Αγία Ευφημία, Χαλκηδόνα και ο μάρτυρας Άγιος Κίνδεος
Η μάρτυς του Χριστού Αγία Ευφημία Χαλκηδόνος ομολόγησε τον Χριστό κατά τον διωγμό του Διοκλητιανού και υπέμεινε βασανιστήρια και θάνατο. Τα λείψανά της έγιναν τόπος προσκύνησης και συνδέθηκαν με πολλά θαύματα.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η μάρτυς του Χριστού Αγία Ευφημία Χαλκηδόνος ομολόγησε τον Χριστό κατά τον διωγμό του Διοκλητιανού και υπέμεινε βασανιστήρια και θάνατο.
- Τα λείψανά της έγιναν τόπος προσκύνησης και συνδέθηκαν με πολλά θαύματα.
- Στην Δ' Οικουμενική Σύνοδο, οι επίσκοποι καταδίκασαν τη διδασκαλία ότι ο Χριστός έχει μόνο μία φύση.
- Σύμφωνα με την αφήγηση, τα λείψανα της Ευφημίας επιβεβαίωσαν θαυματουργικά τη δήλωση πίστεως της συνόδου, όταν βρέθηκε στην αγκαλιά της το ορθόδοξο κείμενο.
- Τα λείψανά της μεταφέρθηκαν αργότερα στην Κωνσταντινούπολη, όπου αναπαύθηκαν στον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου.
- Ο Άγιος Κίνδεος της Παμφυλίας πλήρωσε και μετέφερε το ξύλο που προοριζόταν για την εκτέλεσή του, και στη συνέχεια κήρυξε από τη φωτιά πριν από τον θάνατό του.
- Ο ομιλητής παρουσιάζει την καλοσύνη του Κίνδεου και την πρόθυμη αποδοχή του μαρτυρίου ως παραδείγματα ευγενούς συμπεριφοράς που οι Χριστιανοί πρέπει να επιδιώκουν με τη χάρη του Θεού.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 14 παράγραφοι
Μάρτυς του Χριστού Ευφημία άκμασε κατά τους χρόνους του Αυτοκράτορα Διοκλητιανού και του Ανθυπάτου Πρίσκου, κατά τα τέλη του τρίτου μετά Χριστόν αιώνος. Καταγόταν από τη Χαλκηδόνα, που είναι απέναντι από την Κωνσταντινούπολη, οι δε γονείς της ονομάζονταν Φιλόφρων και Θεοδοσιανή. Και οι δύο αυτοί, ευσεβείς χριστιανοί, μόρφωσαν έτσι και την ψυχή της θυγατέρας τους, η οποία ενωρίς διακρίθηκε για τον άγιο ζήλο της, τις αγαθότατες της καρδίας της διαθέσεις, τη σεμνότητα και κοσμιότητα του ήθους. Πάντοτε ήταν σώφρων, με την καρδία υψωμένη προς το Θεό και πολύ είχε την αγάπη προς τον Πάσχοντα. Όταν όμως επί του Διοκλητιανού ξεσηκώθηκε ο φοβερός κατά της Εκκλησίας διωγμός,
καταγγέλθηκαν και αυτοί ως χριστιανοί. Η Ευφημία δεν αρνήθηκε τη χριστιανική της ιδιότητα και όχι μόνο ομολόγησε, αλλά και διακήρυξε ότι θα θεωρούσε τον εαυτό της ευτυχέστατο εάν έπασκε και μαρτυρούσε για το Χριστό. Ο κριτής την καταδίκασε σε θάνατο με βασανιστήρια. Καταρχάς, της σύντριψαν κάποια κόκαλα, έσχισαν τις σάρκες της πάνω στον τροχό και έκαψαν μετά τις πληγές της με αναμμένες λαμπάδες. Στη συνέχεια, την άκαμπτη μάρτυρα του Χριστού την έριξαν στα θηρία, στο αμφιθέατρο, παρουσία πλήθους ειδωλολατρών, οι οποίοι ως διασκέδαση είχαν τα τέτοιου είδους θεάματα, το οποίο και αποδεικνύει την αγριότητα που δέσποζε στον αρχαίο κόσμο που ήταν μακριά από τον Χριστό. Άφησαν λοιπόν κατεπάνω της
λεοντάρια και τρεις αρκούδες, τα οποία με ευλάβεια πλησίασαν την Αγία. Μία όμως αρκούδα δάγκωσε κάπου την Αγία, αν και δεν προκάλεσε κάποια πληγή, αποτέλεσε όμως αυτό την αφορμή για να απέλθει προς τον ποθούμενο Θεό. Το τίμιο της λείψανο ενταφιάστηκε σε κάποιο τόπο κοντά στη Χαλκηδόνα, όπου παρέμεινε επί αρκετά χρόνια επιτελώντας άπειρα θαύματα. Η Αγία Ευφημία νωρίς κατατάχθηκε στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας. Κατά τις αρχές δε του τετάρτου αιώνος υπήρχε ναός στη Χαλκηδόνα, όπου μέσα σε αργυρή θήκη ήταν αποτεθειμένο το άγιο της λείψανο. Μετά παρέλευση πολλών ετών και την εξάπλωση της πίστεως του Χριστού στον κόσμο έγινε το εξής θαυμαστό.
Μέρες του Αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Μικρού, κατά το έτος 410, ένας μοναχός και ιερέας, ονόματι Ευτυχής, έγινε αρχηγός ερέσεως, ισχυριζόμενος ότι ο Χριστός έχει μία μόνο φύση της Θεότητας και μία μόνη θέληση επίσης της Θεότητας. Ως εκ τούτου καθαιρέθηκε από τον Άγιο Φλαβιανό, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, αυτός όμως, βρίσκοντας κάποιους υποστηρικτές από το παλάτι, δεν έπαυε να ταράσσει την Εκκλησία. Όταν δε μετά το θάνατο του Θεοδοσίου βασίλευσε ο Μαρκιανός με τη Βασίλισσα Πουλχερία, πρόσταξε το 451 και συγκροτήθηκε η Τετάρτη Οικουμενική Σύνοδος στη Χαλκηδόνα για να εξετάσει την υπόθεση.
Μαζεύτηκαν λοιπόν οι 630 επίσκοποι και, αφού πολλά συζήτησαν, καταδίκασαν και αναθεμάτισαν τον Ευτυχή, τον Διόσκορο και όλους τους άλλους που βλασφημούσαν τη μία φύση και ενέργεια στο Χριστό. Επειδή όμως οι αιρετικοί δεν πείθονταν στα δόγματα της Αγίας Συνόδου, χρησιμοποίησαν άλλο τρόπο οι Άγιοι Πατέρες. Και τα δύο μέρη, των Ορθοδόξων δηλαδή και των Κακοδόξων Μονοφυσιτών, έγραψαν τα από αυτούς πιστευόμενα και κηρυσσόμενα σε ξεχωριστό βιβλίο. Άνοιξαν τη θήκη που περιείχε το τίμιο λείψανο της Αγίας Ευφημίας και απέθεσαν τα δύο αυτά βιβλία στο στήθος της Αγίας σφραγισμένα. Όταν δε άνοιξαν πάλι τη θήκη, μετά από ορισμένες μέρες, είδαν εκστατικοί
τον μεν τόμο των αιρετικών ριγμένο στα πόδια της Αγίας, τον δε τόμο των Ορθοδόξων, που περιείχε τον όρο και την απόφαση της Αγίας Συνόδου, στην αγκαλιά της Μάρτυρος. Όλοι θαύμασαν για το παράδοξο αυτό και οι μεν Ορθόδοξοι στηρίχτηκαν στην πίστη και δόξασαν το Θεό που κάνει μεγάλα και παράδοξα θαύματα προς επιστροφή και διόρθωση των πολλών, οι δε αιρετικοί μονοφυσίτες καταντροπιάστηκαν. Αυτό λοιπόν το χαριτόβρυτο ιερό λείψανο της Αγίας μετακομίστηκε και αποκρύφθηκε για λίγα χρόνια στη Λήμνο. Το 797 ανακομίστηκε στην Κωνσταντινούπολη και φυλασσόταν στον παρά τον Ιππόδρομο ναό των Αγίων Αποστόλων. Από εκεί το 1204
αποτέθηκε στο μεγάλο ναό της Παμμακαρίστου. Ακολούθως το δέχτηκαν οι ναοί του Βλαχσεραγιού και του Αγίου Δημητρίου κατά την Ξυλόπορτα και κατά το 1601 αποθησαυρίστηκε στον πατριαρχικό ναό του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου στο Φανάρι, όπου κατά θεία ευδοκία διασώζεται μέχρι σήμερα, τιμώμενο και σεβόμενο όχι μόνο από τους ευσεβείς Ορθοδόξους, αλλά και από τους Ετεροδόξους, και βρύει ιάματα σε όσους με ευλάβεια προσέρχονται στη χάρη της Αγίας. Καθιερώθηκε δε το ιερό λείψανο της Αγίας στον προαναφερθέντα πάνσεπτο ναό του Αγίου Γεωργίου, στο δεξιό μέρος του, το οποίο έγινε και παρεκκλήσιο επ' ονόματι της Αγίας αυτής Μεγαλομάρτυρος Ευφημίας.
Η μνήμη της Αγίας τιμάται στις 16 Σεπτεμβρίου, που είναι η γενέθλιος της ημέρα, δηλαδή η μέρα της μαρτυρικής της τελειώσεως, ενώ σήμερα γίνεται η ανάμνηση του προαναφερθέντος θαυμαστού γεγονότος της επικυρώσεως του όρου της πίστεως της Αγίας Τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου.
Άγιος Μάρτυς Κίνδεος, του οποίου τη μνήμη η Εκκλησία μας επίσης σήμερα επιτελεί, καταγόταν από τη Σίδη της Παμφυλίας της Μικράς Ασίας και έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Διοκλητιανού. Οδηγήθηκε στον ηγεμόνα Στρατόνικο και ομολόγησε με θάρρος τον Χριστό. Γι' αυτό κάρφωσαν στα πόδια του σιδερένια υποδήματα και τον ανάγκασαν να τρέχει. Έτσι συνάντησαν κάποιον που βάσταζε ένα φορτίο ξύλων. Επειδή δε οι βασανιστές του Αγίου ήθελαν να πάρουν τα ξύλα και με αυτά να κάψουν το μάρτυρα, ο Άγιος έδωσε στον άνθρωπο εκείνο τριάντα νομίσματα ως αντίτιμο για τα ξύλα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και καθώς οι ειδωλολάτρες ήθελαν να φορτώσουν τα ξύλα σε κάποιους άλλους,
ο Άγιος δεν άφησε, αλλά τα φορτώθηκε στον ώμο του ο ίδιος. Αφού δε ανάφθηκε η φωτιά, μπήκε στο μέσο της ο γενναίος αθλητής και από εκεί δίδασκε και παρακινούσε τους ειδωλολάτρες στην πίστη του Χριστού, χωρίς να καίγεται από τη φωτιά. Όταν δε σκοτίστηκε ο αέρας και έγιναν αστραπές και βροντές, προσευχήθηκε ο Άγιος και αμέσως έγινε γαλήνη και τα νέφη σκορπίστηκαν. Τότε παρέδωσε το πνεύμα του στα χέρια του Θεού. Βλέποντας δε αυτό το θαύμα, ο ιερέας των ειδώλων πίστεψε στο Χριστό, όχι δε μόνο εκείνος, αλλά και η γυναίκα του, και έτσι έλαβαν και οι δύο το Άγιο Βάπτισμα. Κάποιος διάκονος, ονόματι Ορέστης, πήρε το τίμιο λείψανο του Αγίου Κινδέου και αφού κατά τρόπο θαυμαστό
υψώθηκε στον αέρα όπως ο προφήτης Αββακούμ, έτσι έφτασε στην πατρίδα του, τα Ομάναδα, που ήταν μακριά από την Παμφυλία, και εκεί αποθησαύρισε το τίμιο του Αγίου λείψανο κατά την εκκλησιαστική συνήθεια και τάξη.
Προηγουμένως τον Άγιο Ιερομάρτυρα Κίνδεο να πληρώνει για τα ξύλα τα οποία θα χρησίμευαν για τη φωτιά που θα άναβε για τη θανάτωσή του. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και να τα φορτώνεται για τη μεταφορά τους. Κάνει εντύπωση αυτή η λεπτότητα, η ευγένεια, η αρχοντιά του μάρτυρος, ο οποίος δεν ήθελε κανένα να στενοχωρήσει, κανένα να επιβαρύνει, κανένα να αδικήσει. Αλλά και κάτι παραπάνω. Την υπόθεση του μαρτυρίου τη θεωρούσε ευλογία.
Όχι μόνο δεν προσπαθούσε να αποφύγει, αλλά με χαρά τη δεχόταν και επιδίωκε να τη διευκολύνει. Πόσο διαφορετική νοοτροπία, πόσο διαφορετικά σκεπτόταν, διαφορετικά έβλεπαν και εκτιμούσαν τα πράγματα και μάλιστα αυτά για τα οποία εμείς δυσανασχετούμε, δυσφορούμε, παραπονιούμαστε, αγαναχτούμε και ευχόμαστε και αγωνιζόμαστε να αποφύγουμε. Αυτή η αρχοντιά των Αγίων ήταν αποτέλεσμα και εκδήλωση του πλούτου της χάριτος του Θεού που είχαν μέσα τους. Και όταν κανείς δεν έχει αυτό τον πλούτο, όταν αισθάνεται άδειος και φτωχός, είναι δύσκολο έως αδύνατο να συμπεριφέρεται πραγματικά αρχοντικά. Αλλά όταν εμείς αγωνιζόμαστε προς αυτή την κατεύθυνση, να συμπεριφερόμαστε δηλαδή με τον αρχοντικό τρόπο που υποδεικνύει το Ευαγγέλιο, έστω πιέζοντας το δύσκολο εαυτό μας, θα έλθει η χάρη
θα μας κάνει πραγματικά πνευματικούς άρχοντες και τότε η όλη μας συμπεριφορά θα είναι αυθεντικά αρχοντική και θα αναπαύει το Θεό και τους ανθρώπους.
Αγγλική μετάφρασηEN · 14 παράγραφοι
The martyr of Christ, Saint Euphemia, lived in the time of Emperor Diocletian and the proconsul Priscus, toward the end of the third century after Christ. She came from Chalcedon, across from Constantinople, and her parents were named Philophron and Theodosiane. Both were devout Christians. They raised their daughter in the faith, and from an early age she stood out for her holy zeal, the goodness of her heart, and her modest and gracious conduct. She lived with self-control, her heart lifted toward God, and she had a deep love for the suffering Christ. But when the terrible persecution of the Church broke out under Diocletian,
they too were denounced as Christians. Euphemia did not deny her faith. She confessed it openly and declared that she would count herself blessed to suffer and die as a martyr for Christ. The judge sentenced her to death by torture. First, they broke some of her bones, tore her flesh on a wheel, and burned her wounds with flaming torches. Then they threw this steadfast martyr of Christ to the wild beasts in the amphitheater, before a crowd of pagans who treated such spectacles as entertainment. That shows the cruelty that prevailed in the ancient world, far from Christ. They released against her
lions and three bears, which approached the Saint reverently. One bear did bite her, though it left no wound; yet this became the occasion for her departure to the God she longed for. Her precious relics were buried near Chalcedon. They remained there for many years, and countless miracles took place. Saint Euphemia was soon numbered among the saints of the Church. By the beginning of the fourth century, there was a church in Chalcedon where her holy relics rested in a silver shrine. Many years later, after faith in Christ had spread throughout the world, this wondrous event took place.
In the days of Emperor Theodosius the Younger, in the year 410, a monk and priest named Eutyches became the leader of a heresy. He claimed that Christ had only one nature, His divinity, and only one will, also divine. Saint Flavian, Patriarch of Constantinople, therefore removed him from the priesthood. But Eutyches found supporters at the palace and continued to trouble the Church. After Theodosius died, Marcian and Empress Pulcheria came to the throne. In 451, Marcian ordered the Fourth Ecumenical Council to meet in Chalcedon to examine the matter.
Six hundred and thirty bishops gathered. After much discussion, they condemned and anathematized Eutyches, Dioscorus, and all the others who blasphemously claimed that Christ had one nature and one divine uncreated energy. But the heretics would not accept the teaching of the holy Council, so the holy Fathers took another course. Both sides, the Orthodox and the Monophysites, wrote down their beliefs and teachings in separate volumes. They opened the shrine containing Saint Euphemia’s precious relics and placed the two sealed volumes on her chest. When they opened the shrine again some days later, they saw in amazement
that the heretics’ volume lay at the Saint’s feet, while the Orthodox volume, containing the holy Council’s statement and decision on the faith, rested in the martyr’s arms. Everyone marveled. The Orthodox were strengthened in their faith and glorified God, who works great and wondrous miracles to bring many people back and set them right. The Monophysite heretics were put to shame. Saint Euphemia’s holy relics, a source of grace, were later moved to Lemnos and kept hidden there for a few years. In 797 they were brought back to Constantinople and kept in the Church of the Holy Apostles near the Hippodrome. From there, in 1204,
they were placed in the great Church of the Pammakaristos. Later they were received by the churches of the Vlachseraglio and Saint Demetrios by the Xyloporta. In 1601 they were enshrined in the Patriarchal Church of Saint George the Trophy-Bearer in the Phanar. By God’s good pleasure, they remain there to this day, honored and venerated by devout Orthodox Christians and by Christians of other confessions. Healings flow to those who approach the Saint with reverence. Her holy relics were given a permanent place on the right side of that revered church of Saint George, in a chapel dedicated to the holy Great Martyr Euphemia.
Saint Euphemia’s memory is honored on September 16, the day of her birth into eternal life through martyrdom. Today we commemorate the wondrous event just described, when the statement of faith of the holy Fourth Ecumenical Council was confirmed.
The holy martyr Cindeus, whose memory our Church also celebrates today, came from Side in Pamphylia, in Asia Minor, and lived during the reign of Emperor Diocletian. He was brought before the governor Stratonikos and boldly confessed Christ. For this, they nailed iron shoes to his feet and forced him to run. Along the way they met a man carrying a load of wood. When the Saint’s torturers wanted to take the wood to burn him with it, he gave the man thirty coins in payment. And when the pagans wanted to make others carry the wood,
the Saint would not let them. He carried it on his own shoulder. Once the fire was lit, the brave martyr stepped into its midst. From there he taught the pagans and urged them to believe in Christ, while the flames did not burn him. Then the sky grew dark, with lightning and thunder. The Saint prayed, and at once calm returned and the clouds scattered. He then gave up his spirit into God’s hands. Seeing this miracle, a priest of the idols came to believe in Christ. His wife believed too, and both received holy Baptism. A deacon named Orestes took the precious relics of Saint Cindeus and, in a wondrous way,
was lifted into the air like the prophet Habakkuk. In this way he reached his homeland of Omanada, far from Pamphylia, and there he enshrined the Saint’s precious relics according to the Church’s custom and order.
We heard earlier how the holy priest and martyr Cindeus paid for the wood that would fuel the fire meant to kill him. He even carried it himself. The martyr’s thoughtfulness, kindness, and noble bearing are striking. He did not want to distress anyone, burden anyone, or wrong anyone. More than that, he regarded his martyrdom as a blessing.
He made no attempt to escape it. He received it with joy and even helped make it possible. How differently he thought! How differently the saints saw and judged the very things that make us resentful, uncomfortable, and angry—the things we complain about and struggle to avoid. Their noble bearing was the fruit and outward sign of the wealth of God’s grace within them. When someone lacks that wealth and feels empty and poor, it is difficult, almost impossible, to behave with such true nobility. But if we strive to act in the gracious way the Gospel teaches, even when we have to press our stubborn selves to do it, grace will come
and make us truly noble in spirit. Then all our conduct will have that genuine graciousness, bringing peace to God and to other people.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
07 ΙΟΥΛΙΟΥ\11 07 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.