Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Η μαρτυρία της Αγίας Ευφημίας και η δόξα του Χριστού

Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη της Αγίας Ευφημίας της Χαλκηδονίας στις 16 Σεπτεμβρίου, θυμίζοντας τη χριστιανική της ανατροφή επί βασιλείας του Διοκλητιανού. Αφού αρνήθηκε να συμμετάσχει σε εορτή προς τιμήν του Άρη, η Ευφημία και 49 άλλοι χριστιανοί συνελήφθησαν, φυλακίστηκαν και δάρθηκαν για την πίστη τους.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων16 Σεπτεμβρίου17:48Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη της Αγίας Ευφημίας της Χαλκηδονίας στις 16 Σεπτεμβρίου, θυμίζοντας τη χριστιανική της ανατροφή επί βασιλείας του Διοκλητιανού.
  • Αφού αρνήθηκε να συμμετάσχει σε εορτή προς τιμήν του Άρη, η Ευφημία και 49 άλλοι χριστιανοί συνελήφθησαν, φυλακίστηκαν και δάρθηκαν για την πίστη τους.
  • Η Ευφημία απέρριψε τις υποσχέσεις και τις απειλές του Πρίσκου και προσευχόταν, καθώς επιζούσε από τον τροχό των βασανιστηρίων και την πυρωμένη καμίνο.
  • Οι δύο φρουροί, ο Βίκτωρ και ο Σωσθένης, αρνήθηκαν να τη βλάψουν, αφού είδαν προστάτες δίπλα της· αργότερα ομολόγησαν τον Χριστό και μαρτύρησαν.
  • Αφού και περαιτέρω βασανιστήρια απέτυχαν, η Ευφημία πέθανε στο αμφιθέατρο, και οι γονείς της την έθαψαν κοντά στη Χαλκηδόνα.
  • Η διάλεξη διηγείται ένα μεταγενέστερο θαύμα στα λείψανά της, σχετιζόμενο με την επιβεβαίωση της ορθόδοξης διδασκαλίας από τη Δ' Οικουμενική Σύνοδο.
  • Η μαρτυρία της οδηγεί σε στοχασμό για την αναζήτηση της δόξας στον Σταυρό του Χριστού, την ταπείνωση και τη θεία χάρη αντί του ανθρώπινου επαίνου.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 15 παράγραφοι

16 του μηνός Σεπτεμβρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη της Αγίας Μεγαλομάρτυρος και Πανευφήμου Ευφημίας και της Αγίας Μάρτυρος Μελιτινής.

Μάρτυς του Χριστού, η Ευφημία άκμασε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Διοκλητιανού, ο οποίος βασίλευσε κατά τα έτη 284 με 305 μετά Χριστόν. Καταγόταν από τη Χαλκηδόνα, που είναι απέναντι από την Κωνσταντινούπολη. Ο πατέρας της ονομαζόταν Φιλόφρων και ήταν επιφανής και πλούσιος, συγκλητικός στο αξίωμα, η δε μητέρα της Θεοδοσιανή, που ήταν γυναίκα ευσεβής και συμπαθέστατη προς τους πτωχούς. Από τέτοια αγαθή ρίζα έχοντας βλαστήσει η Ευφημία, δεν άργησε να διακριθεί για τις αγαθότατες της καρδίας της διαθέσεις, τη σεμνότητα και κοσμιότητα του ήθους, την πίστη προς το Χριστό και την ευσέβειά της.

Την εποχή εκείνη ο Διοκλητιανός κίνησε μεγάλο διωγμό κατά των Χριστιανών. Ήταν δε ανθύπατος της Μικράς Ασίας ο Πρίσκος, ο οποίος είχε συγκάθεδρό του κάποιο φιλόσοφο ονόματι Απελλιανό, ο οποίος ήταν και ιερέας στον εκεί ναό του ψευδώνυμου θεού Άρεως. Έχοντας ο Απελλιανός μίσος κατά των Χριστιανών, όταν κάποτε γινόταν η ετήσια εορτή του θεού του πολέμου, έπεισε τον ανθύπατο να εκδώσει προσταγή, με την οποία καλούσε να παραστούν στη γιορτή όλοι εν γένει οι κάτοικοι της Χαλκηδόνας και της γύρω περιοχής. Κατά εκείνων δε που θα παράκουαν, απειλούνταν τιμωρίες, βάσανα, θάνατος. Όταν δημοσιεύτηκε η προκήρυξη του Πρίσκου,

οι Χριστιανοί έκριναν φρόνιμο να κρυφθούν τις μέρες εκείνες, κατά τις οποίες, λόγω της εορτής του Άρεως, η ειδωλολατρική όχλη θα ήταν περισσότερο εχθρική κατά των Χριστιανών. Η Ευφημία ακολούθησε και αυτή την κοινή απόφαση. Τούτο προκάλεσε την οργή του Πρίσκου. Παρακινoύμενος δε και από τον Απελλιανό, πρόσταξε έρευνες παντού όπου υπήρχε υπόνοια ότι θα μπορούσαν να βρουν θύματα. Μεταξύ των άλλων που συνελήφθηκαν ήταν και η Ευφημία με τους συντρόφους της, που ήταν όλοι 49.

Μετά τις συνηθισμένες ανακρίσεις και τη σύμφωνη απόκριση όλων ότι εμμένουν στην πίστη τους στον Χριστό, ο ανθύπατος τους έκλεισε στη σκοτεινή και υγρή φυλακή, όπου τους έδεσαν με αλυσίδες και έδεσαν αλυσίδες με τους τους υπέβαλαν στην πείνα και τη δίψα. Αφού πέρασαν είκοσι μέρες, τους κάλεσε εκ νέου μπροστά του ο ανθύπατος. Καθώς δεν τους είδε ωχρότερους και να φέρουν τα σημάδια της κακοπάθειας και των στερήσεων, έλπισε ότι οι ψυχές τους θα είχαν δαμαστεί. «Μεταβάλατε λοιπόν γνώμη;» τους ρώτησε, και εκείνοι του αποκρίθηκαν: «Εμείς δεν θα μετακινήσουμε τη γνώμη μας, όπως δεν μετακινούνται τα βουνά και τα όρη. Και δεν θα μεταβάλουμε απόφαση, διότι αυτό θα ήταν ατιμία και καταστροφή μας. Εσύ όμως μπορείς να απορρίψεις την πλάνη σου. Είναι ο μόνος τρόπος για να επιτύχεις τη σωτηρία σου». Στα λόγια αυτά ακολούθησαν δυνατά κτυπήματα με ραβδιά,

πέτρες και μαστίγια. Ανοίχτηκαν πληγές, έτρεξαν αίματα, αλλά το φρόνημα των μαρτύρων παρέμεινε σταθερό και άκαμπτο. Ο Πρίσκος συμβουλεύτηκε τότε τον Απελλιανό τι θα έπρεπε να κάνουν. Αποφάσισαν από κοινού οι άλλοι μεν να σταλούν και πάλι στη φυλακή, μόνη δε να παραμείνει η Ευφημία. Ο ανθύπατος της πρόβαλε ως δόλωμα ότι θα μπορούσε να δελεάσει μια νέα, πάνω στην οποία ο κόσμος θα μπορούσε να ασκεί επιρροή. Αλλά η Χριστιανή παρθένος ήταν ανεπηρέαστη από τον κόσμο. Καταφρονώντας τις υποσχέσεις και αψηφώντας τις φοβερές απειλές, δήλωσε ότι ποθούσε να αποθάνει για το Χριστό. Μετά από λίγο, τροχό για να δέσουν πάνω του την Αγία, να συνθλίψουν και να καταξεσχίσουν τις σάρκες της και να συντρίψουν τα κόκαλά της. Η Ευφημία έκανε το σταυρό της και προχώρησε προς το τρομερό εκείνο μηχάνημα, χωρίς να δειλιάσει, με όλη την κοσμιότητα του ήθους και τη σεμνότητα του παραστήματός της, δηλώνοντας στον τύρανο ότι ο τροχός και τα άλλα μηχανήματά του της δυνάμωναν τον πόθο για τον Χριστό. Προσευχόταν δε ως εξής: «Κύριέ μου Ιησού Χριστέ, ο φωτισμός της ψυχής μου, η πηγή της ζωής, όσων σε πιστεύουν είσαι. Ελθέ και τώρα βοηθός εις εμέ, κι ας γίνει γνωστό εις όλους ότι συ είσαι Θεός μόνος.

Ελπίς αδιάψευστος των θαρρούντων εις σε, και ότι, όποτε συ θέλεις, δεν επέρχεται κακόν ουδέ εγγίζει μάστιξ εις το σώμα εκείνων οι οποίοι θέτουν την καταφυγή τους εις σε τον Ύψιστο». Και η θερμή δέηση πραγματοποιούνταν. Η μάρτυς δέθηκε και ο τροχός στράφηκε, αλλά αμέσως δύναμη ανώτερη τον σταμάτησε, τα δεσμά λύθηκαν και η παρθένος έμεινε αβλαβής, με λαμπρότερο το βλέμμα και χαρούμενη την όψη. Αλλά υπόρων δεν έχει οφθαλμό και δεν βρίσκει συνετισμό. Ο τροχός απέτυχε, ας τεθεί σε ενέργεια το καμίνι. Και το καμίνι ανάφθηκε και κάηκε. Όταν η μάρτυς έμελλε να ριχτεί σε αυτό, στην αισθητή εκείνη φωτιά αντέταξε την πύρινη προσευχή και είπε: «Ο Θεός, ο εν υψηλοίς κατοικών και τα ταπεινά εφορών, συ που διατήρησες αβλαβείς τους εν Βαβυλώνι τρεις παίδας και έστειλες εις αυτούς άνωθεν δρόσον εις την κάμινο, συ και εις εμέ τη δούλη σου, ελθέ βοηθός για να αγωνισθώ, Χριστέ, νικηφόρος υπέρ της δόξης σου». Μετά έκανε πάλι το σημείο του σταυρού και στεκόταν με όλη την ευπρέπεια, περιμένοντας γενναία το πρόσταγμα του τυράννου. Κι όταν δόθηκε, ανέλπιστο στον Πρίσκο πράγμα συνέβη. Επικεφαλής των ορισμένων για να υπηρετήσουν το έγκλημα εκείνο ήταν ο Σωσθένης και ο Βίκτωρ.

Όταν όμως επρόκειτο να ριχτεί η Αγία στο καμίνι, αυτοί αρνήθηκαν να συμπράξουν. Είπαν δε στον άρχοντα: «Για την προθυμία μας να σε υπηρετήσουμε, πολλοί μπορούν να μαρτυρήσουν, αλλά και εσύ ο ίδιος γνωρίζεις. Να εγγίσουμε όμως την παρθένο δεν μπορούμε, διότι βλέπουμε άνδρες φοβερούς στην όψη που μας βλέπουν απειλητικά και είναι έτοιμοι να προστατέψουν την παρθένο και να την αναδείξουν ισχυρότερη από τις φλόγες». Και αυτοί μεν αμέσως στάλθηκαν στη φυλακή. Ορίστηκαν δε αντικαταστάτες τους ο Κέσσαρ και ο Βάριος. Αλλά μόλις έριξαν την Ευφημία στην πυρά, οι φλόγες σαν έμψυχες δυνάμεις απλώθηκαν προς αυτούς και τους προξένησαν οδυνηρότατα εγκαύματα. Η δε μάρτυς

μέσα στη φωτιά, σαν σε δροσερή αύρα, προσευχόταν. Όταν δε έπεσαν οι φλόγες, βγήκε η Αγία από το καμίνι αβλαβής, χωρίς να πάθουν το παραμικρό ούτε τα ενδύματά της. Έτσι ο Πρίσκος την έστειλε στη φυλακή. Την επομένη νέα θανάτου μηχανήματα κινήθηκαν εναντίον της. Αλλά η λύθη, τα πριόνια και τα άλλα σιδερένια όργανα με τη χάρη του Θεού δεν είχαν αποτέλεσμα. Η Ευφημία από όλες αυτές τις δοκιμασίες έβγαινε άτρωτη, αβλαβής, και πολλοί που είδαν εκείνα τα θαυμαστά προσήλθαν στην πίστη του Χριστού. Αυτή όμως ποθούσε το μαρτυρικό θάνατο και παρακάλεσε να αξιωθεί του στεφάνου του μαρτυρίου. Και εισακούστηκε.

την Αγία στο στάδιο και άφησαν κατεπάνω της τέσσερα λιοντάρια και τρεις αρκούδες, μια από τις οποίες δάγκωσε σε ένα μέρος το σώμα της Αγίας και, χωρίς να προξενήσει πληγή ή να προκαλέσει κάποιο σημάδι, έγινε αφορμή να απέλθει η μάρτυς προς τον ποθούμενο Θεό κατά τη δεκάτη έκτη του Σεπτεμβρίου μηνός, το έτος, κατά την επικρατέστερη άποψη, 303. Φωνή δε ακούστηκε που καλούσε την Αγία στα θεία σκηνώματα, λέγοντας: «Άνελθε προς τον στεφανοδότη, η τον καλόν αγώνα αγωνισαμένη και τον δρόμο ήδη τελέσασα, για να λάβεις τους μισθούς και τα χαρίσματα των πόνων σου». Ενώ δε η φωνή ακόμη αντηχούσε, μεγάλος σεισμός δόνησε την πόλη

και καταφόβησε τους κατοίκους της. Τότε βρήκαν ευκαιρία οι γονείς της Αγίας και πήραν το μαρτυρικό και πολύτιμο εκείνο σώμα και το έθαψαν σε ένα τόπο κοντά στη Χαλκηδόνα με ευλάβεια και χαρά, διότι αξιώθηκαν να προσφέρουν στο Χριστό τέτοιο δώρο, ιερότερο και αγιότερο από κάθε άλλη προσφορά, διότι αξιώθηκαν να ονομαστούν γονείς τέτοιας μάρτυρος. Οι δε Βίκτωρ και Σωσθένης, οι δήμιοι, έλαβαν και αυτοί το ίδιο ένδοξο τέλος. Αφού ομολόγησαν τον Χριστό, καταδικάστηκαν να θηριομαχήσουν. Και εκείνοι, καθώς φωτισμένοι από τη χάρη του Θεού ποθούσαν όχι την παρούσα αλλά την αιώνια ζωή, καμιά άμυνα δεν αντέταξαν κατά των θηρίων,

τα οποία τους δάγκασαν, χωρίς όμως να καταφάγουν τα σώματά τους, και έτσι οι αθλοφόροι σύντομα έλαβαν το υπέρ Χριστού μαρτύριο. Τα δε ιερά τους σώματα τα πήραν μερικοί πιστοί και με ευλάβεια τα ενταφίασαν. Στη θήκη δε του ιερού λειψάνου της Αγίας Ευφημίας τοποθετήθηκαν μετά την Αγία Τετάρτη Οικουμενική Σύνοδο τα βιβλία που περιείχαν τα πιστευόμενα και κηρυττόμενα από τους Ορθοδόξους και από τους Μονοφυσίτες. Και όταν την άνοιξαν πάλι, μετά από ορισμένες μέρες, είδαν τον μεν τόμο των αιρετικών ριγμένο στα πόδια της Αγίας, τον δε τόμο των Ορθοδόξων, που περιείχε τον όρο και την απόφαση της Αγίας Συνόδου, στην αγκαλιά της μάρτυρος. Το θαυμαστό αυτό γεγονός της

επικυρώσεως του όρου της Ορθοδόξου Πίστεως της Τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου εορτάζουμε κατά την 11η Ιουλίου. Το τίμιο της Μεγαλομάρτυρος λείψανο από το 1601 είναι αποθησαυρισμένο στον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου στο Φανάρι, όπου κατά θεία ευδοκία διασώζεται μέχρι σήμερα και βρύει ιάματα σε όσους με ευλάβεια προσέρχονται στη χάρη της Αγίας και Πανευφήμου Ευφημίας.

Όλοι μας, λίγο πολύ, συνειδητά ή ασυνείδητα, επιθυμούμε να έχουμε καλή φήμη. Είτε απλώς να έχουμε καλό όνομα, είτε να μας επαινούν, να είμαστε διακεκριμένοι, είτε άλλοι ακόμη περισσότερο να δοξάζονται ενώ ζουν εδώ, άλλοι δε φροντίζουν και για τη μετά θάνατον δόξα τους, τη λεγόμενη υστεροφημία. Κι όταν δεν τα έχουμε αυτά, και πολύ περισσότερο όταν αντίθετα μας κακολογούν και μας δυσφημούν, αισθανόμαστε άσχημα, πικραινόμαστε, δυσαρεστούμαστε, αισθανόμαστε ή και ενεργούμε εχθρικά. Για τους ανθρώπους όμως του Θεού τα πράγματα είναι διαφορετικά. «Χριστώ συνεσταύρωμαι», λέγει ο Απόστολος, «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός. Εμοί δε μη γένοιτο καυχάσθαι, ει μη εν τω σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δι’ ου εμοί κόσμος εσταύρωται, καγώ κόσμω».

Αυτό σημαίνει πρώτον ότι ο άνθρωπος του Θεού είναι νεκρός για τον κόσμο και ο κόσμος νεκρός για αυτόν. Έπαυσε να τον ενδιαφέρει η γνώμη και η ευφημία του κόσμου. Η δόξα του κόσμου δεν έχει καμιά αξία γι' αυτόν. Και δεύτερον, ότι κάθε καλό προέρχεται από το Θεό και βρίσκεται μέσα στο Χριστό. Απεθάνετε γαρ, και η ζωή υμών κέκρυπται συν τω Χριστώ εν τω Θεώ. Δικό μας καύχημα είναι ο εαυτός μας, ούτε τα εντός ή εκτός εισαγωγικών κατορθώματά μας, αλλά ο Χριστός και ειδικότερα ο Σταυρός του Χριστού. Γινόμαστε δε και εμείς μέτοχοί του, εάν και καθώς γινόμαστε ένα με το Χριστό. Πραγματική ευφημία είναι το όνομα Χριστιανός και Χριστιανός δεν γίνεται κανείς με τις επευφημίες αλλά με την ταπείνωση, τη συναίσθηση της αδυναμίας. Ήδιστα ουν μάλλον καυχήσομαι εν ταις ασθενείαις μου, ίνα επισκηνώση επ' εμέ η δύναμις του Χριστού, η δύναμη, η χάρη του Χριστού, που είναι η δόξα, η αληθινή και άφθαρτη.

Αγγλική μετάφρασηEN · 15 παράγραφοι

On September 16, our Church commemorates Saint Euphemia, the Great Martyr praised by all, and Saint Melitene the Martyr.

Euphemia, a martyr for Christ, lived during the reign of the emperor Diocletian, who ruled from 284 to 305 AD. She came from Chalcedon, across from Constantinople. Her father, Philophron, was a prominent and wealthy man of senatorial rank. Her mother, Theodosiane, was devout and deeply compassionate toward the poor. Born of such good parents, Euphemia soon became known for her kind heart, her modest and dignified conduct, her faith in Christ, and her devotion to God.

At that time, Diocletian began a great persecution of Christians. Priscus was proconsul of Asia Minor. His adviser was a philosopher named Apellianus, who was also a priest at the local temple of Ares, the so-called god. Apellianus hated Christians. When the annual festival of the god of war came around, he persuaded the proconsul to order everyone in Chalcedon and the surrounding area to attend. Anyone who disobeyed faced punishment, torture, and death. When Priscus’s decree was made public,

the Christians thought it wise to hide during the festival of Ares, when the pagan crowds would be especially hostile toward them. Euphemia joined them. This angered Priscus. Urged on by Apellianus, he ordered searches wherever Christians might be found. Among those arrested were Euphemia and her forty-nine companions.

After the usual questioning, they all gave the same answer: they would remain faithful to Christ. The proconsul shut them in a dark, damp prison, where they were chained and deprived of food and water. Twenty days later, he summoned them again. When he saw that they did not look pale or bear the marks of their hardships, he hoped their spirits had been broken. “Have you changed your minds, then?” he asked. They replied, “We will no more change our minds than the mountains can be moved. To change our decision would bring us dishonor and ruin. But you can turn away from your error. That is the only way to find salvation.” At these words, they were struck hard with clubs,

stones, and whips. Wounds opened and blood flowed, but the martyrs remained firm and unyielding. Priscus then asked Apellianus what they should do. Together they decided to send the others back to prison and keep Euphemia alone. The proconsul thought he could entice a young woman who might be swayed by the world. But the Christian virgin was unmoved. She scorned his promises, defied his terrible threats, and declared that she longed to die for Christ. Soon a wheel was brought out. They meant to bind the Saint to it, tear her flesh, and crush her bones. Euphemia made the sign of the Cross and approached the dreadful machine without fear. With her usual dignity and modesty, she told the tyrant that the wheel and his other instruments only strengthened her longing for Christ. She prayed: “My Lord Jesus Christ, light of my soul and source of life for all who believe in You, come now to my aid. Let everyone know that You alone are God,

the unfailing hope of those who trust in You. When You will it, no evil befalls those who take refuge in You, the Most High, and no scourge touches their bodies.” Her fervent prayer was answered. The martyr was bound and the wheel began to turn, but a power from above stopped it at once. Her bonds fell away, and she remained unharmed, her eyes brighter and her face joyful. Yet Priscus could not see what had happened or learn from it. The wheel had failed, so he turned to the furnace. It was lit and burned fiercely. As the martyr was about to be thrown into the flames, she answered that visible fire with a fiery prayer: “O God, who dwell on high and look upon the humble, You kept the three youths in Babylon unharmed and sent them dew from above in the furnace. Come to my aid as well, Your servant, so that I may struggle victoriously for Your glory, O Christ.” She made the sign of the Cross again and stood with dignity, bravely awaiting the tyrant’s order. When he gave it, something happened that Priscus had never expected. Sosthenes and Victor were in charge of carrying out the deed.

But when the time came to throw the Saint into the furnace, they refused. They told the ruler, “Many can testify to our willingness to serve you, and you know it yourself. But we cannot touch this virgin. We see men of fearsome appearance watching us sternly, ready to protect her and make her stronger than the flames.” They were immediately sent to prison, and Kessar and Varios were appointed in their place. But as soon as they threw Euphemia into the fire, the flames spread toward them as though alive and burned them terribly. The martyr, meanwhile,

prayed amid the fire as though she were in a cool breeze. When the flames died down, the Saint came out of the furnace unharmed. Even her clothes were untouched. So Priscus sent her to prison. The next day, new instruments of torture were brought against her. But by God’s grace, the saws and other iron tools had no effect. Euphemia came through every trial unhurt, and many who witnessed these wonders came to faith in Christ. She herself longed for a martyr’s death and prayed to be counted worthy of the martyr’s crown. Her prayer was heard.

They brought the Saint into the arena and released four lions and three bears against her. One of the bears bit her, yet left neither wound nor mark. Through this, the martyr departed to the God she longed for on September 16, in the year 303 according to the most widely held account. A voice was heard calling the Saint to the heavenly dwellings: “Come up to the One who crowns you. You have fought the good fight and finished the race. Receive the reward and gifts for all you have endured.” While the voice was still echoing, a great earthquake shook the city

and filled its people with fear. Then the Saint’s parents found their chance to take her precious body, which had suffered martyrdom. They buried it reverently and joyfully near Chalcedon. They rejoiced that they had been counted worthy to offer Christ such a gift, holier than any other offering, and to be called the parents of such a martyr. Victor and Sosthenes, the two men ordered to carry out her torture, also met a glorious end. After confessing Christ, they were condemned to face wild beasts. Illumined by the grace of God, they longed for eternal life rather than this present life and offered no resistance to the beasts,

which bit them but did not devour their bodies. Thus they soon received the crown of martyrdom for Christ. Some of the faithful took their holy bodies and buried them reverently. Later, after the holy Fourth Ecumenical Council, two documents were placed in the shrine containing Saint Euphemia’s holy relic: one set out what the Orthodox believed and proclaimed, and the other what the Monophysites believed and proclaimed. When the shrine was opened again several days later, the document of the heretics was found at the Saint’s feet. The Orthodox document, containing the definition and decision of the holy Council, lay in the martyr’s arms. This wondrous event,

which confirmed the Fourth Ecumenical Council’s definition of the Orthodox faith, is celebrated on July 11. Since 1601, the precious relic of the Great Martyr has been kept in the Patriarchal Church of Saint George the Trophy-Bearer in the Phanar. By God’s good will, it remains there to this day and brings healing to those who come with reverence to seek the grace of Saint Euphemia, praised by all.

All of us, to some degree, whether we realize it or not, want a good reputation. We may simply want a good name, or we may want praise and distinction. Some want glory during their lives; others even seek fame after death, hoping to be remembered well. When we do not receive these things, and especially when people speak ill of us or damage our reputation, we feel hurt and bitter. We may even become hostile. But for the people of God, things are different. The Apostle says, “I have been crucified with Christ. It is no longer I who live, but Christ who lives in me.” And again, “Far be it from me to boast except in the Cross of our Lord Jesus Christ, through whom the world has been crucified to me, and I to the world.”

This means, first, that the person of God is dead to the world, and the world is dead to that person. The world’s opinion and praise no longer matter. Its glory has no value. Second, every good thing comes from God and is found in Christ: “For you have died, and your life is hidden with Christ in God.” Our reason to boast is neither ourselves nor our so-called achievements, but Christ, and especially the Cross of Christ. We share in it as we become one with Him. The name Christian is our true good name. We become Christians through humility and awareness of our weakness, not through applause. “Therefore I will boast all the more gladly of my weaknesses, so that the power of Christ may rest upon me.” That power, the grace of Christ, is the true glory, the glory that never fades.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

09 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ\16 09.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα