Η μεταστροφή, ο μαρτυρικός θάνατος και η ομορφιά της ψυχής του Αγίου Χριστοφόρου
Ο Ρέπρεβος, αιχμάλωτος γνωστός για την τρομακτική του εμφάνιση, συγκινείται από τα βάσανα των διωκόμενων χριστιανών και λαμβάνει βάπτισμα με το όνομα Χριστόφορος. Η ράβδος του ανθίζει αφού προσεύχεται για ένα σημείο, όπως η ράβδος του Ααρών, κάτι που ενισχύει την αποφασιστικότητά του να ομολογήσει τον Χριστό.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Ο Ρέπρεβος, αιχμάλωτος γνωστός για την τρομακτική του εμφάνιση, συγκινείται από τα βάσανα των διωκόμενων χριστιανών και λαμβάνει βάπτισμα με το όνομα Χριστόφορος.
- Η ράβδος του ανθίζει αφού προσεύχεται για ένα σημείο, όπως η ράβδος του Ααρών, κάτι που ενισχύει την αποφασιστικότητά του να ομολογήσει τον Χριστό.
- Όταν στρατιώτες έρχονται να τον συλλάβουν, η προσευχή του πολλαπλασιάζει ένα κομμάτι ψωμί· οι στρατιώτες ασπάζονται τον χριστιανισμό και βαπτίζονται από τον Άγιο Βαβύλα στην Αντιόχεια.
- Αργότερα ο Χριστόφορος αντιστέκεται στις υποσχέσεις του αυτοκράτορα Δέκιου και οδηγεί τη Νίκη και την Ακυλίνα στη μετάνοια και την πίστη· και οι δύο γυναίκες μαρτυρούν.
- Επιζεί από φωτιά και βαθύ πηγάδι προτού ο Δέκιος διατάξει να αποκεφαλιστεί· ο επίσκοπος Πέτρος τοποθετεί τα λείψανά του δίπλα σε ποταμό που είχε πλημμυρίσει μια γειτονική πόλη.
- Η ομιλία διακρίνει αυτή την ανατολική διήγηση από τη δυτική παράδοση, σύμφωνα με την οποία ο Χριστόφορος μεταφέρει το Βρέφος Χριστό πέρα από ποτάμι.
- Με βάση τον Άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο και τους Ψαλμούς, η ομιλία καταλήγει ότι η αρετή και το Άγιο Πνεύμα δίνουν στην ψυχή μια ομορφιά μονιμότερη από τη σωματική εμφάνιση.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 18 παράγραφοι
Μεγαλομάρτυς Χριστοφόρος άκμασε επί του αυτοκράτορος Δεκίου, του σκληρού διώκτου των χριστιανών. Η μορφή του φαίνεται ότι ήταν υπερβολικά άσχημη. Τούτο εδήλωνε και το όνομά του, Ρέπρεβος ή Ρέπροβος, το οποίο σημαίνει δύσμορφος. Λέγεται ότι καταγόταν από φυλή κυνοπροσώπων και ανθρωποφάγων. Κυνοπρόσωπος δε σημαίνει όχι ότι ο Άγιος είχε μορφή σκύλου, αλλά η μορφή του ήταν ανθρώπινη, απλώς δε πολύ άσχημη, φοβερή, αγριεμένη. Συνελήφθη όμως αιχμάλωτος από τους Ρωμαίους και επειδή κατά βάθος είχε αγαθά σπέρματα, ο άγριος εκείνος δεν άργησε να αναδειχθεί ανθρωπινότερος από τους πολιτισμένους αλλά αιμοδιψείς τότε και ανηλεείς κυρίους του. Και ο δούλος αυτός,
λάφυρο του πολέμου, η καταφρονεμένη ύπαρξη ενώπιον της αλαζονικής ρωμαϊκής συνειδήσεως, έβλεπε με πόνο και βαθιά θλίψη τους κατά των χριστιανών διωγμούς και τα σκληρά βασανιστήρια.
Η Εκκλησία του Χριστού, η οποία με την παρηγοριά και την αγάπη της έβρισκε κατάλληλο έδαφος για τη διδασκαλία της στις τυραννούμενες και καταπατούμενες από τον ειδωλολατρικό κόσμο υπάρξεις των δυστυχών δούλων, κέρδισε και το Ρέπροβο και τον μετονόμασε στο Άγιο Βάπτισμα Χριστοφόρο. Κάποια μέρα πήγε στην εκκλησία των χριστιανών και αφού κάθισε έξω από τη θύρα, κάρφωσε στη γη τη ράβδο του και με το κεφάλι στο έδαφος προσευχήθηκε και ζήτησε από το Θεό να βλαστήσει η ράβδος του όπως εκείνη του Αγίου Προφήτου Ααρών, να φανεί και σε αυτόν η πολλή αγαθότητα του Κυρίου και να γίνει προθυμότερος στην ομολογία Του. Και ιδού το θαύμα: η ράβδος εκείνη βλάστησε. Βλέποντας αυτό το θαύμα, δυναμώθηκε περισσότερο και προσευχόταν πάλι ευχαριστώντας τον Κύριο. Κάποια μέρα, μετά τη βάπτισή του, είδε χριστιανούς οι οποίοι κακοποιούνταν από ειδωλολάτρες. Αγανάκτησε και τους έκανε σφοδρές παρατηρήσεις. Μόλις δε διέφυγε τη σύλληψη, χάρη στο γιγάντιο ανάστημά του και την υπερβολική του ρώμη, η οποία ενέπνεε φόβο στους κακοποιούς. Οι άλλοι τότε χριστιανοί τον συμβούλευσαν να φύγει γιατί θα καταγγελλόταν και οπωσδήποτε θα ακολουθούσε η σύλληψή του. Αυτός, λαμβάνοντας υπόψη του κυρίως ότι ήταν νεοφώτιστος χριστιανός,
ποθούσε να ζήσει για να προκόψει περισσότερο στην κατά Χριστόν ζωή, άκουσε τη συμβουλή και αφού βγήκε από την πόλη πήγε μακριά, προτιμώντας τους ακατοίκητους τόπους. Αλλά η καταγγελία έγινε και εκδόθηκε εναντίον του διαταγή για να συλληφθεί είτε ζωντανός είτε νεκρός. Οι στρατιώτες που πήραν την εντολή ερεύνησαν σε πολλά μέρη και επιτέλους, νηστικοί και αποκαμωμένοι, βρήκαν το Χριστοφόρο τη στιγμή που ετοιμαζόταν να φάγει κομμάτι ξερού ψωμιού. Παραδόθηκε χωρίς καμιά αντίσταση. Άρχισε δε να συμβουλεύει τους στρατιώτες να εννοήσουν την πλάνη της πολυθεΐας και να σωθούν κι αυτοί δια του Ιησού Χριστού. Εκείνοι, εξαντλημένοι από την πολλή πείνα, του είπαν να τους δώσει να φάγουν, υποσχόμενοι δε ότι θα τον μεταχειρίζονταν καλά.
Ο Χριστοφόρος όμως δεν είχε περισσότερο από το κομμάτι του ψωμιού που ο ίδιος ετοιμαζόταν να φάγει. Ένας από τους στρατιώτες, μάλλον παίζοντας στην αμηχανία του, είπε ότι πρόθυμα θα ακολουθούσαν το Θεό του, εάν είχε τη δύναμη να τους χορτάσει με το κομμάτι εκείνο. Αμέσως ο Άγιος προσευχήθηκε και ζήτησε εκείνον που πολλαπλασίασε τους πέντε άρτους στην έρημο και από αυτούς χόρτασε ολόκληρες χιλιάδες, αυτός και τη φορά αυτή να ευλογούσε το κομμάτι εκείνο για να χορτάσουν εκείνοι που πεινούσαν και να φωτιστούν στην αναγνώριση και ομολογία Του. Οι στρατιώτες έκπληκτοι παρατηρούσαν τον προσευχόμενο Χριστοφόρο. Τι λοιπόν ήθελε και τι έλπιζε ο άνθρωπος εκείνος; Αλλά ξαφνικά έβγαλαν όλοι κραυγές θαυμασμού.
Το κομμάτι του άρτου είχε πολλαπλασιαστεί. Πώς συνέβη αυτό, αγνοούσαν, αλλά συναισθάνονταν ότι το θαύμα έγινε με τη δέηση του Χριστοφόρου, δηλαδή με τη δύναμη του Θεού του. Έτσι εκείνοι που πήγαν για να τον συλλάβουν συνελήφθηκαν από Αυτόν, αλλά για να σωθούν και όχι για να απολεστούν. Πρόσπεσαν στο Χριστοφόρο και τον παρακαλούσαν να τους γνωρίσει το Θεό του. Εκείνος τους επέτρεψε να φάγουν, μετά δε τους εξέθεσε τη χριστιανική διδασκαλία με απλότητα μεν, αλλά και με αλήθεια και με ζωή. Και το δίκτυ γέμισε. Όλοι τους με μια φωνή του δήλωσαν ότι γίνονται χριστιανοί. Μετά από πολλή πορεία έφτασαν στην Αντιόχεια τη Μεγάλη, στην οποία τότε επίσκοπος ήταν ο Άγιος Βαβύλας.
Αυτός, καθώς έμαθε τα θαυμάσια τα οποία ο Θεός ενέργησε δια του Χριστοφόρου, αφού κατήχησε ακριβέστερα τους στρατιώτες, τους βάπτισε. Μετά έτη ο Χριστοφόρος έπεσε στα χέρια του Δεκίου. Ο βασιλέας αυτός προσπάθησε καταρχάς να τον κερδίσει με υποσχέσεις, κυρίως επειδή τον έβλεπε ρωμαλεότερο και γενναιότερο άνδρα, ο οποίος μπορούσε να αναδειχθεί σε υπέροχο στρατιώτη. Αλλά τίποτε δεν κατόρθωσε. Υπέρ των βασιλέων τότε έστειλαν δύο ωραίες αλλά διεφθαρμένες γυναίκες στη φυλακή του για να τον δελεάσουν με τα κάλλη τους.
Νίκη ονομαζόταν η μία, Ακυλίνα δε η άλλη. Αλλά αντί να τον παρασύρουν αυτές, τις νίκησε εκείνος. Και οι δυο τους ανήκαν στα ταλαίπωρα εκείνα πλάσματα, τα οποία όχι από προτίμηση και κλίση προς τη διαφθορά, αλλά από δυσμενείς περιστάσεις μάλλον και ανήθικη εκμετάλλευση εκ μέρους ασελγών ανδρών εμπλέκονται στους δρόμους της ασωτείας. Τους έκαμε μεγάλη εντύπωση ότι ο άσχημος χριστιανός άνδρας τις απέφευγε, ενώ εκείνες πήγαιναν προς αυτόν, δάκρυσαν δε όταν τον άκουσαν να τις προτρέπει να σεβαστούν τον εαυτό τους και να επανέλθουν στο δρόμο της τιμής και της σωφροσύνης από τον οποίο είχαν το δυστύχημα να εκπέσουν.
Αποτέλεσμα υπήρξε ότι και οι δυο, ενώ εισήλθαν άτιμες, βγήκαν έντιμες και χριστιανές, καθαρισμένες με την Αγία Πίστη του Χριστού. Τη μετάνοιά τους αυτή και τη μεταστροφή την πλήρωσαν και οι δυο με τη ζωή τους. Μετά από βασανισμούς, περιβλήθηκαν το αμαράντινο στεφάνι του μαρτυρίου. Μαρτυρικό τέλος είχε και ο Χριστοφόρος. Άναψαν φωτιά και έριξαν σε αυτή τον Άγιο. Και η μεν φλόγα ανήλθε τόσο ψηλά, ώστε όλοι οι παρευρισκόμενοι φοβήθηκαν, αυτός δε στεκόταν τελείως αβλαβής, προσευχόμενος προς το Δεσπότη Χριστό, σαν να ήταν σε τόπο δροσερό και ευχάριστο. Μετά από ώρα, όταν σβήστηκε η φωτιά, βγήκε ο Άγιος αβλαβής και υγιής, χωρίς ούτε τρίχα από την κεφαλή του ή κομμάτι από τα ενδύματά του να έχει καεί. Όταν οι παρευρισκόμενοι είδαν αυτό το θαυμάσιο, πίστευσαν στον Χριστό. Ήταν δε περίπου χίλιοι άνθρωποι οι οποίοι και έλεγαν: «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών, βοήθησέ μας, ουράνιε Βασιλεύ, γιατί κι εμείς σε σένα πιστεύουμε».
Στα πόδια του μάρτυρα και έλεγαν: «Δικαίως ονομάσθης Χριστοφόρος, διότι όλο το Χριστό βαστάζεις στην καρδιά σου και καθόλου δεν υπολογίζεις τις τιμωρίες του αθέου τυράννου». Όμως ο Δέκιος, αμετανόητος, πρόσταξε να φέρουν μεγάλη και πολύ βαριά πέτρα, την οποία με αλυσίδα έδεσαν στο λαιμό του Αγίου. Ακόμη του έδεσαν τα χέρια και τα πόδια και τον έριξαν σε πολύ βαθύ πηγάδι, πιστεύοντας ότι θα ήταν αδύνατο έτσι να βγει από κει. Όμως άγγελος Κυρίου έβγαλε τον Άγιο ζωντανό και αβλαβή. Τέλος ο Δέκιος έδωσε την τελευταία κατά του Αγίου απόφαση, προστάζοντας τον αποκεφαλισμό του. Οδηγήθηκε ο Χριστοφόρος στον τόπο της τελειώσεώς του. Εκεί προσευχήθηκε και μεταξύ των άλλων είπε: «Κύριε ο Θεός ο Παντοκράτορ,
ευχαριστώ διότι σε όλα με βοήθησες και κατήσχυνες τον εχθρό μου με τους υπηρέτες του. Βοήθησε τους χριστιανούς οι οποίοι βρίσκονται σε κάθε τόπο της Δεσποτείας σου και λύτρωσέ τους από τα σκάνδαλα του διαβόλου. Δώσε, πολυεύσπλαχνε Κύριε, και χάρη στο σώμα μου να διώχνει τους δαίμονες όπου και αν βρεθεί μέρος του λειψάνου μου. Ούτε πείνα, ούτε χαλάζι να βλάψει τον τόπο εκείνο, ούτε άλλο θλιβερό να συμβεί ποτέ σε εκείνον, ο οποίος θα έχει έστω και ελάχιστο μέρος του. Όσους δε τελούν την εορτή της αθλήσεώς μου, διαφύλαξέ τους σώους και αβλαβείς, για να σε δοξάζουν, τον Υπεράγαθο Κύριο». Μετά ο δήμιος πλησίασε με πολύ φόβο και ευλάβεια και έκοψε την τιμία του κεφαλή. Μετά την τελείωση του Αγίου προσήλθε ο Επίσκοπος Αταλίας Πέτρος
αφού έδωσε αρκετά αργυρά νομίσματα στους στρατιώτες, πήρε το σώμα του μάρτυρος, το τύλιξε με αρώματα και το μετέφερε στην πόλη του. Κοντά σε αυτή ήταν ποταμός, ο οποίος ξεχείλιζε και μερικές φορές σκέπαζε την πόλη όταν έπεφτε πολλή βροχή και έτσι έκαμνε μεγάλη ζημιά σε αυτή. Γι' αυτό ο Επίσκοπος απέθεσε στην όχθη του ποταμού το λείψανο του Αγίου Χριστοφόρου και από την ώρα εκείνη ο ποταμός δεν έβλαψε πλέον την πόλη. Αυτά τα οποία μέχρι τώρα αναφέρθηκαν είναι κατά την ανατολική παράδοση. Κατά τη δυτική παράδοση, παρακινήθηκε ο Άγιος από μοναχό και ανέλαβε σε κάποιο ποταμό το έργο να μεταφέρει στους ώμους του τους ταξιδιώτες. Κάποια μέρα μετέφερε τον ίδιο το Χριστό ως παιδί.
Σχετική εικόνα που παριστάνει τον Άγιο να κρατά τη ράβδο που βλάστησε και να περνά ποταμό ή να στέκεται μέσα σε αυτόν, φέρνοντας το Χριστό ως βρέφος στον ώμο του, διαδόθηκε ευρύτερα από τον 12ο αιώνα. Ο Άγιος Χριστοφόρος θεωρείται προστάτης των αυτοκινητιστών, των οδηγών, των ταξιδιωτών.
Ο ως σήμερα εορταζόμενος Άγιος Χριστοφόρος, κυνοπρόσωπος μεν πριν από την πίστη του στο Χριστό, Άγιος δε και Μεγαλομάρτυς μετά την εν Χριστώ αναγέννηση και τελείωσή του, να μας τονίσει ότι δεν έχει σημασία εάν ο άνθρωπος είναι εξωτερικά, σωματικά, ωραίος ή άσχημος, αλλά εκείνο που έχει σημασία είναι η κατάσταση της ψυχής και εκείνο που χρειάζεται είναι η ομορφιά της ψυχής. Τελικά, όπως λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, από την ομορφιά του σώματος δεν θα προέλθει κανένα κέρδος. Από το κάλλος όμως της ψυχής, είναι δυνατόν τόσα αγαθά να καρπωθεί κανείς, όσα είναι φυσικό να αποκτήσει, καθώς θα έχει εραστεί το Θεό. Γι' αυτή την ομορφιά και
ο Δαβίδ λέγει στους ψαλμούς του: «Άκουσον, θύγατερ, και ίδε, και κλίνον το ους σου, και επιλάθου του λαού σου και του οίκου του πατρός σου, και επιθυμήσει ο βασιλεύς του κάλλους σου». Κάλλος δε εδώ λέγει, εξηγεί ο Άγιος, της ψυχής, το οποίο συνίσταται από την αρετή και την ευλάβεια. Και αλλού λέγει ότι ομορφιά της ψυχής είναι η σωφροσύνη και η δικαιοσύνη, η υγεία δε της ψυχής, η ανδρεία και η φρόνηση. Διότι ο αισχρός και ο πλεονέκτης και αυτός που παραδίδει τον εαυτό του στα πονηρά είναι άσχημος και ο δειλός και ο άνανδρος είναι ψυχικά καχεκτικός.
Είναι δε φανερό ότι εκείνα που φθείρουν την ψυχή είναι οι αμαρτίες, διότι και την αισχρότητα φέρνουν και την ασθένεια προκαλούν. Ο οφθαλμός της ενάρετης ψυχής κατά τέτοιο τρόπο είναι ωραίος, ώστε αντί των ανθρώπων έχει εραστεί τις ασώματες δυνάμεις και τον δεσπότη τους. Έτσι δε είναι καθαρός, ώστε αντί τα σωματικά, τα ασώματα κάλλιστα μπορεί να βλέπει. Έτσι δε ήμερος και γαλήνιος, ώστε ούτε προς αυτούς που αδικούν και συνεχώς λυπούν να μην αγριεύει, αλλά και αυτούς με γλυκύτητα να τους βλέπει. Τόση δε κοσμιότητα έχει, ώστε και οι ακόλαστοι να ντρέπονται και να υποχωρεί η μανία τους. Και όπως κόσμιας γυναίκας και η υπηρέτριά της είναι ανάγκη και αυτή να είναι κόσμια και αν ακόμη δεν το θέλει, έτσι και η σάρκα της φιλοσοφημένης και ενάρετης ψυχής
είναι ανάγκη προς τα κινήματα εκείνης να ρυθμίζει τα δικά της κινήματα, διότι και τα μάτια και η γλώσσα και το βάδισμα και όλα γενικώς ρυθμίζονται σύμφωνα με την εσωτερική ευταξία. Εκείνα δε που στολίζουν την ψυχή, κατά τον ίδιο Άγιο, δεν είναι η πολύτιμη λίθη και ο χρυσός, ούτε η πολυτέλεια των ενδυμάτων, ούτε άλλο από τα παρόμοια φθαρτά, αλλά αντί για αυτά, η πραότητα, η επιείκεια, η ανδρεία, η ταπεινοφροσύνη, οι νηστείες, οι ιερές αγρυπνίες, η πτωχεία, η καρτερία και γενικώς το να είναι κανείς ελεύθερος από όλα τα πράγματα της παρούσης ζωής. Όταν το Άγιο Πνεύμα...
στολίζει την ψυχή με τους καρπούς του, τότε ομορφαίνει ο όλος άνθρωπος, ακόμη και το άσχημο σώμα.
Αγγλική μετάφρασηEN · 18 παράγραφοι
The Great Martyr Saint Christopher lived during the reign of Emperor Decius, a cruel persecutor of Christians. His appearance seems to have been exceptionally unattractive. Even his name, Reprobus, was said to mean “deformed.” He was said to come from a tribe of dog-faced people and cannibals. “Dog-faced” does not mean that the Saint looked like a dog. He had a human face, but one that was very unattractive, frightening, and fierce. The Romans took him captive. Yet he had goodness deep within him, and it was not long before this fierce man proved more humane than his supposedly civilized but bloodthirsty and merciless masters. And this slave,
a spoil of war, a person despised in the eyes of proud Rome, watched the persecution of Christians and their cruel tortures with pain and deep sorrow.
Through its comfort and love, the Church of Christ found a welcome hearing for its teaching among the wretched slaves oppressed and trampled by the pagan world. It won Reprobus too, and at Holy Baptism gave him the name Christopher. One day he went to the Christians’ church. He sat outside the door, planted his staff in the ground, bowed his head to the earth, and prayed. He asked God to make his staff blossom like the staff of the Holy Prophet Aaron, so that he too might see the Lord’s abundant goodness and become more eager to confess Him. And behold, a miracle: the staff blossomed. The sight strengthened him, and he prayed again, giving thanks to the Lord. One day after his Baptism, he saw Christians being mistreated by pagans. Indignant, he rebuked their attackers sharply. He barely escaped arrest, thanks to his towering height and extraordinary strength, which frightened them. The other Christians urged him to leave: he would be reported, and his arrest would surely follow. Christopher took their advice, chiefly because he had only recently been baptized.
He longed to live and grow further in the life in Christ. So he left the city and went far away, choosing an uninhabited place. But he was reported, and an order went out to capture him, dead or alive. The soldiers searched many places. At last, hungry and exhausted, they found Christopher just as he was about to eat a piece of dry bread. He surrendered without resisting. He began urging the soldiers to recognize the error of worshipping many gods and to be saved through Jesus Christ. Worn out with hunger, they asked him to give them something to eat and promised to treat him well.
But Christopher had nothing more than the piece of bread he was about to eat. One soldier, apparently making light of his difficulty, said they would gladly follow his God if He could satisfy their hunger with that one piece. At once the Saint prayed to Him who had multiplied the five loaves in the wilderness and fed thousands. He asked Him to bless this piece of bread too, so that the hungry soldiers might be fed and receive illumination to recognize and confess Him. The soldiers watched Christopher pray in astonishment. What did this man expect to happen? Suddenly they all cried out in wonder.
The piece of bread had multiplied. They did not know how it had happened, but they understood that the miracle had come through Christopher’s prayer, by the power of his God. Those who had come to arrest him were themselves captured by Him, so that they might be saved rather than lost. They fell at Christopher’s feet and begged him to teach them about his God. He let them eat, then explained the Christian teaching with simplicity, truth, and life. The net was full: with one voice, they all declared that they would become Christians. After a long journey they reached Antioch the Great, where Saint Babylas was bishop at that time.
When Saint Babylas learned of the wonders God had worked through Christopher, he taught the soldiers more fully and baptized them. Some years later, Christopher fell into Decius’s hands. At first the emperor tried to win him over with promises, especially because he saw in him a strong and courageous man who could become an outstanding soldier. But he achieved nothing. On the emperor’s behalf, two beautiful but morally compromised women were then sent into Christopher’s prison to entice him with their beauty.
One was named Nike, the other Aquilina. But instead of drawing him away, they were won over by him. Both belonged to that unhappy group of women who fall into a life of immorality, less from choice or desire than through hardship and exploitation by lustful men. They were deeply struck that this unattractive Christian man drew away from them even as they approached him. And they wept when they heard him urge them to respect themselves and return to the path of honor and chastity from which they had unhappily fallen.
The result was that both women, who had entered the prison in dishonor, left it honorable and Christian, cleansed by the holy faith of Christ. Both paid for their repentance and conversion with their lives. After torture, they received the unfading crown of martyrdom. Christopher, too, met a martyr’s end. They lit a fire and threw the Saint into it. The flames rose so high that everyone present was afraid, yet he stood there entirely unharmed, praying to Christ the Master as though he were in a cool and pleasant place. After some time, when the fire went out, the Saint emerged safe and well. Neither a hair on his head nor a piece of his clothing had been burned. When those present saw this wonder, they believed in Christ. There were about a thousand of them, and they cried out, “Great is the God of the Christians! Help us, heavenly King, for we too believe in You.”
They fell at the martyr’s feet and said, “You are rightly called Christopher, for you bear Christ wholly in your heart and give no thought to the godless tyrant’s punishments.” But Decius remained unrepentant. He ordered a large, very heavy stone to be brought and chained around the Saint’s neck. They also bound his hands and feet and threw him into a very deep well, believing he could never get out. Yet an angel of the Lord brought the Saint out alive and unharmed. At last Decius gave his final sentence against him: he ordered his beheading. Christopher was led to the place of his martyrdom. There he prayed, saying among other things, “O Lord God Almighty,
I thank You, for You have helped me in everything and put my enemy and his servants to shame. Help the Christians in every place under Your dominion, and deliver them from the snares of the devil. Merciful Lord, grant my body the grace to drive out demons wherever any part of my relics may be found. Let neither famine nor hail harm that place, and let no other affliction ever befall anyone who possesses even the smallest part of them. Keep all who celebrate the feast of my martyrdom safe and unharmed, so that they may glorify You, the all-good Lord.” Then the executioner approached with great fear and reverence and cut off his honored head. After the Saint’s martyrdom, Bishop Peter of Atalia came
and gave the soldiers a considerable sum of silver coins. He took the martyr’s body, wrapped it with spices, and brought it to his city. Nearby was a river that overflowed during heavy rains, sometimes covering the city and causing great damage. So the bishop laid Saint Christopher’s relics on the riverbank, and from that time the river no longer harmed the city. What has been recounted so far belongs to the Eastern tradition. According to the Western tradition, a monk encouraged the Saint to take up the work of carrying travelers across a river on his shoulders. One day he carried Christ Himself as a child.
An icon showing the Saint holding his blossoming staff and crossing a river, or standing in it with the Christ Child on his shoulder, became more widespread from the twelfth century onward. Saint Christopher is regarded as the patron of motorists, drivers, and travelers.
Saint Christopher, whom we celebrate today, was described as dog-faced before he came to faith in Christ. Through his rebirth in Christ and his martyrdom, he became a Saint and Great Martyr. His life teaches us that whether someone is outwardly beautiful or unattractive does not matter as much as the state of the soul. What we need is beauty of soul. As Saint John Chrysostom says, bodily beauty brings no lasting gain. But from the beauty of the soul, a person may receive all the good things that come from loving God. Of this beauty,
David says in the Psalms: “Listen, daughter, and see; incline your ear. Forget your people and your father’s house, and the king will desire your beauty.” By “beauty,” the Saint explains, he means the beauty of the soul, made up of virtue and reverence for God. Elsewhere he says that chastity and righteousness are the soul’s beauty, while courage and sound judgment are its health. A person who acts shamefully, who is greedy, or who gives himself over to evil is ugly in soul; the fearful and fainthearted are weak in soul.
It is clear that sins disfigure the soul, bringing both ugliness and sickness. The eye of a virtuous soul is so beautiful that its love is set on the bodiless powers and their Master. It is so pure that it can see bodiless beauty rather than only physical things. It is so gentle and peaceful that it does not grow fierce even toward those who wrong it and continually cause it pain, but looks on them with kindness. Such a soul has so much dignity that even the unrestrained feel ashamed, and their frenzy subsides. Just as the servant of a dignified woman must also behave with dignity, even if she does not wish to, so too the body of a wise and virtuous soul
must bring its own movements into harmony with the soul’s. Its eyes, tongue, walk, and every action are shaped by the order within. According to the same Saint, what adorns the soul is not precious stones or gold, costly clothing, or any other passing possession. It is gentleness, kindness, courage, humility, fasting, holy vigils, poverty, patient endurance, and, in general, freedom from attachment to all the things of this present life. When the Holy Spirit
adorns the soul with His fruits, the whole person becomes beautiful, even if the body is unattractive.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
05 ΜΑΪΟΥ\09 05 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.