Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Το μαρτύριο του Αγίου Εμιλιανού και ο πνευματικός αγώνας του Αγίου Ιωάννη

Ο Άγιος Εμιλιανός του Δωροστόλου κατέστρεψε τα είδωλα επί βασιλείας του Ιουλιανού του Παραβάτη, ομολόγησε την πράξη του για να σώσει άλλους και πέθανε μάρτυρας αφού δάρθηκε και ρίχτηκε στη φωτιά. Ο Άγιος Ιωάννης ο Πολύαθλος συμβούλεψε έναν μοναχό που ταλαιπωρούνταν από σαρκικούς πειρασμούς να μείνει στη μονή του, να προσεύχεται και να επιμένει.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων18 Ιουλίου16:59Περισσότεροι άγιοι
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Ο Άγιος Εμιλιανός του Δωροστόλου κατέστρεψε τα είδωλα επί βασιλείας του Ιουλιανού του Παραβάτη, ομολόγησε την πράξη του για να σώσει άλλους και πέθανε μάρτυρας αφού δάρθηκε και ρίχτηκε στη φωτιά.
  • Ο Άγιος Ιωάννης ο Πολύαθλος συμβούλεψε έναν μοναχό που ταλαιπωρούνταν από σαρκικούς πειρασμούς να μείνει στη μονή του, να προσεύχεται και να επιμένει.
  • Ο Ιωάννης διηγήθηκε χρόνια νηστείας, αγρυπνιών και προσευχής πριν ζήσει ως ερημίτης στο σπήλαιο του Αγίου Αντωνίου.
  • Κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή ο Ιωάννης θάφτηκε στην άμμο του σπηλαίου και υπέφερε σοβαρά βάσανα και τρομακτικές επιθέσεις από έναν δράκοντα.
  • Τη νύχτα της Ανάστασης ο Ιωάννης επικαλέστηκε τον Χριστό και ελευθερώθηκε· στη συνέχεια ζήτησε τη μεσιτεία του Αγίου Μωυσή του Ούγγρου και βρήκε ανακούφιση από τον αγώνα του.
  • Ο Ιωάννης προσευχήθηκε με τον ταλαιπωρούμενο μοναχό, ο οποίος βρήκε ανακούφιση αφού άγγιξε λείψανο του Αγίου Μωυσή.
  • Ο ομιλητής καλεί τους χριστιανούς να φυλάττουν τις αισθήσεις τους, να μετανοούν, να υπομένουν δοκιμασίες για πνευματικό καθαρισμό και να θυμούνται ότι είναι πλασμένοι για τον Χριστό.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 19 παράγραφοι

Μάρτυς Εμιλιανός καταγόταν από την πόλη Δωρόστολο της Μυσίας της Θράκης, ήταν δε δούλος κάποιου ειδωλολάτρου κατά τους χρόνους του Ιουλιανού του Παραβάτου και του Βικαρίου Καπιτωλίνου, κατά το έτος 361 μ. Χριστόν. Πίστευε δε στον Χριστό και αποστρεφόταν τα είδωλα.

Ο Άγιος μπήκε στο ναό των ειδώλων και σύντριψε όλα τα είδωλα με σφυρί που κρατούσε στα χέρια του. Καθώς παρέμενε άγνωστος αυτός που έκανε την πράξη που προαναφέρθηκε και πολλοί γι' αυτό δέρνονταν και κινδύνευαν να καταδικαστούν, ο Άγιος παρουσιάστηκε αυθόρμητα και αποκάλυψε τον εαυτό του ως δράστη της πράξεως. Έτσι συνελήφθη και έλεγξε την αγνωσία του Βικαρίου, ο οποίος έλπιζε στα μάταια είδωλα.

Γι' αυτό δάρθηκε άσπλαχνα με βούνευρα και μετά ρίχτηκε στη φωτιά, όπου, μένοντας άκαυστος, παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Θεού, από τον οποίο και έλαβε τον αμαράντινο στέφανο του μαρτυρίου.

Ιωάννης ο Πολύαθλος, του οποίου τη μνήμη επίσης σήμερα η Εκκλησία μας επιτελεί, υπέμεινε πολλές θλίψεις για την αγνεία και την παρθενία. Όσιος αυτός Ιωάννης τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε έγκλειστος στο σπήλαιο του Οσίου Αντωνίου, του οποίου τη μνήμη η Εκκλησία μας εόρτασε στις 10 του ιδίου μηνός. Εκεί τον επισκεπτόταν συχνά κάποιος από τους αδελφούς που ο διάβολος τον πολεμούσε άγρια με ακάθαρτους λογισμούς. «Πάτερ, σώσε με», έλεγε απελπισμένος στον όσιο, «προσευχήσου στον Κύριο να χαλαρώσει λίγο το σαρκικό πόλεμο, γιατί δεν αντέχω άλλο». Του απαντούσε ο μακάριος Ιωάννης με λόγια ψαλμικά: «Υπόμεινον τον Κύριον, ανδρίζου και κραταιούσθω η καρδία σου».

«Υπόμεινον τον Κύριον και φύλαξον την οδόν αυτού και αυτός ρύσεταί σε εκ χειρός εχθρού και συντρίψει τους οδόντας αυτού». «Πάτερ, πίστεψέ με, αν δεν με βοηθήσεις, παίρνω τα μάτια μου και φεύγω. Δεν ησυχάζω πουθενά. Μ' έχει τρελάνει ο πόλεμος της σάρκας. Θα φύγω και θα τριγυρίζω σαν αγρίμι από τόπο σε τόπο». «Γιατί, παιδί μου, θέλεις να παραδώσεις μόνος σου τον εαυτό σου στον εχθρό; Να, στέκεσαι κιόλας στο χείλος του γκρεμού. Ο εχθρός ετοιμάζεται να σε σπρώξει και θα είναι οι πτώσεις σου μεγάλες και θανάσιμες. Ποτέ δεν θα μπορέσεις πια να σηκωθείς. Αν όμως παραμείνεις εδώ στο μοναστήρι σου, στο σίγουρο λιμάνι, δεν θα είσαι πια στο χείλος του γκρεμού,

δεν θα υπάρχει κίνδυνος να σε γκρεμίσει και να σε θανατώσει ψυχικά ο μοχθηρός εχθρός μας. Ο Θεός τότε θα σε ανταμείψει για την υπομονή σου και θα σε βγάλει από τον τάφο των παθών και τη λάσπη της ακαθαρσίας. Αλλά για να παρηγορηθείς, θα σου διηγηθώ κάτι από τη ζωή μου. Όταν ήρθα στο μοναστήρι και μπήκα στη μοναχική μας οικογένεια, άρχισα να βασανίζομαι αφόρητα από το πνεύμα της πορνείας. Δεν μπορώ να σου περιγράψω τι τράβηξα. Ρίχτηκα σε σκληρή άσκηση και νηστεία. Δεν έτρωγα τίποτε για δύο και τρεις ημέρες συνέχεια, καμιά φορά και για μια εβδομάδα ολόκληρη. Αγρυπνούσα όλη τη νύχτα, προσευχόμουν αδιάλειπτα. Τρία χρόνια κράτησε το μαρτύριό μου, χωρίς να βρω ανάπαυση,

και ήρθα στο σπήλαιο του Οσίου Αντωνίου. Έπεσα πάνω στον τάφο του, έκλαιγα και τον παρακαλούσα να με βοηθήσει. Τρία μερόνυχτα έμεινα εκεί, χωρίς τροφή και νερό, και ξαφνικά άκουσα τη φωνή του Οσίου. «Ιωάννη, Ιωάννη», φώναξε, «πρέπει να μείνεις εδώ στο σπήλαιό μου, να ζήσεις έγκλειστος με σιωπή και προσευχή, και ο Κύριος θα σε απαλλάξει από τον πόλεμο του εχθρού». Έτρεξα τότε και βρήκα τον Ηγούμενο. Εκείνος, πληροφορημένος από τον Θεό, μου έδωσε ευλογία να κλειστώ σε αυτόν εδώ τον υγρό, στενό, σκοτεινό και απαρηγόρητο τόπο.

Συμπλήρωσα ήδη τριάντα χρόνια και να, μόλις πριν από λίγο καιρό βρήκα ανάπαυση. Όλα αυτά τα χρόνια πάλευα με τους πορνικούς λογισμούς και τα πάθη, ταλαιπωρώντας το σώμα μου με νηστεία και αγρυπνία. Και εδώ όμως η φλόγα των σαρκικών παθών με κατέκαιγε. Μη βρίσκοντας άλλο τρόπο να της αντισταθώ, αποφάσισα να βγάλω τα ρούχα και να κρεμάσω στα χέρια και στα πόδια μου βαριά σίδερα, εκθέτοντας το σώμα μου στο μαρτύριο της παγωνιάς και εξουθενώνοντας τα μέλη μου με το ασήκωτο βάρος των σιδερικών. Αλλά και αυτή η άσκηση αποδείχθηκε ανεπαρκής. Έσκαψα τότε στο αμμώδες χώμα του σπηλαίου ένα βαθύ λάκκο. Μπήκα μέσα και σκεπάστηκα με την άμμο ολόκληρος, αφήνοντας έξω μόνο τα χέρια και το κεφάλι. Ήταν τότε η αρχή της Μεγάλης Σαρακοστής. Έμεινα εκεί μισοπεθαμένος και ακίνητος όλη την περίοδο της νηστείας.

Το διάστημα αυτό υπέφερα τα πάνδεινα από τον πονηρό που μεταχειρίστηκε κάθε τρόπο για να με βγάλει από το λάκκο. Πρώτα με βασάνισε με μια οδυνηρή πάθηση των κάτω άκρων. Τα πόδια μου πρήστηκαν και στράβωσαν. Οι αρθρώσεις λύθηκαν, τα νεύρα παρέλυσαν. Μια βασανιστική φλόγωση έλιωνε τα μέλη μου. Πονούσε και υπέφερε το σώμα μου. Χαιρόταν όμως και δροσιζόταν η ψυχή μου που λυτρώθηκε με αυτή τη σκληρή άσκηση από τους μολυσμούς και βρήκε την καθαρότητα και το θεϊκό της κάλλος. Προτιμούσα λοιπόν να πεθάνω εκεί, να λιώσω μέσα στο λάκκο και να κερδίσω το Χριστό παρά να βγω έξω και να με κερδίσει ο Διάβολος. Ήρθε η Μεγάλη Εβδομάδα. Τη Μεγάλη Δευτέρα παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά μου

άγριος και φοβερός δράκοντας, που από το τεράστιο στόμα του έβγαζε σε κάθε φύσημα φλόγες και αστραπές. Με πλησίασε απειλητικά, έτοιμος να με καταπιεί. Δεν με πείραξε όμως. Μόλις επικαλέστηκα τον Κύριο και έκανα το σημείο του Σταυρού, εξαφανίστηκε. Οι απειλές του δράκοντα συνεχίστηκαν όλη την εβδομάδα των Παθών. Τη νύχτα της Αναστάσεως, ο φοβερός δράκοντας ήρθε για τελευταία φορά. Τον είδα ξαφνικά να ρίχνεται επάνω μου. Μ' άρπαξε αστραπιαία και έχωσε μέσα στο στόμα του το κεφάλι και τα χέρια μου, ό,τι βρισκόταν δηλαδή έξω από το λάκκο. Τα μαλλιά και τα γένια μου κάηκαν και έμειναν έτσι καμένα, όπως βλέπεις μέχρι σήμερα. Με επέμβαση του Θεού όμως, ο δράκοντας δεν με έβλαψε περισσότερο.

Το κεφάλι μου ήταν μέσα στο λαρύγγι του, φώναξα από τα βάθη της καρδιάς μου: «Θεέ και Κύριε, σώσε με, γιατί με εγκατέλειψες; Σπλαχνίσου με, Δέσποτα, ο μόνος φιλάνθρωπος, σώσε με τον αμαρτωλό, ο μόνος αναμάρτητος. Απάλλαξέ με από την ακαθαρσία μου, για να μην πιαστώ στα δίχτυα του πονηρού για πάντα. Λύτρωσέ με από τον εχθρό που θέλει να με καταπιεί. Έλα να με σώσεις με τη δύναμή σου. Ρίξε αστραπή και κάψ' τον για να εξαφανιστεί από το πρόσωπο της γης». Πράγματι, την ίδια στιγμή άστραψε ένα φως ουράνιο. Αμέσως το φοβερό θηρίο εξαφανίστηκε και μέχρι σήμερα δεν το ξαναείδα με τη χάρη του Θεού. Άκουσα τότε μια φωνή να μου λέει: «Ιωάννη, Ιωάννη,

βοήθησα όπως μου ζήτησες. Πρόσεχε τώρα την ψυχή σου, για να μην πάθεις χειρότερα στο μέλλον». «Κύριε», ερώτησα με παράπονο, «γιατί μ' άφησες τόσο πολύ να βασανιστώ;» «Σε δοκίμασα κατά τη δύναμη της υπομονής σου. Περνώντας έτσι μέσα από το καμίνι των πειρασμών, θα παρουσιαστείς μπροστά μου καθαρός σαν το χρυσάφι. Ποτέ δεν επιτρέπω να δοκιμαστεί ο άνθρωπος πάνω από τις δυνάμεις του, για να μην εμπαιχθεί και νικηθεί από τον αρχαίο κακό όφι. Εσύ όμως, για να απαλλαγείς από το σαρκικό πόλεμο, προσευχήσου στον Όσιο Μωυσή τον Ούγγρο. Αυτός αναδείχθηκε ανώτερος από τον Πάγκαλο Ιωσήφ στη σωφροσύνη, γι' αυτό μπορεί να βοηθήσει αποτελεσματικά όσους πολεμούνται από το πάθος της πορνείας».

Τότε εκέκραξα προς Κύριον: «Κύριε, δι' ευχών του οσίου Μωυσέως, ελέησέ με». Και να! Αμέσως με έλουσε ένα υπέροχο γλυκύτατο φως που μέχρι τώρα παραμένει και φωτίζει τη σπηλιά μου τόσο, ώστε δεν μου χρειάζονται κεριά. Και όσοι έρχονται εδώ με πίστη, απλότητα και καθαρή καρδιά, βλέπουν το θείο αυτό φως που με καταύγασε και με απάλλαξε από τα βέλη του πονηρού εκείνη τη νύχτα της Αναστάσεως. Τελειώνοντας τη διήγησή του, ο Πολύαθλος Ιωάννης στράφηκε στο μοναχό που είχε τον πόλεμο της πορνείας και του είπε: «Αδελφέ, εμείς οι ίδιοι καρφώνουμε το νου μας στη λατρεία της σάρκας, γι' αυτό ταλαιπωρούμαστε, και ο Κύριος με τη δίκαιη κρίση Του αφήνει να πολεμηθούμε

όταν δεν έχουμε καρπούς μετανοίας. Τέλος πάντων, ζήτησε κι εσύ τις ευχές του μακαρίου Μωυσέως του Ούγγρου και ίσως να σε λυπηθεί ο Θεός». Αφού προσευχήθηκε μαζί με τον μοναχό ο ευλογημένος Ιωάννης, πήρε ένα τεμάχιο από τα τίμια λείψανα του οσίου Μωυσέως και είπε: «Ακούμπησέ το στο σώμα σου». Ο αδελφός έκανε όπως του είπε και αυτή τη στιγμή ένιωσε να υποχωρεί η πύρωση και να νεκρώνεται το πάθος της ακολασίας που δεν τον ενόχλησε ποτέ πια. Όσιος Ιωάννης ο Πολύαθλος αναχώρησε για τον Ουρανό λίγο αργότερα, στις 18 Ιουλίου. Τα άγια λείψανά του κοίτονται άσαρκα μέχρι σήμερα στο λάκκο που ο ίδιος είχε θάψει τον εαυτό του ζωντανό ακόμη.

Την αγάπη του Χριστού και παρέχουν πλουσιοπάροχα την ίαση σε όσους ζητούν τη μεσιτεία του προς τον Θεό.

Σήμερα εορτάζομεν οσίου Ιωάννου του Πολυάθλου, ή μάλλον ένα μέρος του βίου του, το πιο δραματικό, που καθιστά δικαιολογημένη την απονομή σε αυτόν του τίτλου του Πολυάθλου. Νομίζουμε ότι είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για τους χριστιανούς που θέλουν να ζήσουν κατά Θεόν στη σημερινή εποχή, που τόσο πολλοί και τόσο αδιάντροπα δοσμένοι στις σαρκικές ηδονές είναι και που στην πτώση αυτή παρασύρει εν πολλοίς και τους χριστιανούς και πριν το γάμο αλλά και μέσα στο γάμο. Ας επισημάνουμε ορισμένα σημεία. Πρώτον, ο Όσιος είπε ότι εμείς οι ίδιοι καρφώνουμε το νου μας στη λατρεία της σάρκας, γι' αυτό ταλαιπωρούμαστε. Όταν δεν προσέχουμε και

αφήνουμε τις αισθήσεις να βομβαρδίζονται από σαρκικές εικόνες, ακούσματα κτλ., είναι επόμενο την ώρα εκείνη ή και αργότερα να έχουμε πόλεμο. Οι πατέρες, ιδιαίτερα για την αποφυγή των σαρκικών αμαρτημάτων, συνιστούν την αποφυγή των πειρασμών. Δεύτερον, ο ίδιος ο Κύριος είπε στον Όσιο ότι ποτέ δεν επιτρέπει να δοκιμαστεί ο άνθρωπος πάνω από τις δυνάμεις του, για να μην εμπαιχθεί και νικηθεί από τον αρχαίο κακό όφι. Επομένως, εάν πέφτουμε στην αμαρτία, η πτώση οφείλεται σε εμάς, στο ότι εμείς δεν αγωνιστήκαμε όσο και όπως έπρεπε, ή ότι για την υπερηφάνειά μας απέσυρε ο Κύριος τη χάρη και προστασία Του και έτσι πέσαμε για να μάθουμε την ασθένειά μας. Τρίτον,

ο Κύριος είπε στον Όσιο: «Περνώντας μέσα από το καμίνι των πειρασμών θα παρουσιαστείς μπροστά μου καθαρός σαν το χρυσάφι». Αυτό σημαίνει ότι ο πόλεμος και ο αγώνας ο πνευματικός δεν είναι χωρίς νόημα και σκοπό, αλλά γίνεται για την κάθαρση από την αμαρτία και την απόκτηση της αρετής, για το πνευματικό μας όφελος. Επομένως, πρέπει να τον υπομένουμε με καρτερία, περιμένοντας τον πνευματικό καρπό. Ο Κύριος δεν θα αδικήσει κανένα. Ο καρπός θα είναι κατά τη δικαιοσύνη του. Τέλος, αξίζει πάντα και ιδιαίτερα κατά την ώρα του σαρκικού πολέμου να έχουμε υπόψη ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος, προορισμένος για το Χριστό και όχι για τη σάρκα,

τις σαρκικές ηδονές.

Αγγλική μετάφρασηEN · 19 παράγραφοι

The martyr Saint Emilian came from Durostorum, in Moesia of Thrace. He was the servant of a pagan during the reign of Julian the Apostate, when Capitolinus was vicar, around AD 361. He believed in Christ and rejected the idols.

The Saint entered the temple of the idols and smashed them all with a hammer. No one knew who had done it, and many people were being beaten and faced condemnation. So he came forward of his own accord and said that he was responsible. He was arrested and rebuked the vicar for placing his hope in worthless idols.

For this, he was beaten mercilessly with oxhide whips and then thrown into the fire. His body remained unburned, and he gave up his soul into the hands of God, from whom he received the unfading crown of martyrdom.

Today the Church also commemorates Saint John the Much-Suffering, who endured many tribulations in his struggle for chastity and virginity. He spent the last years of his life secluded in Saint Anthony’s cave. The Church celebrated Saint Anthony’s memory on the tenth of this same month. A brother often visited John there. The devil was fiercely attacking this monk with impure logismoi, intrusive thoughts. “Father, save me,” he would say in despair. “Pray to the Lord to ease this struggle against the flesh a little. I cannot bear it any longer.” Blessed John would answer him with the words of a psalm: “Wait for the Lord; be courageous, and let your heart be strong.”

“Wait for the Lord and keep His way, and He will deliver you from the hand of the enemy and break his teeth.” “Father, believe me, if you do not help me, I am leaving. I cannot find peace anywhere. This struggle against the flesh is driving me mad. I will leave and wander from place to place like a wild animal.” “My child, why do you want to hand yourself over to the enemy? You are already standing at the edge of a cliff. The enemy is ready to push you over, and your falls will be great and deadly. You may never be able to rise again. But if you stay here in your monastery, in this safe harbor, you will no longer be at the edge of the cliff,

and our wicked enemy will have no chance to cast you down and bring death to your soul. Then God will reward your patient endurance and lift you out of the grave of the passions and the mire of impurity. To comfort you, let me tell you something from my own life. When I came to the monastery and joined our monastic family, I began to suffer unbearably from the spirit of lust. I cannot describe what I went through. I took up severe ascesis, ascetic discipline, and fasting. I ate nothing for two or three days at a time, sometimes for a whole week. I kept vigil all night and prayed without ceasing. This torment lasted three years, and I found no rest,

so I came to Saint Anthony’s cave. I fell upon his tomb, weeping and begging him to help me. I stayed there for three days and nights without food or water. Suddenly I heard the Saint’s voice. “John, John,” he called, “you must stay here in my cave. Live in seclusion, with silence and prayer, and the Lord will free you from the enemy’s assault.” I hurried to the abbot. God had made this known to him, and he gave me his blessing to shut myself away here, in this damp, narrow, dark and desolate place.

Thirty years have now passed, and only a short time ago did I find rest. All those years I struggled against lustful logismoi, intrusive thoughts, and the passions, wearing down my body with fasting and vigils. Yet even here the fire of fleshly passions burned within me. Finding no other way to resist it, I took off my clothes and hung heavy iron chains from my hands and feet. I exposed my body to the bitter cold and exhausted my limbs under the weight of the iron. Even this ascesis, this ascetic discipline, was not enough. So I dug a deep pit in the sandy floor of the cave. I climbed in and covered my whole body with sand, leaving only my hands and head above it. It was the beginning of Great Lent. I remained there, half dead and motionless, throughout the fast.

During that time I suffered terribly at the hands of the evil one, who tried everything to drive me out of the pit. First he afflicted my legs with a painful illness. My feet swelled and twisted; my joints gave way and my nerves became paralyzed. A searing heat consumed my limbs. My body ached and suffered, but my soul rejoiced and found refreshment. Through this severe ascesis, this ascetic discipline, it was being freed from defilement and recovering its purity and God-given beauty. I would rather die there and waste away in the pit, and gain Christ, than come out and let the devil claim me. Then Holy Week arrived. On Holy Monday, there suddenly appeared before me

a fierce and terrifying dragon. Flames and flashes of lightning came from its enormous mouth with every breath. It drew near as if to swallow me, but it did not harm me. As soon as I called upon the Lord and made the sign of the Cross, it vanished. The dragon’s threats continued throughout the week of the Passion. On the night of the Resurrection, the dreadful dragon came one last time. Suddenly I saw it lunge at me. It seized me in an instant and thrust my head and hands, the parts above the pit, into its mouth. My hair and beard were burned, and they remain scorched to this day, as you can see. But through God’s intervention, the dragon could do me no further harm.

With my head inside its throat, I cried out from the depths of my heart: “My God and Lord, save me! Why have You forsaken me? Have mercy on me, Master, for You alone love mankind. Save me, a sinner, for You alone are without sin. Free me from my impurity, so that I may not be caught forever in the evil one’s nets. Deliver me from the enemy who wants to swallow me. Come and save me by Your power. Strike him with lightning and burn him, so that he disappears from the face of the earth.” At that very moment, a heavenly light flashed. The terrible beast vanished at once, and by God’s grace I have never seen it again. Then I heard a voice say to me, “John, John,

I helped you as you asked. Now watch over your soul, so that something worse does not happen to you in the future.” “Lord,” I asked in sorrow, “why did You let me suffer for so long?” “I tested you according to the strength of your patient endurance. By passing through the furnace of temptations, you will stand before Me pure as gold. I never allow a person to be tested beyond their strength, lest the ancient evil serpent mock and overcome them. But to be freed from this struggle against the flesh, pray to Saint Moses the Hungarian. In chastity he proved even greater than Joseph the All-Comely, and so he can truly help those who are assailed by the passion of lust.”

Then I cried out to the Lord: “Lord, through the prayers of Saint Moses, have mercy on me.” And behold, I was immediately bathed in a wondrous, sweet light. It remains to this day and lights my cave so brightly that I need no candles. Those who come here with faith, simplicity and a pure heart see this divine light, which shone upon me and freed me from the evil one’s arrows on that night of the Resurrection. When John the Much-Suffering finished his account, he turned to the monk who was struggling against lust and said, “Brother, we ourselves fix our nous, our spiritual mind, on worship of the flesh, and that is why we suffer. In His just judgment, the Lord allows us to be assailed

when we bear no fruits of metanoia, of repentance. In any case, ask for the prayers of blessed Moses the Hungarian. Perhaps God will have mercy on you.” Blessed John prayed with the monk, then took a piece of Saint Moses’s precious relics and said, “Touch it to your body.” The brother did as he was told. At that very moment, he felt the burning subside and the passion of lust lose its hold on him. It never troubled him again. Saint John the Much-Suffering departed for Heaven soon afterward, on July 18. To this day, his holy relics, with no flesh remaining on them, lie in the pit where he had buried himself while still alive.

The love of Christ, and they generously grant healing to those who seek his intercession before God.

Today we commemorate Saint John the Much-Suffering. We have heard one part of his life, its most dramatic part, which shows why he bears the name “the Much-Suffering.” His story is especially important for Christians who want to live according to God in our time. So many people openly give themselves over to pleasures of the flesh, and Christians too are often drawn into this fall, both before and within marriage. Let us consider a few points. First, the Saint said that we ourselves fix our nous, our spiritual mind, on worship of the flesh, and that is why we suffer. When we fail to be careful and

let our senses be bombarded with sensual images, sounds and the like, it is only natural that the struggle comes, whether then or later. To avoid sins of the flesh, the Fathers especially counsel us to avoid temptation. Second, the Lord Himself told the Saint that He never allows anyone to be tested beyond their strength, lest the ancient evil serpent mock and overcome them. So if we fall into sin, the fault lies with us: either we did not struggle as much or as we should have, or, because of our pride, the Lord withdrew His grace and protection. In that way, our fall teaches us how weak we are. Third,

the Lord told the Saint, “By passing through the furnace of temptations, you will stand before Me pure as gold.” This means that our spiritual struggle has meaning and purpose. It cleanses us from sin and helps us grow in virtue; it is for our spiritual good. So we must bear it with patient endurance and await its spiritual fruit. The Lord will wrong no one. The fruit each receives will accord with His justice. Finally, especially when we are struggling against the flesh, we should always remember that we were created and destined for Christ, and not for the flesh

or its pleasures.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

07 ΙΟΥΛΙΟΥ\18 07 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα