Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Ο Άγιος Δημήτριος, ο Νέστορας και η μαρτυρία των θαυμάτων

Στις 26 Οκτωβρίου η Εκκλησία τιμά τον Άγιο Δημήτριο και άλλους μάρτυρες, καθώς και τον σεισμό του 740 στην Κωνσταντινούπολη. Ο Δημήτριος δίδασκε τη χριστιανική πίστη στη Θεσσαλονίκη και αρνήθηκε την απαίτηση του Γαλέριου να προσκυνήσει τα είδωλα.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων26 Οκτωβρίου18:40Περισσότεροι άγιοι
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Στις 26 Οκτωβρίου η Εκκλησία τιμά τον Άγιο Δημήτριο και άλλους μάρτυρες, καθώς και τον σεισμό του 740 στην Κωνσταντινούπολη.
  • Ο Δημήτριος δίδασκε τη χριστιανική πίστη στη Θεσσαλονίκη και αρνήθηκε την απαίτηση του Γαλέριου να προσκυνήσει τα είδωλα.
  • Ο Γαλέριος φυλάκισε τον Δημήτριο, και ο νεαρός μαθητής του Νέστορας ζήτησε την ευλογία του πριν αντιμετωπίσει τον ανίκητο αθλητή Λυαίο.
  • Προσευχόμενος για τη βοήθεια του Θεού, ο Νέστορας νίκησε τον Λυαίο, θυμούμενος τη νίκη του Δαβίδ επί του Γολιάθ, και στη συνέχεια εκτελέστηκε.
  • Ο Γαλέριος διέταξε στρατιώτες να τρυπήσουν τον Δημήτριο με δόρατα· ο υπηρέτης του Λούπος μαρτύρησε επίσης, αφού οι θεραπείες συνδέθηκαν με το αίμα του αγίου.
  • Η διήγηση περιγράφει θεραπευτικό μύρο που ρέει από τον τάφο του Δημητρίου και ένα όραμα ασκητή που υπερνίκησε την αμφιβολία του για το θαύμα.
  • Η ομιλία κλείνει με το ερώτημα γιατί κάποιοι μένουν ανέπαφοι από τα θαύματα και καλεί σε ειλικρινή μετάνοια, πίστη και ανοιχτότητα στη χάρη του Θεού.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 19 παράγραφοι

Σήμερα, 26 του μηνός Οκτωβρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Αγίου Μεγαλομάρτηρος και Θαυματουργού Δημητρίου του Μυροβλήτου, των Αγίων Μαρτύρων Αρτεμιδόρου και Βασιλείου, της Αγίας Μάρτυρος Λεπτίνης, του Αγίου Μάρτυρος Γλύκωνος, του Νέου Οσιομάρτυρος Ιωάσαφ και επιτελεί τη μνήμη του Μεγάλου Σεισμού, ο οποίος έγινε το 740 μετά Χριστόν στην Κωνσταντινούπολη.

Και αθλητής του Χριστού Δημήτριος, έζησε κατά τους χρόνους των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού, καταγόταν δε από τη μεγαλούπολη Θεσσαλονίκη. Ήταν ευσεβής ανέκαθεν από τους γονείς του και διδάσκαλος ένθερμος της χριστιανικής πίστεως, με πολλές αγαθοεργίες, με μεγάλη δημοτικότητα, πολύτιμος στύλος της εν Θεσσαλονίκη Εκκλησίας. Όταν επισκέφθηκε τη Θεσσαλονίκη ο τότε Καίσαρας Μαξιμιανός Γαλέριος, καταγγέλθηκε σ' αυτόν ότι ο Δημήτριος όχι μόνο δεν σεβόταν τα είδωλα, αλλά και προέτρεπε με θάρρος και δίδασκε την προς αυτά καταφρόνηση. Ότι ο άνθρωπος αυτός δεν μπορούσε να μείνει μια μέρα ήσυχος εάν δεν έλκυε ένα τουλάχιστον ειδωλολάτρη στη χριστιανική θρησκεία.

Ήταν τολμηρότατος, ότι δεν λάμβανε υπόψη του καμιά αρχή και εξουσία εκτός από τους άρχοντες της Εκκλησίας του. Ότι, κατά την πεποίθησή τους, η δραστηριότητά του ήταν τόση ώστε δεν θα δίσταζε να σηκώσει κεφάλι απέναντι και σε αυτόν τον αυτοκράτορα. Αμέσως διατάχθηκε και έγινε η προσαγωγή του Δημητρίου. Ο αυτοκράτορας, μετά τις συνηθισμένες διατυπώσεις, μετά την ομολογία του Δημητρίου ότι ήταν χριστιανός, είπε προς αυτόν ότι η αυτοκρατορική επιθυμία ήταν να προσέλθει στην ειδωλολατρική θρησκεία, διότι μόνο οι θεοί υπήρξαν επί τόσους αιώνες οι προστάτες του κράτους και μόνοι αυτοί μπορούσαν να διατηρήσουν και στο μέλλον τη δύναμη και τη δόξα του.

Ο Δημήτριος ενώπιον του άρχοντα, με σεβασμό δήλωσε σ' αυτόν ότι δεν θα έβρισκε πιστότερο υπήκοο σε όλη την αυτοκρατορία από αυτόν. Γι' αυτό ήταν υποχρεωμένος να του πει, με όλη την ειλικρίνεια, όλη την αλήθεια. Η ειδωλολατρία με τη δεισιδαίμονα και ψεύτικη πίστη της και την ακόλαστη ηθική της ήταν εκείνη που προπαρασκεύαζε την οικογενειακή, την κοινωνική εξαχρείωση και πολιτική κατάσταση η οποία φερόταν μέρα με τη μέρα προς βαθύτερη και ανεπανόρθωτη κατάπτωση. Αρνούμαι επομένως, βασιλέα, πρόσθεσε τελευταίο ο Δημήτριος, να προδώσω τη θρησκεία του Χριστού μου, η οποία όχι μόνο παρέχει την ηθική λύτρωση και την αιώνια ζωή, αλλά διανοίγει και οδούς δόξας και δυνάμεως στις κοινωνίες και τα κράτη.

Περισσότερο από κάθε άλλη δύναμη εξαγνίζει τις προαιρέσεις, προάγει τη δικαιοσύνη και την αυταπάρνηση, καταρτίζει τους υπηρέτες του λαού άρχοντες και τους πολίτες κάνει φιλόνομους και πειθαρχικούς. Ο άρχοντας δεν επέμενε περισσότερο, αλλά διέταξε ο τόσο τολμηρός χριστιανός να κλειστεί στη φυλακή. Ο Άγιος πέρασε εκεί αρκετές εβδομάδες. Ήταν διατεθειμένοι να τον αφήσουν να πεθάνει από τις κακουχίες και τις στερήσεις χωρίς αθλητικό μαρτύριο, το οποίο θα τον έκανε λαμπρότερο και αγαπητότερο στη συνείδηση των ομοπίστων του. Αλλά κατά τις μέρες εκείνες ήταν να γίνουν αγώνες στο ευρύχωρο στάδιο της Θεσσαλονίκης. Έγιναν με επιμέλεια προπαρασκευές για να τελεστούν κατά το δυνατόν πανηγυρικότερα.

Έμελλε να τους τιμήσει με την παρουσία του ο Καίσαρας. Η ορισμένη μέρα έφτασε και το στάδιο γέμισε κόσμο. Ήταν παρόντες οι πρόκριτοι της πόλεως, το άνθος του στρατού και ο Μαξιμιανός πήρε τη βασιλική του θέση. Μεταξύ των άλλων αθλητών, ο Λυαίος υπερέβαλε κατά το μέγεθος του σώματος και κατά την ανδρεία. Μέχρι την ώρα εκείνη, κανένας δεν είχε μπορέσει να αντιπαλέσει, έστω και για λίγο, μαζί του. Ήταν πλέον εκτός συναγωνισμού. Οι αγωνιστές οι οποίοι τον έβλεπαν στο στάδιο αποσύρονταν. Κατά την ημέρα εκείνη των επισημότατων αγώνων, ο Λυαίος επιδείχθηκε στο στίβο. Ποιος θα τον ανταγωνιζόταν; Ο κήρυκας φώναξε επανειλημμένως, αλλά καμιά απόκριση.

Οι περί τον Καίσαρα σκέφτηκαν να εκμεταλλευτούν την απροσμάχητη δύναμη του Λυαίου κατά των Χριστιανών. Ο Καίσαρας, συμμεριζόμενος τη γνώμη τους, διέταξε τον κήρυκα να φωνάξει ποιος από τους Χριστιανούς είχε το θάρρος, πιστεύοντας στο Θεό του, να ανταγωνιστεί προς τον Λυαίο που ήταν υπό την προστασία των θεών. Μόλις η εκφώνηση του κήρυκα ακούστηκε, νεαρός, μόλις έφηβος, βγήκε με γρηγοράδα από το στάδιο. Ονομαζόταν Νέστορ, ανήκε στους χριστιανούς, ήταν από τους νεαρότερους μαθητές του Δημητρίου, κοινωνός της ευσέβειάς του, αλλά και της φιλότιμης και αδάμαστης γενναιοψυχίας του. Ο Νέστορ εξεγέρθηκε για την πρόσκληση εκείνη των ειδωλολατρών και πόθησε με όλη του την ψυχή να αγωνιστεί εναντίον του Λυαίου.

Να καταισχυνθεί η ειδωλολατρία μέσω της δικής του ασθένειας. Και τώρα πήγαινε να βρει τον Δημήτριο στη φυλακή για να πάρει την ευλογία και ευχή του. Ο Δημήτριος τον δέχθηκε, προσευχήθηκε για αυτόν θερμότατα, τον ενθάρρυνε, τον σφράγισε και του είπε: «Και τον Λυαίο θα νικήσεις και για το Χριστό θα μαρτυρήσεις». Εν τω μεταξύ είχαν γίνει, μεταξύ άλλων, άλλοι αγώνες. Ξαφνικά ο χριστιανός νέος, στη νέα εκφώνηση και πρόκληση του κήρυκα για τον Λυαίο, δήλωσε ότι αυτός δέχεται να αγωνιστεί εναντίον του. Η δήλωση του Νέστορος προκάλεσε κατάπληξη. Ο νεαρός εκείνος, ο οποίος ποτέ δεν ακούστηκε μεταξύ των αθλητικών κύκλων, πώς θα ανταγωνιζόταν αθλητή ανίκητο;

Ο Λυαίος, μόλις τον είδε, φανέρωσε την καταφρόνησή του. «Εγώ», έλεγε, «επαγγέλομαι τον αθλητή, όχι τον ασθενή φονέα». Αλλά ο Νέστορ τον εξανάγκασε με τα λόγια του να τον αντιμετωπίσει. Και στάθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλον κρατώντας τα ξίφη. Ο Λυαίος αγέρωχος, με αφοβία, χάρη και τόλμη ο Νέστορ. Εν τω μεταξύ ο Δημήτριος προσευχόταν στη φυλακή για τον αγαπητό του μαθητή. Παρόμοια και οι παριστάμενοι στο στάδιο χριστιανοί προσεύχονταν θερμά να δώσει ο Κύριος τη νίκη στον Νέστορα. Και ο ίδιος δεόταν στο Θεό να επαναληφθεί το θαύμα της νίκης του νεαρού Δαβίδ κατέναντι της υπερηφάνειας και αυτοπεποιθήσεως του γίγαντα Γολιάθ. Όταν οι αντίπαλοι κινήθηκαν...

Το απέραντο πλήθος των εκεί ειδωλολατρών, μη εξαιρουμένου και αυτού του αυτοκράτορα, περίμεναν να δουν την πτώση και τα αίματα του τολμηρού χριστιανού. Αλλά ξαφνικά, κραυγή φρίκης και κατάπληξης έσχισε ολόκληρο το στάδιο. Γρήγορος ο Νέστορ, αφού αναφώνησε «Ο Θεός του Δημητρίου, βοήθει μοι» και αφού απέτρεψε επιτήδεια το πρώτο χτύπημα, το οποίο θέλησε να κατευθύνει εναντίον του ο ειδωλολάτρης αθλητής, έπληξε θανάσιμα τον Λυαίο και δεν τον άφησε όχι να θριαμβεύσει αλλά ούτε να συνεχίσει τον αγώνα. Μάταια τινάχτηκε ως τίγρις. Το χέρι του απέμεινε ακίνητο, στράφηκε και έπεσε κατά γης, πτώμα άδοξο και βαρύ. Όμως οι ειδωλολάτρες

μόνο δεν επευφήμησαν τον Νέστορα, αλλά και εξεγέρθηκαν εναντίον του. Μύριες φωνές ζήτησαν τον επιτόπου θάνατό του. Ο Καίσαρας δίστασε να προβεί σε τέτοια επαίσχυντη πράξη. Δεν ήθελε να κηλιδώσει τον εαυτό του διατάσσοντας τέτοιο ακατονόμαστο φόνο. Αλλά τα πλήθη διαμαρτυρόμενα κραύγαζαν σχεδόν απειλητικά. Ο αυτοκράτορας τότε, δούλος του όχλου, συνήνεσε. Ας αποκοπεί του νέου Χριστιανού η κεφαλή. Ο Άγιος έσκυψε και με το πλήγμα του ξίφους παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του ζωοδότου Χριστού. Ο Μαξιμιανός, επειδή έμαθε ότι ο Δημήτριος παρακίνησε τον Νέστορα στο εγχείρημά του, έστειλε στρατιώτες και τους πρόσταξε να κατατρυπήσουν με λόγχες τον Άγιο στη φυλακή.

Λόγχες πολλές πέρασαν το στήθος του και ο Μέγας Δημήτριος παρέδωσε την άγια του ψυχή στα χέρια του Θεού, πολλά δε θαύματα και θεραπείες έκανε μετά το μαρτυρικό του θάνατο. Το τίμιο λείψανό του μερικοί Χριστιανοί, αφού το πήραν, το κήδεψαν και το ενταφίασαν. Κάποιος δούλος του Αγίου, ονόματι Λούπος, ο οποίος στεκόταν κοντά στον Άγιο όταν λάμβανε τον υπέρ Χριστού θάνατο, αφού έβαλε το μαρτυρικό αίμα πάνω στο πανωφόρι του Αγίου, καθώς και το δακτυλίδι του Αγίου αφού το έχρισε με το αίμα του, έκανε με αυτά πολλά θαύματα, ώστε γέμισε όλη η Θεσσαλονίκη από τη φήμη των θαυμάτων αυτών. Όταν τα έμαθε αυτά ο Καίσαρας, συνελήφθη ο καλός εκείνος υπηρέτης Λούπος.

Φονεύτηκε αμέσως και έτσι έγινε και αυτός Μάρτυς Ιησού Χριστού. Μετά το θάνατο του Αγίου, θέλοντας ο Θεός να τον δοξάσει, οικονόμησε και έβγαινε μύρο από το σώμα του τόσο πολύ, ώστε παρόλο που οι εντόπιοι και οι από άλλα μέρη ερχόμενοι το έπαιρναν, αυτό όχι μόνο δεν εξαντλούνταν, αλλά και περίσσευε. Είχε δε το μύρο αυτό και τη δύναμη να θεραπεύει αρρώστιες και γι' αυτό οι άνθρωποι το έπαιρναν και με πίστη το έπιναν. Κάποιος ασκητής που έμενε στο Χολομώντα, όταν άκουσε ότι ο Άγιος ανέβλυζε μύρο από τον τάφο, δεν το πίστευε και συλλογιζόταν ότι στο μέρος εκείνο υπήρχαν και άλλοι Άγιοι οι οποίοι υπέμειναν περισσότερα μαρτύρια για το όνομα του Χριστού.

Δεν ανέβλυσαν μύρο και αυτός για ποιο μαρτύριό του δοξάστηκε τόσο από το Θεό; Λοιπόν, ο Θεός θέλοντας να τον βεβαιώσει ότι είναι αληθινό το πράγμα, τι οικονόμησε; Μια νύχτα, αφού διάβασε ο ασκητής εκείνος την ακολουθία του, έπεσε να κοιμηθεί. Του φάνηκε λοιπόν σαν να βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη, μέσα στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, και είδε μπροστά του άνθρωπο που κρατούσε τα κλειδιά του τάφου του Αγίου, στον οποίο είπε: «Άνοιξέ μου να προσκυνήσω». Το άνοιξε λοιπόν εκείνος και μπήκε ο ασκητής μέσα στο κουβούκλιο να προσκυνήσει. Ενώ τον προσκυνούσε, είδε ότι όλος ο τάφος ήταν βρεγμένος από μύρο και ευωδίαζε. Είπε δε στο φύλακα του τάφου: «Σε παρακαλώ

να σκάψουμε εδώ, να δούμε από πού έρχεται το μύρο». Του φάνηκε λοιπόν σαν να έφεραν εργαλεία και άρχισαν να σκάβουν, και ενώ έσκαβαν βρήκαν μεγάλο μάρμαρο, το οποίο με μεγάλο κόπο σήκωσαν, και αμέσως φάνηκε λαμπρό το σώμα του Αγίου, από το οποίο ανέβλυζε μύρο, μύρο το οποίο χυνόταν από τις τρύπες που άνοιξαν στο σώμα του μάρτυρος οι λόγχες των ακοντίων. Τόσο δε πολύ μύρο έβγαινε, ώστε βράχηκε και ο φύλακας του τάφου. Ο δε ασκητής από τον τρόμο του, φοβούμενος να μην πνιγεί από το μύρο, φώναξε μεγαλόφωνα: «Άγιε Δημήτριε, βοήθα». Με τη φωνή αυτή συνήλθε και είδε ότι ήταν όλος αυτός και τα ενδύματά του βρεγμένα από το μύρο.

Είδε το θαύμα αυτό ο ασκητής, σηκώθηκε αμέσως και πήγε στη Θεσσαλονίκη, κηρύττοντας το θαύμα του Αγίου και δοξάζοντας το Θεό. Έμεινε δε εκεί στο ναό αρκετές μέρες και μετά επέστρεψε στο ασκητήριό του λέγοντας: «Μέγας αληθώς είναι ο Άγιος Δημήτριος».

Μύρου από τον τάφο του Αγίου Δημητρίου, η οποία συνέβαινε παλαιότερα και η οποία είναι αναντίρρητο γεγονός, αλλά και τα άλλα θαύματα τα οποία έκανε ο σήμερα εορταζόμενος Άγιος, ακόμη τα τόσα άλλα θαύματα τα οποία έκαναν και εξακολουθούν μέχρι σήμερα να κάνουν τόσοι Άγιοι της Εκκλησίας μας, αλλά και τα θαύματα που έκανε ο ίδιος ο Χριστός, η πηγή των θαυμάτων, είναι απορίας άξιο πώς αφήνουν ασυγκίνητους κάποιους και πώς τελικώς μένουν αυτοί έξω από την πίστη και την Εκκλησία και τη σωτηρία. Δικαιολογημένα θα μπορούσε κανείς και σήμερα να επαναλάβει τη διαπίστωση και το παράπονο, θα μπορούσαμε να πούμε, του Ευαγγελιστού.

Τόσα δε αυτού σημεία πεποιηκότος έμπροσθεν αυτών, ουκ επίστευον εις αυτόν. Ενώ ο Κύριος έκανε τόσα πολλά και τόσο μεγάλα θαύματα, αλλά και εξακολουθεί και μέχρι σήμερα μέσω των Αγίων του να κάνει, δυστυχώς υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι δεν πίστεψαν και δεν πιστεύουν, παραμένουν τυφλοί. Και αιτία της τυφλότητας αυτής, η κακή προαίρεση. Τετύφλωκεν αυτών τους οφθαλμούς και επώρωσεν αυτών την καρδίαν, ίνα μη ίδωσιν τοις οφθαλμοίς και εννοήσωσιν τη καρδία και στραφώσιν και ιάσωμαι αυτούς. Λόγω της κακής τους διαθέσεως και προαιρέσεως, παραχώρησε ο Θεός να τυφλωθούν οι οφθαλμοί της διάνοιάς τους, να σκοτειστεί η καρδιά τους,

να μην δουν με τους πνευματικούς οφθαλμούς και να μην εννοήσουν με την καρδιά τους και επιστραφούν με τη μετάνοια και γιατρέψει τις ψυχές τους. Ο Θεός να δίνει να μην πέσουμε στην κατάσταση αυτή, αλλά πάντα να έχουμε αγαθή και ειλικρινή διάθεση, να μένουμε πάντα ανοιχτοί στη Χάρη του Θεού για να εργάζεται μέσα μας τη μετάνοια, την πίστη και την αγάπη του Αγίου Δημητρίου. Κι έτσι να αξιωθούμε κι εμείς, αν όχι να φτάσουμε στο δικό του ύψος, να γευτούμε κατά κάποιο μέτρο τα αγαθά που απολαμβάνει αυτός.

Αγγλική μετάφρασηEN · 19 παράγραφοι

Today, October 26, our Church commemorates the Holy Great Martyr and Wonderworker Demetrius the Myrrh-streamer; the Holy Martyrs Artemidorus and Basil; the Holy Martyr Leptine; the Holy Martyr Glykon; and the New Monastic Martyr Joasaph. We also commemorate the Great Earthquake that struck Constantinople in AD 740.

Demetrius, an athlete of Christ, lived during the reigns of the emperors Diocletian and Maximian. He came from the great city of Thessaloniki. Raised in piety by his parents, he became a fervent teacher of the Christian faith. His many good works made him widely loved, and he was a precious pillar of the Church in Thessaloniki. When Caesar Galerius Maximian visited the city, people reported to him that Demetrius not only refused to honor the idols but boldly taught others to despise them. They said he could not let a day pass without drawing at least one idolater to the Christian faith.

They said he was so bold that he acknowledged no authority except the leaders of his Church. In their view, his influence was so great that he would even dare to defy the emperor himself. Demetrius was immediately summoned. After the usual formalities, and after Demetrius confessed that he was a Christian, the emperor told him it was his imperial wish that Demetrius embrace the pagan religion. For only the gods, he said, had protected the empire through so many centuries, and only they could preserve its power and glory in the future.

Standing before the ruler, Demetrius respectfully told him that he would find no more loyal subject anywhere in the empire. For that very reason, Demetrius was bound to tell him the whole truth plainly. Paganism, with its superstitious and false beliefs and its immoral way of life, was preparing the way for corruption in family and society, and for a political order sinking day by day into deeper, irreparable decline. 'Therefore, O emperor,' Demetrius concluded, 'I refuse to betray the faith of my Christ. It grants moral deliverance and eternal life, and it opens paths to glory and strength for societies and states.'

More than any other power, it purifies people's intentions, advances justice and self-denial, trains rulers to serve the people, and makes citizens respectful of the law and disciplined. The ruler did not press him further, but ordered this daring Christian imprisoned. The Saint spent several weeks there. They were prepared to let him die from hardship and deprivation, without a martyr's public contest that would make him still more honored and beloved among his fellow believers. But games were soon to be held in Thessaloniki's spacious stadium, and careful preparations were made to celebrate them with all possible splendor.

Caesar himself was to honor the games with his presence. The appointed day arrived, and the stadium filled with people. The city's leading citizens were there, along with the finest soldiers, and Maximian took his imperial seat. Among the contestants, Lyaeus stood out for his size and strength. Until then, no one had managed to hold his own against him even briefly. He was in a class of his own. Fighters withdrew when they saw him enter the stadium. At these especially grand games, Lyaeus stepped into the arena. Who would face him? The herald called out again and again, but no one answered.

Those around Caesar thought they could use Lyaeus's overwhelming strength against the Christians. Caesar agreed and ordered the herald to ask which Christian had the courage to trust in his God and face Lyaeus, who was under the protection of the gods. As soon as the herald's challenge was heard, a young man, scarcely more than a boy, hurried out of the stadium. His name was Nestor. He was a Christian and one of Demetrius's youngest disciples. He shared his teacher's piety, as well as his honorable and unbreakable courage. Outraged by the pagans' challenge, Nestor longed with all his soul to fight Lyaeus.

He wanted paganism to be put to shame through his own weakness. He went to find Demetrius in prison and receive his blessing and prayers. Demetrius welcomed him, prayed fervently for him, encouraged him, made the sign of the Cross over him, and said, 'You will defeat Lyaeus, and you will suffer martyrdom for Christ.' Meanwhile, other contests had taken place. When the herald again called for someone to face Lyaeus, the young Christian suddenly declared that he would fight him. Nestor's answer astonished everyone. How could this young man, whose name had never been heard among the athletes, compete against an undefeated fighter?

The moment Lyaeus saw him, he showed his contempt. 'I am a professional fighter,' he said, 'not a killer of weaklings.' But Nestor's words compelled him to accept the challenge. They stood facing one another with swords in hand: Lyaeus proud and imposing, Nestor fearless, poised, and bold. Meanwhile, Demetrius prayed in prison for his beloved disciple. The Christians present in the stadium also prayed fervently that the Lord would give Nestor victory. Nestor himself prayed to God that the miracle of young David's victory over the proud and self-confident giant Goliath might happen again. When the opponents moved toward each other...

The vast crowd of pagans, including the emperor himself, expected to see the daring Christian fall and bleed. But suddenly a cry of horror and astonishment rang through the whole stadium. Swiftly, Nestor cried out, 'God of Demetrius, help me!' He skillfully turned aside the pagan fighter's first blow, then struck Lyaeus a mortal wound. Lyaeus had no chance to triumph, or even to continue the fight. He sprang forward like a tiger, but in vain. His arm went still; he turned and fell to the ground, a heavy, inglorious corpse. Yet the pagans

not only failed to cheer Nestor; they rose against him. Countless voices demanded that he be killed on the spot. Caesar hesitated to commit so shameful an act. He did not want to stain himself by ordering such an unspeakable murder. But the crowd kept shouting, almost threatening him. The emperor, now a slave to the mob, gave in: the young Christian was to be beheaded. The Saint bowed his head, and with the sword's blow surrendered his soul into the hands of Christ, the Giver of Life. When Maximian learned that Demetrius had encouraged Nestor in his undertaking, he sent soldiers with orders to pierce the Saint with spears in prison.

Many spears pierced his chest, and the great Demetrius surrendered his holy soul into the hands of God. After his martyrdom, many miracles and healings took place through him. Some Christians took his precious remains, prepared them for burial, and laid them in the tomb. One of the Saint's servants, named Lupus, had stood near him as he died for Christ. Lupus gathered the martyr's blood on the Saint's cloak and anointed his ring with it. Through these, many miracles occurred, and their fame spread throughout Thessaloniki. When Caesar heard of them, he had that good servant Lupus arrested.

Lupus was killed at once, and so he too became a martyr of Jesus Christ. After Demetrius's death, God wished to glorify him and ordained that myrrh should flow abundantly from his body. Though local people and visitors from elsewhere took some away, it never ran out; there was always more. This myrrh also had the power to heal illnesses, so people took it and drank it in faith. An ascetic living on Mount Holomontas heard that myrrh flowed from the Saint's tomb, but he did not believe it. He thought of other Saints in that region who had endured even greater torments for the name of Christ.

No myrrh had flowed from their tombs, so why should God glorify this man so greatly for his martyrdom? God wanted to assure him that the account was true. What did He arrange? One night, after the ascetic had read his rule of prayer, he lay down to sleep. He seemed to find himself in Thessaloniki, inside the Church of Saint Demetrius. There he saw a man holding the keys to the Saint's tomb and said to him, 'Open it for me, so I may venerate him.' The man opened it, and the ascetic entered the shrine to venerate the Saint. As he did, he saw that the whole tomb was wet with myrrh and filled with fragrance. He said to the tomb's guardian, 'Please,

let us dig here and see where the myrrh is coming from.' It seemed to him that they brought tools and began to dig. They uncovered a large marble slab and lifted it with great effort. At once the Saint's radiant body appeared. Myrrh flowed from it, pouring out through the wounds the spears had made in the martyr's body. So much myrrh came forth that even the tomb's guardian was soaked. The ascetic, terrified that he might drown in it, cried out loudly, 'Saint Demetrius, help me!' At that cry he awoke and saw that both he and his clothes were drenched in myrrh.

After seeing this miracle, the ascetic rose at once and went to Thessaloniki. He proclaimed the Saint's miracle and glorified God. He stayed at the Church for several days, then returned to his hermitage, saying, 'Saint Demetrius is truly great.'

The flow of myrrh from Saint Demetrius's tomb in former times is an undeniable fact. And there are the other miracles performed by the Saint we celebrate today, the many miracles that so many Saints of our Church have performed and continue to perform, and the miracles of Christ Himself, the source of miracles. It is astonishing that all this leaves some people unmoved, and that they remain outside the faith, the Church, and salvation. We could rightly repeat today the Evangelist's observation and, we might say, his lament.

'Though He had done so many signs before them, they did not believe in Him.' Though the Lord performed so many great miracles, and continues to do so through His Saints even today, sadly there are people who did not believe and still do not believe. They remain blind. The cause of this blindness is an ill-disposed will. 'He has blinded their eyes and hardened their heart, lest they should see with their eyes and understand with their heart, and turn, and I should heal them.' Because of their ill disposition and will, God permitted the eyes of their understanding to be blinded and their hearts to be darkened,

so that they would not see with spiritual eyes, understand with their hearts, turn back in metanoia, in repentance, and have their souls healed. May God grant that we never fall into such a state. May we always have a good and sincere disposition and remain open to the grace of God, so that He may work within us the repentance, faith, and love of Saint Demetrius. Then may we too be counted worthy, even if we do not reach his spiritual heights, to taste in some measure the blessings he enjoys.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

10 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ\26 10.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα