Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Ο Άγιος Κωνσταντίνος, ο Σταυρός και η Εκκλησία

Η ομιλία παρακολουθεί την ανατροφή του Κωνσταντίνου υπό τον Κωνστάντιο Χλωρό και την Αγία Ελένη, τη διαφυγή του από τον Γαλέριο και την ανάρρησή του σε αυτοκράτορα το 306. Πριν αντιμετωπίσει τον Μαξέντιο το 312, ο Κωνσταντίνος βλέπει το σημείο του Σταυρού και, σύμφωνα με τη διήγηση, λαμβάνει από τον Χριστό την εντολή να το φέρει στη μάχη.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων21 Μαΐου31:35Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Η ομιλία παρακολουθεί την ανατροφή του Κωνσταντίνου υπό τον Κωνστάντιο Χλωρό και την Αγία Ελένη, τη διαφυγή του από τον Γαλέριο και την ανάρρησή του σε αυτοκράτορα το 306.
  • Πριν αντιμετωπίσει τον Μαξέντιο το 312, ο Κωνσταντίνος βλέπει το σημείο του Σταυρού και, σύμφωνα με τη διήγηση, λαμβάνει από τον Χριστό την εντολή να το φέρει στη μάχη.
  • Μετά τη νίκη του κοντά στη Ρώμη, ο Κωνσταντίνος και ο Λικίνιος εκδίδουν το Διάταγμα των Μεδιολάνων, που παρέχει στους Χριστιανούς ελευθερία λατρείας και αποδίδει στην Εκκλησία τις περιουσίες της.
  • Η ομιλία περιγράφει τη στήριξη του Κωνσταντίνου προς τις εκκλησίες, τον κλήρο και τους φτωχούς, καθώς και νομικές μεταρρυθμίσεις που διαμορφώθηκαν από τη χριστιανική διδασκαλία.
  • Μετά την ήττα του Λικινίου και την επανένωση της αυτοκρατορίας, ο Κωνσταντίνος ιδρύει την Κωνσταντινούπολη ως Νέα Ρώμη.
  • Η Αγία Ελένη ταξιδεύει στα Ιεροσόλυμα, όπου, σύμφωνα με τη διήγηση, ανακαλύπτει τον Τίμιο Σταυρό και τους ήλους της σταύρωσης του Χριστού.
  • Ο Κωνσταντίνος συγκαλεί στη Νίκαια την Α' Οικουμενική Σύνοδο για να αντιμετωπίσει τη διδασκαλία του Αρείου για τον Υιό του Θεού.
  • Η ομιλία κλείνει με τη βάπτιση και τον θάνατο του Κωνσταντίνου, και στη συνέχεια επαινεί την πίστη του και ζητά τις πρεσβείες του για την ειρήνη της Εκκλησίας.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 33 παράγραφοι

Βασιλέας των Χριστιανών Κωνσταντίνος, ο ιδρυτής της Κωνσταντινουπόλεως και της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, γεννήθηκε στη Νάισσο, σημερινή Νις της κεντρικής Σερβίας, κατά το έτος 274 μ.Χ. Ο πατέρας του Κωνστάντιος ήταν τότε στρατηγός του Ρωμαϊκού κράτους, για τη χλωμότητα του προσώπου του επωνομαζόταν Χλωρός. Μητέρα του Αγίου υπήρξε η ευσεβεστάτη και αγιωτάτη βασίλισσα Ελένη, η οποία καταγόταν από τη Βιθυνία της Μικράς Ασίας, γεννήθηκε δε στην πόλη Δρεπάνη, η οποία προς τιμή της μετονομάστηκε από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο Ελενόπολη. Κατά το έτος 284, μετά τη δολοφονία του Νουμεριανού, ανακηρύχθηκε στη Χαλκηδόνα αυτοκράτορας

ο καταγόμενος από τη Δαλματία Διοκλητιανός, που έγινε μετά μεγάλος διώκτης των Χριστιανών. Αυτός δύο έτη μετά την ανάληψη της βασιλείας διαίρεσε τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σε δύο τμήματα: το Ανατολικό, το οποίο περιελάμβανε την Ιλλυρία, η οποία περιβρεχόταν από την Αδριατική θάλασσα, την Ελλάδα, τη Μικρά Ασία, την Αίγυπτο, με πρωτεύουσα τη Νικομήδεια της Μικράς Ασίας, στην οποία εγκαταστάθηκε, και το Δυτικό τμήμα, το οποίο περιελάμβανε την Ιταλία με τη Ρώμη, τη Γαλλία, την Ισπανία, τη Βρετανία και τη Βόρειο Αφρική,

κέντρο τα Μεδιόλανα, σημερινό Μιλάνο, στο οποίο εγκατέστησε αυτοκράτορα τον έμπιστο φίλο του Μαξιμιανό, τον επωνομαζόμενο Ερκούλιο. Αργότερα ο Διοκλητιανός άλλους δύο βοηθούς στην άσκηση της εξουσίας, τους οποίους ονόμασε Καίσαρες, ενώ αυτός και ο Μαξιμιανός ονομάζονταν Αύγουστοι. Και αυτός μεν προσέλαβε ως Καίσαρα στην Ανατολή τον Μαξιμιανό Γαλέριο, για να ορίζει τη Μακεδονία, τη Στερεά Ελλάδα, την Πελοπόννησο και την Κρήτη. Στη Δύση δε όρισε Καίσαρα τον πατέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, τον Κωνστάντιο τον Χλωρό, στον οποίο παραχώρησε να ορίζει τα δυτικότερα μέρη της αυτοκρατορίας, δηλαδή τη Βρετανία, τη Γαλατία και την Ισπανία. Τον υποχρέωσε όμως ο Διοκλητιανός να χωρίσει τη νόμιμη σύζυγό του, τη Μακαρία Ελένη, διότι ήταν άσημης καταγωγής, και να νυμφευθεί τη θυγατέρα του Ερκουλίου Μαξιμιανού, τη Θεοδώρα. Επιπλέον ο Διοκλητιανός κράτησε ως όμηρο τον γιο του Κωνσταντίου,

Κωνσταντίνο, για περισσότερη ασφάλεια. Ο Κωνσταντίνος, από τη μικρή του ηλικία, ήταν όχι μόνο ωραίος κατά την όψη, αλλά και καλός κατά την καρδία. Με την πάροδο του χρόνου γινόταν ωραιότερος και αγαθότερος, αλλά και κατά τη δύναμη θαυμαστός. Το έτος 305, μετά την παραίτηση του Διοκλητιανού και του Ερκουλίου, Αύγουστοι ανακηρύχθηκαν οι τότε Καίσαρες: στη Δύση μεν ο πατέρας του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο Κωνστάντιος, στην Ανατολή δε ο Γαλέριος. Ο Κωνσταντίνος κρατούνταν τότε στην αυλή του Γαλερίου, ο οποίος, φθονώντας τον για τα έξοχά του προτερήματα, προσπάθησε να τον θανατώσει με δόλιο τέχνασμα, το οποίο όμως τελικά απέτυχε. Όταν έμαθε αυτό ο Κωνστάντιος, αποφάσισε να απελευθερώσει τον γιο του.

Προβάλλοντας ως πρόσχημα την ασθένειά του, διότι ήταν πράγματι ασθενής, ζήτησε δε από τον Γαλέριο να του στείλει τον γιο του για να τον δει. Αυτός δε, αναγκαζόμενος από τα πράγματα, προσποιήθηκε ότι δέχθηκε την αίτηση του Κωνσταντίου, είχε όμως κατά νουν να εξολοθρεύσει τον Κωνσταντίνο καθ' οδόν. Με τη χάρη του Χριστού ο Κωνσταντίνος ξέφυγε τις παγίδες του Γαλερίου και έφτασε υγιής στον πατέρα του. Ο τελευταίος χάρηκε πολύ όταν είδε τον γιο του, τον οποίο όρισε διάδοχό του. Ο Κωνσταντίνος νυμφεύθηκε τη Μινερβίνα και απέκτησε γιο τον Κρίσπο.

πολλούς νικηφόρους πολέμους στη Γαλατία και τη Βρετανία. Όταν δε ο Κωνστάντιος απέθανε, ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας από τον στρατό, ο οποίος εκτίμησε τις αρετές του και τον αγάπησε. Έτσι ανήλθε στον θρόνο την 25η Ιουλίου του έτους 306, σε ηλικία 32 ετών, κυβερνούσε δε τον λαό με καλοκαγαθία και συμπάθεια. Εν τω μεταξύ ο Γαλέριος όρισε Καίσαρα και έστειλε στη Ρώμη τον φίλο του στρατηγό Σεβήρο. Αυτός μετά τον θάνατο του Κωνσταντίου του Χλωρού ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας. Εναντίον αυτού επαναστάτησε ο γιος του Ερκουλίου, Μαξέντιος, ο οποίος μαζί με τον πατέρα του νίκησαν τον Σεβήρο, τον φόνευσαν και ανακηρύχθηκαν αυτοκράτορες στη Ρώμη. Επειδή δε ο Κωνσταντίνος είχε αποχωριστεί από τη Μινερβίνα, έλαβε ως σύζυγο τη θυγατέρα του Ερκουλίου, Φαύστα, η οποία ήταν μεν ωραία, αλλά κατά τη γνώμη κακότροπη και πονηρή.

Κωνσταντίνος έκανε πρωτεύουσα την πόλη Αρελάτη της Νοτίου Γαλλίας, από εκεί δε κυβερνούσε το βασίλειο με κάθε δικαιοσύνη, γι' αυτό και αγαπήθηκε πολύ από όλο τον λαό. Ο Μαξέντιος, μετά τον θάνατο του πατέρα του και του Γαλερίου, καθώς έμεινε μόνος αυτοκράτορας στη Ρώμη, θέλησε να εξοντώσει τους άλλους βασιλείς ώστε να μείνει αυτός μονοκράτορας. Άρχισε να συγκεντρώνει πολυάριθμο στρατό και να ετοιμάζεται να εκστρατεύσει πρώτον κατά του γαμπρού του Κωνσταντίνου. Βλέποντας αυτά οι Ρωμαίοι, οι οποίοι κατατυραννούνταν από τον Μαξέντιο, και καθώς άκουγαν τις καλοσύνες και ανδραγαθίες του Κωνσταντίνου, του έγραψαν τα γενόμενα και τον παρακαλούσαν να προλάβει να έλθει αυτός για να τους απελευθερώσει από τον τύρανο.

Ο Κωνσταντίνος, αν και διέθετε πολύ μικρότερες δυνάμεις, εξεστράτευσε αμέσως κατά του Μαξεντίου και, αφού πέρασε τον Σεπτέμβριο του 312 τις Άλπεις, κατέλαβε όλες τις πόλεις της Βορείου Ιταλίας και έφτασε στα πρόθυρα της Ρώμης. Εκεί τον ανέμενε ο Μαξέντιος με πολύ μεγαλύτερες δυνάμεις. Τα δύο στρατεύματα αντιπαρατάχθηκαν και ήταν έτοιμα για την τελική μάχη. Παρατηρούσε με λύπη τα εχθρικά στρατεύματα και σκεπτόταν πώς θα μπορούσε να κατανικήσει τόσο μεγάλο πλήθος. Ενώ δε στεκόταν έτσι σκυθρωπός και συλλογιζόμενος, είδε στον ουρανό, ώρα μεσημέρι, το σημείο του Τιμίου Σταυρού, σχηματισμένο με αστέρια. Γύρω δε από τον Τίμιο Σταυρό ήταν γράμματα ελληνικά, τα οποία έγραφαν: «Κωνσταντίνε, εν τούτω νίκα».

Δηλαδή, Κωνσταντίνε, μη ελπίζεις με τη δική σου ανθρώπινη δύναμη να νικήσεις τους εχθρούς, αλλά με το σημείο αυτό του σταυρού θα τους νικήσεις στον πόλεμο. Κατά δε τη νύχτα φάνηκε στον ύπνο του αυτός ο Χριστός λέγοντας: «Σήκω και κάνε έναν σταυρό όπως αυτός τον οποίον είδες, βάσταζε δε αυτόν στους πολέμους με πίστη για να νικάς τους εχθρούς σου πάντοτε». Σηκώθηκε τότε ο Κωνσταντίνος από τον ύπνο, είδε δε και πάλι κατά την ίδια νύχτα πάνω στον ουρανό το τροπαιοφόρο σημείο. Τότε πίστεψε πλέον ολόψυχα στον αληθινό Θεό, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Όταν δε ξημέρωσε, πρόσταξε και κατασκεύασαν αργυρό σταυρό, κατά τον τύπο που φάνηκε, τον οποίο κρατούσαν πάντοτε μπροστά από όλο το στράτευμα.

Τελική μάχη δόθηκε την 28η Οκτωβρίου του 312 στους Κόκκινους Βράχους έξω από τη Ρώμη. Νίκησε δε ο Σταυρός, το ακαταμάχητο τρόπαιο. Ο Κωνσταντίνος δόξασε τον Θεό, βλέποντας το θαυμαστό τούτο, οι δε πολίτες της Ρώμης στόλισαν την πόλη και με αγαλλίαση υποδέχτηκαν τον τροπαιούχο Κωνσταντίνο. Τον Ιανουάριο του επομένου έτους έγινε στο Μιλάνο ο γάμος της αδελφής του Κωνσταντίνου, Κωνσταντίας, με τον άλλο βασιλέα της Ανατολής, τον Λικίνιο. Και τότε ο Κωνσταντίνος και ο Λικίνιος εξέδωσαν από κοινού το περίφημο στην εκκλησιαστική ιστορία Διάταγμα Ανεξιθρησκείας και Ελευθερίας της Συνειδήσεως. Το διάταγμα αφορούσε όλα τα τότε θρησκεύματα, αλλά προφανώς κυριότατος σκοπός του ήταν

η απόδοση δικαιοσύνης και ελευθερίας στους επί τρεις αιώνες διωχθέντες χριστιανούς και την εκκλησία τους. Αναγνωρίστηκε στη χριστιανική εκκλησία η ελεύθερη τέλεση της λατρείας της στη Δύση και την Ανατολή. Διατάχθηκε η απόδοση σε αυτήν των ναών της, των νεκροταφείων της, των κτημάτων της. Ο δε Κωνσταντίνος, στην τότε δική του περιοχή, έδωσε πολλά προνόμια στον χριστιανικό κλήρο και βοήθησε από το Δημόσιο Ταμείο την ανέγερση χριστιανικών ναών. Αυτές και άλλες πολλές ευεργεσίες έκανε ο καλός Κωνσταντίνος κατά τις αρχές της βασιλείας του, ως απαρχές και δωρεές προς τον πλουσιόδωρο ευεργέτη Θεό, που τον φώτισε και τον ανέδειξε. Μετά, κινούμενος από θείο ζήλο, εξέδωσε διαφόρους νόμους δικαίως προς δόξαν Θεού

προς ενίσχυση της ευσεβούς μας πίστεως. Και πρώτα, να μην τολμήσει κανείς να βλασφημήσει τον Χριστό ή να ενοχλήσει χριστιανό. Δεύτερον, πρόσταξε να καταστρέψουν τους βωμούς των ειδωλολατρών και να κτίζουν παντού εκκλησίες εις δόξαν Χριστού. Έκτισε δε και ο ίδιος εκεί στη Ρώμη ναό μεγάλο στον Σωτήρα Θεό, του οποίου το σχήμα ιδιοχείρως σχεδίασε αυτός και πρώτος ως ευλαβέστατος έσκαψε τα θεμέλιά του και λίθους μετέφερε πάνω στον ώμο του για να έχει περισσότερο μισθό. Ακόμη πρόσταξε να αργούν όλοι και να απέχουν από κάθε εργασία σωματική κατά τις δύο εβδομάδες του Αγίου Πάσχα, δηλαδή από το Σάββατο του Δικαίου Λαζάρου μέχρι την Κυριακή του Αποστόλου Θωμά, και να προσέρχονται στην Εκκλησία. Όσοι δε πτωχοί βαπτίζονται, να

τρέφονται και να ενδύονται με βασιλικά έξοδα. Αυτά και άλλα περισσότερα θεάρεστα νομοθέτησε ο θεόκλητος και θεοψήφιστος αυτοκράτορας. Έγινε χαρά μεγάλη και αγαλλίαση στην οικουμένη. Προσέρχονταν δε καθημερινά στην Ορθόδοξη πίστη λαός αναρίθμητος και βαπτίζονταν. Όχι δε μόνο εκεί στη Ρώμη, αλλά και σ' άλλες πολλές πόλεις κηρύττονταν παρρησία ο Δεσπότης Χριστός, Θεός προαιώνιος. Ο ευσεβής βασιλέας διόρισε χριστιανούς ηγεμόνες και άρχοντες και τους απέστειλε παντού, προστάσσοντάς τους να καταβάλουν κάθε επιμέλεια ώστε να στερεώσουν την εις Χριστόν ορθόδοξο πίστη όσο μπορούσαν καλύτερα. Ο τρίτος αυτοκράτορας, ο Μαξιμιανός Δαΐας,

κατ' αρχάς ότι δεν αντετίθετο στο Διάταγμα των Μεδιολάνων, όμως μέσα στο 313 κινήθηκε κατά του Λικινίου, από τον οποίο όμως κατατροπώθηκε σε μάχη κοντά στην Αδριανούπολη και τελικά πέθανε στην Ταρσό της Κιλικίας. Αλλά και ο Λικίνιος κατά το έτος 314 προκάλεσε αφορμές πολέμου προς τον Κωνσταντίνο, ο οποίος τον νίκησε σε δύο μάχες και πήρε την Ιλλυρία, τη Μακεδονία, τη Δαρδανία, την κυρίως Ελλάδα. Επικράτησε τότε βαθιά ειρήνη επί εννέα έτη και ο Κωνσταντίνος ασχολήθηκε στο να διαρρυθμίσει βαθμηδόν όλη σχεδόν την πολιτική και την ποινική νομοθεσία κατά τις αρχές του Ευαγγελίου. Κατάργησε τη σταύρωση, συνηθισμένη θανατική ποινή των δούλων.

Απαγόρευσε να στιγματίζονται οι καταδικασμένοι με σημεία ατιμωτικά πάνω στο πρόσωπό τους. Κατάργησε τους αγώνες των μονομάχων. Κήρυξε έγκυρη την απελευθέρωση δούλων χωρίς πολύπλοκη τυπική διαδικασία. Για να προλάβει έκθεση ή πώληση των παιδιών, χορηγούσε διατροφή από το δημόσιο ή το αυτοκρατορικό ταμείο σε πτωχές οικογένειες.

Αναγνώρισε ως νομικό πρόσωπο την Εκκλησία. Τον Ιούλιο του 321 θέσπισε νόμο για την Κυριακή αργία. Χάραξε σε νομίσματα τον Ελληνικό Σταυρό με τους ίσους βραχίονες. Όλες αυτές οι αυτοκρατορικές εύνοιες και προστασίες προς τη χριστιανική πίστη και τη χριστιανική Εκκλησία κλόνιζαν έμμεσα αλλά και δυνατά το κύρος της επισήμου ακόμη ειδωλολατρικής και πολυθεϊστικής θρησκείας. Καθώς κήρυξε τη θρησκευτική ελευθερία της συνειδήσεως, θέσπισε και ότι οι χριστιανοί στρατιωτικοί ή δημόσιοι υπάλληλοι δεν ήταν υποχρεωμένοι να μετέχουν στις επίσημες κρατικές ειδωλολατρικές τελετές και θυσίες. Αλλά ο Λικίνιος κινήθηκε σε νέο πόλεμο κατά του Κωνσταντίνου, ο οποίος σε μία μάχη τον Ιούλιο του 323 κοντά στην Αδριανούπολη, σε δεύτερη τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους και σε μια ναυμαχία στον Ελλήσποντο κατατρόπωσε τον Λικίνιο και έτσι, σε ηλικία 49 ετών, έγινε μονοκράτορας σε όλο το Ρωμαϊκό κράτος, Δυτικό και Ανατολικό, και αποκατέστησε την ενότητά του.

Πρώτο τότε έργο του μεγάλου και ενδόξου νικητού ήταν να αποδώσει διά νόμου στους χριστιανούς της Ανατολής τη θρησκευτική ελευθερία τους, την ασφάλεια της λατρείας τους, να ορίσει τις υπέρ αυτών δίκαιες αποζημιώσεις, απέδιδε δε τις νίκες του στρατού του, καθώς έγραφε, στον Άγιο Θεό, τον Δεσπότη των Όλων. Παρακαλούσε κατόπιν τον Θεό να γίνει πράος και ευμενής προς όλους τους Ανατολικούς και του ζητούσε να επιφέρει την ίαση των δεινών των δι' αυτού, του βασιλέως δηλαδή Κωνσταντίνου, χρησιμοποιώντας τον ως υπηρέτη του. Έτσι όλος ο κόσμος τον υπεραγαπούσε και όλοι υποτάσσονταν περισσότερο για τις καλές του γνώμες παρά για τον φόβο της εξουσίας του. Επειδή δε από το έτος 316 είχε δει ο Κωνσταντίνος θείο όραμα

στο οποίο προστάχθηκε να χτίσει πόλη στα μέρη της Ανατολής, την οποία να αφιερώσει στην Υπεραγία Θεοτόκο, αποφάσισε να σπεύσει προς εκτέλεση της θείας εκείνης προσταγής. Πήγε πρώτα στη Θεσσαλονίκη και μετά στη Χαλκηδόνα, όμως εμποδιζόταν. Λέγεται ότι καθώς στη Χαλκηδόνα άρχιζε να χτίζει τη νέα πόλη, έρχονταν αετοί και άρπαζαν τα εργαλεία των τεχνιτών και τα έριχναν στο Βυζάντιο. Έτσι αποφάσισε να χτίσει εκεί τη νέα πόλη, τα όρια της οποίας υπέδειξε Άγγελος Θεού. Η πολεοδόμηση ανατέθηκε στον Εφρατά, ο οποίος και την ολοκλήρωσε με πολλή επιτυχία. Ο Κωνσταντίνος έκτισε πολλές εκκλησίες στη Νέα Πόλη, όπως των Αγίων Αποστόλων, της Αγίας Ειρήνης, του Αγίου Μοκίου, του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ.

από τη Ρώμη άρχοντες και συγκρότησε σύγκλητο, έκτισε δε ωραίες και αρχοντικές οικοδομές. Τότε βαπτίστηκαν οι Ινδοί, πίστευσαν οι Ίβηρες, καθώς και οι Αρμένιοι, με την επιστασία του Αγίου Γρηγορίου, Επισκόπου της Μεγάλης Αρμενίας. Το κτίσιμο της νέας πόλεως ολοκληρώθηκε το 330, ονομάστηκε δε Κωνσταντινούπολη και Νέα Ρώμη. Ακόμη ο Κωνσταντίνος μετά από όραμα έστειλε τη μητέρα του, τη Μακαρία Ελένη, στα Ιεροσόλυμα για να αναζητήσει το τίμιο ξύλο του Σταυρού. Η Αγία Ελένη με μεγάλη συνοδεία πήγε στην Παλαιστίνη όπου με τη βοήθεια κάποιου Εβραίου ονόματι Ιούδα εντοπίστηκε ο τόπος όπου σταυρώθηκε ο Χριστός.

Όμως δεν ήταν γνωστό πού ακριβώς βρισκόταν ο Σταυρός. Προσευχήθηκε η Αγία Ελένη προς τον Κύριο και αμέσως ο τόπος σείστηκε και ευωδία άρρητη βγήκε από το σημείο όπου ήταν κρυμμένος ο Τίμιος Σταυρός. Θαύμασαν τότε όλοι καθώς και η βασίλισσα. Ο δε Ιούδας ευχαρίστησε τον Χριστό και πίστευσε σε Αυτόν. Έσκαψαν σε μεγάλο βάθος και βρήκαν τρεις σταυρούς, δηλαδή τον σταυρό του Κυρίου και τους σταυρούς των δύο ληστών. Χάρηκε τότε χαρά μεγάλη η βασίλισσα. Επειδή όμως δεν γνώριζαν ποιος από τους τρεις ήταν ο σταυρός πάνω στον οποίο σταυρώθηκε ο Κύριος, ρωτούσαν τον Ιούδα. Την ώρα εκείνη περνούσε από εκεί νεκρική συνοδεία. Ο Ιούδας τότε, κινούμενος από θερμή πίστη, κάλεσε και έφεραν τον νεκρό μπρος στη βασίλισσα.

Απέθεσαν τότε πάνω στον νεκρό τον πρώτο και τον δεύτερο σταυρό, χωρίς όμως να φανεί κανένα σημείο. Κατόπιν τοποθέτησαν τον τρίτο σταυρό, ο οποίος ήταν ο σταυρός του Κυρίου, και ω του θαύματος, αναστήθηκε ο νεκρός και αποκαλύφθηκε η δύναμη του τιμίου σταυρού. Βλέποντας το θαύμα αυτό, πολλοί Εβραίοι πίστευσαν στον Χριστό, η δε Αγία Ελένη αγαλλομένη ευχαρίστησε τον Κύριο, ανέθεσε δε στον Ιούδα, ο οποίος εν τω μεταξύ βαπτίστηκε και ονομάστηκε Κυριακός, να βρει τους τιμίους ήλους με τους οποίους κάρφωσαν τον Χριστό. Καθώς δε ο Κυριακός μαζί με άλλους χριστιανούς προσευχήθηκαν, έλαμψε ο τόπος όπου βρίσκονταν, έσκαψαν και τους βρήκαν. Και πάλι έγινε χαρά μεγάλη, ο δε καλός Κυριακός έγινε αργότερα Επίσκοπος Ιεροσολύμων

καθώς έζησε ζωή αγιότατη, συγκαταριθμήθηκε μεταξύ των Αγίων. Η Αγία Ελένη, αφού έκτισε πολλούς ναούς και επρόκειτο να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη, πρόσταξε και έκοψαν το τίμιο ξύλο κατά το πάχος του από πάνω μέχρι κάτω και έτσι σχηματίστηκαν δύο σταυροί. Τον ένα τον άφησε στα Ιεροσόλυμα και τον άλλο μαζί με τους ήλους τα πήρε μαζί της και επέστρεψε με χαρά μεγάλη στον γιο της. Ο δε μέγας Κωνσταντίνος, όταν πληροφορήθηκε τον ερχομό της μητέρας του, βγήκε σε προϋπάντηση και προσκύνησε το τίμιο ξύλο και το παρέδωσε στην εκκλησία. Δύο από τους τιμίους ήλους τοποθέτησαν στο βασιλικό στέμμα. Μετά από λίγο η μακαρία Ελένη, σε ηλικία 81 ετών, απήλθε στις αιώνιες μονές

τάφηκε στον περίφημο Ναό των Αγίων Αποστόλων. Τον καιρό αυτό παρουσιάστηκε ο αιρεσιάρχης Άριος, ο οποίος ήταν πρωτοπρεσβύτερος της Αλεξανδρίας και διδάσκαλος της σχολής αυτής. Αυτός βλασφημώντας έλεγε ότι «ο Υιός του Θεού δεν είναι της ίδιας ουσίας με τον Πατέρα, αλλά κτίσμα του Θεού και όργανο με το οποίο ο Θεός Πατέρας δημιούργησε τον κόσμο». Αυτός ο Άριος παρέσυρε στην αίρεσή του τον επίσκοπο Νικομηδείας Ευσέβιο και μερικούς άλλους κληρικούς. Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Αλέξανδρος, κινούμενος από θείο ζήλο, συγκάλεσε σύνοδο, στην οποία μαζεύτηκαν περί τους εκατόν επίσκοποι από την επαρχία του, οι οποίοι καθήρεσαν τον Άριο και τους οπαδούς του. Μεγάλη δε σύγχυση και ταραχή προκλήθηκε τότε στην εκκλησία και στον κόσμο

τους αιρετικούς Αριανούς. Βλέποντας αυτά ο Μέγας και ευσεβής Κωνσταντίνος και θέλοντας να ειρηνεύσει την ταρασσόμενη εκκλησία του Χριστού, έστειλε γράμματα και μάζεψε στη μεγαλόπολη της Νικαίας όλους τους επισκόπους για να εξετάσουν το ζήτημα. Έτσι το 325 συγκεντρώθηκαν οι 318 θεοφόροι Πατέρες και συγκροτήθηκε η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος, στην οποία παραβρέθηκε και αυτός ο φιλόχριστος βασιλέας, ο οποίος κάθισε μαζί με τους αρχιερείς σε χαμηλό και ταπεινό θρόνο. Οι Άγιοι Πατέρες νίκησαν κατά κράτος τον Άριο με τους θεόπνευστους λόγους τους και τα θαυμαστά κατορθώματά τους, όπως του Θαυματουργού Σπυρίδωνος, του Αγίου Αχιλλείου και άλλων, προσπάθησαν δε τους πλανηθέντες να επαναφέρουν στην ευσέβεια.

Άριος, καθώς δεν θέλησε να ταπεινωθεί, αναθεματίστηκε αυτός και η διδασκαλία του και όλοι οι οπαδοί του που παρέμειναν στην πλάνη τους. Οι εργασίες της Συνόδου αυτής κράτησαν τρισήμισι χρόνια. Μετά, αφού ο βασιλέας ευχαρίστησε τον Θεό, διότι μέσω αυτού εξαφάνισε την ειδωλολατρία και τις αιρέσεις, παρακάλεσε τους αρχιερείς να έρθουν στη νέα πόλη, της οποίας η οικοδομή κόντευε να τελειώσει, για να την ευλογήσουν και να επισκεφθούν τον αγιότατο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μητροφάνη, ο οποίος ασθενούσε βαριά. Οι αρχιερείς υπάκουσαν με ευχαρίστηση, επισκέφθηκαν την πόλη, την ονόμασαν Κωνσταντινούπολη και την αφιέρωσαν στην Κυρία Θεοτόκο. Μετά ο Μέγας Κωνσταντίνος παρέθεσε σε όλους τους αρχιερείς τράπεζα, τους τίμησε λαμπρά με τα πρέποντα δώρα

δε Αγίου Παφνουτίου και των λοιπών Αγίων Ομολογητών καταφιλούσε τους εξορυγμένους οφθαλμούς, τα στρεβλωμένα και πληγωμένα μέλη από τους τυράννους κατά τον καιρό του διωγμού, για να λάβει από αυτούς αγιασμό. Όταν δε μερικοί έδωσαν αναφορές αυτών εναντίον κάποιων επισκόπων, αυτός ούτε να τις διαβάσει δεν θέλησε, αλλά μπροστά σε όλους τις έκαψε λέγοντας: «Εάν και εγώ έβλεπα αρχιερέα να αμαρτάνει, βεβαίως θα τον σκέπαζα με την πορφύρα μου». Κατά τον καιρό εκείνο ο βασιλέας της Περσίας Σαβώριος σήκωσε διωγμό κατά των χριστιανών της Περσίας. Τότε ο Μέγας Κωνσταντίνος έστειλε επισήμους απεσταλμένους στον Σαβώριο για να πάψει τον διωγμό. Επειδή δε ο Σαβώριος δεν υπάκουσε, ο Μέγας Κωνσταντίνος μάζεψε στρατό

Ξεκίνησε εναντίον του. Καθοδόν όμως στη Νίκαια ασθένησε και μεταφέρθηκε στο προάστειο της Νικομηδίας, Αχύρων. Εκεί ο Άγιος, βλέποντας την κατάσταση της υγείας του να επιδεινώνεται, κάλεσε τους Ορθοδόξους Επισκόπους και ζήτησε να γίνει η βάπτισή του, λέγοντας: «Αυτός είναι ο καιρός στον οποίο προ πολλού χρόνου είχα στηρίξει τις ελπίδες μου και με δίψα και προσευχή περίμενα για να τύχω της κατά Θεόν σωτηρίας. Ώρα είναι πλέον να απολαύσω κι εγώ την αθανατοποιό σφραγίδα. Σκεπτόμουν να λάβω αυτό στα ύδατα του Ιορδάνου ποταμού, στα οποία και ο Σωτήρας, όπως λέγει η Γραφή, ως άνθρωπος έλαβε το λουτρό του βαπτίσματος. Ο Θεός όμως το συμφέρον βλέπων, εδώ τώρα αυτό ήθε να μας αξιώσει». Έτσι οι αρχιερείς τον βάπτισαν.

Όταν βγήκε από την Ιερή Κολυμβήθρα, του φόρεσαν τα λευκά ενδύματα του βαπτίσματος, τα οποία φορούσε μέχρι το θάνατό του. Μη θέλοντας πλέον να φορέσει τα βασιλικά ενδύματα, αλλά έτσι χαίροντας και προσευχόμενος, ανήλθε προς τον Κύριο το 337 και σε ηλικία 63 ετών. Ο γιος του Κωνστάντιος μετέφερε με βασιλικές τιμές το λείψανο του πατέρα του στην Κωνσταντινούπολη και το ενταφίασε στον νάρθηκα του Ναού των Αγίων Αποστόλων, όπου και πολλά θαύματα τέλεσε.

Ο εορταζόμενος Μέγας και Άγιος Κωνσταντίνος μπορεί να συγκριθεί με καθένα από τους Αγίους και να λάβει μεγάλους επαίνους. Λέγει η Θεία Γραφή ότι ο Προφητάναξ Δαβίδ ήταν ταπεινός και πραότατος, αλλά και ο Μέγας Κωνσταντίνος ήταν πραότατος και αμνησίκακος, καθώς απεδείχθη, διότι βασιλεύοντας σε πολλούς τόπους συγχώρησε αυτούς που τον επιβουλεύτηκαν, αν και όριζε όλο τον κόσμο, ενώ ο Δαβίδ μόνο στην Ιερουσαλήμ βασίλευσε. Ονομάστηκε ο Δαβίδ Θεοπάτορ, μόνος αυτός από όλους τους βασιλείς των Εβραίων. Πρέπει δε και αυτόν τον Κωνσταντίνο να καλούμε Θεοπάτορα, επειδή πατέρας έγινε των κατά χάριν υιών του Θεού. Τον Σολομώντα ο Θεός εθαυμάστωσε, γεμίζοντάς τον θεία σοφία και γνώση.

Και αυτός από το Θεό διδάχτηκε, καθώς φωτίστηκε από τον ουρανό το θείο μυστήριο, και είχε τόση σοφία και σύνεση, ώστε αφάνησε την ειδωλολατρία και στερέωσε την ευσέβεια. Μάλιστα και του Σολομώντος σοφότερος φάνηκε, διότι εκείνος μερμοράθηκε κατόπιν για την ηδονή της σάρκας και, καθώς προσκύνησε τα είδωλα, έγινε αλίμονον αντί εραστής της κατά κόσμον σοφίας που ήταν προηγουμένως ξένος Θεού και Αγγέλων. Ο δε θαυμάσιος Κωνσταντίνος και πάνσοφος έγινε και την πίστη ακράδαντη διεφύλαξε και τη σωφροσύνη αμίαντο. Έτσι πρέπει να προτιμάται από όλους τους βασιλείς και περισσότερο από όλους να εγκωμιάζεται. Υπερμάχησε ο Μέγας Πέτρος σε μερικές πόλεις κηρύττοντας το Ιερό Ευαγγέλιο.

Έτσι, ως κορυφαίος των Αποστόλων, απόλαυσε της νίκης των στεφάνων. Αυτός όμως ο Τρισμακάριος υπερμάχησε σε όλη την Οικουμένη, μέχρι που αφάνισε τελείως τους ειδωλολάτρες και στερέωσε την ευσέβεια.

Από τον ουρανό την κλήση ο Μέγας Παύλος και έπαθε πολλά για την ευσέβεια, αλλά παρόμοια και αυτός ο Τρισόλβιος, όχι από τους ανθρώπους, αλλά από το Θεό διδάχτηκε προηγουμένως το μυστήριο και στερέωσε την Εκκλησία τόσο επιμελέστατα, ώστε ούτε οι πύλες του Άδου, δηλαδή τα στόματα των αιρετικών, να μπορέσουν να τη διασείσουν. Όλοι δε εμείς...

Αυτού βασιλεία πλουτίσαμε την επίγειο βασιλεία και την ευσέβεια. Αλλά και πάλι αυτόν ας παρακαλούμε πολλές φορές να δέεται του Θεού ο Θεόστεπτος, να εξαλείψει τα φρυάγματα των ασεβών, για να δίνει ειρήνη στην Εκκλησία του, για να μένουμε έτσι ευσεβείς, ανενόχλητοι και ατάραχοι. Ναι, ω Κωνσταντίνε, πανσεβέστατε και Θεομακάριστε Βασιλεύ, ευσεβέστατε Αυτοκράτορ Χριστομίμητε, Απόστολε Τρισκαιδέκατε και Δούλε Χριστού Γνησιότατε, επάκουσε και εμάς τους ταπεινούς και αξίωσέ μας με τις προς τον Δεσπότη Χριστό ευπρόσδεκτες πρεσβείες σου να επιτύχουμε την αιώνιο μακαριότητα και βασιλεία του.

Αγγλική μετάφρασηEN · 33 παράγραφοι

Constantine, emperor of the Christians, founder of Constantinople and the Byzantine Empire, was born in Naissus, now Niš in central Serbia, in AD 274. His father, Constantius, was then a general in the Roman state. Because of his pale complexion, he was called Chlorus. The Saint’s mother was the deeply devout and holy Empress Helena. She came from Bithynia in Asia Minor and was born in the city of Drepanum, which Constantine the Great later renamed Helenopolis in her honor. In 284, after the murder of Numerian, a man was proclaimed emperor in Chalcedon:

Diocletian, who came from Dalmatia and later became a great persecutor of Christians. Two years after taking the throne, he divided the Roman Empire into two parts. The eastern part included Illyria, on the Adriatic Sea, Greece, Asia Minor, and Egypt. Its capital was Nicomedia in Asia Minor, where he took up residence. The western part included Italy and Rome, France, Spain, Britain, and North Africa.

Its center was Mediolanum, now Milan, where he installed his trusted friend Maximian, called Herculius, as emperor. Later, Diocletian appointed two more men to help govern, calling them Caesars, while he and Maximian were called Augusti. For the East, he chose Galerius Maximian as Caesar, to govern Macedonia, central Greece, the Peloponnese, and Crete. In the West, he made Constantine the Great’s father, Constantius Chlorus, Caesar and gave him the westernmost regions of the empire: Britain, Gaul, and Spain. But Diocletian forced him to divorce his lawful wife, the blessed Helena, because she was of humble birth, and to marry Theodora, the daughter of Maximian Herculius. Diocletian also held Constantius’s son

Constantine as a hostage for added security. Even as a child, Constantine was handsome in appearance and good at heart. As he grew, he became more handsome and more virtuous, and remarkable in strength as well. In 305, after Diocletian and Herculius abdicated, the men who had been Caesars were proclaimed Augusti: Constantius, Constantine the Great’s father, in the West, and Galerius in the East. Constantine was then being held at Galerius’s court. Envious of his exceptional qualities, Galerius tried to kill him through a treacherous scheme, but it failed. When Constantius learned of this, he resolved to free his son.

Citing his illness, for he truly was ill, Constantius asked Galerius to send his son to see him. Galerius, pressed by the circumstances, pretended to agree, but intended to destroy Constantine on the journey. By the grace of Christ, Constantine escaped Galerius’s traps and reached his father safely. Constantius was overjoyed to see his son and named him his successor. Constantine married Minervina, and they had a son, Crispus.

He fought many victorious campaigns in Gaul and Britain. When Constantius died, the army, which valued Constantine’s virtues and loved him, proclaimed him emperor. Thus he came to the throne on July 25, 306, at the age of thirty-two, and governed the people with kindness and compassion. Meanwhile, Galerius appointed his friend, the general Severus, Caesar and sent him to Rome. After the death of Constantius Chlorus, Severus was proclaimed emperor. Maximian Herculius’s son Maxentius rebelled against him. Together with his father, Maxentius defeated and killed Severus, and they were proclaimed emperors in Rome. Constantine had separated from Minervina, and he then married Herculius’s daughter Fausta. She was beautiful, but ill-tempered and cunning.

Constantine made the city of Arelate in southern France his capital and governed his realm from there with complete justice. For this, all the people loved him dearly. After the deaths of his father and Galerius, Maxentius was left as the sole emperor in Rome. He wanted to destroy the other rulers so that he alone would rule the whole empire. He began gathering a large army and preparing to march first against his brother-in-law Constantine. The Romans were suffering under Maxentius’s tyranny. Having heard of Constantine’s goodness and brave deeds, they wrote to tell him what was happening and begged him to come quickly and free them from the tyrant.

Although his forces were much smaller, Constantine marched at once against Maxentius. He crossed the Alps in September 312, took all the cities of northern Italy, and reached the outskirts of Rome. There Maxentius waited for him with a much larger army. The two armies faced each other, ready for the final battle. Constantine looked sorrowfully at the enemy forces and wondered how he could overcome so great a multitude. As he stood there, troubled and deep in thought, he saw the sign of the Precious Cross in the sky at noon, formed of stars. Around the Cross were Greek letters that read, ‘Constantine, by this sign conquer.’

That is to say: Constantine, do not trust in your own human strength to defeat your enemies. Through this sign of the Cross, you will overcome them in battle. That night, Christ Himself appeared to him in a dream and said, ‘Rise and make a cross like the one you saw. Carry it into battle with faith, and you will always overcome your enemies.’ Constantine awoke, and during that same night he saw the victorious sign again in the sky. Then he believed with all his heart in the true God, our Lord Jesus Christ. At daybreak, he ordered a silver cross made in the form he had seen, and it was always carried before the whole army.

The final battle took place on October 28, 312, at the Red Rocks outside Rome. The Cross, the unconquerable standard of victory, prevailed. Constantine glorified God when he saw this wonder. The citizens of Rome decorated the city and joyfully welcomed Constantine in triumph. In January of the following year, Constantine’s sister Constantia married Licinius, the other emperor in the East, at Milan. Then Constantine and Licinius jointly issued the decree on religious tolerance and freedom of conscience, famous in Church history. The decree applied to all religions of the time, but clearly its chief purpose was

to give justice and freedom to the Christians and their Church after three centuries of persecution. The Christian Church was granted freedom to worship in both West and East. Its churches, cemeteries, and lands were ordered returned. In the territory Constantine then ruled, he gave many privileges to the Christian clergy and used public funds to help build churches. These and many other acts of kindness marked the beginning of his reign. Good Constantine offered them as first gifts to God, the generous benefactor who had enlightened and raised him up. Then, moved by divine zeal, he issued various just laws for the glory of God

and to strengthen our devout faith. First, no one was to dare blaspheme Christ or harass a Christian. Second, he ordered pagan altars destroyed and churches built everywhere to the glory of Christ. In Rome, he himself built a great church dedicated to God the Savior. He drew its design with his own hand, and in his deep devotion he was the first to dig its foundations. He even carried stones on his shoulder, seeking a greater reward from God. He also ordered everyone to cease bodily work during the two weeks of Holy Pascha, from the Saturday of Righteous Lazarus to the Sunday of the Apostle Thomas, and to attend Church. Poor people who were baptized were to be

fed and clothed at imperial expense. The emperor, called and chosen by God, enacted these and many other laws pleasing to Him. Great joy and gladness spread throughout the world. Countless people came daily to the Orthodox faith and were baptized. In Rome and many other cities, Christ the Master, God before all ages, was openly proclaimed. The devout emperor appointed Christian governors and officials and sent them throughout the empire, instructing them to do all they could to strengthen the Orthodox faith in Christ. As for the third emperor, Maximinus Daia,

at first he said he did not oppose the Edict of Milan. But in 313 he moved against Licinius, who routed him in a battle near Adrianople. He eventually died in Tarsus of Cilicia. In 314, Licinius himself provoked a war with Constantine. Constantine defeated him in two battles and took Illyria, Macedonia, Dardania, and Greece proper. A deep peace then prevailed for nine years. During that time, Constantine gradually set about reshaping nearly all civil and criminal law according to the principles of the Gospel. He abolished crucifixion, a common death penalty for slaves.

He forbade the branding of condemned people with marks of disgrace on their faces. He abolished gladiatorial contests. He made the freeing of slaves legally valid without a complicated formal procedure. To prevent children from being abandoned or sold, he provided poor families with food from public or imperial funds.

He recognized the Church as a legal body. In July 321, he enacted a law making Sunday a day of rest. He had the Greek Cross, with arms of equal length, engraved on coins. All this imperial favor and protection for the Christian faith and the Christian Church steadily weakened the standing of the still official pagan religion and its many gods. Having proclaimed freedom of religious conscience, he also ruled that Christian soldiers and public officials were not required to take part in official pagan rites and sacrifices. But Licinius began another war against Constantine. Constantine routed him in a battle near Adrianople in July 323, in a second battle that September, and in a naval battle in the Hellespont. Thus, at the age of forty-nine, he became sole emperor of the entire Roman state, West and East, and restored its unity.

The great and glorious victor’s first act was to restore by law the religious freedom of Christians in the East, secure their worship, and provide just compensation for them. As he wrote, he attributed his army’s victories to the holy God, the Master of All. He then prayed that God would be gentle and gracious to all the people of the East and would heal their sufferings through him, Emperor Constantine, using him as His servant. So the whole world loved him dearly, and people obeyed him more because of his good intentions than from fear of his power. And because Constantine had seen a divine vision in 316

in which he was commanded to build a city in the East and dedicate it to the Most Holy Theotokos, he resolved to carry out that divine command without delay. He went first to Thessalonica and then to Chalcedon, but obstacles stood in his way. It is said that when he began building the new city at Chalcedon, eagles came, seized the craftsmen’s tools, and dropped them in Byzantium. So he decided to build the new city there, and an angel of God showed him its boundaries. The planning of the city was entrusted to Euphratas, who completed it with great success. Constantine built many churches in the New City, including those of the Holy Apostles, Saint Irene, Saint Mokios, and Michael the Archangel.

He brought officials from Rome and formed a senate, and he built fine and stately buildings. At that time, the Indians were baptized, and the Iberians and Armenians came to believe, the Armenians under the guidance of Saint Gregory, bishop of Greater Armenia. The building of the new city was completed in 330, and it was named Constantinople and New Rome. After a vision, Constantine also sent his mother, the blessed Helena, to Jerusalem to seek the precious wood of the Cross. Saint Helena went to Palestine with a large retinue. There, with the help of a Jewish man named Judas, they found the place where Christ had been crucified.

But no one knew exactly where the Cross lay. Saint Helena prayed to the Lord, and at once the ground shook. An indescribable fragrance rose from the place where the Precious Cross was hidden. Everyone, including the empress, marveled. Judas thanked Christ and came to believe in Him. They dug deep and found three crosses: the Cross of the Lord and the crosses of the two thieves. The empress was filled with joy. But they did not know which of the three was the Cross on which the Lord had been crucified, so they asked Judas. Just then, a funeral procession passed by. Moved by fervent faith, Judas called for them to bring the dead man before the empress.

They laid the first and then the second cross upon the dead man, but nothing happened. Then they placed the third cross upon him—the Cross of the Lord—and, wondrous to behold, the dead man rose to life. The power of the Precious Cross was revealed. Seeing this miracle, many Jews came to believe in Christ. Saint Helena rejoiced and gave thanks to the Lord. She asked Judas, who had meanwhile been baptized and given the name Kyriakos, to find the precious nails with which Christ had been fastened to the Cross. As Kyriakos prayed with other Christians, the place where the nails lay began to shine. They dug there and found them. Again there was great joy. In time, the good Kyriakos became bishop of Jerusalem.

He lived a most holy life and was numbered among the Saints. After building many churches, Saint Helena prepared to return to Constantinople. She ordered the precious wood of the Cross to be divided lengthwise from top to bottom, forming two crosses. She left one in Jerusalem and took the other, together with the nails, back to her son with great joy. When Constantine heard that his mother was returning, he went out to meet her, venerated the precious wood, and entrusted it to the Church. Two of the precious nails were placed in the imperial crown. Soon afterward, blessed Helena departed to the eternal dwelling places at the age of eighty-one.

She was buried in the renowned Church of the Holy Apostles. Around this time, the heresiarch Arius appeared. He was the senior priest of Alexandria and a teacher at its school. In blasphemy he taught that ‘the Son of God is not of the same essence as the Father, but is a creature of God and the instrument through which God the Father created the world.’ Arius drew Eusebius, the bishop of Nicomedia, and several other clergy into his heresy. Moved by divine zeal, Patriarch Alexander of Alexandria called a Synod. About a hundred bishops from his province gathered and deposed Arius and his followers. The Arians then caused great confusion and turmoil in the Church and throughout the world.

Seeing this, the great and devout Constantine wanted to bring peace to the troubled Church of Christ. He sent letters summoning the bishops to the great city of Nicaea to examine the matter. So, in 325, the 318 God-bearing Fathers gathered for the First Ecumenical Council. The emperor, who loved Christ, attended and sat among the bishops on a low, humble throne. Through their God-inspired words and wondrous deeds, the Holy Fathers decisively refuted Arius. Among them were Saint Spyridon the Wonderworker and Saint Achilleios. They also sought to bring those who had gone astray back to the true faith.

Arius refused to humble himself, so he, his teaching, and all his followers who persisted in error were anathematized. The work of this Council lasted three and a half years. The emperor then gave thanks to God for using him to put an end to idolatry and heresies. He asked the bishops to come to the new city, whose construction was nearly complete, to bless it and visit the most holy Patriarch Metrophanes of Constantinople, who was gravely ill. The bishops gladly agreed. They visited the city, named it Constantinople, and dedicated it to the Lady Theotokos. Constantine then gave all the bishops a banquet and honored them with fitting gifts.

He kissed the gouged-out eyes and the twisted, wounded limbs of Saint Paphnutios and the other holy Confessors who had suffered under tyrants during the persecution, seeking a blessing from them. When some people handed him written accusations against certain bishops, he refused even to read them. He burned them before everyone and said, ‘If I myself saw a bishop sinning, I would surely cover him with my imperial cloak.’ At that time, Shapur, king of Persia, began persecuting the Christians there. Constantine sent official envoys to ask Shapur to end the persecution. When Shapur would not listen, Constantine gathered an army.

He set out against Shapur. On the way, however, he fell ill near Nicaea and was taken to Achyron, a suburb of Nicomedia. Seeing his health worsen, the Saint called the Orthodox bishops and asked to be baptized. He said, ‘This is the time on which I have long set my hopes. I have waited for it with longing and prayer, so that I might receive salvation from God. Now the time has come for me, too, to receive the seal that grants immortality. I had hoped to receive it in the waters of the Jordan River, where the Savior Himself, as Scripture says, received the washing of Baptism as a man. But God sees what is best and has counted us worthy to receive it here and now.’ So the bishops baptized him.

When he came out of the baptismal font, they clothed him in the white garments of Baptism, which he wore until his death. He no longer wished to wear imperial robes. Rejoicing and praying, he departed to the Lord in 337, at the age of sixty-three. His son Constantius brought his father’s body to Constantinople with imperial honors and buried it in the narthex of the Church of the Holy Apostles, where many miracles took place.

Saint Constantine the Great, whom we celebrate today, may be compared with any of the Saints and receive great praise. Holy Scripture tells us that David, the prophet and king, was humble and exceedingly gentle. Constantine too was gentle and bore no grudges. Though he ruled many lands, he forgave those who plotted against him. His rule extended over the whole world, while David ruled only in Jerusalem. David alone, among all the kings of the Jews, was called the Forefather of God. We should also call Constantine a forefather of God, for he became a father to those who are God’s children by grace. God made Solomon wondrous by filling him with divine wisdom and knowledge.

Constantine too was taught by God: the divine Mystery was revealed to him from heaven. He had such wisdom and understanding that he put an end to idolatry and strengthened the true faith. He even proved wiser than Solomon, who later, alas, was led astray by the pleasures of the flesh. Solomon worshiped idols and, though he had once loved worldly wisdom, became estranged from God and the angels. Wondrous Constantine, however, grew wise, kept the faith steadfastly, and preserved his chastity unstained. For this he should be honored above all kings and praised more than any of them. The great Peter fought for the faith in several cities by preaching the Holy Gospel.

Thus, as the foremost of the Apostles, Peter received the victor’s crowns. But this thrice-blessed Constantine fought for the faith throughout the inhabited world, until he had brought idolatry to an end and firmly established the true faith.

The great Paul received his calling from heaven and suffered much for the faith. Likewise, this thrice-blessed Constantine was taught the Mystery by God, rather than by men. He strengthened the Church with such care that not even the gates of Hades—that is, the mouths of the heretics—could shake her. And all of us...

Through his reign, we have been enriched with earthly rule and the true faith. Let us ask this God-crowned emperor again and again to pray to God: may God silence the arrogant boasts of the impious and grant peace to His Church, so that we may live in faith, undisturbed and untroubled. Yes, O Constantine, most devout and blessed by God, most faithful emperor who followed Christ, thirteenth Apostle and true servant of Christ: hear us in our humility. Through your prayers, which are pleasing to Christ our Master, may we be counted worthy to attain eternal blessedness and His Kingdom.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

05 ΜΑΪΟΥ\21 05 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα