Άγιος Ευστάθιος και οι δοκιμασίες της πίστης
Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Αγίου Ευσταθίου, της συζύγου του Θεοπίστης και των υιών τους Αγαπίου και Θεοπίστου, στις 20 Σεπτεμβρίου. Κατά τη διάρκεια κυνηγιού, ο Ρωμαίος στρατηγός Πλακίδας βλέπει τον Χριστό σταυρωμένο ανάμεσα στα κέρατα ενός ελαφιού και αρχίζει να πιστεύει σε Αυτόν.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Αγίου Ευσταθίου, της συζύγου του Θεοπίστης και των υιών τους Αγαπίου και Θεοπίστου, στις 20 Σεπτεμβρίου.
- Κατά τη διάρκεια κυνηγιού, ο Ρωμαίος στρατηγός Πλακίδας βλέπει τον Χριστό σταυρωμένο ανάμεσα στα κέρατα ενός ελαφιού και αρχίζει να πιστεύει σε Αυτόν.
- Ο Πλακίδας και η οικογένειά του βαπτίζονται και λαμβάνουν χριστιανικά ονόματα, ενώ ο Χριστός προειδοποιεί τον Ευστάθιο ότι τον περιμένουν δοκιμασίες όπως του Ιώβ.
- Ασθένεια, κλοπή και φτώχεια στερούν την οικογένεια από την περιουσία της, και ο Ευστάθιος χωρίζεται από τη σύζυγο και τους γιους του κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους.
- Μετά από χρόνια ταπεινής εργασίας, ο Ευστάθιος επιστρέφει στη στρατιωτική θητεία και επανενώνεται με την οικογένειά του μέσω της θείας πρόνοιας.
- Η οικογένεια αρνείται την απαίτηση του αυτοκράτορα Αδριανού να θυσιάσει στα είδωλα και πεθαίνει μαζί ως μάρτυρας μέσα σε πυρακτωμένο χάλκινο ταύρο.
- Η διάλεξη καταλήγει ότι ο πόνος μπορεί να οδηγήσει σε αρετή, ταπείνωση και αιώνια σωτηρία, καλώντας τους πιστούς να εμπιστεύονται τη σοφία του Θεού.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 29 παράγραφοι
Σήμερα, 20 του μηνός Σεπτεμβρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Ευσταθίου και της συνοδείας του, Θεοπίστης της συζύγου του, Αγαπίου και Θεοπίστου των υιών του, των Αγίων Υπατίου Επισκόπου και Ανδρέου Πρεσβυτέρου των Ομολογητών, των Αγίων Ομολογητών Μαρτίνου, Πάπα Ρώμης, και Μαξίμου του Σοφωτάτου, των Αγίων Αναστασίου και Αναστασίου, Θεοδώρου και Ευπρεπίου των Ομολογητών, μαθητών του Αγίου Μαξίμου, των Αγίων Μαρτύρων Αρτεμιδώρου και Θαλού, του Αγίου Μελετίου Επισκόπου Κύπρου, του Αγίου Οσιομάρτυρος Ιωάννου του Αιγυπτίου και των συναθλητών του σαράντα μαρτύρων, του Οσίου Ιωάννου του Εγκλείστου,
του Αγίου Νέου Οσιομάρτυρος Ιλαρίωνος του Κρητός, ο οποίος μαρτύρησε εις την Κωνσταντινούπολη κατά το έτος 1804.
Καλλίνικος του Χριστού Μεγαλομάρτυς Ευστάθιος ήταν στρατιλάτης στη Ρώμη κατά τους χρόνους του Αυτοκράτορα Τραϊανού, ο οποίος βασίλευσε από το 96 μέχρι το 98 μετά Χριστόν. Ήταν ξακουστός για τις νίκες που είχε επιτύχει στους πολέμους και για τα μεγάλα ανδραγαθήματά του. Πριν βαπτιστεί ονομαζόταν Πλακίδας. Καταγόταν από ευγενείς γονείς και είχε πλούτο πολύ και κατά τα υλικά αγαθά αλλά και κατά τις σωματικές και ψυχικές αρετές. Ήταν ανδρειότατος, συνετός, εγκρατής στις ορέξεις και επιθυμίες της σάρκας, σώφρων, φιλοδίκαιος, ελεήμων και με ένα λόγο ενάρετος. Η δε
σύζυγός του, η οποία ονομαζόταν Τατιανή, ήταν όμοια με αυτόν κατά τις αρετές. Κατά τον καιρό δε της ειρήνης, για να μη μένει ο στρατός άεργος, γύμναζε τους στρατιώτες στο κυνήγι διαφόρων ζώων, στο οποίο συμμετείχε και ο ίδιος. Ενώ λοιπόν κάποια μέρα καταγινόταν σε ένα δάσος με το κυνήγι, είδε από μακριά ένα μεγαλόσωμο ελάφι, το οποίο άρχισε με το άλογό του να καταδιώκει, όμως δεν μπόρεσε να το πλησιάσει. Καθώς το ελάφι πήδηξε ένα χάσμα το οποίο το άλογο του Αγίου δεν μπορούσε να περάσει, στάθηκε απέναντι και τον έβλεπε. Και ξαφνικά είδε ο Άγιος ανάμεσα στα κέρατα του ελαφιού σταυρό λαμπρότερο από τον ήλιο που έφερε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό σταυρωμένο.
Άκουσε δε και φωνή που του έλεγε: «Εγώ είμαι ο Χριστός, τον οποίο δεν γνωρίζεις και τιμάς με τα έργα σου, και για σένα φάνηκα πάνω σ' αυτό το ζώο. Οι ελεημοσύνες και οι καλοσύνες τις οποίες κάνεις στους πτωχούς πάντοτε είναι ενώπιόν μου. Γι' αυτό ήλθα κι εγώ ενώπιόν σου για να σε συλλάβω με τα δίκτυα της φιλανθρωπίας μου. Δεν είναι δίκαιο άνθρωπος σαν και σένα καλός να μη γνωρίζει την αλήθεια και να λατρεύει τα αναίσθητα είδωλα. Εγώ για να σώσω το ανθρώπινο γένος έλαβα ανθρώπου μορφή και ήλθα στον κόσμο αυτό». Ο Άγιος, καθώς άκουσε τα λόγια αυτά, έπεσε από το φόβο του στη γη. Και ο Κύριος συνέχισε: «Εγώ είμαι ο δημιουργός όλου του κόσμου και του ανθρώπου,
για τη σωτηρία του ήρθα στη γη ως άνθρωπος και σταυρώθηκα και τάφηκα και την τρίτη μέρα αναστήθηκα από τους νεκρούς». Καθώς άκουσε τα λόγια αυτά ο Άγιος είπε: «Πιστεύω, Κύριε, ότι Συ είσαι ο κτίστης και δημιουργός του κόσμου, ότι Συ είσαι ο μόνος αληθινός Θεός και κανένας άλλος». Ο δε Κύριος του είπε: «Εάν πιστεύεις σε μένα, πήγαινε να βρεις τον αρχιερέα της πατρίδος σου να σε βαπτίσει καθώς βαπτίζει και τους άλλους χριστιανούς». «Κύριε», του είπε ο Άγιος, «μπορώ να πω τα λόγια αυτά και στη γυναίκα και στα παιδιά μου για να πιστεύσουν και αυτά σε σένα;» Ο δε Κύριος του αποκρίθηκε: «Μάλιστα, πες τα όλα καταλεπτώς και αφού βαπτιστείτε και καθαριστείτε από τις αμαρτίες σας, έλα πάλι εδώ να σου φανερώσω τι
μέλλει μετά από αυτά να σου συμβεί». Κατόπιν το ελάφι έγινε άφαντο, ο δε Άγιος επέστρεψε στους στρατιώτες του και μετά στο σπίτι του. Εξιστόρησε στη σύζυγό του το τι του συνέβη στο δάσος και εκείνη του είπε: «Κύριέ μου, είδες το Θεό τον οποίο πιστεύουν οι Χριστιανοί. Αυτός είναι ο μόνος αληθινός Θεός. Αυτός θα σώσει και εμάς και τα παιδιά μας.
Τον είδα κι εγώ χθες τη νύχτα και μου είπε τα ίδια λόγια: “Αύριο να έλθετε σε μένα, συ και ο σύζυγός σου και τα παιδιά σας, να γνωρίσετε ότι εγώ είμαι Θεός αληθινός”». Έτσι αποφάσισαν και κατά το μεσονύκτιο, αφού πήραν τα δυο τους παιδιά, πήγαν στην εκκλησία των Χριστιανών. Βρήκαν τον αρχιερέα και του φανέρωσαν εκείνα που είχαν προηγηθεί, την επιθυμία τους να βαπτιστούν. Εκείνος ευχαρίστησε το Θεό που θέλει τη σωτηρία κάθε ανθρώπου, τους βάπτισε όλους στο όνομα της Αγίας Τριάδος και τον μεν Πλακίδα ονόμασε Ευστάθιο, τη δε σύζυγό του ονόμασε Θεοπίστη και τα παιδιά τους, το μεγαλύτερο μεν ονόμασε Αγάπιο, το δε μικρότερο Θεόπιστο. Μετά τους κοινώνησε τα άχραντα μυστήρια, τους ευχήθηκε να είναι μαζί τους ο Χριστός και να τους αξιώσει την αιώνια του Βασιλεία. Και έτσι επέστρεψαν στο σπίτι τους. Την επομένη ο Ευστάθιος πήγε στο ίδιο πάλι μέρος όπου είχε δει την οπτασία. Έπεσε κάτω μπρούμυτα και παρακαλούσε τον Χριστό να του φανερώσει εκείνα τα οποία του είχε υποσχεθεί. Τότε άκουσε τη φωνή του Κυρίου που του έλεγε:
«Ευτυχής είσαι, Ευστάθιε, διότι δέχθηκες το βάπτισμα και κατανίκησες τη δύναμη του πονηρού διαβόλου. Αλλά αυτός δεν θα πάψει να σε βάζει σε πολλούς πειρασμούς με σκοπό να σε αναγκάσει να βλασφημήσεις και να αρνηθείς την πίστη σου για να κολαστείς αιωνίως. Θα πάθεις όσα έπαθε και ο Ιώβ τον παλαιό καιρό, αλλά τελικά θα νικήσεις το διάβολο». «Εάν είναι δυνατόν, Κύριέ μου», είπε ο Άγιος, «ας μη δοκιμάσω αυτούς τους πειρασμούς, ή εάν αυτό δεν γίνεται, δυνάμωσέ με να φυλάξω τα προστάγματά σου και να είμαι στερεός στην πίστη μου». Η δε φωνή του Κυρίου του είπε: «Ανδρίζου, Ευστάθιε, και αγωνίζου. Η χάρη μου θα συνοδεύει και σένα και τη συνοδεία σου και θα διαφυλάξει τις ψυχές σας από τα πεπυρωμένα βέλη του πονηρού».
