Άγιος Ευσύγνιος, Αγία Νόννα και η ζωή εν Χριστώ
Σήμερα, 5 Αυγούστου, η Εκκλησία τιμά τον Άγιο Ευσύγνιο και την Αγία Νόννα κατά τα προεόρτια της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Ο Ευσύγνιος, βετεράνος στρατιώτης από την Αντιόχεια, είδε τον Χριστιανισμό να ανυψώνεται επί Κωνσταντίνου και να διώκεται επί Ιουλιανού του Παραβάτη.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Σήμερα, 5 Αυγούστου, η Εκκλησία τιμά τον Άγιο Ευσύγνιο και την Αγία Νόννα κατά τα προεόρτια της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος.
- Ο Ευσύγνιος, βετεράνος στρατιώτης από την Αντιόχεια, είδε τον Χριστιανισμό να ανυψώνεται επί Κωνσταντίνου και να διώκεται επί Ιουλιανού του Παραβάτη.
- Σε ηλικία 110 ετών ομολόγησε την πίστη του ενώπιον του Ιουλιανού, τον προέτρεψε να εγκαταλείψει την ειδωλολατρία και εκτελέστηκε ως μάρτυρας.
- Η προσευχή και οι συμβουλές της Νόννας συνέβαλαν ώστε ο σύζυγός της Γρηγόριος να προσέλθει στην τριαδική πίστη, οπότε εκείνος έγινε επίσκοπος.
- Ανέθρεψε τον Γρηγόριο τον Θεολόγο, τον Καισάριο και τη Γοργονία στη χριστιανική ευσέβεια, προσφέροντας πρότυπο πίστης μέσα στην οικογένεια.
- Η ομιλία επικαλείται τις επιστολές του Παύλου για να διδάξει ότι άνδρες και γυναίκες μοιράζονται ισότιμα τη σωτηρία και την ενότητα εν Χριστώ.
- Καταλήγει ότι κάθε άνθρωπος καλείται να χρησιμοποιεί τα χαρίσματά του στην αναζήτηση της θέωσης, δηλαδή της ένωσης με τον Θεό διά της χάριτος.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 16 παράγραφοι
Σήμερα, 5 του μηνός Αυγούστου, η Εκκλησία μας επιτελεί τα προεόρτια της Αγίας Μεταμορφώσεως του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, τη μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Ευσηγνίου, των Αγίων Μαρτύρων Κητηδίου και Κητηδιανού των Αυταδέλφων, της Αγίας Νόννας, της μητέρας του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, του Αγίου Μάρτυρος Σόλεβ και του Αγίου Ιερομάρτυρος Φαβίου, Επισκόπου Ρώμης.
Ο Άγιος Μάρτυς Ευσύγνιος πατρίδα είχε την Αντιόχεια, έκανε δε στρατιωτική υπηρεσία εξήντα χρόνους. Καταρχάς στρατεύθηκε υπό τον Κωνστάντιο τον Χλωρό, τον πατέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο οποίος, ως γνωστόν, αν και δεν ήταν χριστιανός, εκτιμούσε τις αρετές των χριστιανών ως πολιτών και στρατιωτών και δεν ήθελε να τους καταδιώξει ποτέ. Κατόπιν, όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος ανύψωσε το Λάβαρο με το Σταυρό και προπάντων μετά, όταν ο Χριστιανισμός ανακηρύχθηκε θρησκεία επικρατούσα και η νέα πρωτεύουσα, η Κωνσταντινούπολη, στολίστηκε με ναούς και άλλα μνημεία της χριστιανικής πίστεως, ο Ευσύγνιος δοκίμαζε τις γλυκύτερες χαρές της ζωής του. Αλλά ο Κωνσταντίνος πέθανε,
η Ανατολή έπεσε υπό την επιρροή του Αρειανισμού, τον οποίο προστάτευσε η αυτοκρατορική αυλή. Δεν βράδυνε δε να καταλάβει τον θρόνο ο Ιουλιανός ο Παραβάτης με τις ασεβείς και τυραννικές ενέργειές του υπέρ της ειδωλολατρίας και κατά του χριστιανισμού. Όταν δε ο βασιλέας εκείνος έφτασε στην Αντιόχεια, παρουσιάστηκε με μεγάλη πομπή. Μεταχειρίστηκε δε όλο τον βασιλικό όγκο για να ενισχύσει τους πολυάριθμους ειδωλολάτρες της πόλεως εκείνης και για να επαναφέρει τη μεγαλοπρέπεια με την οποία γινόταν στο προάστιο της Δάφνης η εορτή του Απόλλωνα. Κατά τη διαμονή του εκείνη, του αναγγέλθηκε ότι ζητούσε να εμφανιστεί ενώπιόν του γηραιός στρατιώτης,
ο οποίος είχε κάνει εξήντα χρόνια στο στρατό και ήταν τότε εκατόν δέκα ετών. Η περιέργεια έκανε τον Ιουλιανό να τον δεχθεί, εκπληκτώς δε είδε τον υπέργηρο αγωνιστή να μπορεί ακόμη να περπατά ελεύθερα και να διατηρεί όρθιο το αλύγιστο σώμα του. Αλλά ο Ευσύγνιος δεν ικανοποιήθηκε από την εύνοια την οποία του έδειξε ο Αυτοκράτορας και από τις περιποιήσεις με τις οποίες τον περιέβαλε. Όταν ρωτήθηκε τι ήθελε, δήλωσε ότι ήταν Χριστιανός. Στο άκουσμα ο Ιουλιανός σκυθρώπιασε και οι νευρικοί του ώμοι κινήθηκαν σπασμωδικά, μαρτυρώντας την οργή που τον κατείχε. Ο Ευσύγνιος δεν υποχώρησε.
Ικέτευε τον Ιουλιανό να αλλάξει τακτική, του είπε ότι όλοι οι αυτοκράτορες που πολέμησαν το Χριστό είχαν οικτρό τέλος, ότι ο Κωνσταντίνος που ύψωσε το λάβαρο του Σταυρού έστησε στον εαυτό του αθάνατο μνημείο δόξης και ότι η αναστήλωση της ειδωλολατρίας είναι τόσο αδύνατο εγχείρημα, ώστε απορεί πώς βασιλέας της ευφυΐας και της παιδείας του Ιουλιανού ανέλαβε να αναζωογονήσει το πτώμα. Ο Ιουλιανός δεν μπόρεσε να εκτιμήσει τη σύνεση και τη σπουδαιότητα των λόγων του γέροντα στρατιώτη, ασεβώντας δε προς την ηλικία και τις πληγές που κοσμούσαν το σώμα του, διέταξε να τον αποκεφαλίσουν. Ο Ευσύγνιος σκίρτησε από χαρά.
«Ευχαριστώ, βασιλεύ, τον Ιουλιανό, ο θάνατος με σεβάστηκε στο πεδίο τόσων μαχών για να με βρει τώρα και να μου δώσει το κτύπημα χάρη του Χριστού μου. Τέτοιο τέλος είναι άξιο χριστιανού στρατιώτη και δοξολογώ τον Ύψιστο που ευδόκησε να με φυλάξει για τέτοια τελευτή». Και ο μεν Ευσύγνιος έλαβε τον με αποκεφαλισμό τίμιο του μαρτυρίου θάνατο. Ο δε Ιουλιανός εξεστράτευσε κατά των Περσών, όπου εχθρικό χέρι πλήγωσε θανάσιμα τον διώκτη του Σταυρού και τελικά απέμεινε οικτρά μνήμη του ονόματός του.
Η σήμερα εορταζομένη Αγία Νόννα ανήκει στην πλειάδα των χριστιανών γυναικών και μητέρων, οι οποίες με το φως του Χριστού καταλάμπρυναν το στερέωμα της χριστιανικής ιστορίας. Ευσεβής, αγνή, με θερμή πίστη, με χαρακτήρα αδαμάντινο, με μελέτη και γνώση των δογμάτων και των εντολών της εν Χριστώ ζωής, αναδείχθηκε ο καλός άγγελος του σπιτικού της. Είχε τόση προσοχή και ευλάβεια στα θεία, ώστε, καθώς λέγει ο θεολόγος Γρηγόριος, ο γιος της, ποτέ δεν γύρισε τη ράχη της προς το ανατολικό μέρος της εκκλησίας, όπου είναι η Αγία Τράπεζα, ποτέ δεν μίλησε μέσα στο ναό κατά τη διάρκεια της ακολουθίας ή και άλλο καιρό, μόνο δε έξω από αυτόν,
αν ήταν μεγάλη ανάγκη να ομιλήσει. Ο σύζυγός της Γρηγόριος είχε πέσει στην αίρεση των Υψισταρίων, η οποία δεχόταν τον ύψιστο Θεό να είναι με ένα πρόσωπο και απέρριπτε τον τριαδικό Θεό. Αλλά η Νόννα αγρυπνούσε και ικέτευε για την ψυχή του. Οι προσευχές και η πειθώ, την οποία ασκούσε με τη σοφία και τη στοργή της, επανέφεραν το σύζυγο στον ορθό δρόμο για να αναδειχθεί μετά ένας από τους ευσεβέστατους επισκόπους της Εκκλησίας. Η Νόννα επιστάτησε και στην ανατροφή των παιδιών της κατά τρόπο που τα ανέδειξε ως πολύτιμες δυνάμεις και έξοχα κοσμήματα της χριστιανικής πίστεως.
Γαλούχησε και παιδαγώγησε στην πιο ένθερμη ευσέβεια και το ζήλο για το Χριστό τον γιο της Γρηγόριο. Αυτή εξέθρεψε τον άλλο γιο της Κεσάριο, ο οποίος, αν και σπούδασε την ιατρική και έζησε επί πολύ στην ατμόσφαιρα των αυλών και κοντά σε πολέμιους του χριστιανισμού, διατήρησε τη θερμότητα και τη γνησιότητα της ευσέβειάς του. Και η κόρη της Γοργονία, η οποία τόσο έλαμψε με τις χριστιανικές αρετές της και ως παρθένος και ως σύζυγος, από τη μητέρα της Νόννα εμπνεύστηκε την προς το Θεό ευλάβεια και αυτήν είχε ως υπόδειγμα αρετής. Τέτοιες σύζυγοι και μητέρες αποτέλεσαν μια από τις ισχυρότερες δυνάμεις του χριστιανισμού.
Σήμερα και πάντοτε, Νόννα, η μητέρα του Γρηγορίου, Μακρίνα και Εμμέλεια, η μάμμη και η μητέρα του Βασιλείου, Ανθούσα, η μητέρα του Χρυσοστόμου, Μόνικα, η μητέρα του Αυγουστίνου, Ελένη, η μητέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου και τόσες άλλες παρόμοιες κατά την πίστη και τις αρετές αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση στις οικογένειες που θέλουν να είναι και να παραμένουν χριστιανικές και να τροφοδοτούν την εκκλησία και την κοινωνία με τους ζωογόνους χυμούς της ευλάβειας, της πίστεως και της αρετής.
Η γυναίκα μέσα στην εκκλησία παύει να είναι μια απλή βιολογική ύπαρξη, αλλά αποτελεί πρόσωπο, πνευματική ύπαρξη που και αγιάζεται και γίνεται Θεός κατά χάριν, Θεός με τη χάρη του Θεού.
Στη σωτηρία δεν υπάρχει διαφορά ανδρός και γυναικός. Αν και η βιολογική διαφορά του φύλου δεν εξαφανίζεται, αν και οι λειτουργικές ή οποιασδήποτε άλλες διαφορές που συνεπάγεται η διαφορά του φύλου εξακολουθούν να υπάρχουν, παρόλα αυτά, αλλά και μέσω αυτών, γίνεται η υπέρβαση, το ξεπέρασμα των διαφορών.
Γίνεται όχι κατά τρόπο ανθρώπινο και πλασματικό, όπως με την ενιαία αμφίεση, αλλά κατά τρόπο θεϊκό,
με την πίστη, με την έκδυση του παλαιού ανθρώπου και την ένδυση του νέου που είναι ο Χριστός. Με την ένδυση αυτή, με τη μεταμόρφωση αυτή, οι πάντες σε όσους γίνεται και τα πάντα γίνονται Χριστός και έτσι χωρίς να εξαφανίζεται ξεπερνιέται όχι μόνο η διαίρεση ως προς το φύλο αλλά και κάθε άλλη διαίρεση, εθνική, φυλετική, κοινωνική κλπ. Όλα γίνονται Χριστός. «Πάντες γαρ», μας λέγει ο Απόστολος Παύλος στην προς Γαλάτας επιστολή του, «υιοί Θεού εστέ διά της πίστεως εν Χριστώ Ιησού. Όσοι γαρ εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε. Ουκ ένι Ιουδαίος, ουδέ Έλλην,
δούλος, ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ, πάντες γαρ υμείς εις εστέ εν Χριστώ Ιησού». Και στην προς Κολοσσαείς επιστολή του ο ίδιος μας λέγει ότι σε αυτή τη νέα κατάσταση δεν υπάρχει περιτομή και ακροβυστία, βάρβαρος και Σκύθης, δούλος και ελεύθερος, αλλά τα πάντα και εν πάσι Χριστός. Η γυναίκα στην εκκλησία γίνεται δεκτή όπως και ο άνδρας. Αγωνίζεται εξίσου με αυτόν τον καλόν αγώνα της πίστεως, χωρίς να βάζει παντελόνια, κληρονομεί τα ίδια αιώνια αγαθά και δοξάζεται από όλα τα μέλη της εκκλησίας αν αγιαστεί. Κανένας δεν ανέβασε τόσο ψηλά τον άνθρωπο και ιδιαίτερα την ταπεινωμένη γυναίκα
όσο ο Χριστιανισμός. Στην Ορθοδοξία έχουμε έναν υγιή φεμινισμό που ανεβάζει πραγματικά τη γυναικεία ύπαρξη χωρίς να τη βγάζει από τη φύση της, τις δυνάμεις και δυνατότητες, τα χαρίσματά της, χωρίς να τη βάζει στα γρανάζια της παραγωγής και της εκμετάλλευσης. Η γυναικεία φύση είναι ένα τάλαντο που δεν χρειάζεται να το παραποιήσει, αλλά να το χρησιμοποιήσει κατά Θεόν για να επιτύχει τον κοινό σκοπό ανδρών και γυναικών, τη θέωση.
Αγγλική μετάφρασηEN · 16 παράγραφοι
Today, August 5, our Church observes the forefeast of the Holy Transfiguration of our Lord and God and Savior Jesus Christ. We also commemorate Saint Eusygnus the Martyr; the holy martyrs Ketidios and Ketidianos, who were brothers; Saint Nonna, the mother of Saint Gregory the Theologian; Saint Soleb the Martyr; and Saint Fabius, Bishop of Rome and hieromartyr.
Saint Eusygnus the Martyr was from Antioch and served in the army for sixty years. He first served under Constantius Chlorus, the father of Constantine the Great. Though Constantius was not a Christian, he valued the virtues of Christians as citizens and soldiers and never wished to persecute them. Later, when Constantine the Great raised the standard bearing the Cross, and especially when Christianity became the prevailing religion and the new capital, Constantinople, was adorned with churches and other monuments to the Christian faith, Eusygnus knew the sweetest joys of his life. But Constantine died,
and the East fell under the influence of Arianism, which the imperial court supported. Before long, Julian the Apostate took the throne and used his power, impiously and tyrannically, to promote paganism and oppose Christianity. When Julian arrived in Antioch, he made a grand entrance. He used all the pomp of his office to strengthen the many pagans in the city and restore the splendor of the festival of Apollo in the suburb of Daphne. During his stay, he was told that an elderly soldier wished to appear before him,
a man who had served sixty years in the army and was now one hundred and ten years old. Out of curiosity, Julian received him. He was astonished to see that this very old veteran could still walk unaided and stand straight. But Eusygnus was unmoved by the emperor’s favor and the attention shown to him. Asked what he wanted, he declared that he was a Christian. Julian’s face darkened, and his shoulders jerked with the anger that gripped him. Eusygnus did not yield.
He pleaded with Julian to change his course. He told him that every emperor who had fought against Christ had come to a wretched end, while Constantine, who had raised the standard of the Cross, had won undying glory. Restoring paganism, he said, was so impossible a task that he wondered how a ruler of Julian’s intelligence and learning could try to bring a corpse back to life. Julian failed to appreciate the wisdom and weight of the old soldier’s words. With no regard for his age or the wounds that marked his body, he ordered him beheaded. Eusygnus leaped for joy.
“I thank you, Emperor Julian. Death spared me on so many battlefields, only to find me now and strike me for the sake of my Christ. Such an end is worthy of a Christian soldier, and I glorify the Most High, who was pleased to preserve me for such a death.” So Eusygnus received the honorable death of martyrdom by beheading. Julian then marched against the Persians, where an enemy hand mortally wounded this persecutor of the Cross. In the end, his name was remembered with sorrow.
Saint Nonna, whom we celebrate today, belongs among the Christian women and mothers who shone with the light of Christ throughout Christian history. Devout and pure, with fervent faith, steadfast character, and a deep knowledge of the teachings and commandments of life in Christ, she became a blessing to her household. She treated holy things with such care and reverence that, as her son Gregory the Theologian tells us, she never turned her back toward the east end of the Church, where the holy altar stands. She never spoke inside the church during the service, or at any other time, but only outside it,
if there was a pressing need to speak. Her husband, Gregory, had fallen into the heresy of the Hypsistarians, who believed in one supreme God as a single person and rejected the Holy Trinity. But Nonna kept watch and prayed earnestly for his soul. Through her prayers and the wise, loving counsel she gave him, her husband returned to the right path and later became one of the Church’s most devout bishops. Nonna also took great care in raising her children, and they became precious servants and outstanding examples of the Christian faith.
She nurtured and taught her son Gregory a fervent devotion and zeal for Christ. She also raised her other son, Caesarius. Though he studied medicine and spent much of his life at imperial courts and among opponents of Christianity, he kept the warmth and sincerity of his faith. Her daughter Gorgonia shone with Christian virtues both as an unmarried woman and as a wife. She learned reverence for God from her mother Nonna and looked to her as a model of virtue. Wives and mothers like these were among Christianity’s greatest strengths.
Today, as always, Nonna, the mother of Gregory; Macrina and Emmelia, the grandmother and mother of Basil; Anthousa, the mother of Chrysostom; Monica, the mother of Augustine; Helena, the mother of Constantine the Great; and so many others like them in faith and virtue are examples for families who wish to be and remain Christian, and to nourish the Church and society with the life giving gifts of reverence, faith, and virtue.
In the Church, a woman is more than a biological being. She is a person, a spiritual being who is made holy and becomes God by grace, through the grace of God.
In salvation, there is no difference between man and woman. The biological difference between the sexes does not disappear, and the roles and other differences that come with it remain. Yet even through these differences, division is overcome.
This happens in a divine way, not through human contrivances such as dressing everyone alike,
but through faith, through putting off the old self and putting on the new, who is Christ. Through this putting on of Christ, through this transformation, all who receive it become Christ, and Christ becomes all in all. Thus, without erasing our differences, it overcomes division by sex and every other division as well: national, ethnic, social, and so on. All become Christ. As the Apostle Paul tells us in his Letter to the Galatians: “For you are all sons of God through faith in Christ Jesus. For as many of you as were baptized into Christ have put on Christ. There is neither Jew nor Greek,
neither slave nor free; there is neither male nor female, for you are all one in Christ Jesus.” And in his Letter to the Colossians, Paul tells us that in this new life there is no circumcision or uncircumcision, barbarian or Scythian, slave or free, but Christ is all and in all. A woman is welcomed in the Church just as a man is. She fights the good fight of faith equally with him, without having to dress like a man. She inherits the same eternal blessings, and if she becomes holy, every member of the Church honors her. No one has raised humanity, and especially women who had been brought low, as high
as Christianity has. In Orthodoxy, we have a healthy feminism that truly raises up women while respecting their nature, their strengths, their abilities, and their gifts, rather than drawing them into a system of production and exploitation. A woman’s nature is a talent she need not distort. She can use it according to God’s will to reach the goal shared by men and women: theosis, union with God by grace.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
08 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ\05 08.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.