Άγιος Κορνήλιος, το όραμα του Πέτρου και ο φόβος του Θεού
Η Εκκλησία τιμά τον Κορνήλιο τον Εκατόνταρχο, έναν εθνικό στην Καισάρεια, του οποίου η οικογένεια προσευχόταν τακτικά και έδινε πολλές ελεημοσύνες στους φτωχούς. Άγγελος δίνει εντολή στον Κορνήλιο να καλέσει τον Πέτρο από την Ιόππη, ενώ ο Πέτρος βλέπει όραμα που τον διδάσκει να μη θεωρεί κανέναν ακάθαρτο.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η Εκκλησία τιμά τον Κορνήλιο τον Εκατόνταρχο, έναν εθνικό στην Καισάρεια, του οποίου η οικογένεια προσευχόταν τακτικά και έδινε πολλές ελεημοσύνες στους φτωχούς.
- Άγγελος δίνει εντολή στον Κορνήλιο να καλέσει τον Πέτρο από την Ιόππη, ενώ ο Πέτρος βλέπει όραμα που τον διδάσκει να μη θεωρεί κανέναν ακάθαρτο.
- Ο Πέτρος επισκέπτεται τον Κορνήλιο και κηρύττει το έργο, τον θάνατο, την ανάσταση του Ιησού Χριστού και τη συγχώρηση των αμαρτιών.
- Το Άγιο Πνεύμα κατέρχεται επάνω στον Κορνήλιο και στους συνοδούς του, και ο Πέτρος διατάσσει να βαπτιστούν.
- Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, ο Κορνήλιος αργότερα κήρυξε ως επίσκοπος στη Μικρά Ασία και παρέμεινε σταθερός όταν ένας έπαρχος προσπάθησε να τον αναγκάσει να απαρνηθεί τον Χριστό.
- Ο έπαρχος και η οικογένειά του βαπτίζονται αφού σώθηκαν από την κατάρρευση ενός ναού και είδαν την απελευθέρωση του Κορνηλίου από τα δεσμά του.
- Η ομιλία κλείνει εξηγώντας ότι ο φόβος του Θεού είναι σεβασμός που εκφράζεται με υπακοή, φέρνοντας σοφία, χαρά και εμπιστοσύνη στο έλεος του Θεού.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 19 παράγραφοι
Σήμερα, 13 του μηνός Σεπτεμβρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη των εγκαινίων του Θείου Ναού της του Χριστού Αναστάσεως, του Αγίου Μάρτυρος Κορνηλίου του Εκατοντάρχου, του Αγίου Μάρτυρος Στράτονος, των Αγίων Μαρτύρων Κρονίδου, Λεοντίου, Σεραπίωνος, Γορδιανού, Σελεύκου, Μακροβίου, Ουαλερίου ή Ουαλεριανού, Λουκιανού, Ζωτικού και Ηλί, του Οσίου Πέτρου του εν Αγρεία και του Οσίου Ιεροθέου του Νέου, ο οποίος άσκησε στην Ιερά Μονή των Ιβήρων του Άθω.
Σήμερα εορταζόμενο Άγιο Μάρτυρα Κορνήλιο τον Εκατόνταρχο αναφέρουν οι Πράξεις των Αποστόλων στο δέκατο κεφάλαιο. Ήταν εθνικός, μη Ιουδαίος, ο οποίος διέμενε στην Καισάρεια της Παλαιστίνης και είχε το αξίωμα του Εκατοντάρχου. Μολονότι δεν ήταν Ιουδαίος, ανήκε όμως στους θεοσεβείς εκείνους εθνικούς, οι οποίοι είχαν απαρνηθεί την ειδωλολατρία και παραδεχόταν τον ένα Θεό. Όχι δε μόνον αυτός, αλλά και όλη η οικογένειά του προσευχόταν τακτικά και έκαμνε πολλές ελεημοσύνες στο λαό.
Μια μέρα, ενώ ο Απόστολος Πέτρος βρισκόταν στην Ιώπη, ο Κορνήλιος, κατά την ενάτη ώρα, κατά το τότε ωρολόγιο, δηλαδή γύρω στις τρεις το απόγευμα, είδε το εξής όραμα. Ενώ προσευχόταν, Άγγελος Θεού ήλθε και του είπε: «Κορνήλιε». Εκείνος τον κοίταξε γεμάτος φόβο και του απάντησε: «Τι θέλεις, Κύριε;» Ο Άγγελος πρόσθεσε: «Οι προσευχές σου και η ελεημοσύνη σου ανέβηκαν ενώπιον του Θεού. Στείλε λοιπόν τώρα στην Ιώπη άνδρες να φέρουν εδώ τον Σίμωνα, τον επωνομαζόμενο Πέτρο. Θα τον βρουν να φιλοξενείται σε κάποιον Σίμωνα Βυρσοδέψη, του οποίου το σπίτι είναι κοντά στη θάλασσα. Ο Πέτρος θα σου πει τι πρέπει να κάνεις». Και ο άγγελος έγινε άφαντος. Ο Κορνήλιος φώναξε αμέσως δύο από τους υπηρέτες του και κάποιον ευσεβή και έμπιστό του στρατιώτη.
Και αφού τους εξήγησε τα καθέκαστα, τους έστειλε στην Ιώπη. Την επομένη, ενώ αυτοί πλησίαζαν στην Ιώπη, ο Πέτρος κατά το μεσημέρι ανέβηκε στο δώμα για να προσευχηθεί. Εν τω μεταξύ πείνασε και μετά την προσευχή ήθελε να φάγει. Αλλά ενώ ακόμη το φαγητό ετοιμαζόταν, τον κατέλαβε έκσταση και είδε τον ουρανό ανοιγμένο και κάποιο σκεύος, το οποίο κατέβαινε σαν οθόνη μεγάλη, μεγάλο σεντόνι προς τη γη. Ήταν δε μέσα σ' αυτό όλα τα τετράποδα της γης και τα θηρία και τα ερπετά και τα πτηνά. Και μια φωνή είπε προς τον Πέτρο: «Αναστάς, Πέτρε, θύσον και φάγε». «Σήκω, Πέτρε, θυσίασε και φάγε». Ο Πέτρος αρνήθηκε με ζωηρότητα διότι υπήρχαν εκεί και ζώα και πτηνά
τα οποία από τον Ιουδαϊκό νόμο χαρακτηρίζονται μολυσμένα και ακάθαρτα. Αλλά η φωνή ακούστηκε για δεύτερη φορά λέγοντάς του τώρα: «Α ο Θεός εκαθάρισε, συ μη κοίνου». Δηλαδή στο νέο νόμο του Ευαγγελίου κάθε τροφή είναι καθαρή. Μην εξακολουθείς λοιπόν να βλέπεις μολυσμένα και ακάθαρτα όπου δεν υπάρχουν τέτοια. Η φωνή ακούστηκε και για τρίτη φορά με την ίδια προτροπή. Έπειτα η οθόνη ανέβηκε προς τον ουρανό. Η όραση και η ακοή αυτές ήθελαν να υποδηλώσουν ακόμη στον Πέτρο ότι καθώς έπαυσε η διάκριση ακαθάρτων φαγητών, έτσι και πολύ περισσότερο δεν υπάρχουν πλέον άνθρωποι ακάθαρτοι, όπως θεωρούσαν τους εθνικούς οι Ιουδαίοι.
Όλοι έχουν κληθεί να καθαριστούν και να αγιαστούν δια του Ιησού Χριστού. Ο Πέτρος όμως δεν είχε λύσει ακόμη εντελώς την απορία του και έμενε κυριευμένος από τη σκέψη τι άραγε σήμαινε εκείνο το όραμα. Όταν οι απεσταλμένοι από τον Κορνήλιο ρώτησαν και πληροφορήθηκαν εν τω μεταξύ ποιο ήταν το σπίτι του Σίμωνος του Βυρσοδέψου, στάθηκαν στην εξώπορτά του και αφού φώναξαν ρώτησαν εάν ο Σίμων ο επωνομαζόμενος Πέτρος φιλοξενούνταν εκεί. Εν τω μεταξύ, ενώ ακόμη ο Πέτρος διαλογιζόταν για το όραμα, του είπε το Πνεύμα του Θεού: «Να, τρεις άνδρες σε ζητούν. Σήκω λοιπόν και κατέβα και πήγαινε μαζί τους και μη εμποδιστείς από το ότι είναι αυτοί εθνικοί. Τους απέστειλα εγώ».
Ο Πέτρος έσπευσε και κατέβηκε προς τους απεσταλμένους του Κορνηλίου. Είπε δε προς αυτούς: «Εγώ είμαι εκείνος τον οποίο ζητάτε. Γιατί ήλθατε εδώ;» Οι απεσταλμένοι αποκρίθηκαν: «Ο εκατόνταρχος Κορνήλιος, άνδρας δίκαιος και θεοσεβής, καθώς μαρτυρούν και όλοι οι Ιουδαίοι στην Καισάρεια, ευγνώμονες για τις ευεργεσίες που τους έχει κάνει, διατάχθηκε σε όραμα από Άγιο Άγγελο να στείλει και να σε προσκαλέσει στο σπίτι του για να τον διδάξεις και να τον συμβουλεύσεις». Και τότε μεν ο Πέτρος αμέσως τους κάλεσε να εισέλθουν για να φιλοξενηθούν. Την δε επομένη αναχώρησε μαζί τους, μαζί δε και μερικοί από τους χριστιανούς της Ιώπης. Την επομένη εισερχόταν στην Καισάρεια. Τους περίμενε δε ο Κορνήλιος στο σπίτι του,
έχοντας κοντά του τους οικείους του και τους στενότερους φίλους. Όταν δε πλησίαζε να εισέλθει ο Πέτρος, ο Κορνήλιος προϋπαντώντας τον πρόσπεσε στα πόδια του και τον προσκύνησε. Ο Πέτρος δείχνοντας την ταπεινοφροσύνη του, τον σήκωσε αμέσως λέγοντας: «Σήκω επάνω, κι εγώ άνθρωπος είμαι». Συνομιλώντας δε μαζί του, μπήκε μέσα στο σπίτι και βρήκε όλους τους άλλους που είχαν μαζευτεί. Είπε δε προς αυτούς: «Εσείς γνωρίζετε ότι κατά τον Μωσαϊκό νόμο δεν επιτρέπεται σε άνδρα Ιουδαίο να τρώγει μαζί ή απλώς να προσέρχεται και να συναναστρέφεται με αλλόφυλο. Αλλά ο Θεός φανέρωσε σε μένα να μη θεωρώ κανένα άνθρωπο μολυσμένο και ακάθαρτο. Γι' αυτό και χωρίς καμιά αντίρρηση άκουσα την προς εμέ πρόσκληση του Κορνηλίου
και ήλθα εδώ. Ρωτώ λοιπόν να μάθω για ποιο λόγο με προσκαλέσατε». Ο Κορνήλιος απάντησε: «Εδώ και τέσσερις μέρες βρίσκομαι σε νηστεία, διότι ενώ προσευχόμουν την ενάτη ώρα στο σπίτι μου, μου παρουσιάστηκε άνδρας με ενδυμασία η οποία έλαμπε και μου είπε: “Κορνήλιε, η προσευχή σου εισακούστηκε και οι ελεημοσύνες σου βρήκαν χάρη ενώπιον του Θεού. Στείλε λοιπόν στην Ιώπη και προσκάλεσε να έρθει εδώ ο Σίμων, ο επωνομαζόμενος Πέτρος. Φιλοξενείται στο παραθαλάσσιο σπίτι του Σίμωνος του Βυρσοδέψου. Θα έρθει δε και θα σου πει τι πρέπει να κάνεις”. Αμέσως έστειλα ανθρώπους μου σε σένα. Τώρα λοιπόν όλοι εμείς είμαστε εδώ μαζεμένοι σαν μπρος στο Θεό,
να ακούσουμε όλα όσα μέσω εσού θα μας προστάξει». Ο Πέτρος τότε είπε: «Αληθινά καταλαβαίνω ότι ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης, αλλά δέχεται ανεξάρτητα από το έθνος καθένα ο οποίος έχει φόβο Θεού και εργάζεται τις εντολές Του. Και εσείς γνωρίζετε ότι ο Θεός απέστειλε τον Ιησού Χριστό, τον Κύριο όλων, ευαγγελιζόμενος δι' αυτού ειρήνη. Πέρασε την Ιουδαία και τη Γαλιλαία, διδάσκοντας, ευεργετώντας και θεραπεύοντας όλους τους καταδυναστευόμενους από τον διάβολο. Εμείς δε που τον ακολουθήσαμε ως μαθητές του, είμαστε μάρτυρες όλων των ευεργεσιών και των θαυμασίων του, τα οποία έκαμε στις ιουδαϊκές πόλεις και σε αυτή την Ιερουσαλήμ.
Αντί για αυτά, τον φόνευσαν κρεμώντας τον στο σταυρό. Αναστήθηκε όμως την τρίτη μέρα και φανερώθηκε όχι σε όλο το λαό, αλλά στους ορισμένους από το Θεό, σε εμάς, οι οποίοι και φάγαμε και ήπιαμε μαζί του μετά την Ανάστασή του από τους νεκρούς. Και μας παρήγγειλε να τον κηρύξουμε στο λαό και να τονίσουμε ότι αυτός είναι ο ορισμένος από το Θεό Κριτής ζώντων και νεκρών. Όλοι οι προφήτες μαρτυρούν ότι δι' αυτού λαμβάνει άφεση αμαρτιών καθένας όποιος πιστεύει σε Αυτόν».
Ακόμη δεν είχε τελειώσει τους λόγους αυτούς ο Πέτρος και το Πνεύμα το Άγιο ήλθε αμέσως σε όλους που ήταν μαζεμένοι εκεί. Οι δε χριστιανοί οι οποίοι προέρχονταν από τους Ιουδαίους, ήλθαν μαζί με τον Πέτρο, εκπλάγηκαν υπερβολικά όταν είδαν ότι η χάρη του Αγίου Πνεύματος εκχύθηκε και στους εθνικούς, διότι τους άκουγαν να ομιλούν σε διάφορες γλώσσες, άγνωστες μέχρι τότε σ' αυτούς, και να δοξάζουν τα μεγαλεία του Θεού. Διέταξε δε ο Πέτρος και να βαπτιστούν στο όνομα του Κυρίου. Και έτσι ο Κορνήλιος ο Εκατόνταρχος και οι οικιακοί του και οι στενοί φίλοι και οι ομόφρονές του προσήλθαν στη Χριστιανική Εκκλησία. Τον Κορνήλιο ακολούθως μας παρουσιάζει η παράδοση να μεταβαίνει κηρύττοντας το Ευαγγέλιο στη Φοινίκη, την Κύπρο, την Αντιώχεια, την Έφεσο και επίσκοπος δε έγινε στη Σκήψη της Μυσίας της Μικράς Ασίας. Εκεί η εργασία του υπέρ της πίστεως υπήρξε
ιδιαίτερα καρποφόρα. Αλλά καταγγέλθηκε στον έπαρχο Δημήτριο, συνελήφθηκε από αυτόν και εξαναγκαζόταν να αρνηθεί τον Κύριο Ιησού. Ο Κορνήλιος έμεινε σταθερός στην ομολογία. Όταν δε τον οδήγησαν στο ναό των ειδώλων, κήρυξε τη χριστιανική αλήθεια και ήλεγξε την ειδωλολατρική πλάνη. Μεταξύ των εκεί παρόντων εθνικών ήταν και η σύζυγος του επάρχου Ευανθία με το γιο της. Αυτή, καθώς άκουσε τον Κορνήλιο, κατανύχτηκε από τα λόγια του. Εκείνος το παρατήρησε και της είπε: «Η απώλεια δεν θα βρει εσένα και το παιδί σου». Μόλις δε βγήκε, σεισμός γκρέμισε τον ειδωλολατρικό ναό, κάτω από τα συντρίμμια του οποίου τάφηκαν αρκετοί. Ο έπαρχος Δημήτριος, όταν πληροφορήθηκε το συμβάν,
οργίστηκε πάρα πολύ κατά του Κορνηλίου, με την ιδέα μάλιστα ότι εξαιτίας του βρήκαν τόσο οικτρό τέλος η σύζυγός του και το παιδί τους. Σχεδίαζε άγρια εκδίκηση με την πιο φρικτή τιμωρία. Αλλά η εσπέρα εμπόδιζε την άμεση εκτέλεση και ο Κορνήλιος ρίχτηκε στη φυλακή. Το πρωί επρόκειτο να προσαχθεί στον έπαρχο. Αλλά από την έρευνα που έγινε αποκαλύφθηκε ότι η σύζυγος του επάρχου και ο γιος τους ήταν παραδόξως ζωντανοί κάτω από τα ερείπια. Η ευγνώμων γυναίκα φανέρωσε τότε τι της είχε πει ο Κορνήλιος, παρακαλούσε δε θερμά τον άντρα της να τρέξει αμέσως προς τον Άγιο φυλακισμένο και να του αποδώσει την ελευθερία του. Ο έπαρχος δεν συγκινήθηκε απλώς τότε, φωτίστηκε.
Πήγε δε στη φυλακή, είδε με μεγάλη του έκπληξη τον Κορνήλιο να περπατά ελεύθερος από τα δεσμά, τα οποία όμως άθραυστα βρίσκονταν σε μια άκρη. Άγγελος Κυρίου τον είχε λύσει από αυτά. Πρόσπεσε λοιπόν στα πόδια του Αγίου ο ειδωλολάτρης άρχοντας, του εξέφραζε την ευγνωμοσύνη του, του ζητούσε συγγνώμη και τον παρακαλούσε να τον διδάξει την πίστη την αληθινή. Μετά από λίγο, ο έπαρχος, η σύζυγός του και ο γιος τους δέχονταν το Άγιο Βάπτισμα. Το παράδειγμά τους ακολούθησαν και πολλοί άλλοι. Έτσι η επισκοπική αποστολή του Κορνηλίου κατόρθωσε περιφανή θρίαμβο. Ο Μέγας Κορνήλιος, διδάσκοντας και φωτίζοντας καθημερινά πλήθη ανδρών και γυναικών,
έκανε εκείνη την πολυάνθρωπη πόλη ένα λαμπρό θέατρο της ευσέβειας. Σε βαθιά γεράματα ο Άγιος έλαβε από τον Κύριο μήνυμα ότι έφτασε το τέλος του. Αφού προσκάλεσε τα πνευματικά του παιδιά, τα δίδαξε αρκετά να φυλάττουν καθαρό τον πολύτιμο μαργαρίτη της πίστεως του Χριστού, να τηρούν απαρασάλευτα όσα χριστιανικά έργα τους παρήγγειλε και αφού προσευχήθηκε παρέδωσε το πνεύμα του στα χέρια του Θεού. Αργότερα, χτίστηκε ναός, στον οποίον εναποτέθηκε ο πολύτιμος θησαυρός των τιμίων λειψάνων του Αγίου Κορνηλίου, ο οποίος βρύει θαύματα, εις ωφέλειαν ψυχής και σώματος.
Παντί έθνει ο φοβούμενος τον Κύριον και εργαζόμενος δικαιοσύνην, δεκτός αυτώ εστίν. Με τα λόγια αυτά ο Απόστολος Πέτρος μας λέγει ότι ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης, δεν ενεργεί αυθαίρετα, αλλά είναι αγάπη η οποία δεν αποκλείει κανένα, δέχεται τον καθένα που θέλει όμως να τον δεχθεί. Το πρόβλημα δεν είναι από τη μεριά του Θεού, αλλά από τη μεριά του ανθρώπου. Το πρόβλημα είναι αν ο άνθρωπος δέχεται το Θεό και αυτή η δεκτικότητα του ανθρώπου συνδέεται στενά με το φόβο του Θεού. Ο φόβος του Θεού είναι η ευλάβεια που δεν συνθλίβει και δεν παραλύει τον άνθρωπο, αλλά τον κεντρίζει, τον ωθεί να συμμορφωθεί με το θέλημα και τις εντολές του Θεού και να ζήσει κατά Θεόν. Φοβήθητι τον Κύριον και φύλαξε τας εντολάς αυτού. Αυτός που φοβάται τον Κύριο όλα θα τα κάνει καλώς. Έτσι ο θείος φόβος είναι πηγή των αγαθών του Θεού. Πρώτον αναπαύει, διότι μας αναγκάζει να πολεμούμε την κακία και καθώς εμείς πολεμούμε η Χάρη του Θεού αναιρεί την κακία και μας γλιτώνει από αυτή. Παρέχει σοφία, αρχή σοφίας φόβος Κυρίου. Είναι πηγή ζωής. Φόβος Κυρίου πηγή ζωής, ποιεί δε εκκλίνειν εκ παγίδος θανάτου, κάνει ευήκοο το Θεό.
Κύριος το θέλημα των φοβουμένων αυτόν ποιήσει και της δεήσεως αυτών εισακούσεται και σώσει αυτούς. Και κατά το ύψος του ουρανού από της γης εκραταίωσε Κύριος το έλεος Αυτού επί τους φοβουμένους Αυτόν. Ο φόβος του Θεού ακόμη δίνει χαρά. Φόβος Κυρίου τέρψει καρδίαν και δώσει ευφροσύνην και χαράν. Αυτός που φοβάται το Θεό, δεν φοβάται το διάβολο, διότι καθώς κάνει το θέλημα του Θεού και έχει τη χάρη του Θεού, ο πονηρός δεν έχει καμιά εξουσία επάνω του. Φεύγει και απομακρύνεται από αυτόν. Αυτόν που φοβάται το Θεό, τον φοβάται ο διάβολος. Εάν φοβηθείτε Κύριον τον Θεόν ημών και ακούσετε της φωνής αυτού,
αντιστήσεται ουδείς κατά πρόσωπον ημών, οι φοβούμενοι τον Κύριον ου μη δειλιάσουσιν ότι Αυτός ελπίς αυτών. Αντίθετα, αυτός που δεν έχει το φόβο του Θεού, έχει το φόβο που ταλαιπωρεί και σκοτώνει. Μη έχοντας τη χάρη του Θεού, αδύναμος, βασανίζεται από το διάβολο και συνθλίβεται από τα βάσανα της ζωής. Γενικώς, οι οφθαλμοί Κυρίου επί τους φοβουμένους Αυτόν και έτσι ο φόβος του Θεού είναι σωτήριος.
Αγγλική μετάφρασηEN · 19 παράγραφοι
Today, September 13, our Church commemorates the dedication of the Church of Christ’s Resurrection; Saint Cornelius the Centurion, the martyr; Saint Straton the Martyr; the holy martyrs Cronides, Leontios, Serapion, Gordianos, Seleukos, Makrobios, Valerios or Valerianos, Loukianos, Zotikos, and Elis; Venerable Peter of Agreia; and Venerable Hierotheos the New, who lived the ascetic life at the Holy Monastery of Iviron on Mount Athos.
The Acts of the Apostles, in chapter ten, tells us about Saint Cornelius the Centurion, whom we celebrate today. He was a Gentile, not a Jew, living in Caesarea of Palestine, and he held the rank of centurion. Though he was not Jewish, he was among those God-fearing Gentiles who had renounced idolatry and acknowledged the one God. And not only Cornelius: his whole household prayed regularly and gave generously to those in need.
One day, while the Apostle Peter was in Joppa, Cornelius had a vision at the ninth hour—about three in the afternoon by our reckoning. As he prayed, an angel of God came to him and said, “Cornelius.” Cornelius looked at him in fear and answered, “What is it, Lord?” The angel continued, “Your prayers and alms have come before God. Send men now to Joppa to bring back Simon, who is called Peter. They will find him staying with Simon the Tanner, whose house is by the sea. Peter will tell you what you must do.” Then the angel disappeared. Cornelius immediately called two of his servants and a devout soldier whom he trusted.
After explaining everything to them, he sent them to Joppa. The next day, as they approached the town, Peter went up to the roof at noon to pray. He grew hungry and wanted to eat after his prayer. But while the food was still being prepared, he fell into a trance. He saw heaven opened and something like a great sheet being lowered to the earth. In it were all kinds of four-footed animals, wild beasts, reptiles, and birds. A voice said to Peter, “Rise, Peter; kill and eat.” Peter firmly refused, for among them were animals and birds
that the Jewish Law regarded as defiled and unclean. But the voice spoke to him a second time: “What God has cleansed, you must not call unclean.” That is, under the new law of the Gospel, every food is clean. Do not go on calling things defiled and unclean where no such uncleanness exists. The voice spoke a third time with the same command, and then the sheet was taken up into heaven. What Peter saw and heard also meant this: just as the distinction between clean and unclean foods had ended, so, even more, no human being was now to be regarded as unclean, as the Jews had regarded the Gentiles.
All have been called to be cleansed and sanctified through Jesus Christ. Peter, however, had not yet fully understood the vision and kept wondering what it meant. Meanwhile, the men Cornelius had sent found Simon the Tanner’s house. They stood at the gate and called out, asking whether Simon, who was called Peter, was staying there. As Peter was still pondering the vision, the Spirit of God said to him, “Three men are looking for you. Get up, go down, and go with them. Do not hesitate because they are Gentiles. I have sent them.”
Peter hurried down to Cornelius’s messengers and said, “I am the man you are looking for. Why have you come?” They replied, “Cornelius the centurion is a righteous and God-fearing man. All the Jews in Caesarea speak well of him, grateful for the good he has done them. A holy angel directed him in a vision to invite you to his home, so that you might teach and counsel him.” Peter immediately invited them in as his guests. The next day he set out with them, accompanied by some of the Christians from Joppa. On the following day he reached Caesarea, where Cornelius was waiting for them at his house,
together with his relatives and closest friends. As Peter was about to enter, Cornelius came to meet him, fell at his feet, and bowed before him. Peter, showing his humility, immediately raised him and said, “Stand up. I too am a man.” Speaking with him, Peter entered the house and found all the others gathered there. He said to them, “You know that, under the Law of Moses, a Jew is not permitted to eat with a Gentile, or even to visit and associate with one. But God has shown me that I must not call any person defiled or unclean. So when Cornelius invited me,
I came without objection. Tell me, then, why you sent for me.” Cornelius answered, “For the past four days I have been fasting. While I was praying at the ninth hour in my house, a man in shining clothes appeared to me. He said, ‘Cornelius, your prayer has been heard, and your alms have found favor before God. Send to Joppa and invite Simon, who is called Peter. He is staying at the seaside home of Simon the Tanner. He will come and tell you what you must do.’ I sent men to you at once. Now we are all gathered here before God,
ready to hear everything He commands us through you.” Then Peter said, “I truly understand that God shows no favoritism. In every nation He accepts anyone who fears Him and does what is right. You know that God sent Jesus Christ, the Lord of all, bringing the good news of peace through Him. He went through Judea and Galilee, teaching, doing good, and healing all who were oppressed by the devil. We who followed Him as His disciples are witnesses to all His good works and wonders in the towns of Judea and in Jerusalem itself.
Yet for all this, they killed Him by hanging Him on the Cross. But He rose on the third day and appeared, not to all the people, but to those God had chosen beforehand—to us, who ate and drank with Him after His Resurrection from the dead. He commanded us to preach to the people and proclaim that He is the one appointed by God as judge of the living and the dead. All the prophets testify that everyone who believes in Him receives forgiveness of sins through Him.”
Peter had not yet finished speaking when the Holy Spirit came upon everyone gathered there. The Christians of Jewish origin who had come with Peter were astonished to see the grace of the Holy Spirit poured out on the Gentiles too. They heard them speaking in languages they had never known and glorifying the great works of God. Peter then ordered them to be baptized in the name of the Lord. So Cornelius the Centurion, his household, his close friends, and those who shared his faith entered the Christian Church. Church tradition tells us that Cornelius later went to Phoenicia, Cyprus, Antioch, and Ephesus preaching the Gospel, and became bishop of Skepsis in Mysia, in Asia Minor. There his work for the faith was
especially fruitful. But he was denounced to the governor, Demetrius, who arrested him and tried to force him to deny the Lord Jesus. Cornelius held firm in his confession of faith. When he was taken to an idol temple, he proclaimed the Christian truth and exposed the error of idolatry. Among the Gentiles present were the governor’s wife, Evanthia, and their son. As she listened to Cornelius, his words stirred her to compunction. He noticed this and told her, “Destruction will not overtake you or your child.” As soon as Cornelius left, an earthquake brought down the temple, burying many beneath its ruins. When the governor Demetrius heard what had happened,
he was furious with Cornelius, believing that his wife and child had died so terribly because of him. He planned a savage revenge and the most dreadful punishment. But it was evening, so the sentence could not be carried out at once, and Cornelius was thrown into prison. He was to be brought before the governor in the morning. Then a search revealed that the governor’s wife and their son were, astonishingly, alive beneath the ruins. In her gratitude, she told her husband what Cornelius had said to her and begged him to hurry to the imprisoned saint and set him free. The governor was more than moved: he received illumination.
He went to the prison and, to his great surprise, saw Cornelius walking freely. His bonds lay unbroken in a corner: an angel of the Lord had released him from them. The pagan ruler fell at the saint’s feet, thanked him, asked his forgiveness, and begged him to teach him the true faith. Soon afterward, the governor, his wife, and their son received holy Baptism. Many others followed their example. In this way Cornelius’s mission as bishop bore glorious fruit. The great Cornelius taught and brought illumination to crowds of men and women every day,
making that populous city a shining witness to the faith. In his old age, the saint received word from the Lord that his end was near. He called together his spiritual children and taught them at length to keep the precious pearl of faith in Christ pure and to remain steadfast in the Christian works he had commanded them. Then he prayed and entrusted his spirit into God’s hands. Later, a church was built to house the precious treasure of Saint Cornelius’s honored relics, from which miracles flow for the benefit of soul and body.
“In every nation, anyone who fears the Lord and does what is right is acceptable to Him.” With these words the Apostle Peter tells us that God shows no favoritism. He does not act arbitrarily. He is love, which excludes no one, and He accepts everyone who is willing to accept Him. The difficulty lies with us: will we accept God? Our willingness to receive Him is closely bound to the fear of God. This fear is reverence. It does not crush or paralyze us; it stirs us to follow God’s will and commandments and to live according to Him. “Fear the Lord and keep His commandments.” Whoever fears the Lord will do all things well. In this way, godly fear is a source of God’s blessings. First, it gives us rest: it moves us to fight evil, and as we struggle, God’s grace overcomes evil and delivers us from it. It gives wisdom: “The fear of the Lord is the beginning of wisdom.” It is a source of life: “The fear of the Lord is a fountain of life, turning one away from the snares of death.” And it brings a hearing from God.
“The Lord will fulfill the desire of those who fear Him; He will hear their plea and save them.” And “as high as heaven is above the earth, so great is the Lord’s mercy toward those who fear Him.” The fear of God also gives joy: “The fear of the Lord delights the heart and gives gladness and joy.” Whoever fears God does not fear the devil. When a person does God’s will and has His grace, the evil one has no power over them; he flees. Indeed, the devil fears the person who fears God. “If you fear the Lord our God and listen to His voice,
no one will stand against us.” “Those who fear the Lord will not lose heart, for He is their hope.” By contrast, someone without the fear of God is overcome by the kind of fear that torments and destroys. Without God’s grace, that person is weak, tormented by the devil and crushed by life’s troubles. In all things, “the eyes of the Lord are upon those who fear Him.” Thus the fear of God leads to salvation.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
09 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ\13 09.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.