Η Αγία Ευγενία: μοναστική ζωή, δοκιμασίες και μαρτύριο
Στην Αλεξάνδρεια, η Ευγενία διαβάζει τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου, ασπάζεται τον Χριστιανισμό και αρνείται έναν κανονισμένο γάμο. Μπαίνει σε μοναστήρι μεταμφιεσμένη σε άνδρα, λαμβάνει βάπτισμα και γίνεται γνωστή για την ταπεινοφροσύνη, την άσκησή της και τις θεραπείες της.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Στην Αλεξάνδρεια, η Ευγενία διαβάζει τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου, ασπάζεται τον Χριστιανισμό και αρνείται έναν κανονισμένο γάμο.
- Μπαίνει σε μοναστήρι μεταμφιεσμένη σε άνδρα, λαμβάνει βάπτισμα και γίνεται γνωστή για την ταπεινοφροσύνη, την άσκησή της και τις θεραπείες της.
- Εκλεγμένη ηγουμένη, ακολουθεί τη διδασκαλία του Χριστού ότι ο πρώτος πρέπει να υπηρετεί όλους, και συνεχίζει τις πιο ταπεινές εργασίες του μοναστηριού.
- Αφού η Ευγενία απορρίπτει τις προτάσεις της Μελανθίας, εκείνη την κατηγορεί ψευδώς, θέτοντας τους μοναχούς του μοναστηριού σε κίνδυνο εκτέλεσης.
- Η Ευγενία αποκαλύπτει την ταυτότητά της στον πατέρα της, Φίλιππο, ο οποίος ελευθερώνει τους μοναχούς, γίνεται χριστιανός και αργότερα πεθαίνει μάρτυρας.
- Επιστρέφοντας στη Ρώμη, η Ευγενία φέρνει άλλους στην πίστη· η Βασιλίσσα μαρτυρεί, και η Ευγενία επιζεί από πολλές απόπειρες να τη σκοτώσουν πριν αποκεφαλιστεί.
- Με βάση τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, η ομιλία διδάσκει ότι η πνευματική πρόοδος απαιτεί τόσο εκούσια άσκηση όσο και υπομονή στις δοκιμασίες που είναι πέρα από τον δικό μας έλεγχο.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 15 παράγραφοι
Η οσιοπαρθενομάρτυς Ευγενία έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Κωμόδου. Οι γονείς της, Φίλιππος και Κλαυδία, κατάγονταν από τη Ρώμη, είχαν δε και δύο γιους, τον Αβήτα και τον Σέργιο. Ο πατέρας της, όταν διορίστηκε έπαρχος στην Αλεξάνδρεια, πήγε εκεί με όλη του την οικογένεια. Η Ευγενία ήταν ωραία κατά το σώμα, βγαίνει έστατη κατά την ψυχή.
Ευδοκίμησε και κατά τα γράμματα και γνώριζε την ελληνική και ρωμαϊκή φιλολογία. Μετά το πέρας των σπουδών της, επιθυμώντας να αυξήσει τις γνώσεις της, πήρε από κάποιους χριστιανούς και μελέτησε τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου. Φωτίστηκε από το Πνεύμα του Θεού, κατανήχθηκε ότι ένας είναι ο αληθινός Θεός που δημιούργησε τον κόσμο και πίστεψε σε Αυτόν. Κατά την περίοδο εκείνη ήλθε στην Αλεξάνδρεια γνώριμος του πατέρα της, ο Ακυλήνος, ο οποίος κατείχε το αξίωμα του υπάτου στη Ρώμη. Η Ευγενία τον γοήτευσε και τη ζήτησε σε γάμο. Οι γονείς της δέχθηκαν με προθυμία, αλλά η κόρη αρνήθηκε. Κάποια νύχτα, μαζί με τους δύο ευνούχους υπηρέτες, Πρωτά και Ιάκυνθο, έφυγε από το σπίτι της και κρυφά, με την απόφαση να γίνουν χριστιανοί, κατέφυγαν σε ένα μοναστήρι που ήταν υπό τον θαυματουργό ηγούμενο Θεόδωρο και τον επίσκοπο Έλενο. Επειδή όμως δεν επιτρεπόταν σε γυναίκα να μπει σε ανδρικό μοναστήρι,
αποφάσισε να μετασχηματιστεί σε άνδρα, κουρεύοντας τα μαλλιά και φορώντας ανδρικά ενδύματα. Στον επίσκοπο αποκαλύφθηκε η αλήθεια και εκείνος ευλόγησε το σκοπό και εγχείρημά τους. Εντωμεταξύ θλίψη μεγάλη κατέλαβε τους οικείους της Ευγενίας, οι οποίοι την αναζητούσαν χωρίς όμως αποτέλεσμα. Εκείνη στο μοναστήρι κατηχήθηκε συστηματικά και, αφού δέχθηκε με όλη της την ψυχή τα της χριστιανικής πίστεως, προσήλθε και δέχθηκε το Άγιο Βάπτισμα και μετά περιβλήθηκε το μοναχικό σχήμα.
Αγωνιζόμενη υπερέβαλε όλους τους εκεί αδελφούς στην άσκηση. Είχε αγάπη προς όλους, ταπείνωση άκρα και γενικώς τηρούσε με ακρίβεια όλες τις δεσποτικές εντολές. Για δε τις αρετές της την αξίωσε ο Παντοδύναμος Θεός να θεραπεύει κάθε αρρώστια και όσοι προσέρχονταν στην Ιερά Εκείνη Μονή λάμβαναν την ποθητή υγεία. Τρία έτη μετά την προσέλευση της Αγίας στη Μονή απέθανε ο ηγούμενος και όλοι οι αδελφοί, βλέποντας τις αρετές της Αγίας και αγνοώντας εκείνο που με επιμέλεια κρυβόταν, την παρεκάλεσαν να γίνει ηγούμενός τους. Η Αγία φοβόταν να αναλάβει κάτι τέτοιο, αλλά και από την άλλη δίσταζε να κάνει ανυπακοή στην αδελφότητα. Άνοιξε το Ευαγγέλιο και βρήκε το «Όστις θέλει πρώτος είναι, έστω πάντων έσχατος και πάντων διάκονος». Όταν είδε αυτά, δέχτηκε να αναλάβει την ηγουμενία, αλλά εξακολουθούσε να κάνει τις ευτελέστερες και ταπεινότερες εργασίες.
Νερό, σκούπιζε το μοναστήρι, έκοβε ξύλα και γενικώς έκανε όσα ήταν διακονήματα των μικροτέρων. Ούτε στα σωματικά βαριόταν ούτε τα πνευματικά αμελούσε, κυβερνούσε δε τη μικρή εκείνη ποίμνη κατά τρόπο θαυμάσιο. Όμως οι πειρασμοί, πειρασμοί. Στην Αλεξάνδρεια ήταν κάποια πλούσια γυναίκα ονόματι Μελανθία, η οποία αρρώστησε βαριά. Καθώς άκουσε τη φήμη του Ευγενίου ότι θεραπεύει κάθε αρρώστια, πήγε στο μοναστήρι και ζητούσε θερμά τη θεραπεία της. Τη σπλαχνίστηκε η οσία, την άλειψε με Άγιο Έλαιο και αμέσως έγινε καλά. Από τότε η Μελανθία άρχισε να συχνάζει στο μοναστήρι.
Με τον καιρό, καθώς, όπως και οι άλλοι, θεωρούσε την Αγία άνδρα, η ευλαβική αγάπη μεταβλήθηκε σε σαρκική αγάπη. Προσποιήθηκε την άρρωστη και κάλεσε τον νομιζόμενο Ευγένιο να την επισκεφθεί. Η Αγία, θέλοντας να τηρήσει την εντολή της προς τον πλησίον αγάπης, έκανε την επίσκεψη, κατά την οποία η Μελανθία της αποκάλυψε το πάθος της και της πρότεινε την αμαρτία. Η Ευγενία αρνήθηκε με θυμό. Της ασέμνου Μελανθίας ο έρωτας μεταβλήθηκε τότε σε μίσος. Φοβούμενη δε μήπως ο νομιζόμενος Ευγένιος διαδώσει την αναισχυντία της, τον κατήγγειλε στον έπαρχο Φίλιππο, αντιστρέφοντας όμως τα πράγματα και παρουσιάζοντάς τον ως ασελγή,
ότι τάχα της έκανε επίθεση με ανήθικους σκοπούς. Ο έπαρχος, όταν άκουσε αυτά, θύμωσε πολύ και πρόσταξε να φέρουν δεμένους όχι μόνο τον ηγούμενο αλλά και όλους τους μοναχούς της Μονής, 300 στον αριθμό, και όλους τους φυλάκισε, μετά δε τους κατεδίκασε σε θάνατο. Τη μέρα που θα γινόταν η εκτέλεση έφεραν τον ηγούμενο και όλους τους μοναχούς ενώπιον του επάρχου, ο οποίος, υπενθυμίζουμε, ήταν ο πατέρας της Ευγενίας, η οποία, μπρος στον κίνδυνο να θανατωθούν τόσοι αθώοι και για να μην κατηγορηθεί το Άγιο Μοναχικό Σχήμα, αναγκάστηκε να φανερώσει την αλήθεια και να αποκαλύψει στον έπαρχο Φίλιππο ότι αυτή ήταν η θυγατέρα του. Κύμα χαράς ξέσπασε, ο δε έπαρχος
όχι μόνο δεν τιμώρησε τους αθώους, αλλά και πίστεψε και βαπτίστηκε και άφησε τους χριστιανούς να ζουν ελεύθερα. Όμως μερικοί από τους ειδωλολάτρες τον κατηγόρησαν στον αυτοκράτορα, ο οποίος τον αντικατέστησε με τον έπαρχο Τερέντιο. Ο Φίλιππος αναδείχθηκε θερμός και στερεός στην πίστη. Τα μισά από τα υπάρχοντά του τα έδωσε στις εκκλησίες και τα μοναστήρια και τα άλλα μισά στους πτωχούς. Με την κοινή γνώμη όλων των χριστιανών της Αλεξάνδρειας χειροτονήθηκε επίσκοπος και αργότερα αξιώθηκε μαρτυρικού τέλους. Η μητέρα της Ευγενίας, αφού έκτισε ξενοδοχείο και έδωσε πολλά χρήματα για την ανάπαυση των ξένων και την ανάρρωση των αρρώστων, επέστρεψε με τη θυγατέρα και τους γιους της στη Ρώμη
και επιδόθηκε ολόψυχα σε έργα φιλανθρωπίας. Η Ευγενία με τη ζέουσα ευσέβειά της καταγινόταν στο να ελκύει τις ειδωλολάτρισσες στην πίστη του Χριστού. Έτσι έλκυσε και κάποια ευγενέστατη κόρη που ονομαζόταν Βασίλα. Ο μνηστήρας της όμως, Πομπίος, όταν πληροφορήθηκε το συμβάν, κατήγγειλε την Ευγενία, η οποία και συνελήφθηκε. Η δε Βασίλα, επειδή αρνήθηκε να παντρευτεί τον Πομπίο και ομολόγησε την πίστη της στο Χριστό, αποκεφαλίστηκε και έτσι παρέδωσε τη μακαρία της ψυχή στα χέρια του Θεού. Την Ευγενία, από τη φυλακή όπου την έκλεισαν, την οδήγησαν κάποια μέρα στο ναό της Αρτέμιδος, όπου προσπάθησαν με τη βία να την κάνουν να θυσιάσει στο είδωλό της.
Η Αγία προσευχήθηκε και το είδωλο έπεσε και συντρίφτηκε. Καθώς έμαθε αυτό, ο αυτοκράτορας πρόσταξε να δέσουν μια μεγάλη πέτρα στο λαιμό της Αγίας και να τη ρίξουν στον Τίβερη ποταμό. Όταν έγινε τούτο, η πέτρα λύθηκε και η Ευγενία ελευθερώθηκε. Μετά την έριξαν σε καμίνη αναμμένη, όμως και πάλι παρέμεινε αβλαβής. Μη γνωρίζοντας οι διώκτες της με ποιο οδυνηρό τρόπο να τη θανατώσουν, την έβαλαν σε βαθιά και σκοτεινή φυλακή. Εκεί αξιώθηκε να την επισκεφθεί ο Κύριος, ο οποίος της προείπε το θάνατο, αλλά και τη μεγάλη δόξα που θα απολαμβάνει στη Βασιλεία του. Στη φυλακή εκείνη και κατά την 25η Δεκεμβρίου στάθηκε ο δήμιος,
ο οποίος αποκεφάλισε την Αγία. Η μητέρα και οι αδελφοί της την ενταφίασαν σε ένα από τα χωράφια που είχαν, όπου και αυτοί είχαν ενταφιασμένα άλλων Αγίων τα τίμια λείψανα. Η μητέρα της Αγίας στεκόταν και έκλαιγε μέρες πολλές στον τάφο της. Κάποια νύχτα της παρουσιάστηκε αυτή σε όραμα και σε τόσο φως που η Κλαυδία δεν μπορούσε να τη δει στο πρόσωπο. «Γιατί κλαις, μητέρα, για μας;» της είπε. «Γνώριζε ότι σε πολλή και άπειρη ευφροσύνη με αξίωσε ο Κύριος και βρίσκομαι μαζί με τους Αγίους Μάρτυρες και τον πατέρα μου Φίλιππο. Σε λίγες δε μέρες έρχεσαι κι εσύ στη συνοδεία μας. Παρακίνησε δε τους αδελφούς μου να φυλάξουν ακριβώς την πίστη του Χριστού
να σώσουν και αυτοί την ψυχή τους». Όταν άκουσε αυτά η μητέρα και είδε τους Αγίους Αγγέλους που συνόδευαν την Ευγενία, χάρηκε πολύ και ευχαρίστησε το Θεό. Αφού μοίρασε στους φτωχούς τα υπάρχοντά της, αναπαύτηκε και αυτή εν Χριστώ Ιησού, ω η δόξα εις τους αιώνας.
Είδαμε σήμερα ότι η Αγία Ευγενία ζούσε οσιακά και έκανε προκοπή πνευματική στο μοναστήρι της στην Αίγυπτο. Ωστόσο, ο Θεός επέτρεψε να τη βρουν και μεγάλοι πειρασμοί, όπως εκείνος με τη Μελανθία, που κινδύνεψε μέχρι θανάτου, αλλά και οι διώξεις, τα βασανιστήρια και τελικά η θανάτωσή της στη Ρώμη. Όλα αυτά μας φέρνουν στο νου τα λόγια του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού: Οὐκ ἀρκεῖ τῇ ψυχῇ πρὸς τελείαν κακίας ἀπαλλαγὴν ἡ ἑκούσιος κακοπάθεια, ἣ μὴ καὶ διὰ τῆς ἀκουσίου ἐκπυρουμένη διαλύεται.
Δηλαδή, για να καθαριστεί η ψυχή εντελώς από την κακία, δεν αρκεί η θεληματική κακοπάθεια που γίνεται με την άσκηση, με την εφαρμογή των εντολών του Θεού, αλλά χρειάζεται να διαλυθεί και με τη φωτιά των ακουσίων πειρασμών, των θλίψεων, των δοκιμασιών που χωρίς τη θέλησή μας έρχονται. Εάν αυτά ήταν χρήσιμα και συνέβαιναν στους Αγίους, πόσο περισσότερο χρειάζονται σε εμάς τους συνηθισμένους Χριστιανούς, σε εμάς που συνήθως, όταν μας έρχονται οι πειρασμοί, τα δυσάρεστα, δυσφορούμε και κοιτάμε να απαλλαγούμε μια ώρα αρχίτερα. Εάν αναγνωρίζαμε το χρήσιμο και αναγκαίο των θλίψεων και έτσι τις δεχόμασταν με υπομονή αλλά και ευχαριστία, πόσο πιο άνετα θα σηκώναμε το βάρος τους,
πόσο πιο πολύ θα ωφελούμασταν πνευματικά και θα αξιοποιούσαμε το χρόνο της εδώ παροικίας μας.
Αγγλική μετάφρασηEN · 15 παράγραφοι
The venerable virgin martyr Saint Eugenia lived in the time of Emperor Commodus. Her parents, Philip and Claudia, came from Rome and also had two sons, Avitas and Sergius. When her father was appointed prefect of Alexandria, he went there with his whole family. Eugenia was beautiful in body and noble in soul.
She excelled in her studies and knew Greek and Roman literature. After completing her education, she wanted to learn more, so she obtained the letters of the Apostle Paul from some Christians and studied them. The Spirit of God enlightened her, and she was moved to compunction. She came to believe that there is one true God, who created the world. At that time, a friend of her father’s named Aquilinus came to Alexandria. He held the office of consul in Rome. Eugenia captivated him, and he asked to marry her. Her parents readily agreed, but she refused. One night, she secretly left home with her two eunuch servants, Protus and Hyacinthus. Determined to become Christians, they took refuge in a monastery under the wonderworking abbot Theodore and Bishop Helenus. But because a woman was not allowed to enter a men’s monastery,
she decided to disguise herself as a man, cutting her hair and putting on men’s clothing. The truth was revealed to the bishop, and he blessed their purpose and their undertaking. Meanwhile, Eugenia’s family was overcome with grief and searched for her without success. At the monastery, she received thorough instruction in the faith. Having embraced the Christian faith with all her soul, she came forward, received Holy Baptism, and then took the monastic habit.
In her spiritual struggle, she surpassed all the brothers there in ascesis, or ascetic discipline. She had love for everyone and profound humility, and she kept all the Lord’s commandments faithfully. Because of her virtues, Almighty God granted her the grace to heal every illness. Those who came to that holy monastery received the health they longed for. Three years after Saint Eugenia entered the monastery, the abbot died. Seeing her virtues and unaware of the truth she had so carefully concealed, all the brothers asked her to become their abbot. She was afraid to take on such a role, yet she hesitated to disobey the brotherhood. She opened the Gospel and found these words: ‘If anyone desires to be first, he shall be last of all and servant of all.’ When she read them, she accepted the role of abbot, but she continued to do the lowliest and humblest tasks.
She carried water, swept the monastery, chopped wood, and generally did the duties assigned to the youngest brothers. She never shrank from physical work or neglected spiritual matters, and she guided that small flock wonderfully. But trials still came. In Alexandria there was a wealthy woman named Melanthia who became gravely ill. Hearing that Eugenios, as Saint Eugenia was known, healed every illness, she went to the monastery and earnestly asked to be healed. The saint took pity on her, anointed her with holy oil, and she recovered at once. From then on, Melanthia began visiting the monastery often.
In time, because Melanthia believed, like everyone else, that the saint was a man, her reverent affection turned into carnal desire. She pretended to be ill and asked the person she knew as Eugenios to visit her. Saint Eugenia went, wishing to keep the commandment to love her neighbor. During the visit, Melanthia confessed her desire and invited her to sin. Eugenia angrily refused. Melanthia’s desire then turned to hatred. Afraid that the supposed Eugenios might reveal her shameless conduct, she denounced him to Prefect Philip. She reversed what had happened and portrayed him as a lecherous man,
claiming that he had attacked her with immoral intentions. When the prefect heard this, he became furious. He ordered not only the abbot but all three hundred monks of the monastery to be brought in bound. He imprisoned them all and then condemned them to death. On the day of their execution, the abbot and all the monks were brought before the prefect, who, as you will remember, was Eugenia’s father. Faced with the danger that so many innocent people would be killed, and wishing to spare the holy monastic habit from disgrace, she had to tell the truth. She revealed to Prefect Philip that she was his daughter. A wave of joy broke out, and the prefect
not only spared the innocent monks, but came to believe, was baptized, and allowed Christians to live freely. Some pagans, however, accused him before the emperor, who replaced him with Prefect Terentius. Philip proved fervent and steadfast in the faith. He gave half his possessions to the churches and monasteries and the other half to the poor. With the agreement of all the Christians of Alexandria, he was ordained bishop, and later he was granted the grace of a martyr’s death. Eugenia’s mother built a guesthouse and gave generously to provide rest for travelers and care for the sick. Then she returned to Rome with her daughter and sons
and devoted herself wholeheartedly to works of charity. With her fervent devotion, Eugenia sought to draw pagan women to faith in Christ. Among them was a young noblewoman named Basilissa. When Basilissa’s betrothed, Pompeius, learned what had happened, he denounced Eugenia, and she was arrested. Basilissa refused to marry Pompeius and confessed her faith in Christ. She was beheaded and gave her blessed soul into God’s hands. One day, Eugenia was taken from her prison to the temple of Artemis, where they tried to force her to sacrifice to the idol.
Saint Eugenia prayed, and the idol fell and shattered. When the emperor heard of this, he ordered a large stone tied around her neck and had her thrown into the Tiber River. But the stone came loose, and Eugenia was freed. They then threw her into a blazing furnace, yet again she remained unharmed. Her persecutors did not know how else to put her to a painful death, so they placed her in a deep, dark prison. There she was granted a visit from the Lord, who foretold her death and the great glory she would enjoy in His Kingdom. In that prison, on December 25, the executioner came
and beheaded the saint. Her mother and brothers buried her in one of their fields, where they had also buried the precious relics of other saints. For many days her mother stood weeping at her grave. One night, Eugenia appeared to her in a vision, surrounded by such light that Claudia could not see her face. ‘Why do you weep for us, Mother?’ she said. ‘Know that the Lord has granted me boundless joy. I am with the holy martyrs and with my father Philip. In a few days, you too will join us. Urge my brothers to keep the faith of Christ faithfully
so that they too may save their souls.’ When her mother heard this and saw the holy angels accompanying Eugenia, she rejoiced greatly and thanked God. After distributing her possessions to the poor, she too reposed in Christ Jesus, to whom be glory forever.
Today we saw that Saint Eugenia lived a holy life and grew spiritually in her monastery in Egypt. Yet God also permitted great trials to come upon her. There was the ordeal with Melanthia, which nearly cost her life, and then the persecutions, tortures, and finally her death in Rome. All this brings to mind the words of Saint Maximus the Confessor: ‘For the soul to be completely freed from evil, it is not enough to undergo hardship willingly; evil must also be burned away by hardships that come against our will.’
In other words, for the soul to be completely cleansed of evil, the hardship we choose through ascesis, or ascetic discipline, and by keeping God’s commandments is not enough. Evil must also be burned away through trials and hardships that come upon us without our choosing them. If such trials were beneficial and came even to the saints, how much more do we ordinary Christians need them? Yet when trials and painful things come our way, we usually chafe against them and look for the quickest escape. If we recognized how useful and necessary these hardships are, and accepted them with patient endurance and gratitude, how much more easily we would bear their weight,
how much more we would be edified spiritually, and how well we would use the time of our sojourn here on earth.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ\24 12 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.