Όσιος Δανιήλ ο Στυλίτης: Υπομονή, χάρη και υπακοή
Γεννημένος από γονείς που ήταν άτεκνοι, κοντά στα Σαμόσατα, ο Δανιήλ αφιερώθηκε στον Θεό και μπήκε στον μοναχικό βίο ως νέος. Ο Όσιος Συμεών ο Στυλίτης τον ευλόγησε και αργότερα τον κατηύθυνε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο Δανιήλ έζησε κοντά σε εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Γεννημένος από γονείς που ήταν άτεκνοι, κοντά στα Σαμόσατα, ο Δανιήλ αφιερώθηκε στον Θεό και μπήκε στον μοναχικό βίο ως νέος.
- Ο Όσιος Συμεών ο Στυλίτης τον ευλόγησε και αργότερα τον κατηύθυνε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο Δανιήλ έζησε κοντά σε εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ.
- Μετά από όραμα του Συμεών και την είδηση του θανάτου του, ο Δανιήλ έχτισε έναν στύλο και αγκάλιασε τις δυσκολίες της ζωής πάνω σε αυτόν.
- Η υπομονή του, οι θεραπείες, η συγχωρητικότητα και οι προφητείες του προσείλκυσαν επισκέπτες, και μερικοί μετανόησαν.
- Ο Δανιήλ κατέβηκε από τον στύλο του για να υπερασπιστεί τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας, όταν ο αυτοκράτορας Βασιλίσκος υποστήριξε τον μονοφυσιτισμό.
- Πέθανε το 490, αφού έδωσε οδηγίες στους μαθητές του και κοινώνησε.
- Η εισήγηση παρουσιάζει την υπομονή του Δανιήλ ως καρπό της θείας χάρης, της υπακοής στο θέλημα του Θεού και της δικής του υπομονετικής προσπάθειας.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 20 παράγραφοι
Ο Δανιήλ γεννήθηκε το 410 σε ένα χωριό της περιφέρειας των Σαμοσάτων της Συρίας. Ο πατέρας του ονομαζόταν Ηλίας και η μητέρα του Μάρθα. Ήταν ευσεβείς, αλλά είχαν μεγάλη θλίψη διότι ήταν άτεκνοι. Η Μάρθα προσευχήθηκε θερμά και με δάκρυα στον Θεό και του ζήτησε να λύσει τη στείρωσή της και να της δώσει παιδί, όπως στη Σάρα τον Ισαάκ, στην Άννα τον Σαμουήλ, στην Ελισάβετ τον Μέγα Πρόδρομο, και υποσχέθηκε το παιδί που θα αποκτούσε να του το αφιέρωνε όπως η Άννα. Έτσι γεννήθηκε ο Δανιήλ, τον οποίον οι γονείς του τον ανέθρεψαν με πολλή επιμέλεια. Σε ηλικία πέντε ετών τον πήγαν σε μοναστήρι και κατά την υπόσχεσή τους τον αφιέρωσαν στον Θεό.
Ο ηγούμενος δεν τον κράτησε τότε στη μονή μέχρι να μεγαλώσει και να γίνει η αναχώρηση με τη δική του γνώμη. Όταν ο μικρός έφτασε στην ηλικία των 12 ετών, καταφρόνησε συγγενείς, φίλους, πλούτο και δόξα και όλα τα θέλγητρα του κόσμου τούτου για την αγάπη του Θεού και ζήτησε να γίνει μοναχός. Παρά τις αρχικές αντιρρήσεις του ηγουμένου, παρέμεινε στη μοναχική πολιτεία, στους δε πνευματικούς αγώνες υπερέβαλε όλους τους άλλους και ζούσε πιο ενάρετα από αυτούς. Οι γονείς του, όταν έμαθαν αυτό, χάρηκαν και κάποια μέρα παρεκάλεσαν τον ηγούμενο να τον κάνει παρουσία τους μοναχό, πράγμα που έγινε. Κάποτε ο ηγούμενος του Οσίου
χρειάστηκε να πάει στην Αντιόχεια για εκκλησιαστικά ζητήματα, παρέλαβε δε μαζί του και τον Δανιήλ. Όταν περνούσαν από το χωριό Τελαδά, στο οποίο ασκήτευε ο Όσιος Συμεών ο Στυλίτης, πλησίασαν στον στύλο του και τον χαιρέτησαν με ευλάβεια. Εκείνος, αφού τους ρώτησε για τον σκοπό της οδοιπορίας, τους είπε να βάλουν τη σκάλα και να ανέβουν. Οι άλλοι δεν θέλησαν και μόνο ο Δανιήλ ανέβηκε και ευλογήθηκε από τον Συμεών. Μετά από λίγο καιρό, ο ηγούμενος πέθανε και οι μοναχοί θέλησαν να κάνουν ηγούμενό τους τον Δανιήλ. Εκείνος από ταπείνωση και για να μην έχει μέριμνες δεν δέχτηκε. Καθώς όμως τον πίεζαν, έφυγε κρυφά και πήγε στον αγαπητό του Συμεών.
Μετά του ζήτησε ευλογία να πάει να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους και κατόπιν να μείνει στην πιο βαθιά έρημο της Ιουδαίας. Ο Συμεών τον εμπόδισε γιατί γίνονταν τότε επιδρομές βαρβάρων και υπήρχαν αναστατώσεις και τον συμβούλευσε να πάει στην Κωνσταντινούπολη. Ο Δανιήλ τελικά υπάκουσε και
εγκαταστάθηκε στον περίβολο του ναού του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ.
Σε λίγο η φήμη των πνευματικών αγώνων και κατορθωμάτων του Οσίου διαδόθηκε μέχρι και αυτή την Κωνσταντινούπολη και πλήθος κόσμου πρόστρεχε σε αυτόν. Όμως ο φθονερός διάβολος έβαλε μερικούς να τον κατηγορήσουν και να ζητήσουν από τον τότε αρχιεπίσκοπο της Κωνσταντινούπολης, Ανατόλιο, να τον διώξει. Εκείνος όμως, ως φρόνιμος και ενάρετος, δεν τους άκουσε.
Τον κάλεσε πρώτα για να τον εξετάσει. Μίλησε, είδε την ευλάβειά του και θέλησε να τον κάνει ηγούμενο σε μοναστήρια. Αλλά ο Όσιος του ζήτησε ως μοναδική χάρη να τον αφήσει στο ησυχαστήριό του. Έτσι και έγινε. Μετά από καιρό ο Πατριάρχης αρρώστησε, προσκάλεσε δε τον Όσιο να προσευχηθεί γι' αυτόν. Ο Δανιήλ έπεσε στα γόνατα, παρεκάλεσε και ο Θεός τον άκουσε και θεράπευσε τον Πατριάρχη. Ο δε θαυματουργός Όσιος δεν ζήτησε άλλη χάρη από το να συγχωρέσει τους συκοφάντες του. Ο Αρχιερέας του αποκρίθηκε: «Όχι μόνο να τους συγχωρήσω, αλλά και να τους ευχαριστήσω πρέπει, διότι ήταν η αιτία που γνώρισα εσένα τόσο τώρα ευεργέτη μου».
Συμπληρώθηκαν εννέα χρόνια παραμονής στο μέρος εκείνο. Κάποια μέρα, καθώς προσευχόταν, είδε στύλο πολύ ψηλό και στην κορυφή του τον Όσιο Συμεών με δύο αστραπηφόρους νέους. Ο σεβάσμιος Στυλίτης του είπε: «Ανάβα, Δανιήλ, προς με». Εκείνος αποκρίθηκε: «Πώς να ανέβω σε τόσο ύψος;» Αλλά οι λαμπροφόροι νέοι ήλθαν ως πτερωτοί, τον πήραν και τον ανέβασαν. Όταν ο Δανιήλ ήλθε στον εαυτό του, άρχισε να σκέπτεται τι άραγε να σήμαινε εκείνο το όραμα.
Πέρασαν πολλές μέρες και, πηγαίνοντας στην Κωνσταντινούπολη, ο μαθητής του Οσίου Συμεών, Σέργιος, για να δώσει στον βασιλέα ως πολύτιμο δώρο το κουκούλι του στυλίτου, κατέλησε στη Μονή των Ακοιμήτων. Καθώς άκουσε για τον Δανιήλ, τον επισκέφθηκε και τον πληροφόρησε ότι ο Συμεών απέθανε. Ο Δανιήλ λυπήθηκε, του είπε δε το όραμα που προαναφέρθηκε. Εκείνος κατάλαβε ότι ήταν θέλημα Θεού ο Δανιήλ να γίνει διάδοχος του στυλίτου Συμεών και του έδωσε το κουκούλι. Συναναστρεφόμενος δε ο Δανιήλ επί πολλές μέρες με τον Σέργιο, έμαθε από αυτόν με λεπτομέρειες τις διδαχές, τις συνήθειες και την όλη συμπεριφορά του μεγάλου στυλίτου. Οι διηγήσεις εκείνες άναψαν στην ψυχή του τον πόθο για παρόμοια ζωή. Ερεύνησε την περιοχή και βρήκε ερημικό τόπο κατάλληλο και, αφού έκτισε εκεί ψηλό στύλο, τον χρησιμοποίησε για κατοικία του. Έμεινε λοιπόν ο Όσιος στον στύλο, υπομένοντας με καρτερία θαυμαστή
καύσωνα της μέρας και το ψύχος της νύχτας. Ο μισόκαλος όμως διάβολος υπέβαλε στον Γελάνιο που εξουσίαζε τον τόπο εκείνο να καταστρέψει τον στύλο και πρόσταξε τον άνθρωπο του Θεού γρήγορα να κατέβει. Ο Όσιος κατέβαινε με ταπείνωση. Όταν όμως ο Γελάνιος είδε τα καταπληγωμένα από το στάσιμο πόδια του, τον ευλαβήθηκε και του ζήτησε να τον συγχωρέσει. Μάλιστα, το έκανε ο ίδιος τον στύλο ψηλότερο και στερεότερο. Μετά από μερικές μέρες ήλθε κάποιος ηλικιωμένος νομικός, βαστάζοντας τον γιο του που είχε φοβερό δαιμόνιο, και με δάκρυα παρακαλούσε τον Όσιο να τον σπλαχνιστεί. Εκείνος του είπε: «Εάν πιστεύεις ότι μπορώ να τον θεραπεύσω, να γίνει κατά την πίστη σου».
Πρόσταξε δε να δώσουν οι μαθητές του στον πάσχοντα να πιει λάδι. Το δαιμόνιο τον έριξε κάτω και φώναζε: «Εξέρχομαι». Ο άρρωστος θεραπεύτηκε, έμεινε κοντά στον Άγιο και έγινε μοναχός. Τον καιρό εκείνο βασίλευε ο Λέων ο πρώτος ο Μακέλλης. Αυτός έβαλε μεσίτη τον Όσιο να παρακαλέσει τον Κύριο να αποκτήσει η θυγατέρα του παιδί αρσενικό για να γίνει κληρονόμος της βασιλείας του. Ο Άγιος του είπε: «Τον επόμενο χρόνο, την τάδε μέρα, η θυγατέρα σου θα αποκτήσει παιδί και μην λυπάσαι». Την ορισμένη μέρα γεννήθηκε αγόρι κατά την προφητεία του Αγίου. Κάποιοι αιρετικοί μηχανεύτηκαν να προκαλέσουν την πτώση και δυσφήμισή του.
Βρήκαν κάποια ωραία κατά την εμφάνιση και ελαφρά κατά τα ήθη γυναίκα, της υποσχέθηκαν γενναία πληρωμή και την έστειλαν στον Στυλίτη για να ρίξει αυτόν ή κάποιους από τους μαθητές του στην αμαρτία. Αλλά παρόλες τις πονηριές της δεν κατόρθωσε τίποτε. Σαν τιμωρία δε για το ανόσιο εγχείρημά της καταλήφθηκε από δαιμόνιο. Αλλά ο Όσιος δε μνησικακούσε. Όταν κάποιοι την πήγαν σ' αυτόν, τη συγχώρεσε και τη γιατρέψε. Αυτή, θαυμάζοντας για τη φιλανθρωπία του Οσίου και μετανοώντας, καταφιλούσε τον στύλο, ζήτησε συγνώμη και έζησε την υπόλοιπη ζωή της με πολλή σωφροσύνη. Αλλά και ο Πατριάρχης Γεννάδιος πήγε στον Όσιο, τον χειροτόνησε ιερέα
και, αφού ανέβηκε στον στύλο, του μετέδωσε τα άχραντα μυστήρια. Ακόμη και σε ξένους ηγεμόνες έφτασε η φήμη του Οσίου και ποθούσαν να τον γνωρίσουν. Έτσι ο βασιλέας των Λαζών, ο Γουβέζιος, που πήγε στην Κωνσταντινούπολη, πήγε και στον Όσιο, θαύμασε την καρτερία του, προσκύνησε τον στύλο του και είπε: «Σε ευχαριστώ, Επουράνιε Βασιλεύ, διότι με αξίωσες να απολαύσω τον ουράνιο άνθρωπο». Κάποια χρονιά ο χειμώνας ήταν ιδιαίτερα βαρύς, οι άνεμοι δυνατοί και πολλά τα χιόνια. Όλα αυτά τα υπέμεινε ο Άγιος γυμνός και άστεγος. Κάποιο πρωί τον βρήκαν παγωμένο. Ζέσταναν νερό και τον έβρεξαν. Σε λίγη ώρα συνήλθε και τους είπε:
«Με πειράξατε ενώ κοιμόμουν γλυκύτατα. Λίγη ώρα είναι που επικαλέστηκα τον Κύριο σε βοήθεια και αποκοιμήθηκα». Ο Όσιος, με το προορατικό του χάρισμα, προείπε ότι ο βασιλέας των Βανδάλων Γιζέριχος, που είχε επιχειρήσει εκστρατεία κατά Βυζαντινών περιοχών, θα επέστρεφε ντροπιασμένος και άπρακτος. Η πρόρρηση επαληθεύτηκε και ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου τον ρώτησε τι θα ήθελε να του ζητήσει. «Την εδώ ανακομιδή του λειψάνου του Οσίου Συμεών του Στυλίτου», του είπε, και η επιθυμία του εκτελέσθηκε. Βασιλικοί απεσταλμένοι έφεραν το τίμιο λείψανο προς ανέκφραστη χαρά του Δανιήλ και το απέθεσαν σε έναν οικίσκο που έκτισε ο βασιλέας κοντά στον στύλο.
Μετά τον θάνατο του Λέοντος του Μακέλλη, βασιλέας έγινε ο Ίσαυρος Ζήνων. Από αυτόν άρπαξε τη βασιλεία ο Βασιλίσκος, ο οποίος θέλησε να υποστηρίξει τη μονοφυσιτική αίρεση του Ευτυχούς και εξέδωσε εγκύκλιο με την οποία αποκήρυττε την Τέταρτη Οικουμενική Σύνοδο. Ο τότε Πατριάρχης Ακάκιος διαμαρτυρήθηκε έντονα και παρεκάλεσε τον Όσιο Δανιήλ να βοηθήσει με το κύρος του την Εκκλησία, διότι άλλη ελπίδα δεν είχαν. Ο Δανιήλ κατέβηκε τότε από τον στύλο του και πήγε στην Κωνσταντινούπολη ως συνήγορος και πρόμαχος της εν Χαλκηδόνι Συνόδου. Η παρουσία του ενθάρρυνε τους Ορθοδόξους και ο λόγος του φάνηκε ισχυρότερος από τις βασιλικές επιταγές.
Ο Βασιλίσκος... βλέποντας τη διογκούμενη αντίδραση, αναγκάστηκε να υποχωρήσει και να ανακαλέσει την εγκύκλιό του, η οποία υποστήριζε την αίρεση. Έτσι έφτασε ο Άγιος σε ηλικία 80 ετών και συμπληρώθηκαν οι ημέρες της πρόσκαιρης αυτής ζωής. Κάλεσε λοιπόν τους μαθητές του και τους νουθέτησε συγκινητικότατα. Έπειτα κοινώνησε τα άχραντα μυστήρια από τα χέρια του τότε Πατριάρχου Ευφημίου, ο οποίος ονομάστηκε Προστάτης των Ορθοδόξων, και έτσι παρέδωσε την οσία του ψυχή στα χέρια του Αγίου Θεού κατά το έτος 490 μετά Χριστόν. Η κηδεία του έγινε με συρροή αναρίθμητου λαού και επισήμων, με πρώτον τον Πατριάρχη. Το τίμιο του λείψανο το
έβαλαν κατ' εντολή του σε μολύβδινη θήκη και το έθαψαν στον τόπο που είδε τις ασκήσεις του.
Ο βίος του σήμερα εορταζομένου Οσίου Δανιήλ του Στυλίτου δεν μπορεί παρά να προβληματίσει ή και να εμπνεύσει κάθε καλοπροαίρετο άνθρωπο. Νομίζουμε ότι θα μπορούσαμε να προσέξουμε και να τονίσουμε τα ακόλουθα. Πρώτον, ότι η ζωή και ο πνευματικός του αγώνας ήταν υπεράνθρωπον. Δεν ήταν θέμα απλώς τεράστιας υπομονής αλλά και πάνω από τις ανθρώπινες φυσικές αντοχές, διότι κανονικά ο άνθρωπος, κι αν ακόμη κάνει υπομονή και μείνει λίγες ώρες μέσα στο κρύο χωρίς την κατάλληλη ενδυμασία, θα αρρωστήσει. Ο Όσιος όμως έμενε στην παγωνιά ολόκληρο χειμώνα και όχι μόνο δεν αρρώσταινε αλλά μπορούσε να αισθάνεται τόσο άνετα
να κοιμάται ευχάριστα. Αυτό αναδείκνυε το δεύτερο το οποίο θα μπορούσαμε να τονίσουμε, δηλαδή τον παράγοντα της χάρης του Θεού, χωρίς την οποία ούτε την ψυχική ούτε τη σωματική αντοχή θα είχε για να μείνει επάνω στον στύλο. Τη χάρη δε αυτή την πήρε από τον Θεό, καθόσον, και ερχόμαστε στο τρίτο που θα θέλαμε να τονίσουμε, αυτό που έκαμνε, ας θυμηθούμε το όραμα που είδε πριν ανέβει στον στύλο, ήταν υπακοή στο θέλημα του Θεού και όχι δικό του θέλημα. Εφόσον το ήθελε ο Θεός, έδωσε και τη δύναμη που χρειαζόταν για να πραγματοποιηθεί. Και τέταρτον, ότι κοντά στο θέλημα και τη χάρη του Θεού ο Όσιος πρόσθεσε τη δική του συμβολή, έβαλε τη δική του επιθυμία, προσπάθεια και υπομονή. Έτσι είχαμε τον ωραίο καρπό της υπομονής και τα μαρτυρικά στίγματα τα οποία μπορούσαν να συγκινήσουν και να οδηγήσουν στη μετάνοια. Ας θυμηθούμε τη μεταστροφή του Γελανίου που έγινε όταν είδε τις πληγές στα πόδια του Οσίου. Εάν η δική μας ζωή δεν συγκινεί και δεν αλλοιώνει το περιβάλλον μας, νομίζουμε ότι οφείλεται στο ότι δεν φέρουμε τα μαρτυρικά στίγματα, τα στίγματα του Χριστού. Από μας ίσως ο Θεός δεν θέλει να ανεβούμε σε έναν στύλο. Ευχαριστώ.
Μιμηθούμε τον Όσιο Δανιήλ στην υπομονή και στην υπακοή στο θέλημα του Θεού θα έχουμε κάνει ό,τι καλύτερο για μας και τους άλλους.
Αγγλική μετάφρασηEN · 20 παράγραφοι
Daniel was born in 410 in a village near Samosata in Syria. His father was named Elias, and his mother, Martha. They were devout, but grieved deeply because they had no children. Martha prayed fervently to God with tears, asking Him to end her barrenness and give her a child, as He had given Isaac to Sarah, Samuel to Hannah, and the great Forerunner to Elizabeth. She promised to dedicate the child to God, as Hannah had done. And so Daniel was born. His parents raised him with great care. When he was five, they took him to a monastery and, as they had promised, dedicated him to God.
The abbot did not keep him at the monastery then. He wanted Daniel to grow up and make that choice for himself. When the boy reached the age of twelve, he set aside relatives, friends, wealth, glory, and all the attractions of this world for the love of God, and asked to become a monk. Despite the abbot’s initial objections, he entered monastic life. He surpassed the others in his spiritual struggles and lived more virtuously than they did. When his parents heard this, they rejoiced. One day they asked the abbot to make him a monk in their presence, and he did. On another occasion, the abbot of Saint Daniel’s monastery
had to go to Antioch on Church business, and he took Daniel with him. As they passed through the village of Telada, where Saint Simeon the Stylite lived as an ascetic, they approached his pillar and greeted him reverently. After asking why they were traveling, Simeon told them to set up the ladder and climb up. The others declined; only Daniel climbed up and received Simeon’s blessing. Some time later, the abbot died, and the monks wanted Daniel to become their abbot. Out of humility, and to avoid the cares of that office, he refused. When they kept pressing him, he slipped away secretly and went to his beloved Simeon.
Daniel then asked Simeon’s blessing to make a pilgrimage to the Holy Land and afterward settle in the deepest part of the Judean desert. Simeon held him back because there were barbarian raids and unrest at the time. He advised Daniel to go to Constantinople instead. In the end, Daniel obeyed and
settled in the grounds of the church of the Archangel Michael.
Before long, word of the saint’s spiritual struggles and achievements spread as far as Constantinople, and crowds came to see him. But the envious devil prompted some people to accuse him and ask Anatolius, then Archbishop of Constantinople, to drive him away. Anatolius was wise and virtuous, and did not listen to them.
First, Anatolius summoned Daniel to speak with him. He saw Daniel’s reverence and wanted to make him abbot of a monastery. But Daniel asked for only one favor: to be left in his hesychasterion, his hermitage. And so he was. Some time later, the Patriarch fell ill and invited Daniel to pray for him. Daniel knelt and pleaded with God, who heard him and healed the Patriarch. Daniel, through whom this wonder had been worked, asked for no other favor than that his accusers be forgiven. The Patriarch replied, “I must do more than forgive them. I must thank them, because they were the reason I came to know you, who have now done me such good.”
Daniel had spent nine years in that place. One day, while he was praying, he saw a very tall pillar. At its top stood Saint Simeon with two young men shining like lightning. The venerable stylite said to him, “Come up to me, Daniel.” Daniel replied, “How can I climb so high?” But the radiant young men came as though on wings, took him, and lifted him up. When Daniel came to himself, he began to wonder what the vision meant.
Many days passed. Then Sergius, a disciple of Saint Simeon, was traveling to Constantinople to present the emperor with the stylite’s monastic hood as a precious gift. He stopped at the Monastery of the Sleepless Ones. Hearing about Daniel, he visited him and told him that Simeon had died. Daniel was saddened and told Sergius about his vision. Sergius understood that it was God’s will for Daniel to succeed Simeon as a stylite, and he gave him the hood. Daniel spent many days with Sergius, learning in detail about the great stylite’s teachings, habits, and way of life. These accounts kindled in his soul a longing for a similar life. He searched the area, found a suitable secluded place, built a tall pillar there, and made it his dwelling. So the saint lived on the pillar, enduring with remarkable fortitude
the heat of the day and the cold of the night. But the devil, who hates what is good, prompted Gelanius, the man who controlled that land, to destroy the pillar. Gelanius ordered the man of God to come down at once, and Daniel humbly began to descend. But when Gelanius saw how badly Daniel’s feet had been wounded by standing there, he came to revere him and asked his forgiveness. He even made the pillar taller and stronger himself. A few days later, an elderly lawyer came carrying his son, who was terribly afflicted by a demon. In tears, he begged the saint to have compassion on him. Daniel said, “If you believe I can heal him, let it be according to your faith.”
Daniel told his disciples to give the afflicted young man some oil to drink. The demon threw him to the ground and cried out, “I am coming out!” The young man was healed, stayed with the saint, and became a monk. At that time Leo I, called Macelles, was emperor. He asked Daniel to intercede with the Lord so that his daughter might have a son to inherit his throne. The saint told him, “Next year, on a certain day, your daughter will have a child. Do not be troubled.” On the appointed day, a boy was born, just as the saint had foretold. Some heretics then plotted to bring about Daniel’s downfall and disgrace.
They found a woman who was beautiful in appearance but loose in her conduct. They promised her a generous payment and sent her to the stylite to draw him or one of his disciples into sin. Despite all her schemes, she achieved nothing. As punishment for her wicked attempt, she became possessed by a demon. But Daniel bore her no grudge. When people brought her to him, he forgave and healed her. Amazed by his compassion and moved to repentance, she kissed the pillar, asked forgiveness, and lived the rest of her life with great chastity. Patriarch Gennadius also came to Daniel and ordained him a priest
and, after climbing the pillar, gave him Holy Communion, the most pure Mysteries. Daniel’s fame even reached foreign rulers, who longed to meet him. Gubazes, king of the Laz, came to Constantinople and visited the saint. He marveled at Daniel’s endurance, venerated his pillar, and said, “I thank You, Heavenly King, for counting me worthy to behold this heavenly man.” One year the winter was especially harsh, with strong winds and heavy snow. The saint endured it all, exposed to the elements and without a roof over his head. One morning they found him frozen with cold. They heated some water and poured it over him. After a short while he revived and said to them:
“You disturbed me while I was sleeping so sweetly. A little while ago I called upon the Lord for help and fell asleep.” Through his gift of foreknowledge, Daniel foretold that Gaiseric, king of the Vandals, who had launched a campaign against Byzantine lands, would return in shame, having achieved nothing. The prediction came true, and the Byzantine emperor asked Daniel what favor he wanted. “Bring the relics of Saint Simeon the Stylite here,” Daniel said, and his wish was granted. Imperial envoys brought the precious relics, to Daniel’s inexpressible joy, and placed them in a small building the emperor had built near the pillar.
After the death of Leo Macelles, Zeno the Isaurian became emperor. Basiliscus seized the throne from him. Basiliscus wanted to support the Monophysite heresy of Eutyches, and issued an encyclical repudiating the Fourth Ecumenical Council. Patriarch Acacius protested strongly and begged Saint Daniel to use his standing to help the Church, for they had no other hope. Daniel then came down from his pillar and went to Constantinople to defend the Council of Chalcedon. His presence encouraged the Orthodox, and his words proved stronger than the emperor’s commands.
Seeing the growing opposition, Basiliscus was forced to yield and withdraw the encyclical that supported the heresy. Daniel reached the age of eighty, and the days of his earthly life drew to a close. He called his disciples together and gave them deeply moving counsel. Then he received Holy Communion, the most pure Mysteries, from the hands of Patriarch Euphemius, who was called the Defender of the Orthodox. In this way, in the year 490 after Christ, he entrusted his saintly soul into the hands of the Holy God. Countless people and dignitaries attended his funeral, with the Patriarch at their head. His precious relics
were placed, at his instruction, in a lead casket and buried in the place where he had lived his ascetic life.
The life of Saint Daniel the Stylite, whom we celebrate today, must surely make every person of goodwill reflect, and perhaps inspire them. I think we can draw attention to four things. First, his life and spiritual struggle were beyond ordinary human powers. This was more than extraordinary patient endurance; it exceeded the natural limits of the human body. Normally, even if someone endures a few hours in the cold without proper clothing, they will fall ill. Yet the saint stayed in the freezing cold for an entire winter. He did not fall ill, and he could even feel comfortable enough
to sleep peacefully. This points to the second thing: God’s grace. Without it, Daniel would have had neither the strength of soul nor the bodily endurance to remain on the pillar. He received that grace from God because—and this is the third thing—what he was doing was obedience to God’s will, rather than the pursuit of his own. Remember the vision he saw before climbing the pillar. Since God willed it, God also gave him the strength to carry it out. Fourth, Daniel added his own part to God’s will and grace: his own desire, effort, and patient endurance. Thus came the beautiful fruit of endurance and the wounds he bore like a martyr, which could move others and lead them to metanoia, to repentance. Remember how Gelanius changed when he saw the wounds on Daniel’s feet. If our lives do not move those around us or change the world immediately around us, I think it is because we do not bear such wounds, the marks of Christ. God may not ask us to climb a pillar. Thank you.
If we imitate Saint Daniel in patient endurance and obedience to God’s will, we will have done the best we can for ourselves and for others.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ\11 12 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.