Κυριακή των Βαΐων.
Τότε πάλι επέστρεφε. Επειδή όμως οι φροντίδες των μοναστηριών δεν του επέτρεπαν να ησυχάσει, όπως ποθούσε η ψυχή του, σε ηλικία 29 ετών έφυγε κρυφά από την πατρίδα του. Έχοντας πόθο να προσκυνήσει τον Πανάγιο Τάφο και να συνομιλήσει με Αγίους Πατέρες για να λάβει από εκείνους υποδείγματα αρετής, πήγε στους Αγίους Τόπους, τους οποίους και προσκύνησε. Άκουσε των πατέρων την ένθεη πολιτεία και ως ζηλωτής της πνευματικής ησυχίας βρήκε κοντά στη Λαύρα Φαράν ένα ησυχαστικό κελί, στο οποίο έμεινε πλέκοντας ως εργόχειρο βαΐα φοινίκων και έτσι κέρδιζε την τροφή του και το υπόλοιπο έδινε ελεημοσύνη σε εκείνους που είχαν ανάγκη. Εκεί κοντά ήταν και άλλος ασκητής ονόματι Θεόκτιστος,
όμοιος κατά τον τρόπο της ζωής και την αρετή με εκείνον. Συνδέθηκαν με στενή αδελφική κατά Θεόν αγάπη, σαν να ήταν μια ψυχή σε δυο σώματα. Κατά τον πέμπτο χρόνο της παραμονής τους στη Φαράν, όταν, κατά τη συνήθειά τους, ξεκινώντας για να πάνε στην έρημο, πέρασαν από ένα ποτάμι βαθύ και κρημνώδες, βρήκαν ένα μεγάλο σπήλαιο, στο οποίο και κατοίκησαν, πιστεύοντας ότι ο Θεός τους οδήγησε εκεί. Όμως, τους έμαθαν οι μοναχοί της Φαράν και άρχισαν να τους επισκέπτονται. Πολλοί δε παρέμειναν στην υπακοή του Ευθυμίου. Έκαναν το σπήλαιο ναό και πάνω από αυτό έκτισαν λαύρα με ηγούμενο τον Θεόκτιστο, ενώ ο Ευθύμιος ησύχαζε στο σπήλαιο και καθοδηγούσε πνευματικά τους προσερχομένους σε αυτόν με πολλή σύνεση και πολλή διάκριση.
Αυτούς που αποτάσσονταν τον κόσμο, τους δίδασκε να έχουν κυρίως υπακοή και ταπείνωση, πάντα να θυμούνται το θάνατο, να κοπιάζουν για να τρέφονται από το εργόχειρό τους και μάλιστα οι νεότεροι να ταλαιπωρούν το σώμα για να το έχουν υπάκουο στις πνευματικές εργασίες. Πρόστασε ακόμη να φυλάγουν σιωπή και κανείς δεν τολμούσε να μιλήσει στην εκκλησία ή στην τράπεζα. Κάποιος άρχοντας των Σαρακηνών, ονόματι Ασπέβετος, είχε γιο ονομαζόμενο Τερεύωνα, ο οποίος από δαιμονική συνέργεια ήταν ημιπαράλυτος. Επειδή ο άρρωστος αυτός είδε μια οπτασία, ο πατέρας του τον πήρε και με μεγάλη συνοδεία τον έφερε από την Αραβία στο σπήλαιο του Αγίου Ευθυμίου. Ο Τερεύων είπε το τι του συνέβη στον Θεόκτιστο.
Είχε καταφύγει σε όλους τους μάντες και τους γιατρούς της Αραβίας, στους οποίους δαπάνησε πολλά, χωρίς να δει καμιά ωφέλεια. Το ίδιο και στην Περσία. Μετά δεήθηκε στον αληθινό Θεό να τον θεραπεύσει, υποσχόμενος να γίνει χριστιανός. Έτσι είδε κάποιον μοναχό στον ύπνο του, μακρυγένη και γέροντα, που τον ρώτησε για την ασθένειά του. Του έδειξε το πάθος του και εκείνος του είπε: «Εάν θεραπευθείς, θα εκτελέσεις όσα υποσχέθηκες στον αληθινό Θεό;» «Ναι, Κύριε, αψευδέστατα», του απάντησε. Ο εμφανισθείς είπε: «Εγώ είμαι ο Ευθύμιος και κατοικώ στον χείμαρρο, δέκα μίλια μακριά από την Ιερουσαλήμ. Εάν δε ποθείς να θεραπευθείς, έλα σε μένα και θα σε θεραπεύσει ο Κύριος». Αυτά που είδα τα είπα στον πατέρα μου και αφήσαμε τα πάντα,
ήρθαμε γρήγορα κατά την όραση. Ο Άγιος, αφού γνώρισε ότι ήταν οικονομία Θεού, προσευχήθηκε στον άρρωστο και, ω του θαύματος, την ίδια ώρα θεραπεύτηκε εντελώς. Οι Άραβες εκείνοι, γεμάτοι έκπληξη, πίστεψαν στον Χριστό και ζήτησαν να βαπτιστούν. Ο Άγιος είδε τη μεγάλη τους προθυμία και δεν αμέλησε. Πρώτα βάπτισε τον πατέρα και τον ονόμασε Πέτρο, μετά τον γυναικάδελφό του Μάρη, μετά τον Τερεύωνα και όλους τους άλλους. Τους κράτησε σαράντα μέρες και τους νουθετούσε. Μετά, ενώ οι άλλοι αναχώρησαν, ο Μάρης παρέμεινε και, αφού αφιέρωσε όλη του την περιουσία, απαρνήθηκε τον κόσμο, έγινε μοναχός και έμεινε στην υπακοή του Ευθυμίου. Του θαύματος αυτού η φήμη διαδόθηκε σε όλα τα περίχωρα.
Όλοι όσοι είχαν κάποια ασθένεια έτρεχαν και έβρισκαν άμισθη θεραπεία και δόξαζαν το Θεό. Κάποτε κατέβαιναν από την Ιερουσαλήμ προς τον Ιορδάνη τετρακόσιοι Αρμένιοι, οι οποίοι παρεξέκλιναν από τον κανονικό δρόμο και ήλθαν στη Λαύρα του Αγίου Ευθυμίου, ο οποίος, βλέποντάς τους, κάλεσε τον υποτακτικό του Δωμετιανό, που τον είχε κάνει οικονόμο, και του είπε να τους φιλοξενήσει όπως μπορούσε. Αυτός δε του αποκρίθηκε ότι ούτε μιας μέρας τροφή δεν τους βρισκόταν. Ο δε Άγιος, έχοντας ελπίδα στον Ελεήμονα και Πανάγαθο Θεό, του αποκρίθηκε με θάρρος:
«Παιδί μου, να δεις πόσο διαφέρει από τους λογισμούς των ανθρώπων η χάρη και η δύναμη του Θεού». Πήγε αυτός και, ω του θαύματος, την αποθήκη γεμάτη τόσο, ώστε δεν μπορούσε να ανοίξει τη θύρα. Φώναξε τους αδελφούς και την άνοιξαν με πολύ κόπο και την βρήκαν γεμάτη από όσα είχαν ανάγκη. Όταν είδε αυτά ο Δωμετιανός, κατάλαβε την ενέργεια της Θείας Χάριτος και, πέφτοντας στα πόδια του Μεγάλου Ευθυμίου, ζητούσε συγχώρηση. Ο Άγιος τον σήκωσε και του είπε: «Παιδί μου, ο σπείρων επ' ευλογίαις, επ' ευλογίαις και θερίσει. Όσοι φιλοξενούν τους ξένους και υποδέχονται τους πτωχούς ωφελούν τον εαυτό τους περισσότερο. Έτσι να κάνετε κι εσείς, εάν θέλετε να σας ευλογεί ο Θεός, να έχετε στον παρόντα κόσμο τα χρειαζούμενα και να απολαύσετε στη μέλλουσα ζωή την αιώνιο». Κάποια χρονιά υπήρχε ανομβρία. Λόγω της ξηρασίας, η
Λαύρα είχε ανάγκη από νερό. Οι αδελφοί με τον Όσιο Θεόκτιστο μαζεύτηκαν και παρακαλούσαν τον Άγιο να κάνει δέηση προς τον Κύριο, να στείλει βροχή, να δροσίσει τους ανθρώπους και τα γεννήματα. Το ίδιο και πολύς λαός της περιοχής που μαζεύθηκε έξω από τη Λαύρα. Ο Άγιος τους λυπήθηκε. Αφού απέδωσε το κακό στις πολλές αμαρτίες, παρήγγειλε οι λαϊκοί να προσευχηθούν έξω, αυτός δε με τους μοναχούς έκανε θερμή δέηση στο ναό. Ο δε Κύριος επάκουσε την ικεσία του δούλου του, γέμισε σύννεφα ο ουρανός και ακολούθησε τόση βροχή που μέθυσε όλη τη γη. Κάποια μέρα που λειτουργούσε ο Άγιος την αναίμακτη θυσία και κατά την ψαλμωδία του Τρισαγίου Ύμνου φάνηκε Θείο Πυρ να κατεβαίνει από πάνω,
το οποίο περιέβαλε αυτόν και τον υποτακτικό του Δωμετιανό, έμεινε δε μέχρι το τέλος της Θείας Λειτουργίας. Ειπώθηκε ακόμη ότι πολλές φορές ο Άγιος είδε φοβερούς αγγέλους να συλλειτουργούν μαζί του και να τον υπηρετούν και ότι τόση χάρη του έδωσε ο Κύριος, ώστε από την όψη των ανθρώπων γνώριζε ακριβώς την εσωτερική πνευματική κατάσταση της ψυχής, τους λογισμούς, σε ποιο πάθος νικούσαν και σε ποιον νικιόνταν από τον δαίμονα. Ιδιαίτερα όταν κοινωνούσε τους αδελφούς, μερικούς τους έβλεπε φωτεινούς και ωραίους, μερικούς δε μαύρους και άσχημους, δηλαδή ανάξιους της Θείας Κοινωνίας. Έχοντας ο Μέγας Ευθύμιος πολλή την παρρησία προς το Θεό, προγνώρισε και το θάνατό του. Για του Αγίου Αντωνίου
το έτος 473 έκαναν αγρυπνία. Μετά, σε σύναξη όλων των αδελφών, ανακοίνωσε τη μετά τρεις μέρες αναχώρησή του και τους έκανε τις τελευταίες του νουθεσίες. Στο τέλος τους είπε: «Αν βρω κάποια παρρησία προς τον Κύριο, θα του ζητήσω αυτή τη χάρη, να είμαι με το πνεύμα στη συνοδεία σας πάντοτε». Κατόπιν τους απέλυσε όλους, κράτησε κοντά του μόνο τον Δωμετιανό και αφού προσέμεινε τρεις μέρες στο διακονικό μαζί του, τη νύχτα του Σαββάτου, την 20ή Ιανουαρίου, κοιμήθηκε εν ειρήνη και απήλθε προς την εκεί θεία μακαριότητα πλήρης ημερών σε ηλικία 96 ετών.
Σήμερα τον Όσιο Ευθύμιο, ή καλύτερα τον Μέγα, όπως τον χαρακτήρισε η Εκκλησία μας, Ευθύμιο. Τι ήταν όμως εκείνο που τον έκανε μεγάλο και τι θα μπορούσε να πει και να μας ωφελήσει; Ο χαρακτηρισμός αυτός του μεγάλου μας φέρνει στο νου τα λόγια του Κυρίου: «Ο γαρ μικρότερος εν πάσιν υπάρχων, ούτος εστί μέγας». Ανέκαθεν, ίσως περισσότερο σήμερα, προσπαθεί ο άνθρωπος ή τουλάχιστον ενδόμυχα επιθυμεί να γίνει κάτι μεγάλο.
Να ανέβει επαγγελματικά, άλλος να γίνει διακεκριμένος επιστήμονας, άλλος να διακριθεί κοινωνικά με τα μεγάλα του πλούτη, άλλος να γίνει μεγάλος στην τέχνη ή το συγγραφικό του έργο και άλλοι, προβάλλοντας αυτή τους την επιθυμία στα παιδιά τους, προσπαθούν αυτά να αναδείξουν και να γίνουν αυτό που οι ίδιοι δεν κατόρθωσαν να επιτύχουν. Και αυτό δεν είναι τυχαίο, διότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος για το μεγάλο, το ωραίο, το αληθινό, το αιώνιο, το αναλλοίωτο, το άπειρο. Όμως όλα αυτά βρίσκονται μόνο στο Θεό. Η μόνη αληθινή μεγαλοσύνη, η άπειρη, η αναλλοίωτη και αιώνια, είναι ο Άκτιστος, ο Άναρχος και Ατελεύτητος Θεός. Τα κτίσματα, επομένως και ο άνθρωπος, από τη φύση τους δεν έχουν αυτές τις ιδιότητες. Ο άνθρωπος, ως προερχόμενος από το μηδέν, παραμένει πάντα ένα μηδέν.
Δεν μπορεί από μόνος του να γίνει κάτι. Μόνο αν γίνει κοινωνός της μεγαλοσύνης του Θεού, μόνον αν λάβει τη χάρη του Θεού, μπορεί να γίνει όχι απλώς κάτι, αλλά μέγας, όπως ο ίδιος ο Θεός. Αδικεί δε τον εαυτό του όταν, προσπαθώντας να ξεδιψάσει τη δίψα του για το άπειρο και αιώνιο, καταφεύγει στην απόκτηση και απόλαυση των υλικών αγαθών ή επιδιώκει τη μάταιη δόξα των ανθρώπων. Όλα αυτά και ανάξια είναι για το θεόπλαστο άνθρωπο, αλλά και προσωρινά. Πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα, όσα ουχ υπάρχει μετά θάνατον. Ου παραμένει ο πλούτος, ου συνοδεύει η δόξα. Πλούτος και δόξα φεύγουν μέσα από τα χέρια του
Πολλές φορές πριν και σίγουρα με το θάνατό του. Όμως, για να γεμίσει κανείς με τα θεϊκά, τη χάρη, τη δόξα του Θεού, πρέπει η καρδιά του να αδειάσει από τα χοϊκά, να γίνει απλή και ταπεινή όπως των παιδιών. Η χάρη του Θεού είναι το παν, το οποίο στηρίζεται στο θεμέλιο της συνειδητοποιήσεως του δικού μας μηδενός. Όσο βαθύτερο το θεμέλιο, τόσο μεγαλύτερη η οικοδομή του Θεού. Όσο περισσότερο χώμα εγωισμού βγάζει κανείς, τόσο περισσότερο πνεύμα εισχωρεί μέσα του. Όσο περισσότερο μικρύνει κανείς τον εαυτό του, τόσο μεγαλύτερος θα είναι στη βασιλεία των ουρανών. Δικαίως λοιπόν λέγεται
πρόοδος στην πνευματική ζωή είναι πρόοδος στην ταπείνωση και αληθινά μεγάλος γίνεται και είναι ο ταπεινός.
Αγγλική μετάφρασηEN · 19 παράγραφοι
On January 20, our Church commemorates Venerable Euthymius the Great; the Holy Martyrs Bassus, Eusebius, Eutychius, and Basilides; the Holy Martyrs Inna, Pinna, and Rimma; Blessed Peter the Publican; the Holy Martyrs Thyrsus and Agne; the most pious Emperor Leo the Great, called Makelles and the Thracian; the Holy Martyr Anna; and the Holy New Martyr Zacharias.
Our God-bearing father Euthymius was born in Melitene in Armenia in the year 377. His parents, Paul and Dionysia, were known for their faith. They lived devout lives pleasing to God, but grieved because they had no children. They often went to the nearby church of Saint Polyeuctus and prayed for a child. One night, a divine vision told them, “Take heart and rejoice, for the Lord has heard your prayer. He will give you a child named Euthymius, whose name speaks of joy, because he will bring joy and gladness to the churches of God.” And so the saint was born. When he was three years old, his father died, and his mother brought him to Otreius, the bishop of Melitene,
to dedicate him to God, as Hannah had once dedicated the Prophet Samuel. When Otreius saw the child, he said, “The Spirit of the Lord rests upon this child.” He then baptized him and made him a reader. As Euthymius studied the sacred writings, divine love burned within his soul. He stored up examples of holy men from Holy Scripture and longed to follow their lives. His food was plain and modest; his delight was in spiritual teaching. He attended the services with care, a contrite heart, and much silence. He stood with deep reverence, as though he saw the Master of all creation before him.
He spoke no idle or empty words. In place of anger, he cultivated love and gentleness; in place of indulgence and gluttony, self-control. He overcame vain thoughts with humility, and the desire for possessions with voluntary poverty. In short, this wise man overcame each vice with its opposite virtue. Because of his godly and virtuous life, he was ordained a priest, though against his wishes, and entrusted with the care of all the monasteries in the area. But the venerable Euthymius loved hesychia, inner stillness. He often went to the church of Saint Polyeuctus and spent most of his time there. Once a year, after the Feast of Theophany, he left the city for a deserted place, where he stayed until Palm Sunday.
Then he would return. But the care of the monasteries kept him from the stillness his soul longed for, so at the age of twenty-nine he secretly left his homeland. He wanted to venerate the Most Holy Sepulchre and speak with holy fathers whose lives could teach him virtue. He went to the Holy Land and venerated its holy places. After hearing of the fathers’ godly way of life, he found a quiet cell near the Lavra of Pharan. There he wove palm leaves to earn his food and gave whatever remained to those in need. Nearby lived another ascetic named Theoctistus,
whose way of life and virtue were much like his own. They formed such a close brotherly love in God that they seemed to be one soul in two bodies. In their fifth year at Pharan, they set out for the desert as usual. After passing through a deep, steep-sided ravine, they found a large cave and settled there, believing God had led them to it. The monks of Pharan soon learned where they were and began to visit. Many stayed to live in obedience to Euthymius. They made the cave into a church and built a lavra above it, with Theoctistus as abbot. Euthymius remained in stillness in the cave, guiding those who came to him with great wisdom and discernment.
He taught those who had renounced the world to put obedience and humility first, always to remember death, and to work so they could live by what they made with their hands. He especially urged the younger monks to discipline their bodies so they would be ready for spiritual work. He also told them to keep silence, and no one dared speak in church or at the table. A Saracen leader named Aspebetus had a son called Terebon, who was partly paralyzed through the work of a demon. After Terebon had a vision, his father brought him from Arabia with a large party to the cave of Saint Euthymius. Terebon told Theoctistus what had happened to him.
He had gone to every diviner and physician in Arabia and spent a great deal on them, but received no benefit. He tried the same in Persia. Then he prayed to the true God to heal him and promised to become a Christian. In a dream he saw a monk with a long beard, an elder, who asked about his illness. He showed him his condition, and the monk said, ‘If you are healed, will you do what you promised the true God?’ ‘Yes, sir, most certainly,’ he answered. The one who had appeared said, ‘I am Euthymius, and I live in the ravine ten miles from Jerusalem. If you wish to be healed, come to me, and the Lord will heal you.’ I told my father what I had seen, and we left everything behind,
and came quickly, as the vision had directed.” The saint understood that this was God’s providence. He prayed over the sick man, and, what a miracle, Terebon was completely healed at once. Filled with wonder, the Arabs believed in Christ and asked to be baptized. Seeing how eager they were, the saint acted without delay. He first baptized the father and named him Peter, then baptized the father’s brother-in-law Maris, then Terebon and all the others. He kept them with him for forty days and instructed them. After the others left, Maris stayed. He gave away all his property, renounced the world, became a monk, and lived in obedience to Euthymius. News of the miracle spread throughout the surrounding country.
Everyone suffering from an illness came to him, received healing without charge, and glorified God. Once, four hundred Armenians traveling from Jerusalem toward the Jordan strayed from the usual road and came to the Lavra of Saint Euthymius. Seeing them, Euthymius called his disciple Dometian, whom he had made steward, and told him to offer them what hospitality he could. Dometian replied that they did not have enough food for even one day. But the saint placed his hope in the merciful and all-good God, and answered boldly:
“My child, you will see how far God’s grace and power exceed human thoughts.” Dometian went to the storeroom and, what a miracle, found it so full that he could not open the door. He called the brothers, and together they opened it with great effort. Inside was everything they needed. When Dometian saw this, he recognized the divine uncreated energies at work through God’s grace. He fell at Euthymius’s feet and asked forgiveness. The saint raised him and said, “My child, whoever sows generously will also reap generously. Those who welcome strangers and receive the poor do themselves even more good. Do the same if you want God to bless you, provide what you need in this life, and grant you eternal life in the life to come.” One year, there was a drought. Because the land was so dry,
the lavra needed water. The brothers gathered with Venerable Theoctistus and begged the saint to pray to the Lord for rain, to refresh the people and their crops. Many local people gathered outside the lavra with the same request. The saint had compassion on them. He said that their many sins had brought this hardship and told the laypeople to pray outside, while he and the monks prayed fervently in the church. The Lord heard his servant’s plea. Clouds filled the sky, and so much rain fell that the whole earth was drenched. One day, as the saint celebrated the Divine Liturgy and offered the bloodless sacrifice, divine fire appeared from above during the singing of the Trisagion Hymn.
It surrounded him and his disciple Dometian and remained until the end of the Divine Liturgy. It was also said that the saint often saw awe-inspiring angels serving the Divine Liturgy with him and attending to him. The Lord gave him such grace that, from a person’s appearance, he could discern the soul’s inner spiritual state: its logismoi, or intrusive thoughts, which passions the person was overcoming, and where a demon was overcoming them. In particular, when he gave the brothers Holy Communion, he saw some as radiant and beautiful, but others as dark and disfigured, showing that they were unworthy to receive Holy Communion. Because Euthymius the Great had such freedom to speak before God, he also foresaw his death. On the feast of Saint Anthony
in the year 473, they held an all-night vigil. Afterward, he gathered all the brothers and told them that he would depart in three days. He gave them his final counsel, ending with these words: “If I have any freedom to speak before the Lord, I will ask Him for this grace: that I may always be with your community in spirit.” Then he dismissed them all, keeping only Dometian with him. The two remained in the diaconicon for three days. On the night of Saturday, January 20, Euthymius fell asleep in peace and went to the divine blessedness of the life to come. He was ninety-six years old, full of days.
Today we remember Venerable Euthymius—or rather, Euthymius the Great, as our Church calls him. What made him great, and what can his life teach us? That title, “the Great,” brings to mind the Lord’s words: “He who is least among you all is the one who is great.” People have always tried to become great, or at least wished for it deep down, perhaps more than ever today.
One person wants to rise in a profession, another to become a distinguished scientist. One hopes to gain social standing through great wealth; another wants to be great in art or writing. Some place this desire on their children and try to make them achieve what they themselves could not. This longing is no accident. We were made for what is great, beautiful, true, eternal, unchanging, and infinite. Yet all these are found only in God. The only true greatness, infinite, unchanging, and eternal, belongs to the uncreated God, who has neither beginning nor end. Created beings, including us, do not have these qualities by nature. Having come from nothing, a human being remains, of himself, nothing.
We cannot become anything by ourselves. Only by sharing in God’s greatness, only by receiving His grace, can we become great, as God Himself is great. We do ourselves wrong when we try to satisfy our thirst for the infinite and eternal by acquiring and enjoying material things or seeking the empty praise of others. Such things are unworthy of human beings made by God, and they do not last. As the hymn says, “All human things are vanity, all that does not remain after death. Wealth does not endure; glory does not follow us.” Wealth and glory slip from our hands,
sometimes even before death, and certainly when we die. To be filled with divine things—with God’s grace and glory—the heart must be emptied of earthly things and become simple and humble like a child’s. God’s grace is everything, and it rests on the foundation of knowing our own nothingness. The deeper the foundation, the greater the building God can raise. The more earth of self-centeredness we dig away, the more the Spirit enters us. The smaller we make ourselves, the greater we will be in the Kingdom of Heaven. So it is rightly said that
progress in the spiritual life is progress in humility. The humble person becomes truly great.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
01 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ\20 01.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.