Ο Ευστάθιος επέστρεψε στο σπίτι του και ανέφερε στη σύζυγό του όσα άκουσε από τον Κύριο. Και οι δυο προσευχήθηκαν και είπαν: «Ας γίνει το θέλημα του Κυρίου». Σε λίγες μέρες πέθαναν από λοιμική αρρώστια όλοι οι άνθρωποι του σπιτιού του Αγίου. Τότε κατάλαβε ότι τούτο ήταν ένας από τους πειρασμούς που είχε προείπει ο Θεός και τον ευχαρίστησε και παρακάλεσε και τη γυναίκα του να μην παραπονεθεί καθόλου στη χάρη του. Μετά έπεσε αρρώστια και ψόφησαν όλα του τα ζώα. Υπέφερε και αυτή την καταστροφή ο Άγιος με κάθε αταραξία. Για να διασκεδάσει τη λύπη του, πήρε μια μέρα τη γυναίκα και τα παιδιά του και πήγαν στην εξοχή. Αλλά ενώ έλειπαν, μπήκαν κλέφτες στο σπίτι τους,
πήραν όλα τους τα πράγματα. Έτσι έμειναν με μόνα τα ρούχα που φορούσαν και οι πιο ευκατάστατοι έγιναν οι πιο πτωχοί. Μια μέρα είπε η Θεοπίστη στον άνδρα της: «Τι καθόμαστε πλέον εδώ, στον τόπο αυτό, και είμαστε ο περίγελως όλου του κόσμου; Ας φύγουμε να πάμε σε άλλο τόπο όπου να μη μας γνωρίζουν». Έτσι αποφάσισαν να πάνε να μείνουν στα Ιεροσόλυμα. Κατά το ταξίδι όμως, ο πλοίαρχος, αφού έφτασαν σε ορισμένο μέρος, επειδή του άρεσε η πολύ ωραία Θεοπίστη, τους ζήτησε ένα ναύλο πολύ περισσότερο από το συνηθισμένο και επειδή ο Άγιος δεν είχε να δώσει, ζήτησε να κατακρατήσει τη γυναίκα του αντί του ναύλου.
Επειδή δε ο Άγιος δεν δεχόταν, πρόσταξε ο πλοίαρχος τους ναύτες να τον συλλάβουν, να τον ρίξουν στη θάλασσα. Καθώς βρέθηκε στην ανάγκη αυτή ο Ευστάθιος, άφησε στο πλοίο τη γυναίκα του να κλαίει και να θρηνεί και αφού πήρε τα δυο του παιδιά, βγήκε στην ξηρά, μη γνωρίζοντας πού να πάει. Περπατώντας έφτασαν σε ένα ποταμό και επειδή αυτός είχε πολύ νερό και τα παιδιά δεν μπορούσαν να περάσουν, άφησε το ένα κοντά στην όχθη του ποταμού, το δε άλλο το πήρε στον ώμο του και το πέρασε στην άλλη μεριά. Ενώ δε επέστρεφε για να πάρει και το άλλο και είχε φτάσει στο μέσο του ποταμού, είδε ότι το ένα του παιδί το άρπαξε ένα λιοντάρι και το άλλο ένας λύκος.
Συμπληρώθηκαν όλες οι ανυπόφορες δυστυχίες, οι οποίες η μια μετά την άλλη έμελλαν να του συμβούν κατά την πρόρρηση του Κυρίου, και του ήρθε ο λογισμός να πέσει να πνιγεί στο ποτάμι. Όμως η Χάρη του Θεού τον βοήθησε να τα υποφέρει όλα με καρτερία και γενναιότητα, χωρίς γογγυσμό και βλασφημίες. Προσευχήθηκε και ζήτησε από το Θεό να του δώσει υπομονή και γενναιοκαρδία για να υποφέρει ως πιστός δούλος Του τους μεγάλους εκείνους πειρασμούς. Αφού έκλαψε αρκετά, σηκώθηκε και περπατώντας έφτασε σε κάποια πόλη που ονομαζόταν Βάδισος, όπου έμεινε και εργαζόταν με ημερομίσθιο, άλλοτε σκάβοντας και άλλοτε θερίζοντας. Μετά ένα χρόνο παρακάλεσε και τον έκαναν αμπελοφύλακα, και αυτό εξακολούθησε να κάνει όχι ένα ή δύο χρόνια, αλλά δεκαπέντε ολόκληρα έτη. Ο Πανάγαθος όμως Θεός δεν
άφησε τους δούλους του να χαθούν. Στο ποτάμι εκείνο, στο οποίο αρπάχτηκαν τα παιδιά από τα θηρία, υπήρχαν βοσκοί, οι οποίοι, καθώς είδαν το λιοντάρι, έτρεξαν αμέσως όλοι με τα σκυλιά τους και κατόρθωσαν με τη βοήθεια του Θεού να σώσουν το ένα παιδί από τα δόντια του. Από την άλλη μεριά, γεωργοί μπόρεσαν να σώσουν το άλλο παιδί από το λύκο.
Οι βοσκοί και οι γεωργοί μεγάλωσαν τα παιδιά, ξεχωριστά όμως, και έτσι δεν ήξερε το ένα ότι είναι αδελφός του άλλου. Η δε σύζυγος του Αγίου, η Θεοπίστη, φυλάχτηκε αβλαβής, διότι αμέσως καθώς την κατακράτησε εκείνος ο βάρβαρος πλοίαρχος, αρρώστησε, κατά θεία βέβαια οικονομία, και μετά από λίγες μέρες, όταν πήγε στην πατρίδα του, πέθανε, χωρίς να μπορέσει να εκπληρώσει την αισχρή του επιθυμία. Έτσι και έμεινε αυτή εκεί ελεύθερη. Ακολούθως, η πόλη στην οποία βρισκόταν η Θεοπίστη επαναστάτησε. Οι δε επαναστάτες κυρίευσαν τότε πολλές πόλεις και φρούρια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο δε Αυτοκράτορας Τραϊανός, θέλοντας να καταστείλει την επανάσταση, θυμήθηκε τις ανδραγαθίες του Αγίου Ευσταθίου, γι' αυτό και έστειλε ανθρώπους σε όλα τα μέρη της αυτοκρατορίας για να τον βρουν. Τελικά δύο από αυτούς, παραλείπονται λεπτομέρειες χάριν συντομίας, κατόρθωσαν να τον βρουν, να τον αναγνωρίσουν και αφού τον έντυσαν με τη στρατιωτική του βαθμού του στολή, αναχώρησαν για τη Ρώμη. Μετά πορεία δεκαπέντε ημερών έφτασαν εκεί, ο δε Τραϊανός βγήκε και τον προϋπάντησε,
τον φίλησε και τον ρώτησε γιατί αναχώρησε από τη Ρώμη. Τότε εκείνος διηγήθηκε σ' αυτόν, παρουσία και εις επήκοον όλου του λαού, όσα του συνέβησαν και έγινε χαρά μεγάλη για τη διάσωση και την εύρεση του Αγίου. Ο δε Αυτοκράτορας τον παρακάλεσε να περιζωστεί και πάλι τη ζώνη του στρατιλάτου.
Όταν έγινε αυτό, ο Άγιος αρρύθμισε το στρατό που υπήρχε και τον βρήκε λιγότερο από ό,τι χρειαζόταν. Γι' αυτό πήρε διαταγή αυτοκρατορική να στρατολογήσει όσους ήθελε ακόμη από όλο το κράτος. Η διαταγή δε αυτή έφτασε και στην πόλη που βρίσκονταν τα παιδιά του Αγίου, τα οποία επιστρατεύτηκαν και καθώς ήταν φρόνιμα και ευπαρουσίαστα, ο Άγιος τα πρόσταξε να τον υπηρετούν στην τράπεζα.
Η εκστρατεία εκείνη ήταν επιτυχής, διότι όλες τις πόλεις και τα φρούρια τα οποία είχαν καταλάβει οι αποστάτες, ο Άγιος Ευστάθιος πολεμώντας τα ανέκτησε. Έπειτα προχώρησε και έφτασε στην πόλη στην οποία βρισκόταν η Θεοπίστη και μη γνωρίζοντας αυτό κατέλησε ακριβώς στο σπίτι που έμενε εκείνη και έστησε τη σκηνή του στον κήπο του, καθότι ήταν μεγάλο και ανήκε στον πλέον ευκατάστατο του τόπου πλοίαρχο, και έμειναν εκεί τρεις μέρες για ανάπαυση. Εκεί τα δυο παιδιά, συνομιλώντας μεταξύ τους, αναγνώρισαν το ένα το άλλο ότι ήταν αδέλφια. Η δε Θεοπίστη, η οποία συνέβη να ακούσει τη συνομιλία τους, κατάλαβε ότι ήταν τα παιδιά της, πριν όμως προλάβει να τους το πει, αναγνωρίστηκαν οι δύο σύζυγοι μεταξύ τους.
Δόξασαν το Θεό, η δε Θεοπίστη είπε στον Άγιο ότι οι νέοι τους οποίους είχε στην υπηρεσία του ήταν τα παιδιά τους, το οποίο και επιβεβαιώθηκε με τη συνομιλία που είχαν με αυτά. Η συγκίνηση και η χαρά υπήρξαν απερίγραπτες. Ο δε Άγιος με όλη την ψυχή και την καρδιά δόξαζε το Θεό λέγοντας: «Ευχαριστώ, Κύριε ο Θεός μου, ότι δεν με άφησες, τον ταπεινό δούλο σου, να πειράζομαι παντοτινά, αλλά μου έδωσες ανάπαυση των μεγάλων μου θλίψεων. Σε δοξάζω, Θεέ μου, διότι καθώς μου προείπες, έτσι και έπραξες. Τώρα που είδα τη γυναίκα και τα παιδιά μου, παράλαβε την ψυχή μου». Αφού κατέπαυσε ο Άγιος Ευστάθιος εντελώς την αποστασία, επέστρεψε στη Ρώμη, αλλά κατά τον καιρό της επιστροφής του απέθανε ο Τραϊανός
και τον διαδέχθηκε ο ανεψιός του Αδριανός, ο οποίος ήταν ειδωλολάτρης και μεγάλος διώκτης των Χριστιανών. Όταν αυτός έμαθε ότι ερχόταν ο νικητής στρατιλάτης Ευστάθιος στη Ρώμη, βγήκε να τον προϋπαντήσει και όταν έμαθε ότι ο Άγιος βρήκε τη γυναίκα και τα παιδιά του, θέλησε να προσφέρει στα είδωλα μεγάλη θυσία. Όταν δε είδε ότι ο Άγιος δεν συμμετείχε στην ειδωλολατρική εκείνη θυσία και τον ρώτησε γιατί δεν πήγε κι αυτός να προσφέρει ευχαριστήρια θυσία στους θεούς, ο Άγιος του απάντησε: «Βασιλεύ, εγώ στον Χριστό μου θυσιάζω, αυτόν δοξάζω και αυτόν θα ευχαριστήσω, διότι σ' αυτόν χρεωστώ τη ζωή μου και την ψυχή μου, διότι Αυτός μου έδωσε τη δύναμη και νίκησα τους εχθρούς του Αυτοκράτορα.
Αυτός ευδόκησε και είδα και τη γυναίκα και τα παιδιά μου. Άλλο Θεό ούτε γνωρίζω, ούτε πιστεύω παρά μόνο Αυτόν». Ο Αδριανός προσπάθησε να αλλάξει τη γνώμη των Αγίων. Επειδή όμως με κανένα τρόπο δεν το κατόρθωσε, πρόσταξε και άφησαν εναντίον τους ένα μεγάλο πεινασμένο λιοντάρι. Αλλά εκείνο, καθώς τους πλησίασε τρέχοντας ορμητικά, έσκυψε το κεφάλι σαν να τους προσκυνούσε και αναχώρησε. Επειδή και έτσι ο αυτοκράτορας απέτυχε, πρόσταξε τους στρατιώτες να πυρώσουν καλά ένα χάλκινο βασανιστήριο που έμοιαζε με βόδι και να τους κλείσουν μέσα σε αυτό. Οι Άγιοι πριν μπουν στο πεπυρωμένο χάλκωμα προσευχήθηκαν και μεταξύ των άλλων είπαν: «Κύριε Ιησού Χριστέ,
όπως φύλαξες από την κάμινο του πυρός τα σώματα των Αγίων Τριών Παίδων, έτσι φύλαξε και τα δικά μας σώματα και ευδόκησε να ενταφιαστούν μαζί σε ένα τάφο και παράλαβε την ψυχή μας. Δώσε, Κύριε, τη χάρη Σου στα λείψανά μας, και όποιος μας επικαλείται να έχει μέρος στη Βασιλεία των Ουρανών, και είτε σε ποταμό είτε σε θάλασσα μας επικαλεστεί, όταν κινδυνεύει, παρακαλούμε να προφθάνεις σε βοήθειά του».
Οι Άγιοι άκουσαν φωνή από τον ουρανό που έλεγε: «Θα γίνει ό,τι ζητάτε και ακόμη πολλά περισσότερα, διότι για το όνομά μου υποφέρατε μεγάλους πειρασμούς με μοναδική υπομονή και γενναιότητα. Για τα κακοπαθήματά σας στην πρόσκαιρη ζωή θα απολαύσετε στην ουράνια πατρίδα την αιώνια χαρά
και τα πρέποντα στους αγώνες σας αμάραντα στεφάνια». Τότε οι Άγιοι, αγαλλόμενοι και προθυμότατα, παραδόθηκαν στους στρατιώτες και αφού κλείστηκαν μέσα στο χάλκινο εκείνο βόδι, παρέδωσαν μετά από λίγο τις άγιες τους ψυχές στον Κύριο κατά το έτος 126 μετά Χριστόν. Όταν μετά από τρεις μέρες πρόσταξε ο Αδριανός και άνοιξαν το χάλκωμα εκείνο, είδαν ότι ούτε καν μία τρίχα από την κεφαλή τους δεν είχε βλαφθεί από την πυρά. Ο δε κόσμος που είδε τα σώματά τους σώα και αβλαβή άρχισε να φωνάζει μεγαλόφωνα με ένα στόμα: «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών! Αυτός μόνος είναι Θεός αληθινός και κανένας άλλος». Έτσι, πάνω σε εκείνο τον θόρυβο,
οι Χριστιανοί πήραν κρυφά τα λείψανα των Αγίων και τα ενταφίασαν σε κατάλληλο τόπο. Επί δε του προστάτου των Χριστιανών, Μεγάλου Κωνσταντίνου, οι Χριστιανοί ανήγειραν ναό επ' ονόματι των Αγίων και κάθε έτος εόρταζαν και εορτάζουν τη μνήμη τους την 20ή Σεπτεμβρίου εις δόξαν του Αγίου Τριαδικού Θεού.
Θα μπορούσαμε να επισημάνουμε στο συναξάρι του σήμερα εορταζομένου Αγίου Ευσταθίου και της συνοδείας του ότι εκείνο που θα περίμενε κανείς, κατά το συνηθισμένο κοσμικό τρόπο σκεπτόμενος, είναι ότι μετά τη μεταστροφή του Πλακίδα από την ειδωλολατρία στην πίστη του αληθινού Θεού, τα πράγματα, κατά το κοινώς λεγόμενο, να του έρθουν δεξιά, οι υποθέσεις του να ευοδωθούν, στη ζωή του όλα να είναι ρόδινα, όλα να πάνε κατ' ευχήν ή τουλάχιστον να μην πάνε χειρότερα. Και όμως είδαμε ότι του συνέβησαν πολύ δυσάρεστα, η ζωή του γέμισε δυστυχίες, πόνο και θλίψη πολλή μέχρι απελπισίας. Αλλά ακόμη και μετά που...
Κατά θαυμαστό τρόπο οι δυστυχίες άρχισαν να αντικαθίστανται με τα ευχάριστα, ξαναβρήκε τη σύζυγο, τα παιδιά, αποκαταστάθηκε επαγγελματικά, οικονομικά κτλ. Πάλι, επιστέγασμα, τελική απόληξη του αισίου τέλους που έλαβε η μεγάλη και σκληρή περιπέτειά του ήταν το μαρτύριο, ο θάνατος. Όλα αυτά δείχνουν το πόσο συνήθως, ας επιτραπεί να πούμε, επιπόλαια, ρηχά και κοντόφθαλμα, πόσο διαφορετικά σκεπτόμαστε εμείς από το Θεό. Ου γαρ εισίν αι βουλαί μου ώσπερ αι βουλαί υμών, ουδέ ώσπερ αι οδοί υμών αι οδοί μου, λέγει Κύριος. Αλλ' ως απέχει ο ουρανός από της γης, ούτως απέχει η οδός μου από των οδών υμών και τα διανοήματα υμών από
της διανοίας μου. Για μας το καλό ταυτίζεται με την εδώ καλοπέραση, ανάπαυση, βόλεμα. Αν ήταν στο χέρι μας, αν μπορούσαμε, θα διαγράφαμε όλα αυτά που τράβηξε ο Άγιος από το πρόγραμμα του Θεού για αυτόν. Αλλά ο Θεός δεν είναι μόνο πανάγαθος, αλλά και πάνσοφος. Και σαν τέτοιος προκρίνει και χαρίζει στον άνθρωπο, αντί του νομιζόμενου και προσωρινού μόνο καλού, το πραγματικό και το αιώνιο καλό. Οι ευλογίες που θέλουμε και επιδιώκουμε και ευχόμαστε είναι εφήμερες, ενώ ο Θεός μας ετοιμάζει για τις παντοτινές, τις άφθαρτες που αναπαύουν τον όλο άνθρωπο. Η κοσμική ανάπαυση που θέλουμε είναι προσωρινή, ενώ ο Θεός θέλει την αιώνια σωτηρία μας.
Αυτό το πραγματικό καλό συνήθως προϋποθέτει τον πόνο και την ταλαιπωρία, και το αιώνιο καλό και η αιώνια μακαριότητα χρειάζεται την στον κόσμο αυτό πρόσκαιρη ταλαιπωρία, διότι το πραγματικό και αιώνιο καλό του ανθρώπου είναι η βασιλεία του Θεού, η θέωση που προϋποθέτει αρετή, και η αρετή θέλει ταπείνωση και θυσία, πράγματα δυσάρεστα για τον κοσμικό, τον σαρκικό άνθρωπο. Γι' αυτό ας λέμε πάντα με τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο: «Καλά σου τα πάντα, Κύριε, και λίαν καλά και προς το συμφέρον ημίν οικονομούμενα». Κι έτσι ας υποτασσόμαστε ευχαρίστως στο Πανάγιο και Πάνσοφο Θεοθέλημα.
Αγγλική μετάφρασηEN · 29 παράγραφοι
Today, September 20, our Church commemorates the Holy Martyr Eustathius and his family: his wife Theopiste and their sons Agapius and Theopistus. We also commemorate Saints Hypatius the bishop and Andrew the priest, the Confessors; the holy Confessors Martin, Pope of Rome, and Maximus the Most Wise; Saints Anastasius and Anastasius, Theodore and Euprepius, Confessors and disciples of Saint Maximus; the holy Martyrs Artemidorus and Thalus; Saint Meletius, bishop of Cyprus; the holy monastic martyr John the Egyptian and his fellow sufferers, the forty martyrs; the venerable John the Recluse;
and the holy new monastic martyr Hilarion of Crete, who was martyred in Constantinople in the year 1804.
The victorious great martyr of Christ, Eustathius, was a military commander in Rome during the reign of Emperor Trajan, who ruled from AD 96 to 98. He was renowned for his victories in war and his great deeds of courage. Before his Baptism, his name was Placidas. He came from a noble family and was richly blessed, both with material goods and with strength of body and virtues of soul. He was exceedingly brave, prudent, restrained in bodily appetites and desires, sensible, just, merciful—in a word, a virtuous man. His
wife, whose name was Tatiana, was like him in virtue. In times of peace, so that the army would not sit idle, he trained the soldiers by hunting various animals, and he joined them himself. One day, while hunting in a forest, he spotted a large stag in the distance and pursued it on horseback, but could not catch up with it. The stag leapt across a ravine that the saint’s horse could not cross. It stood on the other side, looking at him. Suddenly, between its antlers, the saint saw a cross brighter than the sun, bearing our Lord Jesus Christ crucified upon it.
He heard a voice saying to him, “I am Christ. You do not know Me, yet you honor Me by your deeds. It is for your sake that I have appeared upon this animal. The alms you give and the kindness you show to the poor are always before Me. So I have come before you to catch you in the nets of My love for mankind. It is not right for a good man like you to remain ignorant of the truth and worship lifeless idols. To save the human race, I took human form and came into this world.” Hearing these words, the saint fell to the ground in fear. And the Lord continued: “I am the creator of the whole world and of mankind,
for whose salvation I came to earth as a man. I was crucified and buried, and on the third day I rose from the dead.” Hearing this, the saint said, “I believe, Lord, that You are the maker and creator of the world, that You alone are the true God, and there is no other.” The Lord said to him, “If you believe in Me, go and find the chief priest of your country and have him baptize you, as he baptizes the other Christians.” “Lord,” the saint asked, “may I tell my wife and children these things, so that they too may believe in You?” The Lord replied, “Yes. Tell them everything in detail. Once you have been baptized and cleansed of your sins, come back here, and I will reveal what
is going to happen to you afterward.” Then the stag vanished, and the saint returned to his soldiers and afterward to his home. He told his wife what had happened to him in the forest, and she said, “My lord, you have seen the God in whom the Christians believe. He alone is the true God. He will save us and our children too.
I saw Him last night as well, and He told me the same thing: ‘Tomorrow you, your husband, and your children must come to Me and learn that I am the true God.’” So they made their decision, and at midnight they took their two children to the Christians’ Church. They found the chief priest, told him what had happened, and expressed their desire to be baptized. He gave thanks to God, who desires the salvation of every person, and baptized them all in the name of the Holy Trinity. He named Placidas Eustathius, his wife Theopiste, their older child Agapius, and the younger Theopistus. Then he gave them Holy Communion, prayed that Christ would be with them and count them worthy of His eternal Kingdom, and they returned home. The next day, Eustathius went back to the place where he had seen the vision. He fell facedown and begged Christ to reveal what He had promised. Then he heard the voice of the Lord saying to him:
“Blessed are you, Eustathius, for you have received Baptism and overcome the power of the wicked devil. But he will keep bringing many temptations upon you, hoping to force you to blaspheme and deny your faith, so that you may be condemned eternally. You will suffer as Job suffered long ago, but in the end you will overcome the devil.” The saint said, “If it is possible, my Lord, spare me these temptations. But if it is not, strengthen me to keep Your commandments and stand firm in my faith.” The voice of the Lord said to him, “Take courage, Eustathius, and keep up the struggle. My grace will be with you and your family and will guard your souls from the flaming arrows of the evil one.”
Eustathius returned home and told his wife what he had heard from the Lord. Together they prayed and said, “Let the Lord’s will be done.” A few days later, everyone in the saint’s household died of an infectious disease. He understood that this was one of the trials God had foretold. He thanked God and asked his wife not to complain against His grace. Then disease struck all his animals, and they died. The saint bore this loss too without losing his peace. One day, to ease their sorrow, he took his wife and children into the countryside. But while they were away, thieves broke into their home
and took everything they owned. All they had left were the clothes they were wearing, and those who had been so well off became utterly poor. One day Theopiste said to her husband, “Why are we still here, where everyone makes a mockery of us? Let us go somewhere no one knows us.” So they decided to settle in Jerusalem. During the journey, however, the ship’s captain took a liking to the beautiful Theopiste. When they reached a certain place, he demanded a fare far higher than usual. Since the saint could not pay it, the captain demanded to keep his wife in place of the fare.
When the saint refused, the captain ordered the sailors to seize him and throw him into the sea. Faced with this threat, Eustathius left his wife on the ship, weeping and lamenting, and went ashore with his two children, not knowing where to go. As they walked, they came to a river. The water was too deep for the children to cross, so he left one child near the bank, carried the other on his shoulder, and crossed to the far side. But as he returned for the second child and reached the middle of the river, he saw a lion seize one child and a wolf seize the other.
Now every unbearable misfortune the Lord had foretold had come upon him, one after another. The thought came to him to let himself drown in the river. But God’s grace helped him bear it all with steadfast endurance and courage, without complaint or blasphemy. He prayed, asking God to give him patient endurance and courage of heart, so that he could bear these great trials as His faithful servant. After weeping for a long time, he got up and walked until he reached a town called Vadisos. He stayed there, working for daily wages, sometimes digging and sometimes harvesting. After a year, he asked to be made a vineyard keeper. He continued in that work for fifteen full years. But the all-good God did not
let His servants perish. Near the river where the wild animals had seized the children, there were shepherds. When they saw the lion, they all ran toward it with their dogs and, with God’s help, managed to rescue one child from its jaws. On the other side, some farmers saved the other child from the wolf.
The shepherds and the farmers raised the children separately, so neither knew that the other was his brother. The saint’s wife, Theopiste, was kept safe from harm. As soon as that cruel ship’s captain took her captive, he fell ill through divine providence. A few days later, when he reached his homeland, he died without carrying out his shameful desire. So she remained there, free. Later, the city where Theopiste was living rebelled, and the rebels captured many cities and fortresses of the Roman Empire. Emperor Trajan wanted to put down the revolt. Remembering Saint Eustathius’s courageous deeds, he sent men throughout the empire to find him. At last, two of them—to leave out the details for the sake of brevity—found and recognized him. They dressed him in the military uniform befitting his rank, and together they set out for Rome. After fifteen days’ travel they arrived, and Trajan came out to meet him,
embraced him, and asked why he had left Rome. Eustathius then told him, in the hearing of all the people, everything that had happened. There was great rejoicing that the saint had survived and been found. The emperor asked him to put on the commander’s belt once more.
The saint then reviewed the army and found that it had fewer soldiers than he needed. So he received an imperial order to recruit as many more as he wished from across the empire. The order reached the city where his children were living, and they were enlisted. Seeing that the young men were capable and well-mannered, the saint assigned them to serve him at his table.
That campaign succeeded. Saint Eustathius fought to recapture every city and fortress the rebels had taken. He then came to the city where Theopiste was living. Without knowing it, he arrived at the very house where she stayed. He pitched his tent in its garden, which was large and belonged to the wealthiest ship’s captain in the area, and they rested there for three days. While the two young men were talking, they discovered that they were brothers. Theopiste happened to overhear them and realized that they were her children. Before she could tell them, however, she and her husband recognized each other.
They glorified God. Theopiste told the saint that the young men serving him were their children, and a conversation with them confirmed it. Their emotion and joy were beyond words. With all his heart and soul, the saint glorified God, saying, “I thank You, Lord my God, for You did not leave Your humble servant to be tried forever. You have given me rest from my great afflictions. I glorify You, my God, for You have done as You foretold. Now that I have seen my wife and children, receive my soul.” After Saint Eustathius had completely put down the rebellion, he returned to Rome. During his journey back, Trajan died
and was succeeded by his nephew Hadrian, an idol worshipper and a fierce persecutor of Christians. When Hadrian learned that the victorious commander Eustathius was coming to Rome, he went out to meet him. On hearing that the saint had found his wife and children, he wanted to offer a great sacrifice to the idols. But when he saw that the saint did not take part, he asked why Eustathius had not come to offer a sacrifice of thanksgiving to the gods. The saint answered, “Emperor, it is to my Christ that I offer sacrifice. Him I glorify, and Him I will thank, for to Him I owe my life and my soul. It was He who gave me the strength to defeat the emperor’s enemies.”
He granted that I should see my wife and children again. I know no other God, and I believe in no other but Him.” Hadrian tried to change the minds of the saints. When he could not, he ordered a large, hungry lion released against them. But as it rushed toward them, it bowed its head as though paying them homage, then went away. Having failed again, the emperor ordered his soldiers to heat a bronze bull until it was red hot and shut them inside it. Before entering, the saints prayed. Among other things, they said, “O Lord Jesus Christ,
just as You preserved the bodies of the three holy youths in the fiery furnace, preserve our bodies too. Grant that we may be buried together in one tomb, and receive our souls. Grant Your grace, O Lord, to our relics, and let whoever calls upon us have a share in the Kingdom of Heaven. If anyone in danger calls upon us on a river or at sea, we ask You to come to their aid.”
The saints heard a voice from heaven say, “What you ask will be done, and much more besides. For My name’s sake you have endured great trials with extraordinary patient endurance and courage. In return for your hardships in this passing life, you will enjoy eternal joy in your heavenly homeland
and the unfading crowns worthy of your struggles.” Then the saints, rejoicing, willingly gave themselves up to the soldiers. They were shut inside the bronze bull, and soon surrendered their holy souls to the Lord in the year 126 AD. Three days later, Hadrian ordered the bull opened. They saw that the fire had not harmed even a hair on their heads. When the people saw their bodies whole and unharmed, they cried out together, “Great is the God of the Christians! He alone is the true God, and there is no other.” Amid the commotion,
the Christians secretly took the saints’ relics and buried them in a fitting place. Later, under Constantine the Great, who protected the Christians, they built a church dedicated to the saints. Every year they celebrated their memory on September 20, as they still do, to the glory of God, the Holy Trinity.
There is something we should notice in the account of Saint Eustathius, whom we commemorate today, and his family. Thinking as the world usually thinks, we might expect that after Placidas turned from idolatry to faith in the true God, things would start going his way. His affairs would prosper, life would be pleasant, and everything would work out well—or at least would not get worse. Yet we have seen how many painful things happened to him. His life was filled with misfortune, pain, and so much sorrow that he came close to despair. And even after...
By a wondrous turn, his misfortunes began to give way to happier things. He found his wife and children again, and his livelihood and finances were restored. Yet the crowning end of his long and painful ordeal, the blessed end he received, was martyrdom and death. All this shows how often we think superficially and shortsightedly, if I may say so, and how differently we think from God. The Lord says, “My counsels are not like your counsels, nor are My ways like your ways. As heaven is far from earth, so My way is far from your ways, and your thoughts are far from
My thoughts.” To us, what is good means comfort, ease, and having things our way in this life. If we could, we would erase everything the saint suffered from God’s plan for him. But God is not only all good; He is also all wise. In His wisdom, He chooses and grants us what is truly and eternally good, beyond what merely seems good for a time. The blessings we want, seek, and pray for pass away. God is preparing us for blessings that last forever, blessings that do not perish and bring rest to the whole person. The worldly ease we want is temporary, while God desires our eternal salvation.
That true good usually calls for pain and hardship. Eternal goodness and blessedness call for hardship in this world for a little while, because our true and eternal good is the Kingdom of God: theosis, our participation in divine life. Theosis requires virtue, and virtue requires humility and sacrifice—things the worldly person, ruled by the flesh, finds unpleasant. So let us always say with Saint John Chrysostom, “Everything You do is good, O Lord, exceedingly good, and You order all things for our benefit.” And let us gladly submit to the all holy and all wise will of God.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
09 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ\20 09.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.