Άγιος Ευλόγιος και ο πνευματικός κίνδυνος του πλούτου
Ο Άγιος Ευλόγιος, λατόμος στη Θηβαΐδα της Αιγύπτου, διέθετε καθημερινά τον μισθό του για να θρέφει και να φιλοξενεί ξένους και φτωχούς. Αφού είδε τη φιλοξενία του, ο Αββάς Δανιήλ προσευχήθηκε ο Θεός να δώσει στον Ευλόγιο πλούτο ώστε να βοηθήσει περισσότερους ανθρώπους, και ανέλαβε την ευθύνη για την ψυχή του.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Ο Άγιος Ευλόγιος, λατόμος στη Θηβαΐδα της Αιγύπτου, διέθετε καθημερινά τον μισθό του για να θρέφει και να φιλοξενεί ξένους και φτωχούς.
- Αφού είδε τη φιλοξενία του, ο Αββάς Δανιήλ προσευχήθηκε ο Θεός να δώσει στον Ευλόγιο πλούτο ώστε να βοηθήσει περισσότερους ανθρώπους, και ανέλαβε την ευθύνη για την ψυχή του.
- Ο Ευλόγιος βρήκε θαμμένο χρυσό, μετακόμισε στην Κωνσταντινούπολη, απέκτησε υψηλό αξίωμα και εγκατέλειψε την προηγούμενη ταπεινοφροσύνη και ελεημοσύνη του.
- Ταραγμένος από οράματα, ο Δανιήλ αναζήτησε τον Ευλόγιο και προσευχήθηκε για την επιστροφή του, χωρίς να μπορέσει να τον φτάσει.
- Όταν πολιτικός κίνδυνος ανάγκασε τον Ευλόγιο να φύγει, ξαναπιάσε τη λατομία και σταδιακά επέστρεψε στην προηγούμενη ζωή της διακονίας.
- Η ομιλία διδάσκει ότι οι λαϊκοί μπορούν να αναζητήσουν τη σωτηρία μέσω της αγάπης και της ελεημοσύνης, ενώ ο πλούτος μπορεί να βλάψει όποιον τον χρησιμοποιεί άσκοπα.
- Καταλήγει καλώντας σε ταπεινοφροσύνη, προσοχή στις πνευματικές συνέπειες, εμπιστοσύνη στη σοφία του Θεού και προσευχή να γίνει το θέλημά Του.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 21 παράγραφοι
Εορταζόμενος Άγιος Ευλόγιος, ο οποίος για την αρετή της φιλοξενίας του ονομάστηκε Ξενοδόχος, άκμασε στη Θηβαΐδα της Αιγύπτου, κατά τους ευλογημένους εκείνους χρόνους, κατά τους οποίους άκμαζε εκεί ο Χριστιανισμός. Οι δε περιώνυμοι σκήτες της Θηβαΐδος ήταν κατάμεστες από χιλιάδες ευσεβείς μοναχούς, οι οποίοι ασκούσαν σε αυτή κάθε αρετή και άσκηση. Ανάμεσα στους μεγάλους εκείνους ασκητικούς πατέρες, τους τόσο περίφημους για τις μεγάλες τους αρετές, διέλαμψε και ο Άγιος αυτός Ευλόγιος. Ο Μακάριος αυτός δεν ήταν μοναχός, δεν ήταν ασκητής στην έρημο, αλλά κοσμικός που έμενε στην πόλη της Θηβαΐδος. Όμως, αν και βρισκόταν στην πόλη, τόσο η αρετή του διέλαμψε,
έγινε ονομαστός μεταξύ των πατέρων και το όνομά του γράφτηκε στο βιβλίο της ζωής μαζί με τα ονόματα των μεγάλων εκείνων ασκητών, όπως του Αντωνίου του Μεγάλου, Μακαρίου του Αιγυπτίου, Αμούν και των άλλων περιφήμων αββάδων. Ποια δεν ήταν η αρετή εκείνη την οποία με τόσο ζήλο εργάστηκε και η οποία τόσο τον ανέδειξε; Ποια άλλη από την μακαρία ελεημοσύνη και την φιλόστοργη φιλοξενία, για την οποία και ο Πατριάρχης Αβραάμ δοξάστηκε; Αλλά ο μεν Αβραάμ φιλοξενούσε τους ξένους του δαπανώντας από τον πλούτο του και υπηρετώντας αυτούς αυτοπροσώπως. Ο δε Μακάριος Ευλόγιος, επειδή δεν είχε καμιά περιουσία, εργαζόταν κάθε μέρα σε βαρύτατη εργασία ως λατόμος.
να εξοικονομεί τα για τον εαυτό του και τους ξένους απαραίτητα. Όλα δε όσα κέρδιζε από την εργασία του αυτή, τα ξόδευε κατά την εσπέρα για τη φιλοξενία των ξένων, χωρίς να κρατά τίποτε για την επόμενη. Το ακόλουθο δε περιστατικό είναι ικανό να μας πληροφορήσει γι' αυτό. Αναχώρησε κάποτε ο Αββάς Δανιήλ από τη Σκήτη για τη Θηβαΐδα, έχοντας συνοδό του τον μαθητή του. Όταν έφτασαν εκεί, στέκονταν στην αγορά περίλυποι όλη τη μέρα, περιμένοντας να στείλει σε αυτούς βοήθεια ο Κύριος. Όταν νύχτωσε, είδαν κάποιον γέροντα να κρατά στο χέρι του φανάρι, αναζητώντας πτωχούς και ξένους για να τους φιλοξενήσει στο σπίτι του. Καθώς είδε τον Αββά Δανιήλ, τον προσκύνησε.
Καταφιλούσε τα πόδια του και, αφού τους χαιρέτησε, τους πήρε μαζί με άλλους ξένους και πτωχούς στο σπίτι του, όπου έπλυνε τα πόδια τους κατά τη συνήθεια και τους φιλοξένησε πλουσιοπάροχα. Όσα δε κομμάτια ψωμιού έμειναν, τα έδωσε στα σκυλιά και τα έφαγαν, διότι αυτό το τάξιμο είχε. Μετά το δείπνο συνομιλούσαν όλη τη νύχτα, ανταλλάσσοντας λόγους ψυχωφελείς. Ο δε Ευλόγιος, από τη βαθιά του κατάνυξη και ευλάβεια, έκλαιγε. Την επομένη, όταν αναχώρησαν από εκεί, παρεκάλεσε ο μαθητής τον Όσιο Δανιήλ να του πει ποιος ήταν ο γέροντας εκείνος, ο τόσο εύσπλαχνος και φιλόξενος. Ο δε Όσιος του αποκρίθηκε: «Αυτός ονομάζεται Ευλόγιος, είναι λατόμος, πετροκόπος.
Έχει την καλή αυτή συνήθεια. Νηστεύει δε όλη τη μέρα, παρόλο που εργάζεται τόσο βαριά εργασία. Όσα δε χρήματα του δώσουν ως ημερομίσθιο, τα ξοδεύει την εσπέρα για να φιλοξενεί, καθώς είδες, τους ξένους και τους πτωχούς. Είναι τώρα εκατό χρονών κατά την ηλικία και ο Θεός του δίνει δύναμη για τα τόσο φιλόπτωχα αισθήματά του να εργάζεται τέτοιο βαρύτατο έργο. Την τάξη δε αυτή την κρατά από τη νεότητα. Είναι σαράντα χρόνια που έρχομαι εδώ, από τότε που ήμουν νέος, για να πουλώ το εργόχειρο, και πολλές φορές με φιλοξένησε μαζί με άλλους πτωχούς με τον τρόπο που γνώρισες. Εγώ δε κάποτε, καθώς είδα σε αυτόν τόση συμπάθεια, παρεκάλεσα τον Θεό πολλές εβδομάδες,
νηστεύοντας και με δάκρυα προσευχόμενος, να δώσει πλούτο σε αυτόν για να φιλοξενεί τους φτωχούς. Όταν λοιπόν πέρασα νηστικός είκοσι μέρες και από την πείνα κοιτόμουν στη γη, είδα κάποιον ένδοξο και σεβάσμιο άνθρωπο, ο οποίος μου είπε: «Τι έχεις, Δανιήλ;» Εγώ του αποκρίθηκα: «Υποσχέθηκα στον Δεσπότη Χριστό να μην φάγω τίποτε μέχρι που να με ακούσει και να πλουτίσει τον Ευλόγιο για να ευεργετεί περισσότερο τους πτωχούς». Μου είπε τότε εκείνος που εμφανίστηκε: «Τι ενδιαφέρεσαι εσύ για τον Ευλόγιο;» Εγώ δε αποκρίθηκα: «Για να δοξαστεί μέσω αυτού το όνομά σου το Άγιο». Εκείνος μου είπε: «Εάν θέλεις να του δώσω πλούτο, γίνε εγγυητής για την ψυχή του,
έτσι θα σωθεί και θα κάνω καθώς επιθυμείς». Τότε εγώ ασύνετος υποσχέθηκα λέγοντας: «Εγώ είμαι χρεώστης για να απολογηθώ για την ψυχή του κατά την ώρα της κρίσεως». Αφού είπα αυτά, σε όραμα είδα ότι βρεθήκαμε στην Ανάσταση του Χριστού και ένας νέος καθόταν στον λίθο του μνήματος και στα δεξιά του ο Ευλόγιος. Τότε ο νέος που φαινόταν μου είπε: «Εσύ είσαι που εγγυήθηκες για τον Ευλόγιο;» Εγώ είπα: «Ναι, Κύριε». Είδα τότε δύο νέους οι οποίοι γέμισαν την αγκαλιά του Ευλογίου με αργύρια. Από το όραμα λοιπόν αυτό ενόησα ότι άκουσε τη δέησή μου ο Θεός. Πράγματι, μετά από λίγες μέρες, η αίτησή μου εκπληρώθηκε ως εξής. Κάποια μέρα, ενώ ο Ευλόγιος έκοβε πέτρες κατά τη συνήθειά του, κτυπώντας σε μια πέτρα άκουσε ήχο κάτω από αυτή και, αφού τη σήκωσε, βρήκε κούφωμα γεμάτο χρυσάφι. Καθώς ξαφνικά είδε αυτό, ο Ευλόγιος σκεπτόταν τι να κάνει και πού να φυλάξει τόσα χρήματα,
να μην το μάθει ο αυθέντης του τόπου και του τα πάρει. Αποφάσισε λοιπόν να πάει στη Βασιλεύουσα και να μείνει μέχρι τέλους αγνώριστος. Αφού αποφάσισε αυτά, άφησε την εργασία της φιλοξενίας και, παίρνοντας όλα τα χρήματα, πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί έδωσε πολλά δώρα και τον ψήφισαν έπαρχο. Αγόρασε δε μεγάλη και πολυτελή κατοικία και ζούσε αμέριμνος, με δόξα πολλή, έχοντας λησμονήσει όλος δι' όλου την προηγούμενη φιλοξενία και ταπείνωση. Αφού πέρασαν δύο χρόνια, είδα πάλι σε όραμα τον νέο που προαναφέρθηκε, μπροστά δε σε αυτόν έναν Αιθίοπα που έσερνε δεμένο τον Ευλόγιο. Ξύπνησα τότε και αντιλήφθηκα την έννοια της οπτασίας αυτής και έκλαιγα λέγοντας: «Αλίμονό μου, γιατί κόλασα την ψυχή μου με την εγγύηση που έδωσα ο ανόητος;» Όταν δε πήγα στην πόλη για να πουλήσω το εργόχειρο, ρώτησα για τον Ευλόγιο. Έμαθα τότε την αλήθεια και λυπήθηκα πάρα πολύ.
Συναισθανόμενος δε την ευθύνη μου, αποφάσισα να μεταβώ στην Κωνσταντινούπολη για να τον βρω. Πράγματι... Με πολύ κόπο και ταλαιπωρία πήγα στη Βασιλεύουσα, όπου έψαξα με επιμέλεια για τον Ευλόγιο και βρήκα το σπίτι του. Στάθηκα έξω από την πόρτα του και τον είδα να βγαίνει με συνοδεία πάρα πολλών υπηρετών. Τότε φώναξα προς αυτόν: «Κύριε, παρακαλώ την εκλαμπρότητά σου να μου δώσεις λίγη ακρόαση για να σου πω λόγο μυστικό». Αλλά εκείνος ούτε αποκρίθηκε, οι δε υπηρέτες και δούλοι με έβρισαν και με έδειραν. Έτσι έμεινα έξω από το παλάτι του τέσσερις εβδομάδες θλιβόμενος, χωρίς καθόλου να μπορώ να του μιλήσω. Λοιπόν αποφάσισα να καταφύγω στον φιλάνθρωπο Θεό. Γονάτισα μπρος στην εικόνα του Κυρίου και παρακαλούσα με δάκρυα λέγοντας: «Δέσποτα πολυέλεε,
λύσε με από την εγγύηση του ανθρώπου τούτου, διότι δεν γνωρίζω τι να κάνω ο άθλιος». Αυτά αφού πολλές φορές προσευχήθηκα, αποκοιμήθηκα από τον κόπο. Είδα τότε λαό πολύ στον ύπνο μου και άκουσα φωνή που έλεγε: «Η Βασίλισσα έρχεται, ελάτε όλοι να προσκυνήσετε». Τότε εγώ φώναξα προς αυτή: «Δέσποινα, κάνε έλεος και λύσε με από την εγγύηση που έκανα για τον Ευλόγιο». Εκείνη δε αποκρίθηκε: «Δεν μπορώ να σε βοηθήσω στην υπόθεση αυτή. Μόνο φέρε εις πέρας την υπόσχεσή σου». Ξύπνησα τότε και πήγα πάλι στην πόρτα του Ευλογίου και τον περίμενα.
Όταν βγήκε, έτρεξα πίσω του κραυγάζοντας να με ακούσει. Ο θυρωρός έτρεξε προς εμένα και τόσο με έδειρε που έγινα σαν μισοπεθαμένος. Έτσι ανεχώρησα όπως μπορούσα και ανέβηκα σε πλοίο για να επιστρέψω στη Σκήτη, έχοντας μόνο στον Θεό την ελπίδα μου να επιστρέψει τον Ευλόγιο. Ενώ λοιπόν πλέαμε προς την Αλεξάνδρεια, κοιμήθηκα και τότε είδα πάλι σε οπτασία ότι παρευρέθηκα στην Αγία Ανάσταση, ο δε νέος που προαναφέρθηκε καθόταν στον λίθο του μνήματος. Ρίχνοντας εκείνος σε μένα βλέμμα άγριο, είπε: «Άφρον, δεν εκτελείς ό,τι υποσχέθηκες». Εγώ δε έτρεμα σαν το φύλλο από τον φόβο και δεν μπορούσα να ανοίξω το στόμα μου. Τότε πρόσταξε να δέσουν τα χέρια μου πίσω και να με κρεμάσουν ως κατάδικο και είπε:
«Θέλησες να φανείς διακριτικότερος από μένα και να πλουτίσεις τον Ευλόγιο. Μάθε τώρα με την τιμωρία να μην επιχειρείς πλέον πέρα από εκείνο που μπορείς». Καθώς λοιπόν οι υπηρέτες με κρέμασαν, είδα τη Βασίλισσα να διέρχεται από εκεί με δόξα απερίγραπτη. Είπα τότε προς αυτή με ταπεινή φωνή και πολλά δάκρυα: «Ευσπλαχνίσου με, Δέσποινα, τον ταλαίπωρο και λύτρωσέ με από την εγγύηση του Ευλογίου». Εκείνη τότε πήγε και, αφού ασπάστηκε τα πόδια του Δεσπότου, τον παρεκάλεσε να μου συγχωρήσει το αμάρτημα. Τότε ο Δεσπότης Χριστός με τις ικεσίες της μητέρας του συγκατένευσε, στράφηκε προς εμένα και μου είπε: «Φυλάξου να μην κάνεις πλέον άλλο όμοιο αμάρτημα».
Εγώ δε είπα σ' αυτόν: «Συγχώρεσέ με, Δέσποτα Κύριε, διότι από άγνοια αμάρτησα, νομίζοντας ότι έτσι ο Ευλόγιος θα γίνει σπλαχνικότερος προς τους πτωχούς». Πρόσταξε τότε να με λύσουν και μου είπε με γλυκύτητα: «Πήγαινε στο κελί σου και εγώ θα επαναφέρω τον Ευλόγιο στην πρώτη του τάξη και ευλάβεια». Τότε, από τη χαρά μου ξύπνησα και δόξασα τον Κύριο και την Υπεραγία Θεοτόκο, διότι με λύτρωσαν από την εγγύηση. Γύρισα στο κελί μου και ησύχαζα. Μετά τρεις μήνες πέθανε ο βασιλέας Ιουστίνος και ανέβηκε στον θρόνο ο Ιουστινιανός, ο οποίος τόσο μίσησε τον Ευλόγιο που ζητούσε αφορμή να τον θανατώσει. Γι' αυτό, για να σώσει τη ζωή του, φόρεσε πτωχικά ρούχα
και αφού εγκατέλειψε όλο του τον πλούτο, έφυγε στην Αλεξάνδρεια και έκοβε πάλι πέτρες όπως προηγουμένως. Πήγε στον τόπο που ήταν η πέτρα κάτω από την οποία είχε βρει τα χρήματα και την κτυπούσε ώρα πολλή μήπως βρει κι άλλα χρήματα. Αλλά μάταια κοπίαζε. Ενθυμούμενος δε τότε τον πλούτο και τους δούλους που είχε, στενάζοντας έλεγε: «Δούλευε, ταπεινέ Ευλόγιε, για να εξοικονομείς την τροφή σου». Σε λίγο καιρό λοιπόν ήρθε στην προηγούμενή του αγιότητα με τη συνέργεια του Παντοδύναμου Θεού, ο οποίος ως δίκαιος δεν ξέχασε την προηγούμενή του υπηρεσία. Μετά από λίγες μέρες πήγα κι εγώ στον τόπο που έβρισκα κι άλλοτε τον Ευλόγιο και καθώς τον είδα...
δάκρυσα από τη χαρά μου. Δοξολογώντας δε τον Θεό έλεγα: «Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας. Τίς Θεὸς μέγας ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν; Ὁ ἐγείρων ἀπὸ γῆς πτωχόν, καὶ ἀπὸ κοπρίας ἀνυψῶν πένητα. Θαυμάσιαι αἱ κρίσεις σου, Κύριε, καὶ αἱ βουλαί σου ἀνεξερεύνητοι». Αμέσως δε καθώς είπα αυτά, χαιρετήσαμε ο ένας τον άλλο και με οδήγησε στο κελί του. Αφού δε έπλυνε τα πόδια μου, ετοίμασε τράπεζα και συνευφρανθήκαμε. Τον ρώτησα τότε πώς ήταν. Εκείνος δε μου είπε: «Παρακάλεσε, Πάτερ, τον Θεό να μου στείλει για χάρη σου βοήθεια, διότι βρίσκομαι σε φτώχεια και μεγάλη ανάγκη χρημάτων». Εγώ δε του είπα:
«Αδελφέ, να ήσουν φτωχότερος». Και τότε του διηγήθηκα λεπτομερώς την προηγούμενη υπόθεση, ότι δηλαδή εγώ ήμουν η αιτία που πλούτησε και μετά που πτώχευσε. Κλάψαμε και οι δυο ώρα πολλή και δοξάσαμε τον Θεό. Έπειτα μου είπε: «Παρακάλεσε, Πάτερ, τον Κύριο να με βοηθήσει ως αγαθός και εύσπλαχνος και σου υπόσχομαι να μη φανώ πλέον αχάριστος προς τον Ευεργέτη». Εγώ δε απάντησα: «Μη περιμένεις από τον Κύριο άλλο περισσότερο παρά μόνο τον ημερήσιο άρτο, όσο να εξοικονομείς όπως προηγουμένως, και καλύτερα είναι να πας φτωχός στον Παράδεισο παρά πλούσιος στην κόλαση».
Αφού είπε ο Όσιος προς τον μαθητή του, τον πρόσταξε να μην πει, ενώ θα ζούσε, το γεγονός σε κανέναν. Αυτός δε, ως υπήκοος, πράγματι τήρησε την εντολή. Μετά δε την κοίμηση του Αββά Δανιήλ, διηγήθηκε αυτό ο μαθητής του στους πατέρες εις δόξαν Θεού και παραδειγματισμό δικό μας.
Ότι το σημερινό συναξάρι ήταν ιδιαίτερα διδακτικό. Σε πολλά του σημεία θα μπορούσε κανείς να σταθεί και πολλά χρήσιμα μηνύματα να λάβει. Ας επισημάνουμε με πολλή συντομία μερικά. Πρώτον, κάλλιστος ο μοναχισμός και ο ασκητισμός, αλλά δεν είναι οι μοναδικοί δρόμοι που οδηγούν στη σωτηρία. Μπορεί, αν και δυσκολότερα, και πάντα με τη χάρη του Θεού, και μέσα στον κόσμο κάποιος να σωθεί. Αρκεί να θέλει να σωθεί και να αγωνίζεται φιλότιμα να σωθεί. Άριστος δρόμος που οδηγεί στη σωτηρία, ιδιαίτερα κατάλληλος για τους εν κόσμω χριστιανούς, είναι η άσκηση της ελεημοσύνης και γενικότερα της φιλανθρωπίας. Δεύτερον, τα υλικά αγαθά
γενικότερα τα κοσμικά αγαθά, έχουν για τον άνθρωπο σχετική αξία. Φαίνεται ότι κατά κανόνα δεν βοηθούν τον μετά την πτώση, τον αμαρτωλό άνθρωπο στην υπόθεση της σωτηρίας του. Φυσικά δεν φταίνε αυτά αλλά ο άρρωστος πνευματικά άνθρωπος που δυσκολεύεται να τα χρησιμοποιήσει καλώς. Το χρήσιμο και απαραίτητο είναι να ζητάμε τα πνευματικά αγαθά. «Ζητείτε πρώτον τη βασιλεία του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν». Τρίτον, ο πνευματικός αγώνας χρειάζεται και προσοχή. Η υπερηφάνεια είναι πολλές φορές ύπουλη και δυσδιάκριτη. Έτσι, ενώ είμαστε δύσκολοι στο να δούμε,
επισημάνουμε τις δικές μας αδυναμίες, τα δικά μας λάθη και να κάνουμε τις πρέπουσες και ωφέλιμες διορθώσεις στον εαυτό μας, αντίθετα με ευκολία επισημαίνουμε τα λάθη των άλλων και είμαστε πρόθυμοι στο να τους διορθώσουμε. Η περηφάνια αυτή φτάνει και μέχρι του σημείου της απερισκεψίας και θρασύτητας να γινόμαστε βασιλικότεροι του Βασιλέως, θέλοντας να διορθώσουμε και τον ίδιο τον Θεό. Τέταρτον, χρειάζεται να βλέπουμε τα πράγματα σε βάθος, να μην στεκόμαστε στην επιφάνεια των πραγμάτων, να μην παραμένουμε στις πρώτες εντυπώσεις. Πίσω από το υλικό και σαρκικό να βλέπουμε το πνευματικό, πίσω από την αρχή να διαβλέπουμε το τέλος και τον σκοπό των πραγμάτων.
Από το πρόσκαιρο το αιώνιο. Να μάθουμε να βλέπουμε με το μάτι της πίστεως, να μπαίνουμε όσο μπορούμε στη λογική του Θεού και, όταν δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό, να σιωπούμε. Να μάθουμε να έχουμε περισσότερη εμπιστοσύνη στον Θεό και να αφηνόμαστε στη σοφία και την αγάπη Του. Να προσευχόμαστε και να ζητάμε. Στο τέλος όμως να λέμε: «Γενηθήτω το θέλημά σου».
Αγγλική μετάφρασηEN · 21 παράγραφοι
Saint Eulogios, whom we commemorate today, was called the Hospitable because of his gift for welcoming strangers. He lived in the Thebaid of Egypt, in those blessed days when Christianity flourished there. The famous sketes of the Thebaid were filled with thousands of devout monks pursuing every virtue and every form of ascesis, or ascetic discipline. Among those great fathers, renowned for their virtues, Saint Eulogios also shone brightly. This blessed man was neither a monk nor an ascetic living in the desert. He was a layman who lived in a town of the Thebaid. Yet even there, his virtue shone so brightly that
he became renowned among the fathers, and his name was written in the book of life alongside those of great ascetics such as Anthony the Great, Macarius the Great, Amoun, and the other famous abbas. What was the virtue he pursued with such zeal, the virtue that made him so remarkable? It was blessed almsgiving and loving hospitality, the very virtue for which the Patriarch Abraham was glorified. Abraham welcomed strangers using his wealth and served them himself. Blessed Eulogios, having no property at all, worked every day at the hard labor of a stonecutter
to provide what he and his guests needed. Each evening he spent everything he had earned on welcoming strangers, keeping nothing for the next day. The following incident shows us this. Once Abba Daniel left the Skete for the Thebaid, accompanied by his disciple. When they arrived, they stood sorrowfully in the marketplace all day, waiting for the Lord to send them help. At nightfall, they saw an elder carrying a lantern and looking for poor people and strangers to welcome into his home. When he saw Abba Daniel, he bowed before him.
He kissed Daniel’s feet, greeted them, and took them home along with other strangers and poor people. There he washed their feet, as was the custom, and gave them a generous meal. He gave the leftover pieces of bread to the dogs, which ate them, for that was his custom. After supper they talked all night, sharing words that helped the soul. Eulogios wept out of deep katanyxis, or compunction, and reverence. The next day, after they left, the disciple asked the venerable Daniel who that compassionate and hospitable elder was. Daniel replied, “His name is Eulogios. He is a quarryman, a stonecutter.
He has this good custom. He fasts all day, despite doing such hard work. Whatever he receives as his day’s wage, he spends that evening welcoming strangers and poor people, as you saw. He is now a hundred years old, and because of his great compassion for the poor, God gives him the strength for such heavy labor. He has kept this way of life since his youth. For forty years, ever since I was young, I have come here to sell my handiwork, and many times he has welcomed me and other poor people just as he welcomed us now. Once, seeing such compassion in him, I pleaded with God for many weeks,
fasting and praying with tears, to give him wealth so he could care for the poor. After I had fasted for twenty days and lay on the ground from hunger, I saw a glorious, awe-inspiring man. He said to me, ‘What is the matter, Daniel?’ I replied, ‘I promised Christ the Master that I would eat nothing until He heard me and made Eulogios wealthy, so he could do more good for the poor.’ The one who appeared said, ‘Why are you so concerned about Eulogios?’ I answered, ‘So that Your holy name may be glorified through him.’ He said, ‘If you want me to give him wealth, stand surety for his soul,
so that he may be saved, and I will do as you wish.’ Foolishly, I promised, ‘I will be answerable for his soul at the hour of judgment.’ After I said this, I saw in a vision that we were at the place of Christ’s Resurrection. A young man sat on the stone of the tomb, with Eulogios at his right. The young man said to me, ‘Are you the one who stood surety for Eulogios?’ I said, ‘Yes, Lord.’ Then I saw two young men fill Eulogios’s arms with silver coins. From this vision I understood that God had heard my prayer. Indeed, a few days later, my request was granted in this way. One day, as Eulogios was cutting stone as usual, he struck a rock and heard a sound beneath it. He lifted it and found a hollow filled with gold. Seeing this suddenly, Eulogios wondered what to do and where to hide so much money
so that the local ruler would not learn of it and take it from him. He decided to go to the imperial capital and remain unknown there for the rest of his life. Having made up his mind, he gave up his work of welcoming strangers, took all the money, and went to Constantinople. There he gave many gifts and was appointed prefect. He bought a large, luxurious house and lived at ease, surrounded by honor. He had completely forgotten his former hospitality and humility. Two years later, I again saw the young man I mentioned in a vision. Before him stood an Ethiopian dragging Eulogios in chains. I woke, understood what the vision meant, and wept, saying, ‘Woe is me! In my foolishness I have brought judgment on my own soul by the pledge I made.’ When I went into town to sell my handiwork, I asked about Eulogios. I learned the truth and was deeply grieved.
Realizing my responsibility, I decided to go to Constantinople to find him. And so, after much toil and hardship, I reached the imperial capital. I searched carefully for Eulogios and found his house. I stood outside his door and saw him coming out, attended by a great many servants. I called to him, ‘My lord, I beg Your Excellency to hear me for a moment. I have something private to tell you.’ But he did not even answer. His servants insulted and beat me. I stayed outside his palace for four weeks in sorrow, unable to speak with him at all. At last I decided to turn to our merciful God. I knelt before the icon of the Lord and pleaded with tears, saying, ‘Most merciful Master,
release me from the pledge I made for this man, for I am wretched and do not know what to do.’ After praying this many times, I fell asleep from exhaustion. In my sleep I saw a great crowd and heard a voice say, ‘The Queen is coming. Come, everyone, and bow before her.’ I cried out to her, ‘My Lady, have mercy and release me from the pledge I made for Eulogios.’ She answered, ‘I cannot help you in this matter. You must fulfill your promise.’ Then I woke and went back to Eulogios’s door to wait for him.
When he came out, I ran after him, calling for him to hear me. The doorkeeper rushed at me and beat me so badly that I was left half dead. I managed to leave and boarded a ship back to the Skete, placing my hope in God alone to bring Eulogios back. As we sailed toward Alexandria, I fell asleep and again had a vision. I was at the place of the Holy Resurrection, and the young man I mentioned was sitting on the stone of the tomb. He gave me a stern look and said, ‘Fool, you have not done what you promised.’ I trembled like a leaf with fear and could not open my mouth. Then he ordered them to bind my hands behind my back and hang me like a condemned man. He said,
‘You wanted to show greater discernment than I and make Eulogios wealthy. Let this punishment teach you never again to undertake more than you can bear.’ As the servants hung me up, I saw the Queen passing by in indescribable glory. In a humble voice and with many tears, I said to her, ‘Have compassion on me, my Lady, in my misery, and free me from my pledge for Eulogios.’ She went to the Master, kissed His feet, and pleaded with Him to forgive my sin. At the pleas of His mother, Christ the Master relented. He turned to me and said, ‘Take care never to commit such a sin again.’
I said to Him, ‘Forgive me, Master and Lord. I sinned in ignorance, thinking Eulogios would become more compassionate toward the poor.’ He ordered them to release me and said gently, ‘Go to your cell, and I will restore Eulogios to his former way of life and reverence.’ I woke with joy and glorified the Lord and the Most Holy Theotokos, for they had freed me from my pledge. I returned to my cell and lived quietly. Three months later, Emperor Justin died, and Justinian came to the throne. He hated Eulogios so much that he sought a reason to put him to death. So, to save his life, Eulogios put on poor clothing
and abandoned all his wealth. He fled to Alexandria and began cutting stone again, as he had before. He went to the place where he had found the money beneath the rock and struck at it for a long time, hoping to find more. But his labor was in vain. Remembering the wealth and servants he once had, he sighed and said, ‘Get to work, humble Eulogios, and earn your food.’ Before long, with the help of Almighty God, he returned to his former holiness. God, who is just, had not forgotten his earlier service. A few days later, I went to the place where I used to find Eulogios, and when I saw him,
I wept for joy. Praising God, I said, ‘How great are Your works, O Lord! In wisdom You have made them all. Who is a great God like our God? He raises the poor from the earth and lifts the needy from the dunghill. Wondrous are Your judgments, O Lord, and Your counsels are beyond searching out.’ As soon as I had said this, we greeted one another, and he led me to his cell. He washed my feet, set a table, and we shared a joyful meal. I asked how he was. He said, ‘Father, pray that God will send me help for your sake, for I am poor and in great need of money.’ I said to him,
‘Brother, may you be poorer still.’ Then I told him the whole story: how I had been the cause of his becoming wealthy and, afterward, poor again. We both wept for a long time and glorified God. Then he said to me, ‘Father, pray that the Lord, in His goodness and compassion, will help me. I promise I will never again be ungrateful to my Benefactor.’ I answered, ‘Do not expect anything more from the Lord than your daily bread, enough to provide for yourself as you did before. It is better to go poor into Paradise than rich into Hell.’
After telling his disciple all this, the venerable Daniel instructed him to tell no one about it while Daniel was alive. The disciple obeyed and kept his command. After Abba Daniel’s repose, the disciple told the fathers the story, for the glory of God and for our instruction.
Today’s account from the lives of the saints is especially instructive. We could pause at many points and learn many useful lessons. Let us briefly mention a few. First, monasticism and the ascetic life are excellent paths, but they are not the only paths to salvation. A person can be saved while living in the world, though with greater difficulty and always by the grace of God, if that person truly wants salvation and strives for it wholeheartedly. A particularly good path to salvation for Christians living in the world is almsgiving and, more broadly, care for others. Second, material goods
and worldly goods in general have only relative value for us. As a rule, it seems they do not help fallen, sinful human beings in the work of salvation. Of course, the fault lies with us, spiritually sick as we are and finding it hard to use them well. What we need to seek are spiritual blessings. ‘Seek first the kingdom of God and His righteousness, and all these things shall be added to you.’ Third, the spiritual struggle calls for care. Pride can be subtle and hard to recognize. We find it difficult to see
our own weaknesses and mistakes and make the changes we need. Yet we readily spot other people’s mistakes and are eager to correct them. This pride can reach such a rash and arrogant point that we try to be more royal than the King himself, wanting even to correct God. Fourth, we need to look deeply at things. We should look beyond their surface and our first impressions. Beyond what is material and bodily, we should see what is spiritual; beyond the beginning, we should discern where things lead and what their purpose is.
Beyond what is temporary, we must see what is eternal. Let us learn to see with the eyes of faith and, as far as we can, to understand God’s ways. When we cannot, let us be silent. Let us learn to trust God more and entrust ourselves to His wisdom and love. Let us pray and bring our requests to Him, but in the end say, “Thy will be done.”
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
04 ΑΠΡΙΛΙΟΥ\27 04 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.