Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Αγία Χριστίνα και Άγιος Θεόφιλος: μάρτυρες σε διαφορετικούς αιώνες

Η Εκκλησία τιμά αρκετούς μάρτυρες στις 24 Ιουλίου, μεταξύ των οποίων η Αγία Χριστίνα της Τύρου και ο Άγιος Θεόφιλος ο Ζακυνθιος. Η Χριστίνα ασπάστηκε τον χριστιανισμό παρά τις προσπάθειες των ειδωλολατρών γονέων της να την αναγκάσουν να αρνηθεί τον Χριστό.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων24 Ιουλίου16:02Περισσότεροι άγιοι
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Η Εκκλησία τιμά αρκετούς μάρτυρες στις 24 Ιουλίου, μεταξύ των οποίων η Αγία Χριστίνα της Τύρου και ο Άγιος Θεόφιλος ο Ζακυνθιος.
  • Η Χριστίνα ασπάστηκε τον χριστιανισμό παρά τις προσπάθειες των ειδωλολατρών γονέων της να την αναγκάσουν να αρνηθεί τον Χριστό.
  • Υπέμεινε φυλάκιση και βασανιστήρια επί των διοικητών Δίωνα και Ιουλιανού και τελικά θανατώθηκε με λόγχες.
  • Ο Θεόφιλος, νεαρός ναυτικός, κατηγορήθηκε ψευδώς για προσηλυτισμό στο Ισλάμ στη Χίο και επανειλημμένα βεβαίωσε την χριστιανική του πίστη.
  • Αφού δραπέτευσε στη Σάμο και επέστρεψε στη Χίο, συνελήφθη, φυλακίστηκε, ξυλοκοπήθηκε και καταδικάστηκε να καεί ζωντανός.
  • Ο Θεόφιλος μπήκε στη φωτιά με προσευχή στις 24 Ιουλίου 1635· η ομιλία αφηγείται μια ευωδία από την πυρά και θεραπείες που συνδέονται με τα λείψανά του.
  • Με βάση τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη και την παραβολή των εργατών του αμπελώνα, η ομιλία παρουσιάζει τους αρχαίους και σύγχρονους μάρτυρες ως μέτοχους της ίδιας πίστης και της ίδιας ουράνιας ανταμοιβής.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 16 παράγραφοι

Σήμερα, 24 του μηνός Ιουλίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Χριστίνης, του Αγίου Μάρτυρος Καπίτωνος, του Αγίου Μάρτυρος Ημεναίου, του Αγίου Μάρτυρος Ερμογένους, του Αγίου Νεομάρτυρος Θεοφύλου του Ζακυνθίου, του Αγίου Νεομάρτυρος Αθανασίου του Αποκίου και των Αγίων Μαρτύρων Μπορίσου και Γλιέβου, των κατά το Άγιον Βάπτισμα μετονομασθέντων Ρωμανού και Δαβίδ, των Ρώσων.

Η Μεγαλομάρτυς Χριστίνα καταγόταν από την περίφημη στην αρχαιότητα πόλη Τύρου και ήταν θυγατέρα κάποιου στρατηγού, ο οποίος ονομαζόταν Ουρβανός. Και ο πατέρας της και η μητέρα της ήταν ειδωλολάτρες, αλλά η κόρη τους προσήλθε στη χριστιανική πίστη, στην οποία κατηχήθηκε από κάποια ευσεβή γυναίκα. Ο πατέρας της, όταν πληροφορήθηκε αυτό, εξοργίστηκε και κατέβαλε μύριες προσπάθειες για να την κάνει να αρνηθεί το Χριστό. Αλλά εκείνη παρέμεινε πιστή σε Αυτόν, αγωνιζόταν δε να προσελκύσει και τον πατέρα της στην πίστη και την εν Χριστώ σωτηρία. Ο Ουρβανός εξύβρισε και κακοποίησε τη θυγατέρα του, την έκλεισε δε σε υψηλό εξοχικό πύργο, όπου πήγαιναν ιερείς και φιλόσοφοι ειδωλολάτρες.

Οι οποίοι προσπαθούσαν να την επαναφέρουν στην προσκύνηση των ειδώλων. Αλλά η Χριστίνα εξακολουθούσε να μένει ασάλευτη στην αληθινή πίστη, μάταια δε και αυτός ο πατέρας της και η μητέρα της αποπειράθηκαν να την αποσπάσουν από αυτή, εξορκίζοντας και ικετεύοντάς την. Η επιμονή της αυτή έκανε τον πατέρα της έξω φρενών και την παρέδωσε στη φυλακή. Αλλά την ίδια νύχτα ο Θεός τον πάταξε. Χτύπημα ξαφνικό και θανάσιμο του αφαίρεσε τη ζωή. Ο δε έπαρχος Δίων έφερε τη Χριστίνα στο κριτήριο, αλλά δεν κατόρθωσε να τη σύρει στη λατρεία των ειδώλων, την υπέβαλε σε βασανιστήρια. Εκείνη όμως τα υπέμεινε με θαυμαστή καρτερία. Η Χάρις του Θεού θεράπευε αμέσως τις πληγές που της προκαλούσαν.

Σιδερένια όργανα και στρέβλες και τροχοί. Τα θαύματα αυτά γίνονταν μπρος σε χιλιάδες θεατές. Πάρα πολλοί δε πίστεψαν στο Χριστό. Ο έπαρχος Ιουλιανός, ο οποίος διαδέχθηκε τον Δίωνα, εξακολούθησε τα κατά της Χριστίνης βασανιστήρια. Την έριξε σε φαρμακερά και θανατηφόρα φίδια, τα οποία όμως την άφησαν άθικτη και αβλαβή. Αλλά και η φωτιά του καμινιού στο οποίο την έβαλαν, με τη χάρη του Θεού, δεν την κατέκαψε. Τελικά τη θανάτωσαν χτυπώντας την με λόγχες στην καρδιά και τις πλευρές και έτσι κέρδισε το άφθαρτο και περίλαμπρο στέφανο του μαρτυρίου επί του αυτοκράτορα Σεβήρου του Πρώτου κατά τις αρχές του τρίτου μετά Χριστόν αιώνα.

Ο Άγιος Νεομάρτυς Θεόφιλος, του οποίου η μνήμη επίσης σήμερα επιτελείται, ήταν από τη Ζάκυνθο, ναύτης το επάγγελμα. Κατά συνεργία του δαίμονα συνέβη να σκανδαλιστεί με τον πλοίαρχό του και έτσι όταν έφτασαν στη Χίο, την πατρίδα του πλοιάρχου, έφυγε από εκείνον. Τον βρήκε τότε κάποιος Αγαρηνός, ο οποίος ζήτησε να τον πάρει στο δικό του πλοίο και επειδή εκείνος δεν θέλησε, καθώς αποστρεφόταν το γένος τους, ο Αγαρηνός προσπάθησε να τον πάρει έστω και με τη βία. Καθώς ο Θεόφιλος ήταν ανένδοτος, θύμωσε ο βάρβαρος και μη έχοντας τι άλλο να κάνει, τον συκοφάντησε ότι τάχα φορούσε στο κεφάλι του το σκούφο των Αγαρηνών. Τότε και πολλοί άλλοι από αυτούς που ήταν παρόντες όρμησαν κατ' επάνω του,

σπρώχνοντας και χτυπώντας τον, τον πήγαν στον κριτή και ψευδομαρτύρησαν εναντίον του. Ο δε κριτής αποφάσισε ότι έπρεπε να γίνει Τούρκος, αλλά ο μάρτυς παρέμενε ακλόνητος στην πίστη του Χριστού. Εκείνοι προσπαθούσαν με διαφόρους τρόπους, πότε με κολακίες και υποσχέσεις και πότε με φοβέρες, να τον φέρουν στη θρησκεία τους, αλλά δεν κατόρθωσαν τίποτε. Ο μάρτυς φώναζε: «Εγώ δεν αρνούμαι το Χριστό μου ποτέ. Αυτόν πιστεύω, αυτόν ομολογώ».

Βλέποντας πως δεν μπορούσαν να τον φέρουν στο θέλημά τους, τον έκαναν Τούρκο παρά τη θέλησή του και έτσι τον πήρε μαζί του ένας άνθρωπος του Σουλτάνου που συνέβη να βρίσκεται εκεί για να τον κάνει δώρο στο βασιλέα.

Ήταν νέος περίπου 18 ετών. Ενώ δε ήταν ακόμη στη Χίο ο ευλογημένος Θεόφιλος, παρακαλούσε το Θεό με δάκρυα να τον λυτρώσει από τα χέρια τους, να του δείξει δρόμο να φύγει και να γλιτώσει από τη βαρβαρότητά τους και τον ψυχικό κίνδυνο στον οποίο βρισκόταν. Ο δε Θεός, ο ποιών το θέλημα των φοβουμένων Αυτόν, αμέσως άκουσε τη δέησή του και κατά την εσπέρα, όταν πήγαν οι Αγαρηνοί να προσκυνήσουν κατά τη συνήθειά τους και άφησαν τον μάρτυρα μόνο στο σπίτι, τον φώτισε ο Θεός και αφού όπλισε τον εαυτό του με το σημείο του σταυρού, έφυγε από εκεί και κρύφτηκε σε τόπο που δεν τον γνώριζε κανείς. Όταν επέστρεψαν εκείνοι και δεν τον βρήκαν, άρχισαν να τον γυρεύουν στα σπίτια των χριστιανών, αλλά δεν τον ανακάλυψαν, επειδή και ο Θεός τον σκέπαζε.

Ήταν κρυμμένος τρία μερόνυχτα, πείνασε και το μεσονύχτιο πήγε στο σπίτι του πλοιάρχου του, που του έδωσε και έφαγε, μετά δε, αφού έκανε το σημείο του σταυρού, έφυγε κρυφά και πήγε σε μια εκκλησία και κλείστηκε εκεί μέχρι που βρήκε ευκαιρία και πήγε στη Σάμο. Αφού έκανε εκεί λίγο καιρό, επέστρεψε στη Χίο, αναζητώντας τον πλοίαρχό του για να πάει μαζί του. Οι Αγαρηνοί όμως, καθώς τον είδαν, τον αναγνώρισαν και όρμησαν κατεπάνω του με πολύ θυμό και αφού τον άρπαξαν, τον πήγαν στο κριτήριο και μαρτυρούσαν με όρκο ότι είχε γίνει μουσουλμάνος. Ο δε μάρτυς φώναζε: «Χριστιανός είμαι και χριστιανός θέλω να αποθάνω». Ο δε κριτής δέχτηκε τη μαρτυρία των ασεβών εκείνων,

πίεζε τον ευλογημένο Θεόφιλο να μείνει στη θρησκεία τους, την οποία είχε τάχα προηγουμένως δεχθεί. Ο πράγματι όμως Θεόφιλος αντέλεγε: «Δεν αφήνω την πίστη μου που είναι φως για να δεχτώ τη δική σας, τη μιαρή και ψεύτικη που είναι σκοτάδι». Ο κριτής γεμάτος θυμό τον έστειλε στη σκοτεινή φυλακή, στην οποία έμεινε κλεισμένος τρία μερόνυχτα. Μετά τον έφερε μπροστά του σε δεύτερη εξέταση, λέγοντας στον μάρτυρα τα ίδια και προσπαθούσε να τον πείσει με κολακίες και φοβερισμούς. Εκείνος αποκρινόταν: «Δεν φοβούμαι τον πρόσκαιρο αυτό θάνατο, διότι μου παρέχει ζωή αιώνιο». Ακολούθησαν πολλοί και σκληροί δαρμοί του μάρτυρος, τον οποίο έκλεισαν και πάλι στη φυλακή.

Τον έβγαλαν από εκεί και τον οδήγησαν για τρίτη εξέταση μπροστά στον κριτή, ο οποίος καθώς δεν μπόρεσε να αλλάξει τη γνώμη του, αποφάσισε τελικά να καεί ο μάρτυς ζωντανός. Ο δε γενναίος του Χριστού αθλητής έτρεχε σε ένα τέτοιο φρικτό θάνατο με πολλή χαρά και αγαλλίαση της ψυχής του, σαν να ήταν προσκεκλημένος σε βασιλικό τραπέζι και καθόλου δεν φοβόταν την υλική φλόγα επειδή είχε αναμμένη στην καρδιά του την άυλη φλόγα της αγάπης του Σωτήρος Χριστού. Πήγαν λοιπόν σε ένα μέρος όπου ήταν μοναστήρι γυναικών και ναός του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου και εκεί άναψαν φωτιά με τα ξύλα που υποχρέωσαν τον μάρτυρα ο ίδιος στον ώμο του να μεταφέρει και με χαρά και προθυμία μετέφερε.

Ο Άγιος έκανε την προσευχή και το σταυρό του και λέγοντας «Εις χείρας Σου, Χριστέ μου, παραδίδω την ψυχή μου», εισήλθε μόνος του σε εκείνη την πυρά και με ευχαριστηρίους ύμνους δόξαζε τον Θεό, ο οποίος τον αξίωσε να μαρτυρήσει για το Πανάγιο του όνομα. Έτσι παρέδωσε την Αγία του Ψυχή στα χέρια του Θεού και έλαβε του μαρτυρίου το στέφανο κατά την 24η του Ιουλίου μηνός, το έτος 1635. Ο δε Θεός που αντιδοξάζει τους Αυτόν δοξάζοντας, τον δόξασε όχι μόνο στον ουρανό αλλά και στη γη, διότι καθώς καιγόταν το σώμα του έβγαινε μεγάλη και θαυμαστή ευωδία από την πυρά η οποία τους μεν πιστούς παρηγορούσε και χαροποιούσε,

τους δε απίστους λυπούσε και κατήσχυνε. Όταν έσβησε η φωτιά, ζήτησαν τα οστά του μάρτυρος οι χριστιανοί και αφού βρήκαν μερικά που δεν κάηκαν, τα αγόρασαν με πολλά χρήματα. Εναποτέθηκαν σε διαφόρους ναούς και κάνουν πολλά θαύματα και θεραπείες σε εκείνους που με πίστη προστρέχουν σε αυτά, εις δόξαν του Κυρίου Ιησού και του νέου αυτού μάρτυρος του Θεοφύλου.

Είχαμε την ευκαιρία να δούμε δύο Αγίους, δύο μαρτυρικές προσωπικότητες της Εκκλησίας μας: την Αγία Μεγαλομάρτυρα Χριστίνα, η οποία έζησε κατά τις αρχές του τρίτου μετά Χριστόν αιώνα, και τον Άγιο Νεομάρτυρα Θεόφιλο, που μαρτύρησε κατά τον 17ο αιώνα. Και το γεγονός αυτό δείχνει για μια ακόμη φορά ότι Ιησούς Χριστός, χθες και σήμερον ο Αυτός, αλλά και η Αγία του Χριστού Εκκλησία, χθες και σήμερον η Αυτή. Υπάρχει πνευματική ταυτότητα μεταξύ των παλαιών και των νέων μαρτύρων. Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης επισημαίνει σχετικά ότι εκείνοι, οι παλαιοί δηλαδή μάρτυρες, την πίστη της Αγίας Τριάδος εμαρτύρησαν, και αυτοί οι νεομάρτυρες δηλαδή ομοίως. Εκείνοι για το όνομα και τη θεότητα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού έχυσαν το αίμα τους, και αυτοί ομοίως. Για να μην πω ότι οι νεομάρτυρες έχουν κάτι παραπάνω από τους παλαιούς, καθότι εκείνοι οι παλαιοί αγωνίστηκαν κατά της πολυθεΐας και της ειδωλολατρίας, η οποία είναι μια προφανής ασέβεια, όπου δύσκολα μπορεί να απατήσει ένα λογικό νου. Αυτοί δε οι νεομάρτυρες αγωνίστηκαν κατά των αλλοπίστων, κατά της μονοπροσώπου μονοθεΐας, η οποία είναι μια κρυμμένη ασέβεια που εύκολα μπορεί να απατήσει το νου. Έτσι, αν και αυτοί οι μάρτυρες είναι νέοι κατά τους χρόνους, αλλά κατά τα μαρτύρια είναι παλιοί.

Και είναι έσχατοι κατά τη διαδοχή του γένους, αλλά κατά τους στεφάνους είναι πρώτοι, διότι ο Ιησούς Χριστός, ο Κύριος του Νοητού Αμπελώνος της Ανατολικής Εκκλησίας, κάλεσε εργάτες στον αμπελώνα του κατά την του Ευαγγελίου παραβολή και τους παλαιούς και τους νέους μάρτυρες και αφού άρχισε από τους πρώτους μέχρι τους τελευταίους, ίσους όλους αυτούς τους έκανε με το να δώσει σε όλους το ένα και το ίσο δηνάριο το οποίο είναι ο στέφανος του μαρτυρίου και η απόλαυση της Ουρανίου Βασιλείας. Ας δοξάζουμε το Θεό, διότι και σήμερα υπάρχει η δυνατότητα του αγιασμού και της σωτηρίας. Ας τον δοξάζουμε και ας τον ευχαριστούμε, διότι υπάρχει η Ορθοδοξία, η μόνη πραγματική Εκκλησία του Χριστού.

Η μόνη κιβωτός της σωτηρίας, η μόνη που μπορεί να βγάζει αγίους και ιδιαίτερα διότι εμείς βρισκόμαστε ήδη μέσα σε αυτή. Και ας φροντίζουμε όχι μόνο να βρισκόμαστε μέσα σε αυτή αλλά και να ζούμε τη ζωή της.

Αγγλική μετάφρασηEN · 16 παράγραφοι

Today, July 24, our Church commemorates Saint Christina the Great Martyr; the holy martyrs Kapiton, Hymenaios, and Hermogenes; Saint Theophilos of Zakynthos, the New Martyr; Saint Athanasios of Apokios, the New Martyr; and the holy Russian martyrs Boris and Gleb, who received the names Roman and David at Holy Baptism.

The Great Martyr Christina came from Tyre, a city famous in ancient times. Her father was a military commander named Urbanus. Both her parents worshipped idols, but Christina embraced the Christian faith after being taught by a devout woman. When her father learned of this, he was furious and tried in countless ways to make her deny Christ. She remained faithful to Him and even tried to draw her father to the faith and to salvation in Christ. Urbanus insulted and mistreated his daughter, then shut her in a tall tower outside the city, where pagan priests and philosophers came to see her.

They tried to bring her back to the worship of idols. But Christina remained steadfast in the true faith. Her father and mother also tried in vain to turn her away from it, pleading with her and imploring her. Her persistence drove her father into a rage, and he had her imprisoned. That very night, however, God struck him down. A sudden, fatal blow took his life. The governor Dion then brought Christina before his tribunal. When he could not draw her into the worship of idols, he had her tortured. She endured it all with remarkable fortitude, and the grace of God immediately healed the wounds they inflicted on her.

They tortured her with iron instruments, racks, and wheels. These miracles took place before thousands of spectators, and a great many came to believe in Christ. The governor Julian, who succeeded Dion, continued to torture Christina. He threw her among poisonous, deadly snakes, but they left her unharmed. By the grace of God, even the fire of the furnace into which she was placed did not consume her. At last they killed her by thrusting spears into her heart and sides. Thus she won the incorruptible and radiant crown of martyrdom under Emperor Severus I, at the beginning of the third century after Christ.

Saint Theophilos the New Martyr, whom we also commemorate today, was from Zakynthos and worked as a sailor. Through the scheming of the demon, he fell into a quarrel with his captain. When they reached Chios, the captain’s homeland, Theophilos left him. A Muslim man then found him and asked him to join his ship. Theophilos refused, because he wanted nothing to do with his people, so the man tried to take him by force. When Theophilos would not yield, the man grew angry. Having no other way to prevail, he falsely claimed that Theophilos had worn the cap of the Muslims. Many others who were there then rushed at him.

They pushed and struck him, took him before the judge, and bore false witness against him. The judge ruled that he must become a Muslim, but the martyr remained unshaken in his faith in Christ. They tried in various ways to bring him into their religion, sometimes with flattery and promises, sometimes with threats, but they achieved nothing. The martyr cried out, “I will never deny my Christ. In Him I believe, and Him I confess.”

When they saw that they could not make him do as they wished, they declared him a Muslim against his will. An official of the Sultan who happened to be there then took him away, intending to present him as a gift to the Sultan.

Theophilos was a young man of about eighteen. While he was still on Chios, the blessed Theophilos prayed to God with tears to deliver him from their hands, to show him a way to escape their cruelty and the danger to his soul. God, who fulfills the will of those who fear Him, heard his plea at once. That evening, when the Muslims went to worship according to their custom and left the martyr alone in the house, God showed him what to do. He made the sign of the cross, left the house, and hid where no one knew to look for him. When they returned and could not find him, they searched the homes of Christians. But they did not discover him, for God was sheltering him.

He remained hidden for three days and nights. Hungry, he went at midnight to his captain’s house, where the captain gave him food. Then he made the sign of the cross, slipped away, and shut himself inside a church until he found a chance to go to Samos. After spending a little time there, he returned to Chios, looking for his captain so that he could sail with him. But the Muslims saw and recognized him. In a great rage they seized him, took him before the tribunal, and swore that he had become a Muslim. The martyr cried out, “I am a Christian, and I want to die a Christian.” The judge accepted the testimony of those impious men.

He pressed the blessed Theophilos to remain in the religion he had supposedly accepted earlier. But Theophilos answered, “I will not abandon my faith, which is light, to accept yours, which is defiled and false and is darkness.” Filled with anger, the judge sent him to a dark prison, where he remained for three days and nights. Then he brought him out for a second hearing, repeated his demands, and tried to persuade him with flattery and threats. Theophilos replied, “I do not fear this passing death, for it brings me eternal life.” The martyr was beaten many times and with great cruelty, then shut up in prison again.

They brought him out for a third hearing before the judge. Unable to change his mind, the judge finally sentenced the martyr to be burned alive. This brave champion of Christ went toward that dreadful death with great joy and gladness of soul, as though he had been invited to a royal banquet. He did not fear the earthly flame, for the unseen flame of love for Christ the Savior burned in his heart. They went to a place where there was a women’s monastery and a church of Saint George the Great Martyr and Trophy-Bearer. There they lit a fire with wood they had forced the martyr to carry on his own shoulder, which he did gladly and willingly.

The Saint prayed and made the sign of the cross. Saying, “Into Your hands, my Christ, I commend my soul,” he entered the pyre of his own accord and glorified God with hymns of thanksgiving. God had counted him worthy to suffer martyrdom for His all-holy name. Thus he gave up his holy soul into God’s hands and received the crown of martyrdom on July 24, 1635. God, who glorifies those who glorify Him, honored him not only in heaven but also on earth. As his body burned, a great and wondrous fragrance rose from the pyre, comforting the faithful and filling them with joy.

For the unbelievers, it brought sorrow and shame. When the fire went out, the Christians asked for the martyr’s bones. They found some that had not burned and bought them for a great sum of money. These relics were placed in various churches, where they work many miracles and bring healing to those who come to them in faith, to the glory of the Lord Jesus Christ and of this new martyr, Theophilos.

We have had the opportunity to consider two Saints, two martyrs of our Church: Saint Christina the Great Martyr, who lived at the beginning of the third century after Christ, and Saint Theophilos the New Martyr, who suffered martyrdom in the seventeenth century. This shows us once again that Jesus Christ is the same yesterday and today, and that Christ’s holy Church is the same yesterday and today. There is a spiritual unity between the ancient martyrs and the new. Saint Nicodemus the Hagiorite points out that the ancient martyrs bore witness to faith in the Holy Trinity, and so do these New Martyrs. The ancient martyrs shed their blood for the name and divinity of our Lord Jesus Christ, and so do these. One might even say that the New Martyrs faced something more: the ancient martyrs struggled against polytheism and idolatry, an obvious impiety that could hardly deceive a reasoning mind. The New Martyrs, however, struggled against those of another faith, against a belief in one God as a single person. This is a concealed impiety that can easily deceive the mind. So, although these martyrs are recent in time, in their martyrdom they stand alongside the ancient ones.

They come last in the succession of generations, yet they are first in their crowns. For Jesus Christ, the Lord of the spiritual vineyard of the Eastern Church, called both the ancient and the new martyrs to work in His vineyard, as in the Gospel parable. Beginning with the first and going to the last, He made them all equal by giving each the same denarius: the crown of martyrdom and the joy of the heavenly Kingdom. Let us glorify God, because holiness and salvation are possible even today. Let us glorify Him and give Him thanks, because Orthodoxy exists: the one true Church of Christ.

It is the one ark of salvation, the one Church that can bring forth Saints. Let us give thanks especially because we are already within it, and let us take care not only to be within it, but also to live its life.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

07 ΙΟΥΛΙΟΥ\24 07.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα