Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Ο Όσιος Χριστόδουλος Πάτμου και ο βίος της ησυχίας

Γεννημένος κοντά στη Νίκαια περί το 1020, ο Χριστόδουλος μελέτησε τις Άγιες Γραφές και εγκατέλειψε έναν κανονισμένο αρραβώνα για να γίνει μοναχός στον Όλυμπο της Βιθυνίας. Μετά από προσκυνήματα στη Ρώμη και στους Αγίους Τόπους, ασκήτεψε στο όρος Λάτρος και δέχτηκε απρόθυμα την ηγεσία των μονών του.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων16 Μαρτίου18:16Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Γεννημένος κοντά στη Νίκαια περί το 1020, ο Χριστόδουλος μελέτησε τις Άγιες Γραφές και εγκατέλειψε έναν κανονισμένο αρραβώνα για να γίνει μοναχός στον Όλυμπο της Βιθυνίας.
  • Μετά από προσκυνήματα στη Ρώμη και στους Αγίους Τόπους, ασκήτεψε στο όρος Λάτρος και δέχτηκε απρόθυμα την ηγεσία των μονών του.
  • Διωγμένος από διαδοχικές μονές, ίδρυσε μονή αφιερωμένη στη Θεοτόκο στην Κω και στη συνέχεια αναζήτησε τη μοναξιά στην Πάτμο.
  • Με την υποστήριξη του αυτοκράτορα Αλεξίου Α' Κομνηνού, έχτισε τη Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στην Πάτμο με επίπονη εργασία, νηστεία και προσευχή.
  • Η ομιλία αφηγείται πώς η τροφή πολλαπλασιάστηκε στη μονή κατά τη διάρκεια μιας πείνας, θρέφοντας τους επισκέπτες που είχαν έρθει για βοήθεια.
  • Επιδρομές ανάγκασαν τον Χριστόδουλο και τους μοναχούς του να μεταβούν στην Εύβοια, όπου συγχώρεσε και προσευχήθηκε για έναν μοναχό που τον είχε προσβάλει.
  • Πριν από τον θάνατό του το 1094, ο Χριστόδουλος παρήγγειλε στους μοναχούς του να επιστρέψουν στην Πάτμο με τα λείψανά του· η ομιλία αφηγείται επίσης ένα μεταγενέστερο θαύμα που αφορά ένα κλαπέν λείψανο.
  • Η τελευταία του συμβουλή καλεί τους μοναχούς να εκτιμούν τη γαλήνη της Πάτμου περισσότερο από τα λαμπρά κτίρια, και ο ομιλητής επεκτείνει την αξία της ησυχίας και στους χριστιανούς που ζουν στον κόσμο.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 18 παράγραφοι

Ο Όσιος Χριστόδουλος καταγόταν από τα περίχωρα της, εις την Βιθυνία της Μικράς Ασίας, περηφανούς πόλεως της Νικέας, όπου γεννήθηκε κατά τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του αυτοκράτορα Βασιλείου του Δευτέρου του Βουλγαροκτόνου, περί το 1020. Οι γονείς του ήταν ευσεβείς και ορθόδοξοι και ονομάζονταν Θεόδωρος και Άννα, αυτός δε κατά το Άγιο Βάπτισμα ονομάστηκε Ιωάννης. Στην κατάλληλη ηλικία εκπαιδεύτηκε στα Ιερά Γράμματα και σε λίγο καιρό έγινε κάτοχος πολλών γνώσεων. Διαβάζοντας δε τις Άγιες Γραφές και φωτιζόμενος από τη Χάρη του Θεού, καταφρονούσε τα παρόντα αγαθά ως φθαρτά και μάταια και επιθυμούσε τα αληθινά και αιώνια.

Οι γονείς του, βλέποντας την πολλή του ευλάβεια και τον πόθο του να γίνει μοναχός, έσπευσαν, παρά τη θέλησή του, να τον αρραβωνιάσουν με κάποια νέα. Εκείνος όμως, πριν ευλογηθούν οι αρραβώνες από ιερέα, έφυγε κρυφά από τους γονείς του και με άνωθεν προτροπή έφυγε και από την πατρίδα του και πήγε στο κοντά στην Προύσα όρος του Ολύμπου, περίφημο μοναστικό κέντρο, όπου βρήκε και υποτάχθηκε σε έμπειρο και ενάρετο γέροντα. Εκεί έλαβε το μοναχικό σχήμα. Ονομάστηκε Χριστόδουλος και αγωνιζόταν φιλότιμα με νηστείες και αγρυπνίες, προσευχόμενος όλη τη νύχτα και υμνολογώντας τον Θεό. Μετά την τελευτή του γέροντά του

και προσκύνησε τα ιερά λείψανα των Αγίων Αποστόλων στη Ρώμη και κατόπιν τους Αγίους Τόπους. Συνεχίζοντας την ένθεη ασκητική του ζωή, πήγε στο όρος Λάτρος της Δυτικής Μικράς Ασίας, κοντά στην αρχαία Μίλητο. Εκεί ο Όσιος, αγωνιζόμενος όπως και προηγουμένως με πολλή εγκράτεια, προκάλεσε το θαυμασμό των άλλων μοναχών που μαζεύτηκαν και τον παρακαλούσαν να τους γίνει προεστώς και πνευματικός τους οδηγός. Ο Όσιος όμως, αγαπώντας την ησυχία, δεν δέχθηκε. Τότε εκείνοι ανέφεραν την υπόθεση στον τότε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νικόλαο, ο οποίος προέτρεψε τον Άγιο να αναλάβει τη διαποίμανση των αδελφών του και έτσι ο Χριστόδουλος, πιεζόμενος και για να μην γίνει παρήκοος, δέχθηκε.

Μάλιστα ο Αγιότατος εκείνος Πατριάρχης τον έκανε αρχιμανδρίτη σε όλα τα μοναστήρια του Λάτρου. Λόγω της επιδρομής των Αγαρηνών, ο Όσιος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το όρος εκείνο και πήγε και ανέλαβε ένα μοναστήρι στο Στρόβυλο, στα νότια της Μικράς Ασίας. Βλέποντας όμως ότι το μοναστήρι εκείνο ταρασσόταν από τους κοσμικούς, πήγε στο νησί της Κω, όπου έκτισε μοναστήρι στο όνομα της Θεοτόκου, και από εκεί όμως έφυγε για λόγους ησυχίας και, μεταβαίνοντας από τόπο σε τόπο, έφτασε στο νησί της Πάτμου, το οποίο την εποχή εκείνη ήταν έρημο και ως εκ τούτου κατάλληλο για την ησυχαστική ζωή που ο Όσιος επιθυμούσε. Για το λόγο αυτό πήγε στην Κωνσταντινούπολη και ζήτησε από τον τότε βασιλέα, τον

ευσεβέστατο Αλέξιο τον Πρώτο τον Κομνηνό, να του παραχωρήσει το νησί για να κτίσει εκεί μοναστήρι στο όνομα του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, του συγγραφέως της Αποκαλύψεως. Του έγραψε ο βασιλέας χρυσόβουλο να είναι το νησί υπό την εξουσία του και να μην πληρώνει κανένα βασιλικό φόρο και διέταξε να του δίνουν τόσο σιτάρι κάθε χρόνο όσο χρειάζονταν οι μοναχοί, ώστε να μην μεριμνούν για τις ανάγκες του σώματος αλλά να παρακαλούν το Θεό για την ψυχή του. Ευχαρίστησε ο Όσιος τον βασιλέα. Πήρε το χρυσόβουλο, χρήματα και εργάτες για την ανοικοδόμηση του μοναστηριού και σε λίγες μέρες έφτασε στην Πάτμο. Εκεί πρώτα σύντριψε ένα είδωλο της Αρτέμιδος

έκτισε ναό στο όνομα του ηγαπημένου μαθητού του Χριστού, Ιωάννου του Θεολόγου. Ο ίδιος ο Όσιος, αν και ήταν γέροντας, σήκωνε μόνος μεγάλες πέτρες και τον ασβέστη και άλλες βαριές εργασίες έκαμνε με πολλή προθυμία, προτρέποντας με το παράδειγμά του τους εργαζόμενους να κάνουν την εργασία τους αγόγγιστα. Αλλ' ενώ εκείνοι έτρωγαν όσο ήθελαν, ο Όσιος υπηρετούσε νηστικός και μόνο την εσπέρα έτρωγε λίγο παξιμάδι με νερό ή άγρια χόρτα, και εκείνα λίγα και ωμά. Τη δε νύχτα προσευχόταν μέχρι την αυγή και τότε κοιμόταν λίγο για να μην εξασθενήσει ο νους του και ασθενήσει. Όταν δε ξημέρωνε, εργαζόταν

ώσπου συμπληρώθηκε το έργο με τη βοήθεια του Θεού, η οποία όλα τα εμπόδια εξομάλυνε και αφάνιζε τα σκάνδαλα. Έτσι απλώθηκε η φήμη του Αγίου παντού και πολλοί πήγαιναν για να δουν τον Άγιο και να προσκυνήσουν το μοναστήρι. Κάποτε που έγινε μεγάλη πείνα στα γύρω νησιά, πολλοί μαζεύτηκαν στο μοναστήρι για να παρακαλέσουν τον Άγιο να κάνει προσευχή στο Θεό για να τους στείλει βοήθεια. Ο Όσιος, αφού τους παρηγόρησε, πρόσταξε τον κελάρη να βάλει τράπεζα και να φιλεύσει τον κόσμο με ό,τι βρισκόταν. «Τι να φέρω;» είπε εκείνος. «Εμείς δεν έχουμε τι να φάμε. Πώς να φιλέψουμε τόσους ανθρώπους;» «Φέρε με πίστη», του είπε ο Άγιος, «εκείνα τα λίγα φαγητά που έχεις, να δεις πώς θα αυξάνει ο Κύριος».

Ο κελάρης έκανε υπακοή και ο Δεσπότης Χριστός τα ευλόγησε για να δοξάσει το δούλο του, τόσο που χόρτασαν όλοι και έμειναν στην τράπεζα εκατονταπλάσια από όσα αρχικά παρατέθηκαν. Βλέποντας το θαύμα, ο κελάρης έφριξε και αφού έβαλε μετάνοια στον Άγιο, του ζήτησε συγχώρηση και ποτέ πλέον δεν είχε αμφιβολία, αλλά όσα τον πρόσταζε τα έκαμνε χωρίς κανένα δισταγμό. Έμεινε στην Πάτμο ο Όσιος πέντε χρόνους με πολλή ησυχία και νουθετούσε τους μοναχούς του πώς να πορεύονται στη μοναχική τους ζωή. Βλέποντας δε ότι αύξανε η μονή με τις δωρεές των χριστιανών, ευχαριστούσε τον Κύριο διότι μεριμνούσε γι' αυτούς. Αλλά πάλι φθόνησε ο Μισόκαλος την ειρήνη του Αγίου

ξεσήκωσε βαρβάρους που λεηλατούσαν τα νησιά. Έτσι, ο Όσιος πήρε τους μοναχούς του και πήγαν στον Εύριπο, δηλαδή την Εύβοια, όπου η αρετή του έλαμπε ως άλλος ήλιος. Κάποιος πλούσιος άρχοντας του χάρισε μεγάλα οικήματα, τα οποία ο Όσιος έκανε μοναστήρι και αγωνιζόταν με μεγαλύτερους από τους προηγουμένους αγώνες, ώστε να υποτάξει εντελώς τη σάρκα στα θελήματα της ψυχής. Χαρακτηριστικό της πραότητας και αμνησικακίας του Οσίου είναι το ακόλουθο περιστατικό. Ένας από τους μοναχούς, άγροικος και κακόγνωμος, μη υπομένοντας τη μοναχική αυστηρότητα, έφυγε από την αδελφότητα και έβρισε τον Όσιο λέγοντας λόγους απρεπείς, τους οποίους υπέμενε ο Άγιος

ταπεινός και πράος. Όμως ο Θεός, ως δίκαιος κριτής, τον τιμώρησε δικαίως. Μπήκε μέσα του πονηρό δαιμόνιο που τον έπνιγε. Αλλά ο αμνησίκακος δούλος του Χριστού, ως μιμητής του, μόλις έμαθε αυτό, έτρεξε στον υβριστή, βαστάζοντας το Ιερό Ευαγγέλιο, το οποίο διάβασε επάνω του και, ω του θαύματος, έφυγε αμέσως το δαιμόνιο. Τότε ο θεραπευμένος έβαλε μετάνοια στον Όσιο και επέστρεψε πάλι στην πνευματική μάνδρα από την οποία ως πλανηθέν πρόβατο είχε αναχωρήσει. Μετά από λίγες μέρες προγνώρισε ο Άγιος με τη χάρη του Θεού το θάνατό του. Γι' αυτό και κάλεσε το μαθητή του Σάβα ως τον αρετότερο από τους άλλους και, αφού του προείπε την τελευτή του,

ανέθεσε να πάει στο μοναστήρι της Πάτμου για να το ετοιμάσει να δεχθεί και την υπόλοιπη αδελφότητα. Μετά την στην Πάτμο αναχώρηση του Σάβα, ο Όσιος έζησε ακόμη 11 μήνες. Όταν ήλθε η μεγάλη Τεσσαρακοστή, πέρασε την πρώτη εβδομάδα κλεισμένος στο κελί του, μόνος με μόνο το Θεό προσευχόμενος. Κατά τη δεύτερη εβδομάδα προσκάλεσε τους αδελφούς, τους γνωστοποίησε την επικείμενη από τον κόσμο αυτό αναχώρησή του, τους νουθέτησε πνευματικά και τους προέτρεψε να επιστρέψουν στο μοναστήρι της Πάτμου παίρνοντας και το λείψανό του. Μετά τους ευλόγησε και έτσι παρέδωσε τη μακάριά του ψυχή στα χέρια του Θεού την 16η του Μαρτίου μηνός.

Πιθανώς του έτους 1094. Οι μαθητές του κήδευσαν το Άγιο του Λείψανο και αργότερα, υπακούοντας την εντολή του διδασκάλου τους, το μετέφεραν στο ιερό νησί της Πάτμου και το απέθεσαν στα δεξιά μέρη της εκκλησίας. Αργότερα έκτισαν μικρή εκκλησία προς τιμήν του Αγίου. Σε αυτήν βρίσκεται μέχρι σήμερα το Άγιο Λείψανο που αποδίδει ευωδία θαυμάσια και επιτελεί πολλές θεραπείες στους προστρέχοντες σε αυτό με πίστη. Από τα πολλά μετά την κοίμηση του Αγίου θαύματά του αναφέρουμε ενδεικτικά μόνο ένα. Κατά το Σεπτέμβριο του 1218 πέρασε από την Πάτμο ο βασιλέας της Πορτογαλίας επιστρέφοντας από τα Ιεροσόλυμα

καθώς είχε ακούσει για τα θαύματα του Αγίου, ανέβηκε για να τον προσκυνήσει. Μετά την προσευχή του έδωσε στον ηγούμενο ως δώρο ένα ασημένιο δίσκο με τριάντα φλουριά και τον παρακάλεσε να του δώσει μικρό μέρος από το λείψανο του Αγίου, εκείνος δε να του δώσει όσο χρυσάφι χρειαζόταν. Οι μοναχοί τότε επέστρεψαν το δώρο που τους έδωσε, λέγοντας ότι εάν τους έδινε και όλα του τα πλούτη, δεν θα τολμούσαν να κόψουν ούτε ελάχιστο μέρος από το λείψανο του Αγίου. Όταν λοιπόν ο βασιλέας εκείνος είδε ότι δεν ήταν δυνατόν να πάρει με χρήματα εκείνο που ποθούσε, σκέφτηκε να το πάρει με πανουργία. Έστειλε μια ομάδα για να προσκυνήσουν δήθεν από ευλάβεια τον Άγιο

παρήγγειλε σε κάποιο δούλο του να προσποιηθεί ότι ασπάζεται το Άγιο Λείψανο και τη στιγμή εκείνη, κρυφά από τους μοναχούς, να δαγκάσει και να αποκόψει ένα δάκτυλο και να το πάρει. Έτσι έκανε ο δούλος, επέστρεψε και με χαρά έδωσε στον βασιλέα τον αντίχειρα του δεξιού χεριού του Αγίου. Το βράδυ όμως τόσο δυνατός άνεμος έπνευσε και τόση θαλασσοταραχή έγινε που παρολίγο να βυθίζονταν τα πλοία. Βλέποντας δε ο βασιλέας τον ξαφνικό και σοβαρό κίνδυνο, κατάλαβε την αιτία του πράγματος και αμέσως έδωσε το δάκτυλο στο δούλο του που το έκλεψε για να το επιστρέψει αμέσως, να ομολογήσει την αμαρτία του και να ζητήσει από τον Άγιο συγχώρηση. Έτσι και ενώ ο δούλος αυτός μαζί με άλλους

ανέβαιναν στο μοναστήρι, άρχισε να ησυχάζει η θάλασσα και όταν άφησε στη θέση του τον σεπτό δάκτυλο έπαυσε εντελώς η τρικυμία και έγινε γαλήνη στο λιμάνι εκείνου.

Στους λόγους της νουθεσίας του σήμερα εορταζομένου Οσίου Χριστοδούλου, τους οποίους άφησε ως πνευματική κληρονομιά στους μοναχούς του, περιοριζόμαστε και στεκόμαστε στα εξής. «Μη επιθυμείτε ωραία μοναστήρια και περιβόητα και πόλεις ωραίες και πλούσιες για να κατοικήσετε για την λαμπρότητα των κτισμάτων, αλλ' ευχαριστηθείτε στο ερημονήσι της Πάτμου, όπου τόσο πολύ κοπιάσαμε, διότι εκεί έχετε τη δυνατότητα προσευχόμενοι να ομιλείτε με τον Θεό, το οποίο δεν μπορείτε να κατορθώσετε εκεί όπου είναι ταραχή και σύγχυση». Τα λόγια αυτά, βγαλμένα από την πείρα ενός Αγίου, που γνώριζε το πώς φτάνει κανείς στην αγιότητα, απευθύνονταν σε μοναχούς

έχουν πρωτίστως αξία σε αυτούς που απαρνήθηκαν τον κόσμο και τα του κόσμου, έργο τους έχουν την άσκηση και τη λατρεία του Θεού και στόχο τους την ένωση με το Θεό και τον αγιασμό τους. Ως εκ τούτου, στην επίτευξη του σκοπού τους αυτού δεν βοηθά η εισβολή στα μοναστήρια του κόσμου, είτε υπό τη μορφή των κοσμικών, των υλικών αγαθών, είτε ακόμη υπό τη μορφή πολυαρίθμων ομάδων ανθρώπων. Η ησυχία, ως αποφυγή των πάσης φύσεως επιδράσεων που απομακρύνουν από την επικοινωνία με το Θεό, αυτό αποτελούσε και πρέπει να αποτελεί βασικό στοιχείο της μοναχικής ζωής και να θεωρείται βασικός παράγοντας επιτυχίας της.

Ο Μέγας Βασίλειος λέγει ότι αρχή καθάρσεως της ψυχής από τα πάθη είναι η ησυχία με την έννοια που αναφέρθηκε προηγουμένως. Εάν έτσι είναι τα πράγματα, όπως και είναι, γίνεται αυτονόητο ότι η κατά το δυνατόν απομάκρυνση και των χριστιανών που ζουν μέσα στον κόσμο από τις βλαβερές ή μάταιες ή μη αναγκαίες κοσμικότητες και η μη συμπλοκή και σύμπλεξη με τον κόσμο που τίποτε το πνευματικό δεν έχει και τίποτε το πνευματικό δεν έχει να μας δώσει, η ησυχία λοιπόν αυτή αποτελεί σημαντικό και αναγκαίο, θα λέγαμε, παράγοντα πνευματικής ανανήψεως και προκοπής.

Αγγλική μετάφρασηEN · 18 παράγραφοι

Saint Christodoulos came from the countryside around the proud city of Nicaea, in Bithynia in Asia Minor. He was born around 1020, during the last years of the reign of Emperor Basil II, known as the Bulgar-Slayer. His parents, Theodore and Anna, were devout Orthodox Christians, and at Baptism they named him John. When he was old enough, he studied the sacred writings and soon gained a great deal of knowledge. As he read Holy Scripture and was enlightened by the grace of God, he came to regard earthly goods as passing and vain, and longed for what is true and eternal.

His parents saw his deep devotion and his desire to become a monk, so they hurried to arrange his betrothal to a young woman against his wishes. But before a priest could bless the betrothal, John secretly left his parents. Prompted from above, he also left his homeland and went to Mount Olympus near Prusa, a renowned monastic center. There he found an experienced and virtuous elder and placed himself under his guidance. He received the monastic habit and was given the name Christodoulos. He strove wholeheartedly through fasting and night vigils, praying throughout the night and singing hymns to God. After the death of his elder,

he went to Rome to venerate the holy relics of the Apostles, and then visited the Holy Land. Continuing his God-centered ascetic life, he went to Mount Latros in western Asia Minor, near ancient Miletus. There, as before, Saint Christodoulos practiced great self-restraint. The other monks admired him and gathered around him, asking him to become their superior and spiritual guide. But he loved hesychia, inner stillness, and declined. So they brought the matter to Nicholas, then Patriarch of Constantinople. The Patriarch urged the Saint to care for his brothers, and Christodoulos, pressed by their requests and unwilling to be disobedient, agreed.

That most holy Patriarch made him archimandrite over all the monasteries of Latros. When the Hagarenes raided the region, Saint Christodoulos had to leave the mountain. He went to Strobilos in southern Asia Minor and took charge of a monastery there. But seeing that laypeople were disturbing its peace, he went to the island of Kos, where he built a monastery dedicated to the Theotokos (God-bearer). Seeking stillness, he left there too. After traveling from place to place, he reached Patmos. At that time the island was deserted, making it well suited to the life of hesychia that he desired. So he went to Constantinople and asked the reigning emperor,

the most devout Alexios I Komnenos, to grant him the island so that he could build a monastery dedicated to Saint John the Theologian, the author of the Apocalypse (Book of Revelation). The emperor issued a golden bull placing the island under his authority and exempting it from imperial taxes. He also ordered that the monks receive as much wheat each year as they needed, so they could leave aside concern for their bodily needs and pray to God for his soul. Christodoulos thanked the emperor. Taking the golden bull, money, and workers for the building of the monastery, he arrived on Patmos a few days later. There he first broke an idol of Artemis

and built a church dedicated to Christ's beloved disciple, Saint John the Theologian. Though he was already an elder, Christodoulos himself carried large stones and lime and eagerly took on other heavy work. By his example, he encouraged the workers to do their work without complaint. They ate as much as they wished, but he worked while fasting. Only in the evening did he eat a little dry bread with water, or a few wild greens, uncooked. At night he prayed until dawn, then slept a little so that his nous, his spiritual intellect, would not grow weak and he would not fall ill. When day broke, he worked

until, with God's help, the work was finished. God smoothed away every obstacle and removed every hindrance. The Saint's reputation spread far and wide, and many came to see him and venerate the monastery. Once, when a severe famine struck the nearby islands, many people gathered at the monastery and asked the Saint to pray for God to send them help. After comforting them, Christodoulos told the cellarer to set the table and serve the visitors whatever food they had. 'What can I bring?' the cellarer asked. 'We have nothing to eat ourselves. How can we feed so many people?' The Saint replied, 'Bring the little food you have in faith, and you will see how the Lord increases it.'

The cellarer obeyed, and Christ the Master blessed the food to glorify His servant. Everyone ate their fill, yet a hundred times more food remained on the table than had been set out at first. The cellarer trembled at the miracle. He made a metanoia, a bow of repentance, before the Saint and asked his forgiveness. From then on, he never doubted, but carried out every instruction without hesitation. Christodoulos remained on Patmos for five years in deep hesychia, guiding his monks in how to live the monastic life. As he saw the monastery grow through the gifts of Christians, he thanked the Lord for caring for them. But the enemy of all that is good once again envied the Saint's peace

and stirred up raiders who plundered the islands. So Christodoulos took his monks to Euripos, on Euboea, where his virtue shone like another sun. A wealthy nobleman gave him several large buildings. The Saint turned them into a monastery and undertook even greater ascetic struggles, seeking to bring his body fully into obedience to the soul's desire for God. The following incident shows his gentleness and freedom from resentment. One of the monks, a coarse and ill-tempered man who could not bear the strictness of monastic life, left the brotherhood and hurled shameful insults at the Saint. Christodoulos endured them

with humility and gentleness. But God, the righteous judge, brought judgment upon the monk: an evil demon entered him and began to choke him. Christodoulos, a servant of Christ who held no resentment and followed His example, heard what had happened and hurried to the man who had insulted him. He carried the Holy Gospel and read it over him. And, what a wonder, the demon left at once. The man who had been healed made a metanoia, a bow of repentance, before the Saint and returned to the spiritual fold he had left like a wandering sheep. A few days later, through the grace of God, the Saint knew that his death was near. He called for his disciple Sabbas, the most virtuous of the others, and told him of his approaching death.

He instructed Sabbas to go to the monastery on Patmos and prepare it to receive the rest of the brotherhood. After Sabbas left for Patmos, Christodoulos lived another eleven months. When Great Lent came, he spent the first week shut in his cell, alone with God in prayer. During the second week, he called the brothers together and told them that he would soon depart from this world. He gave them spiritual counsel and urged them to return to the monastery on Patmos, taking his relics with them. Then he blessed them and entrusted his blessed soul into the hands of God on March 16.

This was probably in the year 1094. His disciples buried his holy remains and later, obeying their teacher's instruction, carried them to the sacred island of Patmos and placed them on the right side of the church. Later they built a small church in the Saint's honor. His holy relics remain there to this day, giving off a wonderful fragrance and bringing healing to many who approach them in faith. Of the many miracles that followed the Saint's repose, we will mention just one. In September 1218, the king of Portugal passed through Patmos on his return from Jerusalem.

Having heard of the Saint's miracles, he went up to venerate his relics. After praying, he gave the abbot a silver platter with thirty gold coins and asked for a small piece of the Saint's relics, offering as much gold as the abbot wanted in return. The monks returned his gift. They said that even if he gave them all his wealth, they would not dare cut off the smallest part of the Saint's relics. When the king saw that money could not buy what he wanted, he decided to take it by deceit. He sent a group of men to the Saint's relics, as though they had come to venerate them out of devotion.

He instructed one of his servants to pretend to kiss the holy relics and, while the monks were not looking, bite off a finger and take it. The servant did so. He returned and joyfully handed the king the thumb of the Saint's right hand. But that night a fierce wind rose and the sea grew so rough that the ships nearly sank. Seeing this sudden and grave danger, the king understood its cause. He immediately gave the thumb back to the servant who had stolen it and told him to return it at once, confess his sin, and ask the Saint's forgiveness. And so, as the servant and the others

climbed toward the monastery, the sea began to grow calm. When he put the revered thumb back in its place, the storm ceased completely, and the harbor was peaceful again.

Today, as we celebrate Saint Christodoulos, let us pause over these words of counsel, which he left his monks as a spiritual inheritance: 'Do not seek out beautiful and famous monasteries, or fine and wealthy cities, because their buildings are splendid. Be content with the deserted island of Patmos, where we labored so hard. There, through prayer, you can speak with God. You cannot do that where there is turmoil and confusion.' These words came from the experience of a Saint who knew the path to holiness. He spoke them to monks,

and they apply first of all to those who have renounced the world and its concerns. Their work is ascesis, ascetic discipline, and the worship of God; their aim is union with God and their own sanctification. The intrusion of worldly life into monasteries does not help them reach that aim, whether it comes through worldly concerns, material possessions, or even large crowds of people. Hesychia, inner stillness, means avoiding every kind of influence that draws us away from communion with God. It has been, and must remain, a basic part of monastic life and a vital help to its purpose.

Saint Basil the Great says that hesychia, in the sense we have just described, is the beginning of the soul's cleansing from the passions, those disordered desires. If that is so, as indeed it is, then Christians living in the world also need, as far as they can, to step back from harmful, vain, or needless worldly concerns. They need to avoid entanglement with a world that has nothing spiritual to offer us. This kind of hesychia, inner stillness, is an important and, we might say, necessary part of spiritual renewal and growth.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

03 ΜΑΡΤΙΟΥ\16 03 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα