Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Όσιος Ευθύμιος ο Αθωνίτης και ο δρόμος προς την αγιότητα

Ο Όσιος Ευθύμιος γεννήθηκε στην Ιβηρία, συνόδευσε τον πατέρα του Ιωάννη στην Κωνσταντινούπολη, ακολούθησε τη μοναχική ζωή και έλαβε ευρεία μόρφωση. Αφού θεραπεύτηκε από βαριά ασθένεια με τη βοήθεια της Θεοτόκου, πήγε με τον Ιωάννη στο Άγιον Όρος και έγινε ιερέας με την προτροπή του Αγίου Αθανασίου.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων13 Μαΐου18:14Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Ο Όσιος Ευθύμιος γεννήθηκε στην Ιβηρία, συνόδευσε τον πατέρα του Ιωάννη στην Κωνσταντινούπολη, ακολούθησε τη μοναχική ζωή και έλαβε ευρεία μόρφωση.
  • Αφού θεραπεύτηκε από βαριά ασθένεια με τη βοήθεια της Θεοτόκου, πήγε με τον Ιωάννη στο Άγιον Όρος και έγινε ιερέας με την προτροπή του Αγίου Αθανασίου.
  • Μετέφρασε τη Γραφή στη γλώσσα των Ιβήρων, έγραψε βιβλία, έχτισε εκκλησίες και νοσοκομεία και φρόντισε τον άρρωστο πατέρα του και τους συμμοναχούς του.
  • Αφού διηύθυνε τη Μεγάλη Λαύρα, την ανέθεσε στον συγγενή του Γεώργιο, ώστε να αφιερωθεί στην προσευχή και στην ερημία.
  • Η διάλεξη αφηγείται τη θεραπεία ενός άνδρα στη Θεσσαλονίκη, την προσευχή του για βροχή κατά την ξηρασία και ένα όραμα φωτός κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας.
  • Αρνήθηκε την Αρχιεπισκοπή Κύπρου, συγχώρεσε και θεράπευσε έναν άνδρα που προσπάθησε να τον σκοτώσει και αργότερα ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη για να βοηθήσει στην αποκατάσταση της ειρήνης στο Άγιον Όρος.
  • Τραυματίστηκε όταν τον πέταξε ένα μουλάρι και πέθανε στις 13 Μαΐου 1028· η διάλεξη αναφέρει θεραπείες κατά την ταφή του και την επιστροφή των λειψάνων του στο Άγιον Όρος.
  • Η διάλεξη καταλήγει ότι η αγιότητα σημαίνει ένωση με τον Χριστό μέσα από τη ζωή στην Εκκλησία και τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, και ότι παραμένει εφικτή σήμερα.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 18 παράγραφοι

Ο Όσιος Ευθύμιος γεννήθηκε κατά το δεύτερο ήμισυ του δεκάτου αιώνος σε κάποια πόλη της Ιβηρίας, η οποία ονομαζόταν Τάο. Ήταν δε γιος γονέων ευσεβών, ενδόξων και πλουσίων. Επειδή δε ο πατέρας του, αφού πήγε στην Κωνσταντινούπολη, αρνήθηκε μετά από λίγο την πρόσκαιρη και φθαρτή λαμπρότητα και τη δόξα του κόσμου αυτού, ακολούθησε την εν Χριστώ πτωχεία, ενδύθηκε το αγγελικό σχήμα των μοναχών και μετονομάστηκε Ιωάννης. Ο γιος του Ευθύμιος, πολύ μικρός ακόμη, βρισκόταν κοντά στον παππού του, άνδρα περιβόητο για τη δόξα και την αρετή του, ο οποίος τον ανέτρεφε εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Αφού πέρασε λίγος καιρός, πήρε ο παππούς τον Ευθύμιο και πήγαν στην Κωνσταντινούπολη αναζητώντας τον γιο του Ιωάννη.

Τον βρήκε, τον παρακινούσε να επιστρέψει στην πατρίδα τους. Αλλά εκείνος όχι μόνο δεν πειθόταν να πράξει αυτό, αλλά με κάθε τρόπο ζητούσε να κρατήσει μαζί του το γιο του Ευθύμιο, πράγμα το οποίο προξενούσε μεγάλη λύπη στον πατέρα του και παππού του Ευθυμίου, ο οποίος δεν άφηνε τον εγγονό του. Πληροφορήθηκε αυτό ο τότε βασιλέας Νικηφόρος και πρόσταξε να πάνε σ' αυτόν και οι δυο φέρνοντας μαζί τους και τον Ευθύμιο. Άκουσε τη φιλονικία την οποία είχαν για το παιδί, είπε δε να μην κρατήσουν το παιδί με τη βία ούτε ο ένας ούτε ο άλλος, αλλά να αφήσουν στο Θεό τη διάκριση της υποθέσεως και όπου θα ήθελε ο μικρός να πάει, ας πήγαινε. Καθώς δε έκαναν αυτό, το παιδί έτρεξε αμέσως στα χέρια του πατέρα του, τον οποίο ούτε είδε ποτέ ούτε γνώρισε μέχρι την ώρα εκείνη.

Οι παρευρεθέντες θαύμασαν και δάκρυσαν. Δέχθηκε λοιπόν ο μακάριος Ιωάννης σαν από το χέρι του Θεού το γιο του, τον έντυσε αμέσως με το μοναχικό σχήμα και τον παρέδωσε σε διδασκάλους για να διδαχθεί τα κατάλληλα μαθήματα. Ο δε καλός Ευθύμιος, έχοντας μαζί με την οξύτητα του νου ζήλο πολύ και επιμέλεια, έμαθε σε λίγο καιρό την κοσμική και την εκκλησιαστική σοφία. Κάποτε αρρώστησε βαριά, αλλά θεραπεύτηκε με τη βοήθεια της Υπεραγίας Θεοτόκου και πρόκοβε σε κάθε αρετή, τη σοφία και τη χάρη, και έγινε περιβόητος σε όλη την Κωνσταντινούπολη. Μισώντας όμως ο μακάριος τη δόξα των ανθρώπων, έφυγε μαζί με τον πατέρα του και πήγαν στο Άγιο Όρος, όπου βρήκαν τον Όσιο Αθανάσιο και θέλησαν να μείνουν μαζί του στην Ιερά Λαύρα. Ο δε πράγματι θείος Αθανάσιος

βλέποντας με το διορατικό βλέμμα της ψυχής του τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, η οποία κατοικούσε στον Ευθύμιο, τον παρακινούσε να λάβει το αξίωμα της ιεροσύνης. Αυτός δε, αν και δεν ήθελε στην αρχή να το δεχθεί, λέγοντας ότι είναι ανάξιος, όμως τέλος, υπακούοντας στα λόγια του Οσίου Αθανασίου, χειροτονήθηκε ιερέας. Και τότε πρόσθεσε αγώνες πάνω στους αγώνες και εγκράτεια πάνω στην εγκράτεια, αυξάνοντας κατά πολύ τις αρετές τις οποίες είχε. Γι' αυτό και έγινε θείο σκεύος του Αγίου Πνεύματος και μετέφρασε όλη τη Θεία Γραφή στη γλώσσα των Ιβήρων. Συνέγραψε δε και ο ίδιος πολλά βιβλία, ανοικοδόμησε πολλούς ναούς, νοσοκομεία, όλο δε το Άγιο Όρος το κόσμησε με ησυχαστήρια.

Ποιος δε λόγος μπορεί να διηγηθεί επάξια την καλοκαγαθία με την οποία όλους συναναστρεφόταν και την ασύγκριτη ταπείνωση με την οποία υπηρετούσε επί 14 έτη τον πατέρα του, ο οποίος ήταν άρρωστος, και το Μέγα Αθανάσιο; Αυτούς δε, αφού και οι δυο απήλθαν προς τον Κύριο, τους διαδέχθηκε στην προστασία της Ιεράς Λαύρας. Και όχι μόνο της Λαύρας, αλλά και όλου του Αγίου Όρους, διότι ήταν πρόθυμος και γρήγορος στην οικονομία και τη θεραπεία των ψυχών και των σωμάτων των αδελφών, το δε θείο στόμα του ανέβρυε πάντοτε ποταμούς σοφίας και διδασκαλίας εις δόξαν Θεού. Επειδή όμως κυρίεψε τον Άγιο ο έρωτας της άκρας ησυχίας, έκανε ηγούμενο της Λαύρας το συγγενή του Γεώργιο και έτσι ησύχαζε κατά μόνας, ευαρεστώντας το Θεό νύχτα και μέρα,

χωρίς κανείς να γνωρίζει τους πνευματικούς του αγώνες και τους καρπούς τους, διότι προσπαθούσε να τους ασκεί πάντα κρυφά και να μην τους μαθαίνει κανένας άλλος παρά μόνο ο Θεός, από τον οποίο και δοξάστηκε με πολλά κατορθώματα. Όταν κάποτε ο Όσιος πήγε στη Θεσσαλονίκη, έγινε δεκτός με πολλή φιλοφρόνηση από τον Αρχιερέα, ο οποίος ήταν θαυμάσιος κατά τις αρετές και θαύμαζε τον Όσιο για όλα του τα προτερήματα. Κάποιος δε Εβραίος συνδεόταν με φιλία με τον Αρχιερέα, τον οποίο και εξυπηρετούσε. Ο Αρχιερέας, προς ανταμοιβή της φιλίας του, τον συμβούλευε πάντοτε και τον παρακινούσε με πολλές νουθεσίες να πιστεύσει στο Χριστό. Αλλά εκείνος όχι μόνο δεν πειθόταν, αλλά και υπεράσπιζε τη θρησκεία του με μεγάλη αυθάδεια. Ο δε Αρχιερέας παρακαλούσε τον Άγιο

να καταβάλει την έπαρση του Εβραίου με τη σοφία των λόγων του. Ο δε Άγιος, αφού με τα βίας λόγω της ταπεινοφροσύνης του πείστηκε, αμέσως ανήρεσε όλα εκείνα τα οποία προέβαλε ο Εβραίος με αποδείξεις προφητικές και πειστικότατο λόγο και αυτόν μεν απεστόμωσε, τη δε ένσαρκη οικονομία κήρυξε λαμπρώς και εβεβαίωσε. Μη υποφέροντας δε ο Εβραίος την τροπή την οποία υπέστη, άρχισε να βλασφημεί κατά του Χριστού. Τότε ο Άγιος, βλέποντάς τον με αυστηρότητα, του είπε: «Να κοπεί η λαλιά σου, διότι λαλείς ψεύδος και βλασφημία κατά του πάντων κτίστου και δεσπότου Χριστού». Και αμέσως, ω του θαύματος, ο Εβραίος έμεινε άφωνος, έπεσε στη γη και γύρισε τους οφθαλμούς και το στόμα του.

Ήταν αυτό, Οι παρευρισκόμενοι εκεί Εβραίοι και Χριστιανοί εξεπλάγηκαν και φοβήθηκαν πολύ. Πρόσπεσαν στον Όσιο και τον παρακαλούσαν να τον λυπηθεί και να τον θεραπεύσει. Τον σπλαχνίστηκε ο Άγιος, εισάκουσε τη δέησή τους και αφού τον σφράγισε με το σημείο του ζωοποιού σταυρού, τον θεράπευσε και τον έκανε όπως ήταν και προηγουμένως. Τότε ο Εβραίος κήρυττε μεγαλόφωνα ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Θεός αληθινός, κτίστης του παντός και δημιουργός και κυβερνήτης όλων των ζώντων και αμέσως βαπτίστηκε με όλους τους οικείους του. Όχι δε μόνο αυτός, αλλά και όσοι Εβραίοι είδαν το θαύμα αυτό. Ακόμη και άλλοι πολλοί Εβραίοι πίστευσαν στον Χριστό. Εκείνος δε ο οποίος γιατρεύτηκε πρόσφερε στον Άγιο χρήματα πολλά από ευγνωμοσύνη, αλλά ο Άγιος δεν τα δέχτηκε και

πρόσταξε να τα μοιράσει στους φτωχούς. Κάποτε έγινε ξηρασία σε όλο το Άγιο Όρος και οι πατέρες όλοι βρίσκονταν σε λύπη απερίγραπτη για τον λόγο αυτό. Παρακαλούσαν δε τον Όσιο να δεηθεί προς τον Θεό για να στείλει βροχή. Ο δε Όσιος, αφού με τα βίας πείστηκε, ανέβηκε στην εκκλησία του Προφήτου Ηλιού, η οποία είναι κοντά στην Ιερά Μονή των Ιβήρων. Δεήθηκε τότε προς τον Πανικτίρμονα Θεό με δάκρυα και πρόσφερε σε εκείνον τη λογική και αναίμακτη θυσία. Ω του θαύματος, αμέσως έβρεξε τόση βροχή ώστε ποτίστηκε και χόρτασε η γη, όλοι δε δόξαζαν τον Θεό, τον αντιδοξάζοντα τους δοξάζοντας Αυτόν. Οι μοναχοί του Αγίου Όρους έχουν παλιά συνήθεια, κατά την ολόφωτη εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, να ανεβαίνουν στην κορυφή του Όρους

να τελούν εκεί από την εσπέρα ολονύκτια αγρυπνία, την δε επομένη να κατεβαίνουν πάλι. Μια φορά λοιπόν, όταν ήρθε η εορτή αυτή, ανέβηκε και ο Όσιος Ευθύμιος μαζί με άλλους πολλούς αδελφούς. Όταν δε επρόκειτο να γίνει η Θεία Λειτουργία, όλοι ομόφωνα παρακαλούσαν τον Όσιο να τελέσει τη Θεία Ιερουργία. Ο Όσιος υπάκουσε με πολλή ταπεινοφροσύνη. Τελώντας δε τη Θεία Λειτουργία, έφτασε στην εκφώνηση η οποία λέγει «Τον επινίκιον ύμνον άδοντα, βοώντα, κεκραγότα και λέγοντα». Ενώ δε έλεγαν οι αδελφοί το «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ», ξαφνικά φως αμέτρητο άστραψε σε όλους, έγινε σεισμός και όλοι έπεσαν πρηνείς κατά γης. Μόνος δε ο μακάριος Ευθύμιος στεκόταν

μένοντας ακίνητος μπροστά στο ιερό θυσιαστήριο, φαινόταν ο στύλος πυρός. Αυτό το θαυμάσιο τον έκανε παντού περιβόητο. Γι' αυτό, όταν απήλθε προς τον Κύριο ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, ο τότε αυτοκράτορας Βασίλειος απέστειλε ανθρώπους με επιστολές και παρακαλούσε θερμά τον Όσιο να αναλάβει την Αρχιεπισκοπή αυτή. Ο δε Όσιος ούτε να ακούσει δεν δεχόταν αυτό, αλλά έλεγε ότι είναι όλος διόλου ανάξιος της τέτοιας προστασίας και μάλλον άξιος να ποιμένεται παρά να ποιμένει άλλους. Έτσι είχε ριζωμένη στην καρδιά του την ταπεινοφροσύνη, τη μητέρα όλων των αρετών. Ο δε αποστάτης διάβολος, ο οποίος φθονεί και πολεμεί πάντοτε τα καλά και θεάρεστα έργα, δεν υπέφερε να βλέπει τις αρετές του Αγίου και να τελούνται όλα εις δόξα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Κατατυραννούνταν από το φθόνο και την κακία του. Αυτός λοιπόν, ο αναιδής και βρωμερός διάβολος, παρακίνησε κάποιον κηπουρό να φονεύσει τον Άγιο. Εκείνος, αφού ετοίμασε το μαχαίρι, πλησίασε τον Άγιο και το κίνησε με δύναμη προς την κοιλιά του. Αλλ' ω του εξαισίου θαύματος, ο μεν Άγιος έμεινε αβλαβής. Το άκρο του μαχαιριού στράφηκε σαν κερί και το χέρι που χτύπησε τον Άγιο ξεράθηκε και έμεινε ακίνητο. Τότε ο κηπουρός πρόσπεσε με δάκρυα μπρος στον Όσιο, εξομολογήθηκε την επιβουλή του δαίμονα και παρακαλούσε θερμά να τον συγχωρέσει και να τον θεραπεύσει. Ο δε Άγιος τον σπλαχνίστηκε, προσευχήθηκε για αυτόν στο Θεό, ο οποίος και δώρισε σε αυτόν την υγεία στην ψυχή και στο σώμα.

Ποιος λόγος μπορεί να διηγηθεί επάξια τις αρετές του Αγίου Ευθυμίου, την προς όλους συμπάθεια, την ευσπλαχνία, την ιλαρότητα, την αοργησία, το ησυχαστικό, την ολονύκτιο στάση, την ακατάπαυστη προσευχή, την ταπείνωση, την ευτέλεια σε όλα, στις τροφές και τα ενδύματα, τη σκληραγωγία του σώματος; Αλλά, για να πούμε με συντομία, ήταν πράγματι άγγελος σε σώμα γήινο και φωστήρας στον κόσμο απλανής. Αλλά επειδή παντού συμβαίνουν σκάνδαλα, συνέβησαν και στο Άγιο Όρος. Γι' αυτό όλοι οι πατέρες παρακαλούσαν τον Άγιο να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη και με βασιλικές διαταγές να επαναφέρει στον τόπο την ειρήνη. Ο δε Όσιος, υπακούοντας τους λόγους των πατέρων, πήγε στην Κωνσταντινούπολη.

Ο βασιλέας με όλη τη σύγκλητο και τους άρχοντες τον δέχτηκαν με πολλή ευλάβεια και αμέσως έκαναν εκείνο που τους ζήτησε. Όταν δε βρισκόταν εκεί ο Όσιος, ανέβηκε κάποια μέρα σε ένα μουλάρι και πήγαινε μαζί με ένα μοναχό για κάποια υπόθεση. Στον δρόμο καθόταν ένας ζητιάνος και ζητούσε ελεημοσύνη. Όταν τον είδε ο Άγιος, τον σπλαχνίστηκε και ετοιμαζόταν να τον ελεήσει. Αλλά το μουλάρι, καθώς είδε τον ζητιάνο, φοβήθηκε, αγρίεψε, έτρεχε χτυπώντας άτακτα τα πόδια του, έριξε τον Άγιο στη γη και τον σύντριψε. Πρόστρεξαν τότε κάποιοι Χριστιανοί, τον σήκωσαν και τον μετέφεραν στο σπίτι όπου έμενε, και έτσι, μετά από λίγες μέρες, παρέδωσε την αγία του ψυχή στα χέρια του Θεού, τη δεκάτη τρίτη του Μαΐου

έτους 1028. Κατά τον ενταφιασμό του ιερού του λειψάνου πολλές θεραπείες και θαύματα έγιναν εις ένδειξη της αγιότητος και της προς Θεόν παρρησίας του Οσίου και εις δόξαν του Κυρίου. Κατόπιν το ιερό του λείψανο ανακομίστηκε στο Άγιο Όρος και κατατέθηκε στο μοναστήρι του Τιμίου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, το οποίο ανοικοδομήθηκε από αυτόν τον Όσιο Ευθύμιο, επωνομάζεται δε τώρα των Ιβήρων.

Είναι όσοι απέκτησαν μετά από πολλές προσπάθειες, αγώνες και θυσίες την αγιότητα, όπως ο σήμερα εορταζόμενος Όσιος Ευθύμιος. Αλλά η αγιότητα δεν είναι μια ηθικότητα, δεν είναι απλώς η απόκτηση των αρετών, αφού αρετές μέχρι ένα ορισμένο τουλάχιστον σημείο έχουν και οι άνθρωποι που δεν πιστεύουν στο Θεό, αλλά αγιότητα είναι η ένωση με τον Άγιο των Αγίων, τον Θεάνθρωπο Χριστό. Η συμμετοχή στην αγιότητα του Χριστού κάνει τον άνθρωπο Άγιο και η συμμετοχή αυτή επιτυγχάνεται με την είσοδο και την παραμονή στην Εκκλησία, τη λήψη των δωρεών του Παναγίου Πνεύματος και το να ζούμε σύμφωνα με αυτές τις δωρεές, με το να ζούμε τη ζωή της Εκκλησίας.

Ζωή των Αγίων. Το Άγιο Πνεύμα, όταν έρχεται στην καθαρή από τα πάθη καρδιά, μορφώνει τον Χριστό. Η ζωή δε κάθε Αγίου είναι εν μικρογραφία η ζωή του Χριστού. Εφόσον υπάρχει Εκκλησία, θα υπάρχουν Άγιοι. Αυτό άλλωστε είναι το έργο της. Όταν θα πάψουν να υπάρχουν, τότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία. Αγία. Και στην εποχή μας υπάρχουν Άγιοι που δοξάζουν το Θεό και αποτελούν τη δόξα της Εκκλησίας και την ελπίδα του ανθρώπου. Η αγιότητα είναι και σήμερα δυνατή. Η Εκκλησία δεν υπάρχει απλώς για να κάνει ένα φιλανθρωπικό έργο, για να ικανοποιεί απλώς τα συναισθήματα και τις λατρευτικές συνάξεις. Όλο της το έργο αποβλέπει στο να συνδέσει τους ανθρώπους με τον Χριστό και να τους αγιάσει με το Άγιο Πνεύμα.

Δεν πρέπει να συνδέουμε την αγιότητα με ένα ορισμένο τόπο, ορισμένη εθνικότητα, ορισμένο τρόπο ζωής ή ορισμένα μόνο πρόσωπα. Όπου υπάρχει Ορθόδοξος Επίσκοπος, Ορθόδοξο θυσιαστήριο και αλήθεια, μπορούμε να βρούμε Αγίους, έστω κι αν ζουν με διαφορετικούς τρόπους ζωής. Ο Χριστός δεν ήρθε για να διδάξει νέα διδασκαλία, ούτε να κάνει θαύματα ή να αλλάξει τις κοινωνικές συνθήκες ζωής. Ήρθε για να αγιάσει τους ανθρώπους και ο αγιασμός αξίζει και πρέπει να είναι ο σκοπός της ζωής μας.

Αγγλική μετάφρασηEN · 18 παράγραφοι

Saint Euthymius was born in the second half of the tenth century in Tao, a town in Iberia. His parents were devout, distinguished, and wealthy. His father went to Constantinople, but soon turned away from the passing splendor and glory of this world. He chose poverty in Christ, put on the monastic habit, and took the name John. Euthymius was still very young and lived with his grandfather, a man renowned for his standing and virtue, who raised him in the instruction and counsel of the Lord. After some time, his grandfather took Euthymius to Constantinople to look for his son John.

He found John and urged him to return home. John would not agree. Instead, he tried in every way to keep Euthymius with him. This deeply grieved his own father, Euthymius’s grandfather, who would not let his grandson go. Emperor Nikephoros heard about the dispute and ordered both men to come before him with Euthymius. After hearing their disagreement over the child, he said that neither should hold him by force. They should leave the decision to God and let the boy go wherever he wished. When they did so, Euthymius ran straight into the arms of his father, whom he had never seen or known until that moment.

Those present were amazed and moved to tears. Blessed John received his son as though from the hand of God. He immediately clothed him in the monastic habit and entrusted him to teachers for a proper education. Euthymius had a keen mind, great zeal, and diligence, and before long he had learned both secular and ecclesiastical wisdom. At one point he fell gravely ill, but was healed through the help of the Most Holy Theotokos (All-Holy). He grew in every virtue, in wisdom and grace, and became renowned throughout Constantinople. Yet he disliked the praise of men, so he left with his father for the Holy Mountain. There they found Saint Athanasius and wished to stay with him at the Great Lavra. Athanasius, that man of God,

saw with the discerning eye of his soul the grace of the Holy Spirit dwelling in Euthymius and urged him to enter the priesthood. Euthymius at first refused, saying he was unworthy. In the end, however, he obeyed Saint Athanasius and was ordained a priest. He then added struggle to struggle and self-restraint to self-restraint, greatly increasing the virtues he already possessed. He became a vessel of the Holy Spirit and translated all of Holy Scripture into the language of the Iberians. He also wrote many books, built many churches and hospitals, and adorned the whole Holy Mountain with hesychasteria, places of prayer and solitude.

What words could do justice to the goodness he showed everyone, or to the incomparable humility with which he served his ailing father and the great Athanasius for fourteen years? When both had departed to the Lord, Euthymius succeeded them in the care of the Great Lavra. Indeed, he cared for the whole Holy Mountain. He was always ready to tend the souls and bodies of the brethren, and words of wisdom and teaching poured continually from his mouth to the glory of God. But the saint longed deeply for complete hesychia, for inner stillness. He appointed his relative George abbot of the Lavra and lived alone in quiet, pleasing God day and night,

while no one knew of his spiritual struggles or their fruits. He always tried to keep them hidden from everyone but God, who glorified him through many wondrous deeds. Once, when Euthymius went to Thessaloniki, the bishop welcomed him warmly. The bishop was a man of remarkable virtue and greatly admired the saint. A Jewish man who was a friend of the bishop often helped him. In return for his friendship, the bishop regularly advised him and urged him to believe in Christ. The man would not be persuaded, and defended his faith with great boldness. So the bishop asked the saint

to answer the man’s proud objections with his wisdom. Euthymius was reluctant because of his humility, but finally agreed. Drawing on the prophets and speaking with great force, he answered every objection and clearly proclaimed and affirmed God’s saving work in the flesh. Unable to bear being refuted, the man began to blaspheme Christ. The saint looked at him sternly and said, “Let your tongue fall silent, for you speak lies and blasphemy against Christ, the Creator and Master of all.” At once, wonder of wonders, the man lost his voice, fell to the ground, and his eyes and mouth became twisted.

The Jews and Christians who were there were astonished and afraid. They fell before Euthymius and begged him to have pity on the man and heal him. The saint was moved with compassion. He heard their plea, made the sign of the life-giving Cross over the man, and restored him to health. The man then proclaimed aloud that Jesus Christ is the true God, Creator of the universe and Maker and Ruler of all living things. He and his whole household were immediately baptized. The Jews who had witnessed the miracle were baptized too, and many others came to believe in Christ. In gratitude, the man who had been healed offered the saint a large sum of money, but Euthymius refused it and

told him to give it to the poor. At another time, a drought struck the whole Holy Mountain, causing the fathers great sorrow. They begged Euthymius to pray to God for rain. After much urging, he went up to the church of the Prophet Elijah near Iviron Monastery. There he prayed with tears to the all-merciful God and offered Him the spiritual and bloodless sacrifice. Wonder of wonders, rain immediately fell in such abundance that the earth was thoroughly watered. Everyone glorified God, who in turn glorifies those who glorify Him. The monks of the Holy Mountain have an ancient custom: on the radiant feast of the Transfiguration of the Savior, they climb to the summit of the mountain

and keep an all-night vigil there, beginning in the evening, before coming down the next day. One year, Euthymius went up with many of the brethren. When it was time for the Divine Liturgy, they all asked him to serve it. He humbly agreed. During the Divine Liturgy he came to the words, “Singing the triumphal hymn, shouting, crying aloud, and saying.” As the brethren sang, “Holy, Holy, Holy, Lord of Sabaoth,” an immeasurable light suddenly flashed before them all. The earth shook, and everyone fell face down. Only blessed Euthymius remained standing,

motionless before the holy altar, while a pillar of fire was seen. News of this wonder spread far and wide. So when the Archbishop of Cyprus departed to the Lord, Emperor Basil sent messengers with letters earnestly asking Euthymius to take up the archbishopric. Euthymius would not even hear of it. He said he was utterly unworthy of such care for others and needed to be shepherded himself rather than shepherd anyone else. Humility, the mother of all virtues, was rooted deeply in his heart. But the rebellious devil, who always envies and fights what is good and pleasing to God, could not bear to see the saint’s virtues and all that was being done to the glory of our Lord Jesus Christ.

The devil was tormented by his own envy and malice. This shameless and foul devil stirred up a gardener to kill the saint. The man readied a knife, approached Euthymius, and thrust it forcefully toward his stomach. But a marvelous wonder took place: the saint was unharmed. The tip of the knife bent like wax, and the hand that struck at him withered and became motionless. The gardener then fell before Euthymius in tears, confessed the demon’s plot, and begged him to forgive and heal him. The saint had compassion on him and prayed to God, who restored the man’s health in both soul and body.

What words could do justice to Saint Euthymius’s virtues: his compassion for all, his mercy, his cheerfulness, his freedom from anger, his life of hesychia and inner stillness, his all-night standing in prayer, his unceasing prayer, his humility, his simplicity in food and clothing, and the hardships he bore in his body? In short, he was truly an angel in an earthly body and a steady light in the world. Yet troubles arise everywhere, and they arose on the Holy Mountain too. All the fathers therefore asked him to go to Constantinople and secure imperial orders to restore peace there. Euthymius listened to them and went.

The emperor, the whole senate, and the officials received him with great reverence and immediately granted his request. While Euthymius was there, he set out one day on a mule with another monk to attend to some business. A beggar sat beside the road asking for alms. The saint saw him, felt compassion, and was about to give him something. But the mule caught sight of the beggar, took fright, and bolted, kicking wildly. It threw Euthymius to the ground and gravely injured him. Some Christians hurried over, lifted him, and carried him back to the house where he was staying. A few days later, on the thirteenth of May,

in the year 1028, he entrusted his holy soul into the hands of God. At the burial of his holy relics, many healings and miracles took place, showing his holiness and his boldness before God, and bringing glory to the Lord. His relics were later brought to the Holy Mountain and placed in the monastery of the honored Prophet, Forerunner, and Baptist John. Saint Euthymius had built that monastery, which is now called Iviron.

There are people who have attained holiness through great effort, struggle, and sacrifice, as Saint Euthymius, whom we celebrate today, did. But holiness is more than moral conduct or simply acquiring virtues. Even people who do not believe in God have virtues, at least to some degree. Holiness is union with the Holy One of Holies, Christ the God-Man. Sharing in Christ’s holiness makes a person a saint. We come to share in it by entering and remaining in the Church, receiving the gifts of the Holy Spirit, living according to those gifts, and living the life of the Church.

This is the life of the saints. When the Holy Spirit comes into a heart cleansed of the passions, He forms Christ within it. The life of every saint is, in miniature, the life of Christ. As long as the Church exists, there will be saints; bringing people to holiness is her work. When there are no more saints, the Second Coming will take place. Saints exist in our own time too. They glorify God, and they are the glory of the Church and the hope of humankind. Holiness is possible today. The Church exists to do more than charitable work, satisfy our feelings, or gather us for worship. All her work is directed toward uniting people with Christ and making them holy through the Holy Spirit.

We must not tie holiness to any one place, nationality, way of life, or particular group of people. Wherever there is an Orthodox bishop, an Orthodox altar, and the truth, we can find saints, even if their ways of life differ. Christ did not come to teach a new doctrine, work miracles, or change social conditions. He came to make people holy. Becoming holy is a worthy goal and should be the aim of our lives.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

05 ΜΑΪΟΥ\13 05 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα