Άγιος Ελευθέριος, το μαρτύριό του και η πνευματική αγάπη μιας μητέρας
Ανατραφείς στη Ρώμη από την ευσεβή μητέρα του Ανθία, ο Ελευθέριος μελέτησε τις Γραφές και χειροτονήθηκε επίσκοπος Ιλλυρικού σε ηλικία είκοσι ετών. Η διδασκαλία του οδήγησε πολλούς ειδωλολάτρες στην πίστη και το βάπτισμα, με αποτέλεσμα ο αυτοκράτορας να στείλει τον Φήλικα για να τον συλλάβει.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Ανατραφείς στη Ρώμη από την ευσεβή μητέρα του Ανθία, ο Ελευθέριος μελέτησε τις Γραφές και χειροτονήθηκε επίσκοπος Ιλλυρικού σε ηλικία είκοσι ετών.
- Η διδασκαλία του οδήγησε πολλούς ειδωλολάτρες στην πίστη και το βάπτισμα, με αποτέλεσμα ο αυτοκράτορας να στείλει τον Φήλικα για να τον συλλάβει.
- Αφού άκουσε τον Ελευθέριο να κηρύττει, ο Φήλιξ προσηλυτίστηκε και ζήτησε από αυτόν βάπτισμα στη διαδρομή προς τη Ρώμη.
- Ο Ελευθέριος αρνήθηκε να θυσιάσει στα είδωλα και επέζησε από μια καυτή χάλκινη κλίνη και ένα βραστό καζάνι.
- Ο έπαρχος Κορήμων επίσης ασπάστηκε τον Χριστιανισμό βλέποντας την πίστη του Ελευθερίου· επέζησε από μια κάμινο, αλλά στη συνέχεια αποκεφαλίστηκε.
- Ο Ελευθέριος υπέμεινε περαιτέρω βασανιστήρια πριν αποκεφαλιστεί, και η Ανθία σκοτώθηκε ενώ θρηνούσε πάνω από το σώμα του.
- Το παράδειγμα της Ανθίας οδηγεί την ομιλία να προτρέψει τους γονείς να επιδιώκουν το αιώνιο καλό των παιδιών τους και να αφήνουν τη φυσική στοργή να εξελιχθεί σε πνευματική αγάπη.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 17 παράγραφοι
Θαυμαστός και ένδοξος Ιερομάρτυς Ελευθέριος έλαμψε ως φωταυγέστατος αστέρας κατά το δεύτερο ήμισυ του δευτέρου μετά Χριστόν αιώνος. Γεννήθηκε στην περήφανη μεγαλούπολη της Ρώμης, από γονείς ευγενείς, λαμπρούς και πλουσίους. Όχι μόνο κατά κόσμον περήφανους, αλλά και κατά την πίστη ευσεβέστατους. Διότι η μητέρα του Ανθία είχε διδαχθεί την ακρίβεια της πίστεως από τους μαθητές του Μακαρίου Παύλου. Ο πατέρας του διετέλεσε ύπατος της πόλεως, κατέχοντας ένα από τα μεγαλύτερα και λαμπρότερα αξιώματα. Όμως έζησε λίγο καιρό μετά τη γέννηση του Αγίου. Η μητέρα του τον ανέθρεψε με κάθε ευσέβεια. Τον έστειλε στον αρχιερέα της Ρώμης
να του μάθει τα Ιερά Γράμματα. Βλέποντας ο Επίσκοπος εκείνος το ήθος του νέου, την ευταξία, την κοσμιότητα και τις άλλες αρετές τις οποίες είχε, τον προχείρησε κατώτερο κληρικό. Όταν δε έγινε δεκαπέντε ετών, τον χειροτόνησε Διάκονο και στα δεκαεπτά ιερέα. Σε ηλικία είκοσι ετών, καθώς ακόμη δεν είχαν διαμορφωθεί οι σχετικοί ιεροί κανόνες για τη χειροτονία των κληρικών, χειροτονήθηκε Επίσκοπος Ιλλυρικού. Αλλά ας μη θαυμάσει κανείς, διότι τον έκαναν τόσο νέο επίσκοπο, διότι αυτό έγινε κατ' οικονομία Θεού, για τις μεγάλες αρετές του νέου Ελευθερίου και μάλιστα διότι ήταν τόσο λόγιος και τόσο σοφός, ώστε προσήλκυε με τη διδαχή του
στην ευσέβεια. Έτσι, για να τεθεί ο λύχνος επί τη λυχνία και να μην κρύπτεται κατά το Ιερόν Ευαγγέλιο, και για να φωτίσει πολλές ψυχές και για να επιστρέψει τους εσκοτισμένους στη Θεοσέβεια, γι' αυτό πρεπόντως τον ανέβασε στον υπέρτιμο θρόνο ο Μέγας Ανίκητος, ο οποίος ήταν τότε αρχιεπίσκοπος Ρώμης, γνωρίζοντας πόσοι θα φωτίζονταν μέσω αυτού.
Πράγμα που έγινε και επέστρεψαν πολλοί ειδωλολάτρες και βαπτίστηκαν, διότι η γλυκύτητα και η σοφία των λόγων του παρακινούσε τους ακροατές να γνωρίσουν την αλήθεια. Ο δε διάβολος, ο οποίος φθονεί τη σωτηρία των ανθρώπων πάντοτε, παρακίνησε τον αυτοκράτορα και κίνησε διωγμό κατά της Εκκλησίας. Δίωκε λοιπόν γενικώς όλους τους χριστιανούς ιδιαίτερα δε τον Ελευθέριο, καθώς εκείνος ήταν ο προστάτης της ευσεβείας. Έστειλε λοιπόν κάποιον στρατιλάτη, ονόματι Φίλικα, με τη διαταγή να φέρει επειγόντως τον Ελευθέριο. Ο δε Φίλικας πήγε με πολλούς στρατιώτες και περικύκλωσε την εκκλησία, μέσα στην οποία είχε ακούσει ότι δίδασκε ο Άγιος. Μπήκε λοιπόν στο ναό με κακή διάθεση και βλέμμα άγριο. Όμως, καθώς είδε τον Άγιο και άκουσε τη γλυκύτατη εκείνη γλώσσα και την πάνσοφη του διδασκαλία, θαύμασε και, ω του θαύματος, ο πρώην λύκος μεταβλήθηκε σε ήμερο πρόβατο και ο διώκτης σε μαθητή. Καταφρόνησε πρόσκαιρη τιμή, απαρνήθηκε πλούτο και συγγενείς, πίστεψε στο Χριστό,
έπεσε στα πόδια του Αγίου. Ο Ελευθέριος τον κατήχησε στην ακρίβεια της πίστεως. Μετά τον συμβούλευσε να πάει στον Βασιλέα καθώς τον πρόσταξε, για να μη ζημιωθεί ο ίδιος τον στέφανο του Μαρτυρίου. Ξεκίνησαν λοιπόν μαζί και καθώς περνούσαν από κάποιο νερό, ζήτησε ο ευλαβής Φίλιξ, όπως άλλοτε ο Κανδάκης από τον Φίλιππο, να τον βαπτίσει ο Ελευθέριος, ο οποίος, βλέποντας τον πολύ του πόθο, με προθυμία τον αναγέννησε με το θείο βάπτισμα. Όταν έφτασαν στη Ρώμη, ο μεν πιστότατος Φίλιξ ενώθηκε με τους άλλους χριστιανούς και τους είπε αυτά που είχαν συμβεί. Ο δε Άγιος πήγε στο κριτήριο με χαρά, σαν να τον είχαν καλεσμένο σε γιορτή.
Βλέποντας ο βασιλέας τον Άγιο τόσο νέο και ωραίο, συμπάθησε και του υποσχόταν δωρεές και χαρίσματα πλούσια, εάν θυσίαζε στα είδωλα. Εάν δεν υπήκουε, θα τον υπέβαλε σε διάφορα βασανιστήρια. Ο Άγιος, καταφρονώντας τις δωρεές και αψηφώντας τις απειλές και τα βασανιστήρια, αρνήθηκε να θυσιάσει. «Εγώ», είπε, «θεωρώ τον θάνατο για το Χριστό μου τρυφή και δόξα και αγαλλίαση». Όταν άκουσε αυτά, ο τύρανος θύμωσε και πρόσταξε να βάλουν τον Άγιο πάνω σε χάλκινο κρεβάτι και από κάτω πολλά αναμμένα κάρβουνα και να αφήσουν τον Άγιο εκεί μέχρι που να ψηθεί τελείως. Άρχισε λοιπόν το φοβερό εκείνο βασανιστήριο. Ο δε παντοδύναμος Θεός ελάφρυνε τους πόνους και ο Άγιος κοίτονταν δροσιζόμενος σαν
να ήταν πάνω σε δροσερά χόρτα. Μετά από αρκετή ώρα, είπε ο τύρανος να κατεβάσουν τον Άγιο από τη σχάρα, νομίζοντας ότι πέθανε. Ο δε Άγιος σηκώθηκε όρθιος, χωρίς να έχει πάθει τίποτε, χωρίς καμιά πληγή, και χαρούμενος έψαλε «Υψώσω σε, ο Θεός μου, ο Βασιλεύς μου, και ευλογήσω το όνομά σου στον αιώνα». Στον δε τύρανο είπε: «Κοίταξε την επ' εμέ δύναμη του μόνου αληθινού Θεού μου, των δε ειδώλων σου ψευδωνύμων θεών την ασθένεια». Ο θυμός του τυράννου έγινε μεγαλύτερος και πρόσταξε να βάλουν σε μεγάλο καζάνι λίπος, κερί και πίσσα και μέσα σ' αυτά να βράσουν τον μάρτυρα. Ο βασιλέας προέτρεψε και πάλι, με λόγους απαλούς, τον Άγιο να μη χάσει τη ζωή του. Εκείνος δε έλεγχε.
Έλεγξε χωρίς φόβο τον Βασιλέα, διότι φόνευε τους πιστούς σαν πρόβατα. Του έλεγε δε ότι δεν εμπορούσε να τον αποσπάσει από τη γνώμη του, έστω και αν τον υπέβαλε σε όλα τα βασανιστήρια του κόσμου. Τότε ο τύρανος πρόσταξε και τον έριξαν στο λέβητα. Αλλά εις μάτην, διότι η άνωθεν πρόνοια μετέβαλε τη φωτιά σε δροσιά και έμεινε ο Μάρτυς αβλαβής, δοξάζοντας τον Κύριο. Ο τύρανος δεν ήξερε τι άλλο να κάνει. Τότε ο έπαρχος της πόλεως, ονόματι Κορέμων, ο οποίος ήταν πολυμήχανος, προσφέρθηκε να βοηθήσει τον Βασιλέα στη δύσκολη θέση που βρισκόταν. Πρόσταξε και έφεραν χάλκινο κλίβανο, μέσα στον οποίο είχαν καρφωμένα αιχμηρά σίδερα,
και φωτιά για να τον πυρώσουν δυνατά και να ρίξουν μέσα εκεί τον μάρτυρα. Ο Άγιος ως άλλος Στέφανος παρακαλούσε τον Κύριο να φωτίσει τους διώκτες του και να τους δώσει σωτηρία ψυχής. Ο Κύριος άκουσε την προσευχή του Αγίου και φώτισε τον έπαρχο, ο οποίος αλλοιώθηκε, εξέφρασε τη συμπάθειά του προς τον Άγιο και δήλωσε την αποστροφή του προς την ειδωλολατρία. Όταν άκουσε αυτά, ο τύρανος θύμωσε και πρόσταξε να βάλουν τον έπαρχο στον κλίβανο που είχε ετοιμάσει. Όταν ο Κορέμων είδε τη φοβερή εκείνη φλόγα, φώναξε προς τον Άγιο και του είπε: «Ποίησον, Άγιε του Θεού, δέησιν προς τον αληθή Θεό δι' εμέ και δυνάμωσόν με τω όπλω του Χριστού». Έτσι λοιπόν ο Κορέμων...
οπλισμένος με τις ευχές του Αγίου εισήλθε στον κλίβανο με προθυμία και πίστη. Με τη χάρη όμως του Χριστού έμεινε κι αυτός αβλαβής και ευχαριστούσε και υμνολογούσε τον Κύριο. Ο δε βασιλέας πρόσταξε και τον απεκεφάλισαν. Και έτσι με λίγο κόπο κέρδισε ζωή αιώνια και αγαλλίαση άρρητη. Αφού ο Άγιος Κορέμων τελειώθηκε, πρόσταξε ο τύρανος και έβαλαν στον κλίβανο τον Άγιο. Αλλά αμέσως η φωτιά έσβησε. Ο δε ασύνετος τύρανος παρέμεινε τυφλός στην ψυχή και δεν ήθελε να γνωρίσει την αλήθεια. Έτσι φυλάκισε και πάλι τον Άγιο. Πολλοί όμως, βλέποντας τις θαυματουργίες που προαναφέρθηκαν, φώναζαν: «Μέγας είναι ο Θεός των Χριστιανών». Ο δε τύρανος,
βλέποντας ότι οι πονηριές του δεν είχαν ισχύ, δαιμονιζόταν περισσότερο και πρόσταξε να δέσουν τον Άγιο πίσω από άγρια άλογα και να τον σέρνουν πάνω σε πέτρες και βράχους για να κατακοπούν οι σάρκες του και έτσι να ξεψυχήσει. Ματαίως όμως και πάλι, διότι ο Παντοδύναμος Κύριος δεν αμελούσε να στείλει εξ ύψους βοήθεια. Άγιος Άγγελος μετέβαλε τα άγρια άλογα σε ήμερα και λύνοντας τα δεσμά ελευθέρωσε τον Ελευθέριο. Μετά ο Βασιλέας πρόσταξε να ρίξουν τον Άγιο στα θηρία. Άφησαν κατά του Αγίου άγρια λέαινα. Εκείνη στην αρχή όρμησε κατά του Αγίου, όμως αφού πλησίασε έκλινε το κεφάλι και έγλυφε τα ίχνη των ποδιών του. Έκανε δε και κάποιες εκδηλώσεις
σαν να είχε ανθρώπινη γνώση και να ευλαβούνταν τον μάρτυρα. Αλλά ούτε σε αυτό το θαυμαστό πίστεψε ο σκληρόκαρδος τύρανος, αλλά νόμισε ότι επειδή το θηρίο εκείνο ήταν θηλυκό λεοντάρι, γι' αυτό και δεν είχε τόση δύναμη και γι' αυτό δεν έβλαψε τον Άγιο. Έτσι πρόσταξε να φέρουν άλλο αρσενικό λεοντάρι, το οποίο φάνηκε προς τον Άγιο ημερότερο από το θηλυκό. Φιλούσε τα πόδια του, κουνούσε την ουρά του, χαιρόταν και έδειχνε κι αυτό με τα σχήματα αγάπη προς τον Άγιο. Οι παριστάμενοι, βλέποντας αυτό το θαυμάσιο, όσοι μεν από αυτούς είχαν τα μάτια της ψυχής ανοιχτά, φώναζαν: «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών».
Οι δε τυφλοί και ανόητοι έλεγαν ότι ήταν μάντης και γόης. Βλέποντας ο τύρανος ότι ο Άγιος νικούσε σε όλα τα βασανιστήρια, απελπίστηκε εντελώς. Έτσι, γνωρίζοντας ότι με άλλο τρόπο δεν μπορούσε να τον θανατώσει, διέταξε να κόψουν την κεφαλή του και έτσι ο ένδοξος Ελευθέριος παρέδωσε τη μακάρια του ψυχή στα χέρια του Θεού. Η δε μητέρα του Ανθία, αφού αγκάλιασε το σώμα του γιου της και μάρτυρος, το καταφιλούσε και τον μακάριζε, διότι έπαθε τόσα για τον Κύριο. Τότε οι δήμιοι θανάτωσαν και τη μητέρα. Όσοι δε πιστοί από τον Αυλώνα, δηλαδή από την έδρα της Επισκοπής του Ιερομάρτυρος, βρέθηκαν εκεί στη Ρώμη, πήραν και τα δύο αυτά Άγια Λείψανα και
αφού τα μύρωσαν και τα τίμησαν πρεπόντως, τα ενταφίασαν με ευλάβεια εις δόξαν του Αγίου Τριαδικού Θεού.
Στο σημερινό συναξάρι ότι η μητέρα του Αγίου Ελευθερίου τον ανέθρεψε με κάθε ευσέβεια και στο τέλος να εκδηλώνει τη μητρική της αγάπη, αγκαλιάζοντας και καταφιλώντας το σώμα του μάρτυρος γιου της, τον οποίο μακάριζε διότι έπαθε τόσα για τον Κύριο. Κατά τους πατέρες μας υπάρχει η αμαρτωλή ιδιοτελής αγάπη, η φυσική αγάπη που δεν είναι ούτε κακή ούτε καλή, υπάρχει και η επαινετή αγάπη που είναι θυσία για τον άλλο. Όπως κάθε μητέρα, η μητέρα του Αγίου Ελευθερίου είχε τη φυσική αγάπη προς το παιδί της. Φαίνεται όμως ότι αυτή η φυσική αγάπη είχε μεταμορφωθεί και είχε αναβεί από το πνεύμα το χριστιανικό, το πνεύμα του Θεού που είχε,
αγάπη πνευματική, διότι επιθυμούσε όχι το κατά σάρκα, το κατά κόσμο, το προσωρινό καλό του παιδιού της, αλλά το πραγματικό, το κατά Θεόν, το αιώνιο καλό του. Όσοι έχουν απλώς τη φυσική αγάπη προς τα παιδιά τους, φροντίζουν να δίνουν σε αυτά τα υλικά αγαθά και γενικότερα ό,τι καλύτερο για την παρούσα ζωή. Όμως ακόμη και χριστιανοί αμελούν την κατά Θεόν αγωγή και πρόοδό τους, απλώς θέλουν να είναι καλοί άνθρωποι. Και όταν θελήσουν εκείνα να ζήσουν μια βαθύτερη και πραγματική χριστιανική ζωή, όπως το να αφιερωθούν στο Θεό και την Εκκλησία Του, στενοχωρούνται. Το θεωρούν απώλεια και λίγο πολύ αντιδρούν και έτσι αντιτίθενται στο πραγματικό καλό,
το πραγματικό τους συμφέρον. Όμως η Αγία Ανθία σήμερα, με το παράδειγμά της, μας υποδεικνύει και μας προτρέπει να σκεπτόμαστε όχι σαρκικά, αλλά πνευματικά, όχι κατά κόσμο, αλλά κατά Θεόν. Όλη μας η ύπαρξη και η αγάπη μας να εμπνέεται από το Πνεύμα του Θεού, να είναι όχι απλώς φυσική, αλλά πνευματική. Μόνο τότε η αγάπη θα είναι όχι ψευδώνυμη αλλά πραγματική.
Αγγλική μετάφρασηEN · 17 παράγραφοι
The wondrous and glorious hieromartyr Eleutherius shone like a brilliant star in the second half of the second century after Christ. He was born in the proud city of Rome to a noble, distinguished, and wealthy family. His parents were eminent in the eyes of the world and deeply devout in their faith. His mother, Anthia, had learned the faith in all its fullness from disciples of the blessed Paul. His father had served as consul of Rome, one of its highest and most distinguished offices, but died soon after the saint was born. His mother raised him in all godliness and sent him to the bishop of Rome
to learn the sacred writings. Seeing the young man's character, good order, modesty, and other virtues, the bishop made him a member of the lower clergy. He ordained him a deacon at fifteen and a priest at seventeen. At twenty, before the sacred Canons governing ordination had taken shape, Eleutherius was ordained bishop of Illyricum. Let no one be surprised that he became a bishop so young. This happened by God's providence, because of his great virtues and because he was so learned and wise that his teaching drew people
to godliness. As the Holy Gospel says, a lamp is placed on a lampstand, where it cannot be hidden. So that Eleutherius might enlighten many souls and bring those in darkness back to the worship of God, the great Anicetus, then Archbishop of Rome, rightly raised him to that honored seat. He knew how many people would be enlightened through him.
And so it happened. Many pagans turned to the faith and were baptized, for the sweetness and wisdom of his words moved his listeners to seek the truth. But the devil, who always envies the salvation of mankind, stirred up the emperor to persecute the Church. All Christians were persecuted, and Eleutherius especially, for he was a defender of the faith. The emperor sent a military commander named Felix with orders to bring Eleutherius to him at once. Felix went with many soldiers and surrounded the church where he had heard the saint was teaching. He entered with hostile intent and a fierce look. But when he saw the saint and heard his gentle voice and wise teaching, he was amazed. What a wonder! The man who had been a wolf became a gentle sheep; the persecutor became a disciple. He cast aside passing honors, renounced wealth and family, believed in Christ,
and fell at the saint's feet. Eleutherius instructed him fully in the faith. Then he advised Felix to take him to the emperor as ordered, so that Eleutherius would not lose the crown of martyrdom. They set out together. As they passed some water, the devout Felix asked Eleutherius to baptize him, just as Candace had once asked Philip. Seeing how deeply he longed for it, Eleutherius gladly gave him new birth through divine Baptism. When they reached Rome, the faithful Felix joined the other Christians and told them what had happened. The saint went joyfully before the tribunal, as though he had been invited to a feast.
Seeing how young and handsome the saint was, the emperor took a liking to him. He promised him rich gifts and favors if he would sacrifice to the idols, and threatened him with many torments if he refused. The saint spurned the gifts, disregarded the threats, and refused to sacrifice. He said, “I count death for my Christ a delight, a glory, and a joy.” At this, the tyrant grew angry. He ordered the saint to be laid on a bronze bed with many burning coals beneath it, and left there until his body was consumed. That terrible torment began, but almighty God eased his pain, and the saint lay there, refreshed as though
he were resting on cool grass. After some time, the tyrant ordered him taken down from the heated bed, thinking he was dead. But the saint stood up unharmed, without a single wound, and joyfully sang, “I will exalt You, my God and King, and bless Your name forever.” He said to the tyrant, “See the power of the only true God at work in me, and the weakness of your idols, those falsely named gods.” The tyrant grew angrier still. He ordered a great cauldron filled with fat, wax, and pitch, and the martyr boiled in it. Once more the emperor urged the saint gently not to throw his life away. But Eleutherius rebuked him.
Fearlessly, he rebuked the emperor for slaughtering the faithful like sheep. He told him that no torment in the world could turn him from his resolve. The tyrant then ordered him thrown into the cauldron. It was in vain: providence from above turned the fire to coolness, and the martyr remained unharmed, glorifying the Lord. The tyrant did not know what else to do. Then the prefect of the city, a resourceful man named Coremon, offered to help the emperor in his difficulty. He ordered a bronze furnace brought in, with sharp iron spikes fixed inside it,
and a fire lit to heat it fiercely before the martyr was thrown in. Like another Stephen, the saint prayed that the Lord would enlighten his persecutors and grant salvation to their souls. The Lord heard his prayer and enlightened the prefect. Coremon was changed: he expressed compassion for the saint and declared that he rejected idolatry. When the tyrant heard this, he grew angry and ordered Coremon into the furnace he himself had prepared. Seeing its terrible flames, Coremon called out to the saint: “Saint of God, pray to the true God for me, and strengthen me with the armor of Christ.” And so Coremon...
strengthened by the saint's prayers, entered the furnace willingly and with faith. By the grace of Christ, he too remained unharmed, giving thanks and singing praises to the Lord. The emperor then ordered him beheaded. Thus, through a little suffering, he gained eternal life and joy beyond words. After Saint Coremon's martyrdom, the tyrant ordered Eleutherius into the furnace, but the fire went out at once. The senseless tyrant remained blind in his soul and would not recognize the truth. He imprisoned the saint again. But many who had seen these miracles cried out, “Great is the God of the Christians!” The tyrant,
seeing that his schemes had failed, grew more frenzied. He ordered the saint tied behind wild horses and dragged over stones and rocks, so that his flesh would be torn and he would die. Again it was in vain, for the almighty Lord did not fail to send help from on high. A holy angel made the wild horses gentle, untied Eleutherius, and set him free. Then the emperor ordered the saint thrown to the wild beasts. They released a fierce lioness against him. At first she charged, but when she came near, she lowered her head and licked the ground at his feet. She even made gestures
as though she understood like a human being and revered the martyr. Yet the hardhearted tyrant did not believe even this wonder. He thought the beast had spared the saint because it was a lioness and lacked the strength of a male lion. So he ordered a male lion brought in. It proved even gentler toward the saint than the lioness. It kissed his feet, wagged its tail, and showed its joy and affection for him. Seeing this wonder, those among the onlookers whose spiritual eyes were open cried out, “Great is the God of the Christians!”
But those who were blind and foolish called him a diviner and a sorcerer. Seeing the saint overcome every torment, the tyrant fell into despair. Believing there was no other way to kill him, he ordered him beheaded. And so the glorious Eleutherius entrusted his blessed soul into God's hands. His mother, Anthia, embraced the body of her son, the martyr. She kissed him again and again and called him blessed for all he had suffered for the Lord. Then the executioners killed his mother too. Some of the faithful from Avlona, the seat of the hieromartyr's bishopric, were there in Rome. They took the holy relics of mother and son and
anointed them with myrrh, honored them as was fitting, and buried them with reverence, to the glory of the holy Triune God.
Today's account of the saints tells us that Saint Eleutherius's mother raised him in all godliness. At the end, she showed her mother's love by embracing and kissing the body of her martyred son, calling him blessed for all he had suffered for the Lord. Our Fathers teach that there is sinful, self-serving love; there is natural love, which is neither good nor bad in itself; and there is praiseworthy love, which sacrifices itself for another. Like every mother, Saint Eleutherius's mother had a natural love for her child. But it seems that the Christian spirit, the Spirit of God within her, had transformed and lifted that natural love
into spiritual love. She desired for her child what was truly good for him in God's sight and for eternity, rather than only what was good for his earthly life. Those who have only natural love for their children try to give them material comforts and everything else that is best for this present life. Yet even Christians may neglect their children's upbringing and growth in God, wanting only for them to be good people. And when their children want to live a deeper, truly Christian life, perhaps by dedicating themselves to God and His Church, the parents are saddened. They see it as a loss and, to one degree or another, resist it. In doing so, they oppose what is truly good
for their children, what truly benefits them. Today, through her example, Saint Anthia shows us how to think and urges us to do so: spiritually, according to God, rather than according to the flesh and the ways of the world. May our whole being and our love be inspired by the Spirit of God, so that our love becomes spiritual and goes beyond natural affection. Only then will it be love in truth, worthy of the name.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ\15 12 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.