Οσία Ευφροσύνη η Αλεξανδρινή και η ζωή της αποταγής
Η Εκκλησία τιμά την Οσία Ευφροσύνη την Αλεξανδρινή και τον πατέρα της Παφνούτιο στις 25 Σεπτεμβρίου. Γεννημένη μετά από χρόνια προσευχής των γονέων της, η Ευφροσύνη μεγάλωσε σε πλούσιο και ευσεβές σπίτι.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η Εκκλησία τιμά την Οσία Ευφροσύνη την Αλεξανδρινή και τον πατέρα της Παφνούτιο στις 25 Σεπτεμβρίου.
- Γεννημένη μετά από χρόνια προσευχής των γονέων της, η Ευφροσύνη μεγάλωσε σε πλούσιο και ευσεβές σπίτι.
- Σε ηλικία δεκαοκτώ ετών, μοίρασε τα υπάρχοντά της στους φτωχούς και επέλεξε τη μοναστική ζωή αντί του γάμου.
- Μεταμφιεσμένη σε άνδρα με το όνομα Σμάραγδος, μπήκε σε μοναστήρι, διδάχθηκε από τον Αγάπιο και πέρασε χρόνια σε μοναχική ασκητική άσκηση.
- Ο Παφνούτιος αναζήτησε την κόρη του και αργότερα τη συνάντησε στο μοναστήρι χωρίς να την αναγνωρίσει.
- Μετά από τριάντα οκτώ χρόνια, η Ευφροσύνη αποκάλυψε την ταυτότητά της στον πατέρα της λίγο πριν πεθάνει· εκείνος αργότερα διέθεσε τα υπάρχοντά του και έγινε μοναχός.
- Η ομιλία παρουσιάζει την αποταγή της ως απάντηση στη χάρη του Θεού και ως προσωπική επιλογή, και προτρέπει τους γονείς να στηρίζουν την αφοσίωση των παιδιών τους στον Θεό.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 18 παράγραφοι
Σήμερα, 25 του μηνός Σεπτεμβρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη της Οσίας Ευφροσύνης και του πατέρα της Παφνουτίου του Αιγυπτίου, του Αγίου Οσιομάρτυρος Παφνουτίου και των 546 συναθλητών του, των Αγίων Μαρτύρων Παύλου, Τάτης και των τέκνων αυτών Σαβινιανού, Μαξίμου, Ρούφου και Ευγενίου, του Οσίου Σεργίου του Θαυματουργού του Ρώσου, και επιτελείται η ανάμνηση του μεγάλου σεισμού και της εις τον αέρα αρπαγής του παιδιού.
Η Ευφροσύνη άκμασε κατά τις αρχές του 5ου μετά Χριστόν αιώνος επί του Αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Μικρού. Ο πατέρας της, Παφνούτιος, ήταν από τους πλουσιότερους και επιφανέστερους της Αλεξάνδρειας, ζούσε δε με τη σύζυγό του με πολλή αρετή και ευσέβεια. Είχαν όμως λύπη πολλή, διότι ήταν άτεκνοι και παρακαλούσαν το Θεό με αγρυπνίες, νηστείες και ελεημοσύνες να τους χαρίσει παιδί. Μάλιστα ο Παφνούτιος κατέφυγε σε έναν ενάρετο και άγιο γέροντα και ζήτησε τις προσευχές του για λύση της ατεκνίας τους. Και ο ελεήμων Θεός άκουσε τις προσευχές και τους δώρισε θυγατέρα, την οποία, καθώς πολλή ευφροσύνη τους προξένησε, Ευφροσύνη ονόμασαν και ανέτρεφαν εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου.
Την οποία διευκόλυνε και ευόδωνε η αγαθή της φύση. Όταν η Ευφροσύνη έγινε 12 ετών, η μητέρα της απέθανε, ο δε Παφνούτιος επιδόθηκε ακόμη περισσότερο στην επιμέλεια της θυγατέρας του, για την οποία, αν και γνώριζε τη φιλόθεη γνώμη της να δουλεύσει ολοκληρωτικά το Δεσπότη Χριστό, αποφάσισε να συμπεθεριάσει με κάποιο μεγάλο και πλούσιο άρχοντα. Όταν η Ευφροσύνη έγινε δεκαοκτώ ετών και ήθελαν να τελέσουν τους γάμους, στην ψυχή της άναψε δυνατότερος ο Θείος Έρωτας, έλεγε δε: «Μακάριοι αυτοί που μισούν τον πρόσκαιρο κόσμο και δουλεύουν το Θεό για την ψυχή τους, διότι πολλοί από αυτούς θα λάβουν την αμοιβή». Μελετώντας δε αυτά, δεν φρόντιζε να στολίσει το σώμα.
Αλλά με νηστείες και δάκρυα καλλώπιζε την ψυχή. Όλη την αξία των κοσμημάτων της τη μοίρασε στους πτωχούς. Δεν φορούσε πολύτιμα και μαλακά ενδύματα, δεν συνομιλούσε με φιλόκοσμες και φιλήδονες γυναίκες, αλλά άκουγε και συζητούσε μόνο τα πνευματικά. Κάποια φορά που έλειπε επί τρεις μέρες ο πατέρας της, συνέβη να έρθει στην Αλεξάνδρεια, κατ' οικονομία Θεού, από κάποια σκήτη ένας ενάρετος πνευματικός. Τον κάλεσε η Ευφροσύνη και του εξέφρασε τον πόθο που είχε να απαρνηθεί τον κόσμο για την αγάπη του Κυρίου, του ζήτησε δε και έλαβε το αγγελικό σχήμα. Κατόπιν σκεπτόταν πού να πάει και πώς να κρυφτεί για να μην τη βρουν οι συγγενείς της και την εμποδίσουν.
Ότι εάν πήγαινε σε μοναστήρι γυναικών, ήταν ενδεχόμενο να την αναζητήσουν εκεί και να τη βρουν. Άλλαξε και, φορώντας ανδρικά ενδύματα και εγκαταλείποντας πλούτο και απολαύσεις, απαρνούμενη πατέρα, μνηστήρα και συγγενείς, τη φιληδονία και τις ηδονές της παρούσης ζωής και αφού ανέλαβε τον γλυκύτατο σταυρό του Χριστού, παρουσιάστηκε σε ανδρικό μοναστήρι ως ευνούχος του παλατιού, ονομαζόμενος Σμάραγδος, και ζήτησε να γίνει δεκτή στην εκεί συνοδεία. Ο θεοφιλής προεστώς τη δέχθηκε και της έδωσε γέροντα, ονομαζόμενο Αγάπιο, για να της διδάξει τα της μοναχικής ζωής. Εκείνη δε υποσχέθηκε υπακοή και στο γέροντα, αλλά και σε όλη την αδελφότητα. Ο δε εχθρός και επίβουλος δαίμονας προσπαθούσε να σμικρύνει τον πόθο της.
Πότε της θύμιζε την αγάπη του πατέρα της, πότε τον μνηστήρα, πότε τη δόξα του κόσμου και τον πλούτο και την άλλη τρυφή της σάρκας. Βλέποντας δε ότι δεν μπορούσε τον τόνο της αρετής της να μειώσει, έκανε τους άλλους μοναχούς να σκανδαλίζονται από τη θωριά της. Γι' αυτό και πρόσταξε ο προεστώς τον Σμάραγδο να ησυχάζει σε ένα αναχωρητικό κελί έξω από το μοναστήρι και εκεί να αγωνίζεται χωρίς να πηγαίνει σε άλλο ή να δέχεται άλλο αδελφό. Χάρηκε λοιπόν η μακάρια, διότι έμεινε ελεύθερη από κάθε ενόχληση και πρόοδευε στον πνευματικό αγώνα και την αγάπη του Χριστού. Του δε πατέρα της, όταν είδε την εξαφάνισή της, ο πόνος ήταν μεγάλος. Έστειλε σε όλη την Αίγυπτο, αλλά και τη Λιβύη και την Παλαιστίνη,
ανθρώπους του για να τη βρουν. Όμως, εις μάτην κοπίαζαν, διότι ο Κύριος τη σκέπαζε και δεν άφηνε να φανερωθεί για να μην εμποδιστεί ο σωτήριός της πόθος. Ακόμη, ο Παφνούτιος κατέφυγε και στο μοναστήρι, στο οποίο, χωρίς να το γνωρίζουν, βρισκόταν η Ευφροσύνη, και ζήτησε τη βοήθεια των πατέρων για την ανακάλυψη της θυγατέρας του. Ο ηγούμενος και οι άλλοι αδελφοί κάνανε για το θέμα αυτό νηστεία και προσευχή, αλλά και η οσία προσευχόταν για να μην τη φανερώσει ο Κύριος. Έτσι παραχώρησε ο ελεήμων Θεός να ταλαιπωρείται ο Παφνούτιος παρά να παρηγορηθεί και να λυπήσει την ψυχή εκείνη που τον πόθησε και για την αγάπη του κατεφρόνησε αγάπη πατρική και κάθε απόλαυση. Τελικά είπε ο όσιος στον Παφνούτιο:
«Μη λυπάσαι, παιδί μου, και μη οδύρεσαι όπως οι άπιστοι που δεν έχουν άλλη μακαριότητα παρά μόνο της παρούσας ζωής, αλλά πίστεψέ με ότι καλό και θεοφιλή δρόμο ακολούθησε η κόρη σου, διότι εάν δεν συνέβαινε έτσι, δεν θα μας καταφρονούσε ο Κύριος και θα μας έδειχνε τι έγινε.
Τη σκεπάζει για να μην εμποδίσει τη σωτηρία της. Λοιπόν, να ευχαριστείς και να προσκυνείς τη Βασιλεία Του. Ελπίζω δε σε λίγο καιρό να τη δεις στη ζωή αυτή, εάν είναι για ωφέλεια της ψυχής σου. Διαφορετικά, θα συναντηθείτε στην ουράνια του Χριστού Βασιλεία, για να συναγάλλεστε αιωνίως». Έτσι, λίγο παρηγορήθηκε ο Παφνούτιος.
Πήγαινε στο μοναστήρι εκείνο για να βλέπει τους άγιους εκείνους άνδρες και να παρηγορείται από τα θεία τους λόγια. Κάποια μέρα είπε ο ηγούμενος στον Παφνούτιο: «Θέλεις να δεις έναν αδελφό που έχουμε, νέο στην ηλικία, θαυμάσιο δε στην αρετή, ονόματι Σμάραγδο, που είναι από ευγενή οικογένεια και εγκατέλειψε τον πλούτο και τη δόξα του κόσμου και τόσο αγωνίζεται στις εντολές του Κυρίου που δεν είναι άλλος όμοιός του;» Χάρηκε ο Παφνούτιος και οδηγήθηκε στο κελί εκείνου. Δάκρυσε η Ευφροσύνη καθώς είδε τον πατέρα της, εκείνος όμως από τη νηστεία και την κακοπάθεια δεν την αναγνώρισε και νόμισε ότι έκλαψε για τη συμφορά του. Εκείνη δε του είπε: «Πιστεύω ότι η θυγατέρα σου διάλεξε την αγαθή μερίδα.
Υπακούοντας στο πρόσταγμα του Δεσπότου που λέγει στο Ιερό Ευαγγέλιο: «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ, κι ο μη αποτασσόμενος πάσι τοις εαυτού, ουκ έστι μου άξιος». Γι' αυτό μη λυπάσαι, αλλά έχε υπομονή. Έχε την ελπίδα σου στον Κύριο και σε βεβαιώ εν φόβω Θεού ότι πριν αποθάνεις θα δεις τη θυγατέρα σου». Ο δε Παφνούτιος έλεγε μετά στον ηγούμενο: «Σε ευχαριστώ, πάτερ, διότι τόσο ευφράνθηκα με τα λόγια του οσίου Σμαράγδου, σαν τρόπο τινά να είδα το ίδιο μου το παιδί». Έκανε λοιπόν η Ευφροσύνη αγνώριστη στο μοναστήρι 38 χρόνια και αρρώστησε. Ο δε Παφνούτιος συνέπεσε τότε από Θεία Πρόνοια να βρίσκεται εκεί και, βλέποντας τον Σμάραγδο στο κρεβάτι, είπε
με πικρία: «Αλίμονο σε μένα τον άθλιο, έχω τριάντα οκτώ χρόνια που έχασα το παιδί μου και ήσουν ο μόνος που μου έδωσε θάρρος και ελπίδα ότι θα το ξαναδώ. Τώρα ούτε εκείνο βλέπω, ούτε εσένα έχω πλέον που ήσουν παρηγοριά της λύπης μου. Απελπίζομαι και δεν πιστεύω ότι θα δω πλέον τη θυγατέρα μου». Εκείνη δε του είπε: «Έχε υπομονή, υπέμεινε ακόμη τρεις μέρες και θα δεις τα θαυμάσια του Θεού». Έμεινε λοιπόν ο Παφνούτιος νομίζοντας ότι ο Κύριος του αποκάλυψε το ζητούμενο. Όταν έφτασε η τελευταία ώρα της Ευφροσύνης, κάλεσε τον Παφνούτιο και του αποκάλυψε ότι αυτή ήταν η θυγατέρα του. «Για να μην με εμποδίσεις», του είπε, «άλλαξα σχήμα
και οικονόμησε ο Θεός να μη με γνωρίσεις και πάλι τώρα σε έφερε για να με δεις, να παρηγορηθείς και να ενταφιάσεις το σώμα μου. Όταν ήρθα εδώ στο μοναστήρι, υποσχέθηκα στον ηγούμενο ως έχοντας πολύ πλούτο, εάν υπέφερα μέχρι το τέλος, να τον αφιέρωνα στη Μονή. Σε παρακαλώ λοιπόν, εκπλήρωσε την υπόσχεσή μου, δώσε στους πατέρες όσα θα έδινες σε μένα, διότι είναι πολύ ενάρετοι άνθρωποι». Αυτά είπε και παρέδωσε την ψυχή της στα χέρια του Θεού. Ο Παφνούτιος έπεσε λιπόθυμος από τη συγκίνηση. Όταν συνήλθε, έβρεχε με τα δάκρυά του το άγιο λείψανο, ενώ στην καρδιά του ήταν ανάμεικτα τα συναισθήματα της χαράς για την εύρεση, της λύπης για το θάνατο, της
ευφροσύνης για τη μετάβαση στην αιώνια ζωή του Παραδείσου. Όταν οι αδελφοί του μοναστηριού πληροφορήθηκαν την αλήθεια, έσπευσαν από ευλάβεια να ασπαστούν την κεκοιμημένη αγία. Ένας ασκητής που ήταν τυφλός κατά το ένα του μάτι θεραπεύτηκε καθώς ασπάστηκε το ιερό λείψανο, το οποίο ενταφίασαν οι πατέρες με την τιμή που έπρεπε, το δε πρόσωπο της αγίας έλαμψε σαν τον ήλιο.
Ο Παφνούτιος, αφού μοίρασε τα υπάρχοντά του σε πτωχούς, σχολεία και εκκλησίες, έγινε μοναχός και έμεινε στο κελί της Ευφροσύνης. Ως μοναχός έζησε δέκα έτη, με πολλή ευσέβεια και αρετή. Μετά την τελευτή του, τον ενταφίασαν στο μνήμα της Ευφροσύνης, εις δόξαν του Πανικτίρμονος Θεού.
Αυτό το οποίο από τη μια πλευρά θα μπορούσε να προσεχθεί και να τονιστεί είναι ο μεγάλος και σκληρός αγώνας της αγίας να απαλλαγεί από κάθε δεσμό και δέσμευση που θα μπορούσε να σταθεί εμπόδιο στη σχέση της με το Χριστό και να επιδιώξει και να επιτύχει το ολοκληρωτικό και απόλυτο δώσιμό της, την ολοκληρωτική αφιέρωσή της σε Αυτόν. Βέβαια, αυτό ήταν έργο της Χάριτος του Θεού και χωρίς αυτή τίποτε από αυτά δεν θα μπορούσε να γίνει. Ήταν όμως και δική της επιλογή. Η προαίρεσή της έκλινε προς αυτά, ενώ θα μπορούσε να στραφεί και να κλίνει προς άλλα. Δηλαδή τα λεγόμενα καλά και τις απολαύσεις του κόσμου τούτου. Και το θέμα είναι για μας τι προτιμούμε,
τόσο θεωρητικά όσο και στην πράξη, το Θεό ή τη σάρκα και τον κόσμο. Από την άλλη μεριά, η περίπτωση του πατέρα της οσίας δίνει την ευκαιρία να τονιστεί ότι τα παιδιά δεν είναι και δεν πρέπει να θεωρούνται κτήμα των γονέων τους. Τα παιδιά, όσο κι αν συμβάλλουν στη γέννηση και το μεγάλωμά τους οι γονείς τους, ανήκουν στο Θεό, ο οποίος είναι δημιουργός και κύριος των πάντων. Ο άνθρωπος δεν ανήκει ούτε στον ίδιο του τον εαυτό. Εάν έτσι όπως πιστεύουμε έχουν τα πράγματα, οι γονείς θα πρέπει όχι απλώς να επιτρέπουν το ολοκληρωτικό δώσιμο των παιδιών τους στο Θεό, αλλά και αν και όσο μπορούν να το διευκολύνουν.
Τι καλύτερο; Η μεγαλύτερη ευλογία και για τα παιδιά αλλά και για τους ίδιους τους γονείς. Το δώσιμο στο Θεό δεν είναι απώλεια του ανθρώπου αλλά εύρεση του Θεού και πλουτισμός με τον ασύλληπτο, τον ανεκτίμητο πλούτο της χάριτος της βασιλείας Του.
Αγγλική μετάφρασηEN · 18 παράγραφοι
Today, September 25, our Church commemorates Saint Euphrosyne and her father, Paphnutius the Egyptian; Saint Paphnutius the Venerable Martyr and his 546 fellow martyrs; the holy martyrs Paul and Tatta and their children Sabinian, Maximus, Rufus, and Eugenius; and Saint Sergius the Wonderworker of Russia. We also remember the great earthquake and the child who was taken up into the air.
Euphrosyne lived in the early fifth century, during the reign of Emperor Theodosius II. Her father, Paphnutius, was among the wealthiest and most prominent men in Alexandria. He and his wife lived with great virtue and devotion. Yet they grieved because they had no children, and they begged God, through vigils, fasting, and almsgiving, to grant them a child. Paphnutius also went to a virtuous and saintly elder and asked him to pray that they might have a child. Merciful God heard their prayers and gave them a daughter. Because she brought them such joy, they named her Euphrosyne, and they raised her in the instruction and counsel of the Lord.
Her good nature helped her grow in that upbringing. When Euphrosyne was twelve, her mother died, and Paphnutius devoted even more care to his daughter. Though he knew she loved God and wanted to serve Christ the Master completely, he arranged for her to marry into a wealthy and distinguished family. When she turned eighteen and the wedding was being planned, her love for God burned still more strongly. She would say, “Blessed are those who turn away from this passing world and serve God for the sake of their souls, for they will receive a great reward.” With these thoughts in her heart, she gave no thought to adorning her body.
Instead, she adorned her soul with fasting and tears. She gave the full value of her jewelry to the poor. She wore no costly or luxurious clothes and avoided the company of women devoted to worldly pleasures. She wanted to hear and speak only of spiritual things. Once, while her father was away for three days, a virtuous spiritual father came to Alexandria from a skete, by God’s providence. Euphrosyne invited him in and told him of her longing to renounce the world for love of the Lord. She asked for and received the angelic monastic habit. Then she wondered where she could go and hide so that her relatives would not find her and stand in her way.
If she went to a women’s monastery, they might look for her there and find her. So she put on men’s clothing and left behind wealth and pleasure. She renounced her father, her betrothed, and her relatives, along with the pleasures of this life. Taking up the sweet Cross of Christ, she presented herself at a men’s monastery as a palace eunuch named Smaragdus and asked to join the brotherhood. The God-loving superior received her and assigned her an elder named Agapius to teach her the monastic life. She promised obedience to her elder and to the whole brotherhood. But the demon, her scheming enemy, tried to weaken her resolve.
At one moment he reminded her of her father’s love; at another, of her betrothed, worldly honor, wealth, and the comforts of the flesh. When he saw that he could not weaken her commitment to virtue, he caused the other monks to be troubled by her appearance. The superior therefore instructed Smaragdus to live in inner stillness in a solitary cell outside the monastery, pursuing the ascetic struggle there without visiting another cell or receiving any brother. Blessed Euphrosyne rejoiced to be free from disturbance, and she grew in her spiritual struggle and in her love for Christ. But when her father discovered she had disappeared, his grief was immense. He sent people throughout Egypt, Libya, and Palestine
to find her. They searched in vain, for the Lord sheltered her and kept her hidden so that her saving desire would not be hindered. Paphnutius even went to the monastery where Euphrosyne was living, though no one knew she was there, and asked the fathers to help find his daughter. The abbot and the brothers fasted and prayed for her to be found, while the saint prayed that the Lord would not reveal her. So merciful God allowed Paphnutius to suffer rather than console him at the cost of grieving the soul who longed for God and, for love of Him, had set aside a father’s love and every pleasure. At last, the holy abbot said to Paphnutius:
“Do not grieve, my child, or mourn like those without faith, who know no blessedness beyond this present life. Believe me: your daughter has taken a good path, one pleasing to God. Otherwise, the Lord would not have left our prayers unanswered. He would have shown us what had happened to her.
He keeps her hidden so that her salvation will not be hindered. So give thanks and worship His royal majesty. I hope you will see her again in this life before long, if it will benefit your soul. If not, you will meet in Christ’s heavenly Kingdom and rejoice together forever.” These words brought Paphnutius some comfort.
He would visit the monastery to see those holy men and find comfort in their words about God. One day the abbot asked him, “Would you like to meet a brother of ours named Smaragdus? He is young but remarkable in virtue. He comes from a noble family and has left behind worldly wealth and honor. He strives so earnestly to keep the Lord’s commandments that no one here is like him.” Paphnutius was glad and was taken to Smaragdus’s cell. Euphrosyne wept when she saw her father. But fasting and hardship had changed her so much that he did not recognize her; he thought Smaragdus was weeping over his misfortune. She said to him, “I believe your daughter has chosen the good portion,
obeying the command of the Master in the Holy Gospel: ‘Whoever loves father or mother more than Me, and whoever does not renounce all that he has, is not worthy of Me.’ So do not grieve. Show patient endurance and put your hope in the Lord. I assure you before God that you will see your daughter before you die.” Later Paphnutius told the abbot, “Thank you, Father. The words of holy Smaragdus brought me such joy that it was almost as though I had seen my own child.” Euphrosyne lived unrecognized in the monastery for thirty-eight years. Then she fell ill. By divine providence, Paphnutius happened to be there. Seeing Smaragdus in bed, he said
bitterly, “Wretched man that I am! It has been thirty-eight years since I lost my child. You were the only one who gave me courage and hope that I would see her again. Now I cannot see her, and I am losing you, the one who comforted me in my sorrow. I am losing hope that I will ever see my daughter.” She said to him, “Show patient endurance. Wait just three more days, and you will see the wonders of God.” So Paphnutius stayed, thinking the Lord had revealed what he longed to know. When Euphrosyne’s final hour came, she called him to her and revealed that she was his daughter. “I changed my appearance so that you would not stop me,” she told him.
“God arranged that you would not recognize me. Now He has brought you here again so that you may see me, find comfort, and bury my body. When I came to this monastery, I told the abbot that I had considerable wealth and promised to dedicate it to the monastery if I persevered to the end. Please fulfill my promise. Give the fathers what you would have given me, for they are men of great virtue.” With these words, she gave up her soul into the hands of God. Overcome with emotion, Paphnutius fainted. When he recovered, his tears fell upon her holy remains. His heart held joy at finding her, sorrow at her death, and
rejoicing that she had passed into the eternal life of Paradise. When the brothers learned the truth, they hurried to venerate the departed saint. An ascetic who was blind in one eye was healed as he kissed her holy remains. The fathers buried her with due honor, and the saint’s face shone like the sun.
Paphnutius distributed his possessions to the poor, to schools, and to churches. Then he became a monk and lived in Euphrosyne’s cell. He spent ten years as a monk, living with great devotion and virtue. After his death, they buried him in Euphrosyne’s tomb, to the glory of the all-merciful God.
One thing to notice is the saint’s great and difficult struggle to free herself from every tie that might stand in the way of her relationship with Christ. She sought and achieved complete dedication to Him, giving herself wholly to Him. Of course, this was the work of God’s grace. Without grace, none of it could have happened. But it was also her own choice. She set her heart on this path, though she could have turned toward what people call the good things and pleasures of this world. The question for us is what we choose,
both in what we believe and in how we live: God, or the flesh and the world? Her father’s story also reminds us that children are not their parents’ possessions and must not be treated as such. However much parents contribute to their birth and upbringing, children belong to God, the Creator and Lord of all. A person does not even belong to himself. If things are as we believe them to be, parents should do more than simply allow their children to give themselves wholly to God. As far as they can, they should help them do so.
What could be better? It is the greatest blessing for the children and for their parents too. Giving oneself to God does not mean losing oneself. It means finding God and being enriched by the surpassing, priceless riches of the grace of His Kingdom.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
09 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ\25 09.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.