Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Άγιος Δομέτιος και Όσιος Ορ για το μαρτύριο και την προσευχή

Η μνήμη της 7ης Αυγούστου επικεντρώνεται στον Οσιομάρτυρα Δομέτιο τον Πέρση και στον Όσιο Ορ της Νιτρίας. Ο Δομέτιος ασπάστηκε τον Χριστιανισμό στη Νίσιβη, έγινε μοναχός και ασκήθηκε στη μονή των Αγίων Σεργίου και Βάκχου.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων7 Αυγούστου14:53Περισσότεροι άγιοι
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Η μνήμη της 7ης Αυγούστου επικεντρώνεται στον Οσιομάρτυρα Δομέτιο τον Πέρση και στον Όσιο Ορ της Νιτρίας.
  • Ο Δομέτιος ασπάστηκε τον Χριστιανισμό στη Νίσιβη, έγινε μοναχός και ασκήθηκε στη μονή των Αγίων Σεργίου και Βάκχου.
  • Αφού αρνήθηκε την ιερωσύνη, έζησε σε σπηλιά, όπου η μαρτυρία του οδήγησε Έλληνες και Πέρσες στην πίστη.
  • Κατά την εκστρατεία του Ιουλιανού του Παραβάτη εναντίον της Περσίας, στρατιώτες λιθοβόλησαν μέχρι θανάτου τον Δομέτιο και τους δύο μαθητές του.
  • Ο Όσιος Ορ καθοδηγούσε τους μοναχούς της Νιτρίας με προσευχή, εργασία, φιλοξενία και φροντίδα για τις πνευματικές και υλικές τους ανάγκες.
  • Οι διηγήσεις για τον Ορ περιγράφουν τη γνώση της Γραφής, τις θεραπείες του, τη διάκρισή του και την αφοσίωσή του στην αλήθεια.
  • Η ομιλία προτρέπει τους ακροατές να αρχίζουν και να συνεχίζουν τις καθημερινές τους δραστηριότητες με προσευχή, αναζητώντας την κοινωνία με τον Θεό, είτε πραγματοποιηθούν τα αιτήματά τους είτε όχι.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 17 παράγραφοι

Σήμερα, 7 του μηνός Αυγούστου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Αγίου Οσιομάρτυρος Δομετίου του Πέρσου και των δύο μαθητών του, του Οσίου Ορ, των Οσίων Μυρίων Ασκητών των Θηβαίων, της Αγίας Οσιομάρτυρος Ποταμίας της Θαυματουργού, του Αγίου Ιερομάρτυρος Ναρκήσου, Πατριάρχου Ιεροσολύμων, του Αγίου Οσιομάρτυρος Αστερίου του Θαυματουργού, του Οσίου Υπεραχείου, του Αγίου Σώζοντος του εκ Νικομηδίας, του Οσίου και Ιαματικού Θεοδοσίου του Νέου, του Οσίου Δωμετίου του Σημειοφόρου, ο οποίος άσκησε εις τα όρια της Μονής Φιλοθέου, του Οσίου και Θεοφόρου Νικάνορος του Θαυματουργού και του Οσίου Ποιμένος του Εντοσπηλαίου του Πολυπαθούς

Ρώσου.

Του Χριστού Δωμέτειος έζησε κατά τους χρόνους του Μεγάλου Κωνσταντίνου και μέχρι του Ιουλιανού του Παραβάτου. Γέννημα και θρέμμα της Περσίας, διδάχτηκε την πίστη του Χριστού από κάποιο χριστιανό, ο οποίος ονομαζόταν Άβαρος. Μετά από αυτό οι οικιακοί του ξεσηκώθηκαν εναντίον του και ο Δωμέτειος είδε ότι έπρεπε να τους εγκαταλείψει. Έτσι πήγε στην πόλη Νίσιβη, η οποία ήταν προπύργιο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στα σύνορα με την Περσία. Εκεί διδάχθηκε ακόμη καλύτερα τα της χριστιανικής πίστεως από κάποιο σεβάσμιο γέροντα και μετά έλαβε το Άγιο Βάπτισμα.

Όταν πληροφορήθηκε ότι κοντά υπήρχε μοναχική αδελφότητα, πήγε και παρακάλεσε να τον δεχθούν και εκεί έλαβε το μοναχικό σχήμα. Επιδόθηκε δε σε πολλούς αγώνες και σκληρή άσκηση. Επειδή όμως κατά συνέργεια του πονηρού τον φθόνησαν οι εκεί μοναχοί, γι' αυτό με πολλή του θλίψη, δίνοντας τόπο στην οργή, αναχώρησε. Προς μεγάλη του ευχαρίστηση και παρηγοριά βρήκε στη Θεοδοσιούπολη άλλη μοναχική αδελφότητα, στο Μοναστήρι των Αγίων Σεργίου και Βάχχου. Ο ηγούμενός της και αρχιμανδρίτης Ουρβίλ λέγεται ότι σε διάστημα εξήντα ετών δεν έφαγε μαγειρευμένο φαγητό, ούτε κοιμήθηκε σε κρεβάτι, αλλά και οι άλλοι μοναχοί ήταν ψυχές ταπεινές με πολύ πόθο να αξιωθούν του Θεού. Ο Δωμέτιος λοιπόν βρήκε σε αυτούς πραγματικούς αδελφούς, αδελφούς με διάκριση και στοργή. Έμεινε κοντά τους πολύ καιρό.

Ζώντας ζωή θεάρεστη, με αδιάκοπη άμιλλα, ποιος να αγαπά και να τιμά τον άλλο περισσότερο. Εκεί ο Δωμέτιος χειροτονήθηκε διάκονος. Ο ηγούμενος βλέποντας τη λαμπρή πνευματική προκοπή του Δωμετίου θέλησε να τον κάνει Πρεσβύτερο. Αλλά τότε ο αγώνας δεν ήταν στο ποιος να πάρει το αξίωμα αλλά πώς να το αποφύγει. Και ο Δωμέτιος έκανε ό,τι τόσοι άλλοι σε παρόμοια περίσταση και έφυγε. Φοβούμενος δε να μην τον βρούνε, κρύφτηκε σε ένα βουνό, όπου υπέμεινε τον κάψονα του θέρους και το ψύχος του χειμώνα και άλλες κακοπάθειες. Μετά πήγε προς τα σύνορα με την Περσία και κατοίκησε σε ένα σπήλαιο. Η φήμη του, μετά από λίγο, προσέλκυε πλήθη προς το ερημητήριό του.

Δε πολλούς Έλληνες και Πέρσες στη χριστιανική πίστη. Όταν ο Αυτοκράτορας Ιουλιανός ο Παραβάτης εκστράτευσε κατά των Περσών, άκουσε τη φήμη του Δωμετίου και θέλησε να τον δει. Όμως από τη συνάντηση εκείνη, αντί να κινηθεί σε σεβασμό και να ωφεληθεί, εξαγριώθηκε. Έδιωξε υβριστικά τον Όσιο και μετά έστειλε στρατιώτες. Ο Δωμέτιος, όταν έφτασε στο σπήλαιό του, άρχισε να προσεύχεται και να ψάλλει με δύο μαθητές του. Οι στρατιώτες, αφού άκουσαν για λίγο, μπήκαν και τους συνέλαβαν. Μετά, τους έβγαλαν και αφού έριξαν βροχή τις πέτρες πάνω τους, τους φόνευσαν. Και έτσι οι τρεις όσιοι έλαβαν μαζί τους στεφάνους της αθλήσεως.

Ο Όσιος Ορ ήταν στο όρος της Νητρίας της Αιγύπτου προεστώς χιλίων μοναχών, οι οποίοι ζούσαν ζωή αγγελική. Είχε φτάσει στην ηλικία των 90 ετών και παρόλα αυτά ήταν όρθιος, υγιής, λαμπρός στο πρόσωπο, έχοντας τις αισθήσεις, τη σοφία και τη σύνεση ανελλιπή και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό σαν να αύξανε με την ηλικία και η σύνεσή του. Είχε τέτοια χάρη από το Θεό, ώστε τον ευλαβούνταν και οι άπιστοι και οι βάρβαροι. Αυτός ο Όσιος Πατέρας έμεινε προηγουμένως στην βαθύτατη έρημο μόνος, με μεγάλη άσκηση και πολλούς αγώνες. Έτρωγε μόνο βότανα και έπινε νερό όταν έβρισκε και όλο του το έργο ήταν η προσευχή. Μετά

στην κοντινότερη προς τον κόσμο έρημο, όπου φρόντισε και έγιναν πολλά μοναστήρια, στα οποία έκανε κόπους υπερβολικούς, φυτεύοντας με τα χέρια του αμπέλια, κήπους και διάφορα δέντρα. Έλεγαν δε οι πατέρες ότι πριν να έλθει ο Αββάς Ορ σε εκείνη την έρημο κανένα φυτό δεν φυόταν. Το έργο του ήταν να προσεύχεται συχνά και για τη σωτηρία των αδελφών και για την ειρήνη και ομόνοιά τους, για να έχουν μεταξύ τους αγάπη αδελφική. Όταν έφτασε σε μεγάλη ηλικία, φάνηκε σε αυτόν άγγελος Κυρίου και του είπε: «Ο Κύριος σε κατέστησε ηγούμενο και προϊστώτα σε πλήθος μοναχών έως δέκα χιλιάδες. Έχε λοιπόν βέβαιη ελπίδα ότι θα τους ποιμάνεις και θα τους οδηγήσεις στη σωτηρία.

Ό,τι ζητήσεις από το Θεό δεν θα αποτύχεις, αλλά ούτε από τους αδελφούς που είναι μαζί σου θα λείψουν ποτέ όσα χρειάζονται για την παρούσα ζωή». Ακόμη στον Όσιο αυτό δόθηκε η Χάρη, χωρίς να μάθει γράμματα, να γνωρίζει όλη τη Θεία Γραφή, όταν δε οι αδελφοί του έδιναν κάποιο βιβλίο, το διάβαζε με ευκολία και το εξηγούσε ορθότατα. Πήρε δε και άλλη χάρη από το Θεό, να διώχνει τους δαίμονες από τα πλάσματα του Θεού, αλλά και άλλα χαρίσματα ιαμάτων, και έτσι απλώθηκε η φήμη του σε διάφορα μέρη και μαζεύτηκαν εκεί στην έρημο που κατοικούσε μέχρι τρεις χιλιάδες αδελφοί. Ο επίσκοπος Ηρακλήδης, που έγραψε για τον όσιο αυτό, αλλά και για πολλούς άλλους οσίους, αναφέρει και τα εξής.

Όταν δε πήγαμε εμείς και μας είδε ο Όσιος, χάρηκε και με τα χέρια του έπλυνε τα πόδια μας. Μετά άρχισε σοφότατη και θεολογικότατη διδασκαλία από τη Θεία Γραφή για τα ορθόδοξα δόγματα. Έπειτα μας παρακίνησε να προσευχηθούμε και να δοξολογήσουμε το Θεό, επειδή αυτοί οι τάξοι τηρούνταν στους Αγίους Πατέρες. Πάντα και για κάθε υπόθεση οδηγό είχαν τη δοξολογία και την προσευχή. Και μετά την πνευματική τροφή, δηλαδή την προσευχή, μας κάλεσε στη σωματική. Και καθώς καθόταν στην τράπεζα δεν έλειπαν από το αγιότατο εκείνο στόμα τα ψυχοφελή διηγήματα. Βγήκε λοιπόν καθώς προαναφέρθηκε η φήμη του Οσίου σε πολλά μέρη.

Έτσι έτρεχαν από παντού σε αυτόν οι μοναχοί. Μόλις δε έρχονταν, μάζευε όλους τους αδελφούς και άλλος έφερνε πέτρες, άλλος ξύλα, άλλος νερό και την ίδια μέρα τους έκτιζε κελιά. Κατοικούσαν σε αυτά και αγωνίζονταν θεάρεστα. Κάποτε πήγε στον Όσιο Ορ ένας ψευτοκαλόγηρος χωρίς ενδύματα για να τον ντύσει τάχα ο Όσιος. Όμως εκείνος, από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος που κατοικούσε σε αυτόν, γνώρισε την πονηριά και του είπε: «Έχεις αδελφέ το τάδε εξωτερικό ένδυμα και τα τάδε εσώρουχα σε εκείνο το μέρος. Φόρεσε αυτά και μη λέγεις ψέματα». Μετά από αυτό, κανείς δεν τολμούσε να πει ψέματα στον Όσιο. Ήταν δε θαυμάσιο το να βλέπει κανείς

πώς το πλήθος των αδελφών στους οποίους επιστατούσε ο Όσιος στέκονταν στην εκκλησία. Ήταν τόση η ευλάβεια και η τάξη τους, ώστε φαίνονταν ως χοροί αγγέλων στον ουρανό. Για τον Όσιο αυτόν όλοι οι αδελφοί μαρτυρούσαν ότι ήταν μέγας στην αρετή και μάλιστα η Οσία Μελάνη η Ρωμαία η οποία τον αντάμωσε στο όρος και θαύμασε την αγία του πολιτεία. Λεγόταν δε κοντά στα άλλα ότι δεν αγαπούσε τις φιλίες με τους πλούσιους και δοξασμένους, ποτέ στη ζωή του δεν είπε ψέμα, ποτέ δεν ορκίστηκε, ούτε καταράστηκε άνθρωπο και ποτέ δεν μίλησε χωρίς ανάγκη.

Ευχαριστώ.

Τις πολλές αρετές του σήμερα εορταζομένου Οσίου Ορ, μπορούμε να σταθούμε στην αρετή της προσευχής και πιο συγκεκριμένα στην άγια συνήθεια να ξεκινά κάθε υπόθεση με την προσευχή και να την αγιάζει με την προσευχή. Βλέπουμε εδώ τη συγκεκριμένη εφαρμογή του λεγομένου «Από Θεού άρξαστε». Βλέπουμε εδώ πώς μπορούμε να αγιάζουμε τις πράξεις μας, το χρόνο μας, τη ζωή μας. Όταν κάθε τι το αρχίζουμε με την προσευχή και το συνεχίζουμε με την προσευχή και γενικότερα όταν κάθε στιγμή τη διαποτίζουμε με την προσευχή, τότε ο χρόνος μας, η ζωή μας εξαγιάζεται. Κάθε στιγμή για τον προσευχόμενο επιφορτίζεται με το αιώνιο.

Ο χρόνος της ζωής μας γίνεται σωτηριώδης. Είναι χρόνος που μπορεί να μας εξασφαλίσει την ευλογημένη αιωνιότητα. Αντίθετα, χρόνος που δεν διαποτίζεται από την προσευχή πρέπει να θεωρείται χαμένος χρόνος, κατά σπατάληση του χρόνου που δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την αιώνια καταδίκη μας.

Η εργασία, η οικογενειακή ζωή, η ελεύθερη ώρα κτλ. πρέπει να βρίσκονται μέσα στην ατμόσφαιρα της προσευχής και έτσι να γίνονται ανοίγματα προς το Θεό και τη χάρη Του. Εκείνο που μας προσφέρει η προσευχή είναι η κοινωνία με το Θεό, ανεξάρτητα από το εάν θα ικανοποιηθεί το αίτημά μας ή όχι. Ο άνθρωπος της προσευχής πάντα είναι κερδισμένος, είναι και κερδισμένος πάντα.

Ποτέ δεν απογοητεύεται από την προσευχή του, διότι και αν δεν λάβει εκείνο που ζητά, έχει αποκτήσει το μεγάλο κέρδος της κοινωνίας με το Θεό και αυτό ίσως είναι πολύ μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο ζήτησε. Τι είναι μεγαλύτερο και ποθηνότερο και τι αξίζει περισσότερο από το να αποκτήσουμε το Θεό;

Αγγλική μετάφρασηEN · 17 παράγραφοι

Today, August 7, our Church commemorates Saint Dometius the Persian, the venerable martyr, and his two disciples; Saint Or; the ten thousand venerable ascetics of Thebes; Saint Potamia the Wonderworker, a venerable martyr; Saint Narcissus, hieromartyr and Patriarch of Jerusalem; Saint Asterius the Wonderworker, a venerable martyr; Saint Hyperechius; Saint Sozon of Nicomedia; Saint Theodosius the New, a venerable healer; Saint Dometius the Wonderworker, who lived as an ascetic near Philotheou Monastery; Saint Nikanor the Wonderworker, a venerable and God-bearing father; and Saint Poemen of the Cave, the much-suffering

Russian.

Dometius lived from the time of Constantine the Great until the reign of Julian the Apostate. Born and raised in Persia, he learned the faith of Christ from a Christian named Abaros. His household then turned against him, and Dometius saw that he had to leave them. He went to Nisibis, a stronghold of the Roman Empire on the Persian border. There, a venerable elder taught him more fully about the Christian faith, and he received Holy Baptism.

When he learned that a community of monks lived nearby, he went and asked to be received. There he became a monk and devoted himself to many spiritual struggles and severe ascetic discipline. But the monks there, stirred by the evil one, grew envious of him. Deeply grieved, he stepped aside rather than answer their anger and left. To his great joy and comfort, he found another community of monks in Theodosiopolis, at the monastery of Saints Sergius and Bacchus. Its abbot, Archimandrite Ourbil, was said to have eaten no cooked food and slept in no bed for sixty years. The other monks, too, were humble souls who longed to be counted worthy of God. In them Dometius found true brothers, full of discernment and affection. He stayed with them for a long time.

They lived in a way pleasing to God, always striving to love and honor one another more. There Dometius was ordained a deacon. Seeing his remarkable spiritual growth, the abbot wanted to ordain him a priest. But in those days, the struggle was over how to avoid such an office, not how to obtain it. So Dometius did what many others had done in the same situation: he left. Afraid they might find him, he hid in the mountains, enduring the heat of summer, the cold of winter, and other hardships. Later he went toward the Persian border and settled in a cave. Before long, his reputation was drawing crowds to his hermitage.

He brought many Greeks and Persians to the Christian faith. When Emperor Julian the Apostate marched against the Persians, he heard of Dometius and wished to see him. But their meeting did not move Julian to respect him or leave him edified. It enraged him. He drove the venerable man away with insults and then sent soldiers after him. When Dometius reached his cave, he began to pray and chant with his two disciples. The soldiers listened for a while, then entered and seized them. They brought the three outside and killed them with a hail of stones. Thus the three venerable men received the crowns of martyrdom together.

Saint Or was the leader of a thousand monks on Mount Nitria in Egypt, where they lived like angels. He had reached the age of ninety, yet he stood upright and healthy, his face radiant. His senses, wisdom, and judgment remained intact; indeed, his judgment seemed to deepen with age. God had given him such grace that even unbelievers and foreigners held him in reverence. This venerable father had earlier lived alone in the depths of the desert, practicing severe ascetic discipline and enduring many struggles. He ate only herbs, drank water when he could find it, and devoted himself entirely to prayer. Later

he moved to a part of the desert closer to other people. There he oversaw the founding of many monasteries and labored tirelessly, planting vineyards, gardens, and various trees with his own hands. The fathers said that before Abba Or came to that desert, nothing grew there. He often prayed for the salvation of the brothers, and for peace, harmony, and brotherly love among them. When he had grown old, an angel of the Lord appeared to him and said, “The Lord has appointed you abbot and leader of a multitude of monks, as many as ten thousand. Be assured that you will shepherd them and guide them to salvation.”

“Whatever you ask of God, you will receive. And the brothers with you will never lack what they need for this life.” Saint Or was also given the grace to know all of Holy Scripture, though he had never learned to read. When the brothers handed him a book, he read it easily and explained it with complete accuracy. God also gave him the grace to drive demons out of His creatures, along with other gifts of healing. His reputation spread far and wide, and as many as three thousand brothers gathered in the desert where he lived. Bishop Heraclides, who wrote about this venerable man and many others, also tells us the following.

“When we went to see him, Saint Or rejoiced and washed our feet with his own hands. Then he gave us a wise and deeply theological teaching from Holy Scripture on Orthodox doctrine. Afterward, he urged us to pray and glorify God, for this was the custom of the Holy Fathers. In every matter, praise and prayer guided them. After that spiritual nourishment of prayer, he invited us to a meal. As he sat at the table, his holy lips were never without stories that edified the soul.” Thus, as we have said, Saint Or’s reputation spread to many places.

Monks came running to him from everywhere. As soon as they arrived, he gathered all the brothers. Some brought stones, others wood, and others water, and that very day he built cells for the newcomers. They lived there and struggled in a way pleasing to God. Once, a deceitful monk came to Saint Or without clothes, pretending that he needed the saint to clothe him. But through the grace of the Holy Spirit dwelling in him, Or saw through the deception and said, “Brother, you have an outer garment and underclothes in such and such a place. Put them on, and do not lie.” After that, no one dared lie to him. It was also wonderful to see

how the many brothers under Saint Or’s care stood in the Church. Their reverence and order were such that they looked like choirs of angels in heaven. All the brothers testified to his great virtue. Saint Melania the Roman, who met him on the mountain, especially admired the holiness of his life. Among other things, people said that he did not seek friendships with the rich and famous. He never told a lie, swore an oath, or cursed anyone, and he never spoke without need.

Thank you.

Among the many virtues of Saint Or, whom we celebrate today, let us dwell on prayer—especially the holy habit of beginning every undertaking with prayer and sanctifying it through prayer. Here we see how to put the saying “Begin with God” into practice. We see how we can sanctify our actions, our time, and our lives. When we begin everything with prayer, continue it with prayer, and let prayer fill every moment, our time and our lives are made holy. For the person who prays, every moment is filled with eternity.

The time we have in this life becomes a means of salvation. It becomes time that can lead us to blessed eternity. By contrast, time that is not filled with prayer must be regarded as wasted. Squandering our time in this way can set us on the path to eternal condemnation.

Our work, family life, free time, and everything else should be surrounded by prayer, so that they become ways of opening ourselves to God and His grace. What prayer gives us is communion with God, whether or not our request is granted. The person who prays always gains something—always.

Such a person is never disappointed by prayer. Even if we do not receive what we ask for, we have gained the great gift of communion with God, which may be far greater than the thing we requested. What could be greater, more desirable, or more precious than having God with us?

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

08 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ\07 08.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα