Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Όσιος Χαρίτων ο Ομολογητής και η μοναστική του κληρονομιά

Η Εκκλησία τιμά τον Όσιο Χαρίτωνα τον Ομολογητή στις 28 Σεπτεμβρίου, μαζί με άλλους αγίους και μάρτυρες. Γεννήθηκε στο Ικόνιο και έγινε γνωστός για την πίστη και την αρετή του· στη συνέχεια υπέμεινε φυλάκιση και βασανιστήρια επί αυτοκράτορα Αυρηλιανού.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων28 Σεπτεμβρίου16:48Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Η Εκκλησία τιμά τον Όσιο Χαρίτωνα τον Ομολογητή στις 28 Σεπτεμβρίου, μαζί με άλλους αγίους και μάρτυρες.
  • Γεννήθηκε στο Ικόνιο και έγινε γνωστός για την πίστη και την αρετή του· στη συνέχεια υπέμεινε φυλάκιση και βασανιστήρια επί αυτοκράτορα Αυρηλιανού.
  • Αφέθηκε ελεύθερος όταν ο αυτοκράτορας Πρόβος τερμάτισε τον διωγμό· ξεκίνησε για τα Ιεροσόλυμα και επέζησε της αιχμαλωσίας από ληστές.
  • Μετέτρεψε το σπήλαιο των ληστών σε εκκλησία και ίδρυσε τη Λαύρα του Φαράν, όπου η διδασκαλία και το παράδειγμά του προσέλκυσαν νεοφώτιστους και μοναχούς.
  • Αναζητώντας την ερημία, ίδρυσε δύο ακόμη λαύρες, κοντά στην Ιεριχώ και στη Σούκα, ενώ οι μαθητές συγκεντρώνονταν γύρω του.
  • Πριν από την ειρηνική του κοίμηση στο Φαράν, άφησε στους μαθητές του πνευματική διαθήκη που προέτρεπε σε μετάνοια, σταθερή πίστη, προσευχή, νηστεία, ταπείνωση και νηφαλιότητα.
  • Προειδοποίησε για την υπερηφάνεια και την κρίση των άλλων και δίδαξε ότι η συγχώρηση εκείνων που μας αδικούν βοηθά στον καθαρισμό της ψυχής.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 19 παράγραφοι

Σήμερα, 28 του μηνός Σεπτεμβρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Οσίου και Ομολογητού Χαρίτωνος, του Δικαίου και Προφήτου Βαρούχ, των Αγίων Μαρτύρων Μάρκου του Ποιμένος, Αλεξάνδρου, Αλφιού και Ζωσίμου των Αυταδέλφων, Νίκονος, Νέονος, Ηλιοδόρου και των λοιπών Παρθένων και Παίδων, του Αγίου Μάρτυρος Ευσταθείου του Ρωμαίου και του Αγίου Μάρτυρος Αλεξάνδρου και των συναθλητών του, 30 μαρτύρων.

Ο Χαρίτων γεννήθηκε στο Ικόνιο της Μικράς Ασίας, στο οποίο και ανατράφηκε εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Όταν ανδρώθηκε, απέκτησε υψηλή κοινωνική θέση και έγινε περιβόητος για την ευσέβεια και την αρετή του.

Την εποχή εκείνη, αυτοκράτορας στη Ρώμη ήταν ο Αυριλιανός, ο οποίος βασίλευσε από το 270 μέχρι το 276 μετά Χριστόν και ο οποίος κίνησε μεγάλο διωγμό κατά των Χριστιανών σε όλες τις επαρχίες της βασιλείας του. Έτσι ο έπαρχος του Ικονίου από τους πρώτους συνέλαβε τον Χαρίτωνα.

Κατά τη σχετική ανάκριση, ομολόγησε ότι πιστεύει στον Χριστό, τον αληθινό Θεό, δεν σέβεται δε τα σεβάσματα των ειδωλολατρών. Δεν είναι αληθινοί θεοί, αλλά πονηροί δαίμονες, οι οποίοι, καθώς είναι υπερήφανοι, επιδιώκουν να τιμώνται ως θεοί και σύρουν τους προσκυνητές τους στην καταστροφή, στο αιώνιο πυρ της κολάσεως. Επειδή ο Άγιος παρέμενε σταθερός στην ομολογία του, ο άρχοντας πρόσταξε να τον γυμνώσουν και, αφού τον τανύσουν από τα χέρια και τα πόδια, να τον δέρουν αλύπητα και παρατεταμένα με βούνευρα. Τη δοκιμασία υπέμενε ο Χαρίτων με γενναιότητα, σιωπηλά και με πολλή εγκαρτέρηση. Κατά την εσπέρα, μισοπεθαμένο, τον σήκωσαν και τον έκλεισαν στη φυλακή. Εκεί ο Κύριος θεράπευσε τις πληγές του και την επομένη οδήγησαν και πάλι τον Άγιο στο κριτήριο, όπου με κολακίες και απειλές

έγινε νέα απόπειρα μεταστροφής του στην ειδωλολατρία. Αλλά και οι αναμμένες δάδες, με τις οποίες κατέκαιγαν το σώμα του, δεν στάθηκαν ικανές να κλονίσουν την πίστη του. Βρισκόταν στη φυλακή ο Χαρίτων όταν ο Αυριλιανός πέθανε δολοφονημένος. Ο διάδοχός του, Πρόβος, που βασίλευσε το 276, άνδρας ημερότερος και πολιτικότερος, κατέπαυσε τους εναντίον της Εκκλησίας διωγμούς. Έτσι και ο Χαρίτων απελευθερώθηκε από τη φυλακή. Αφού βγήκε από αυτή, έχοντας ως παράσημα τα για τον Χριστό στίγματα, αποφάσισε να πάει προσκυνητής στα Ιεροσόλυμα.

Κατά την πορεία του εκείνη, τον βρήκε νέος πειρασμός. Τον συνέλαβαν ληστές, οι οποίοι όχι μόνο του άρπαξαν κάθε χρηματικό ποσό που είχε, αλλά και σιδηροδέσμιο τον οδήγησαν στο ληστρικό τους κρησφύγετο. Ο δε Άγιος, στοχαζόμενος ότι ο πειρασμός εκείνος του συνέβη κατά παραχώρηση Θεού για το συμφέρον της ψυχής του, ευχαρίστησε πολύ τον Θεό και τον δέχτηκε με χαρά και υπομονή. Οι ληστές άφησαν τον Χαρίτωνα δεμένο στο σπήλαιό τους και πήγαν στους δημόσιους δρόμους για να συλλάβουν και άλλους διαβάτες. Αλλά το διάστημα εκείνο, φίδι φαρμακερό πήγε, χωρίς να το δει ο Άγιος, σε ένα αγγείο με κρασί και το δηλητηρίασε. Έτσι, όταν επέστρεψαν οι ληστές και ήπιαν από το κρασί εκείνο, πέθαναν όλοι. Το δε σπήλαιο εκείνο, το καταγώγιο των ληστών,

μετατράπηκε κατόπιν από τον Όσιο σε Εκκλησία του Θεού, προσαρτημένη στη Λαύρα Φαράν, την οποία επίσης ίδρυσε ο ίδιος. Τέλεσε δε της Εκκλησίας τα εγκαίνια ο τότε Επίσκοπος Ιεροσολύμων Μακάριος, ο οποίος ήταν ένας από τους 318 θεοφόρους πατέρες της Αγίας Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου. Αγωνιζόμενος στο σπήλαιο ο Όσιος, έγινε και χωρίς τη θέλησή του φανερός σε όλους για την ένθεη πολιτεία του και για τα θαύματα τα οποία έκανε καθημερινά, με τα οποία έπειθε πλήθος ειδωλολατρών και Ιουδαίων να δεχθούν το Άγιο Βάπτισμα, δε, θαυμάζοντας τους αγώνες και τις αρετές του, θέλησαν να τον μιμηθούν και, αφού έγιναν μοναχοί, υποτάχτηκαν σε αυτόν.

Ο οποίος με ασύγκριτη προθυμία αγωνιζόταν στον κατά Θεόν αγώνα, θεωρώντας τρυφή την εγκράτεια και πλούτο αδαπάνητο την ακτημοσύνη. Χαιρόταν στις ολονύχτιες προσευχές και ψαλμωδίες και ευχαριστούνταν εκείνος περισσότερο στο τρίχινό του φόρεμα παρά εκείνοι που φορούσαν τα λαμπρά και μαλακά ενδύματα. Διότι η ελπίδα της αιώνιας μακαριότητας τον εμψύχωνε να υπομένει ευχάριστα κάθε πόνο και κόπο. Ήταν δε ο μακάριος αυτός Χαρίτων και πολύ ελεήμων στους πτωχούς και συμπαθής στους πταίστες. Ακόμη ήταν φιλόξενος όπως ο Αβραάμ, αγαθός, πράος, απλός, άκακος σαν παιδί, ειρηνικός σε όλους, καταδεκτικός, ευπρόσιτος,

διδακτικός, πλούσιος σε λόγο και σοφία, με τα οποία έβρανε τις καρδιές των ακροατών. Γι' αυτό καθημερινά έτρεχαν πολλοί προς αυτόν για να ακούσουν την ψυχοσωτήρια διδασκαλία του και από το πλήθος των ανθρώπων που έτρεχαν εκεί η έρημος έγινε σαν πόλη και ο Άγιος πολιστής της ερήμου. Στάθηκε σε όλους αληθινός ποιμένας και πατέρας. Τους κυβερνούσε με σύνεση και στοργή και τους ανέβαζε πάντα σε υψηλότερες βαθμίδες αρετής. Μετά από μερικά χρόνια, βλέποντας ότι από το μεγάλο πλήθος εμποδιζόταν από την ησυχία και τη συνομιλία με τον Θεό, και περισσότερο για να αποφύγει τη δόξα των ανθρώπων, αφού άφησε διάδοχό του τον περισσότερο ικανό από τους μαθητές του,

αποχώρησε και, αφού βρήκε κατά την Ιεριχώ κατάλληλο σπήλαιο, έμεινε κρυμμένος, τρώγοντας τα χόρτα που έβρισκε και συνομιλώντας με μόνο τον Θεό. Αλλά και εδώ σχηματίστηκε ρεύμα ευσεβών επισκεπτών και επειδή πάλι πολλοί, βλέποντας την κατά Θεόν πολιτεία του και ακούοντας τις ψυχοφελείς νουθεσίες του, θέλησαν και απαρνήθηκαν τον κόσμο και, αφού έγιναν μοναχοί, έμειναν μαζί του, ίδρυσε και δεύτερη λαύρα, την οποία κατόπιν μεγάλωσε ο διαπρεπής μοναχός Ελπίδιος. Επειδή όμως και εδώ έτρεχαν κάθε μέρα πολλοί, ο Άγιος, αφού άφησε άξιο επιστάτη και οδηγό στους εκεί μοναχούς, έφυγε και πήγε σε άλλο τόπο της ερήμου, όπου για το πλήθος των αδελφών που μαζεύτηκαν έκτισε τρίτη λαύρα.

Ονομάστηκε του Σουκά. Ο Κύριος εξοικονόμησε ο Άγιος να αλλάζει κατοικίες και έτσι αυτός μεν να φαίνεται πιο φανερά σε όλους για την αρετή του, πολλοί δε πηγαίνοντας σε αυτόν να ωφελούνται, μάλιστα οι ειδωλολάτρες, από τους οποίους άλλοι βαπτίζονταν, άλλοι δε γίνονταν και μοναχοί. Τέλος, για την πολλή αγάπη που είχε ο Άγιος για την ησυχία, της οποίας τη γλυκύτητα και ωφελιμότητα από τη δοκιμή είχε γνωρίσει, ερευνώντας βρήκε ένα θεόκτιστο σπήλαιο σε απόκρημνο βουνό, στο οποίο ανέβαιναν μόνο με σκάλα. Εκεί κατοίκησε και εκεί μετά από προσευχή του ανέβλυσε καθαρότατο νερό, όχι μόνο παρηγορούσε τη σωματική δίψα,

και ιαματικό πολλών ασθενειών αναδείχθηκε. Έτσι πολιτευόμενος ο Άγιος, σε προχωρημένη ηλικία, με θεία αποκάλυψη προγνώρισε την κοίμησή του. Κατέβηκε από το σπήλαιό του και, αφού επισκέφθηκε τα άλλα μοναστήρια τα οποία ίδρυσε, κατέληξε στη Λαύρα Φαράν, όπου έχυσε τους πρώτους ασκητικούς του ιδρώτες. Εκεί άφησε στους μαθητές του πνευματική διαθήκη, τους ευχήθηκε την εξ ύψους σωτηρία και μετά, χωρίς καμιά ασθένεια ή κάποιο πόνο, έπεσε στο κρεβάτι και παρέδωσε την άγια του ψυχή χαρούμενη στους αγίους αγγέλους και έτσι, έχοντας προηγουμένως περπατήσει τη στενή και τεθλιμμένη οδό της αρετής, ανήλθε στα ουράνια σκηνώματα για

να απολαμβάνει την ανέκφραστη και αιώνια μακαριότητα του Θεού.

Από την πνευματική διαθήκη του σήμερα εορταζομένου Οσίου Χαρίτωνος, του Ομολογητού, την οποία άφησε στους μαθητές του ως βοήθημα για την πνευματική τους ζωή, παραθέτουμε κάποια αποσπάσματα, τα οποία νομίζουμε ότι είναι πολύτιμα για τον καθένα μας, για καθένα που ποθεί και αγωνίζεται για τη σωτηρία του. Λέγει λοιπόν ο Όσιος: «Παιδιά μου, σπουδάσατε με κάθε επιμέλεια να ετοιμαστείτε καλώς, τώρα που έχετε καιρό, γνωρίζοντας ότι μετά θάνατον δεν ωφελεί καθόλου η μετάνοια. Εν δε τω Άδη ουκ έστι μετάνοια. Εν δε τω Άδη τις εξομολογήσεταί σοι; Διότι στη μέλλουσα ζωή είναι ο καιρός της ανταποδώσεως, στην παρούσα δε είναι

ο καιρός της μετανοίας και των αγώνων για την απόκτηση της αρετής. Όμως όλα τα λυπηρά και επίπονα του κόσμου τούτου σύντομα εξαφανίζονται. Των δε μελλόντων η κληρονομία, τόσο οι απολαύσεις των αγαθών όσο και τα βάσανα της κολάσεως, είναι αιώνια και παντοτινά. Γι' αυτό σας παραγγέλλω προπάντων να φυλάξετε τη θεοπαράδοτη πίστη, να στέκεστε στερεοί στα ορθά δόγματα της Εκκλησίας και μέχρις αίματος, αν το καλέσει ο καιρός και η ανάγκη. Έπειτα να φυλάγετε τη ζωή σας αμέτοχη από κάθε κακία και, αν δεν φτάσατε ακόμη σε αυτό, να την καθαρίζετε προθυμότατα κάθε μέρα. Εάν ο διάβολος σπείρει στις ψυχές σας λογισμό κακής επιθυμίας,

φροντίζετε με κάθε επιμέλεια να τον εκριζώνετε αμέσως και να τον ρίχνετε μακριά, διότι εάν το κάνετε γρήγορα θα τον διώξετε εύκολα. Εάν δε και τον αφήσετε να πολυκαιρίσει μέσα στην καρδιά σας, πολύ δύσκολα θα τον εκριζώσετε. Όπλα δε για να πολεμάτε κατάλληλα είναι το να μεταχειρίζεστε τη νηστεία, την προσευχή, τα δάκρυα, την ενθύμηση του θανάτου και του ασβέστου πυρός της κολάσεως, διότι η ενθύμηση αυτή είναι φονεύτρια κάθε κακού. Και το ισχυρότερο από όλα τα όπλα και το φοβερότατο στους εχθρούς μας είναι το ένδυμα του Ιησού μας, δηλαδή η νικοποιός ταπείνωση. Το δε ακίνδυνο καταφύγιο για να μην αιχμαλωτιζόμαστε από λογισμούς που μας χωρίζουν από τον Θεό

είναι η φύλαξη και προσοχή του νοός και όλων των αισθήσεων και περισσότερο της οράσεως και της ακοής. Το μεγαλύτερο δε κακό από όλα τα άλλα είναι η υψηλοφροσύνη και η περηφάνεια, η οποία εξαλείφει οποιοδήποτε καλό έχει ο άνθρωπος. Πρέπει επίσης να προσέχουμε πολύ να μην κατακρίνουμε τον αδελφό μας, αλλά να τον λυπούμαστε και να τον διορθώνουμε. Εάν σου αρέσει, αδελφέ, να κρίνεις και να εξετάζεις, πολύ κοντά έχεις τον εαυτό σου και μην πάψεις ποτέ να κρίνεις και να εξετάζεις πάντοτε όλα σου τα κρυπτά, δηλαδή τους λογισμούς σου και τους λόγους και τα έργα σου, και να διορθώνεις τα σφάλματά σου. Διότι εάν κρίνουμε εδώ τον εαυτό μας στην παρούσα ζωή και διορθωθούμε,

δεν θα κατακριθούμε από τον Θεό στην άλλη ζωή, ούτε θα καταδικαστούμε στην κόλαση. Εκείνα που καθαρίζουν την ψυχή από τους λογισμούς της αμαρτίας είναι πολλά, δηλαδή τα δάκρυα, η συντριβή της καρδίας, η εξομολόγηση, η νηστεία, η προσευχή και όλα τα άλλα ιατρικά των μετανοούντων.

Είναι μέτρια κοπιαστικά, αν και προξενούν πολλή ωφέλεια στους διακριτικούς. Ένα δε μόνο γνωρίζω που δεν έχει καθόλου κόπο, αλλά είναι πολύ δυνατό στο να καθαρίσει τους μολυσμούς της ψυχής. Και αυτό είναι το να συγχωρεί κανείς τα σφάλματα εκείνων που του πταίουν. Διότι η συγχώρηση όχι μόνο προξενεί την άφεση των αμαρτημάτων σε εκείνον που συγχωρεί, κατά το «άφετε και αφεθήσεται υμίν», και πολλές φορές σωφρονίζει αυτή τον πταίστη περισσότερο από την τιμωρία και από ελεύθερο τον κάνει δούλο εκείνου που συμπαθεί.

Αγγλική μετάφρασηEN · 19 παράγραφοι

Today, September 28, our Church commemorates Saint Chariton the Confessor; the righteous prophet Baruch; the holy martyrs Mark the Shepherd, the brothers Alexander, Alphius, and Zosimus, Nikon, Neon, Heliodorus, and the other virgins and children; Saint Eustathius the Roman, martyr; and Saint Alexander and his fellow sufferers, thirty martyrs in all.

Chariton was born in Iconium in Asia Minor, where he was raised in the instruction and counsel of the Lord. When he came of age, he attained a high social position and became widely known for his piety and virtue.

At that time, Aurelian was emperor in Rome. He reigned from AD 270 to 276 and launched a great persecution of Christians throughout his empire. The governor of Iconium was among the first to arrest Chariton.

When questioned, Chariton confessed that he believed in Christ, the true God, and did not worship the objects revered by the pagans. They were no true gods, he said, but wicked demons. In their pride, they sought to be honored as gods and dragged their worshippers to destruction, to the eternal fire of Hell. Because the saint remained firm in his confession, the ruler ordered him stripped, stretched by his hands and feet, and beaten mercilessly for a long time with oxhide whips. Chariton endured the ordeal bravely, in silence and with great patient endurance. That evening they carried him away half dead and shut him in prison. There the Lord healed his wounds. The next day they brought the saint before the court again, where, with flattery and threats,

they made another attempt to turn him to idolatry. Even the burning torches with which they scorched his body could not shake his faith. Chariton was still in prison when Aurelian was assassinated. His successor, Probus, who came to power in 276, was a gentler and more prudent man, and ended the persecutions of the Church. So Chariton was released from prison. Bearing on his body the wounds he had suffered for Christ like badges of honor, he decided to go on pilgrimage to Jerusalem.

On that journey, a new temptation befell him. Robbers captured him, took all the money he had, and led him in chains to their hideout. The saint reflected that God had permitted this trial for the good of his soul. He gave thanks to God and accepted it with joy and patient endurance. The robbers left Chariton bound in their cave and went out to the public roads to seize other travelers. While they were away, a venomous snake entered a vessel of wine, unseen by the saint, and poisoned it. When the robbers returned and drank the wine, they all died. That cave, once a den of robbers,

was later turned by the saint into a Church of God, attached to the Lavra of Pharan, which he also founded. Macarius, then bishop of Jerusalem and one of the 318 God-bearing Fathers of the First Ecumenical Council, consecrated the church. As the saint pursued his ascetic life in the cave, word of his godly way of life and the miracles he performed each day spread, though he had not sought attention. Through these miracles he persuaded many pagans and Jews to receive holy Baptism. Others admired his struggles and virtues, wanted to follow his example, became monks, and placed themselves under his guidance.

Chariton devoted himself to his struggle for God with extraordinary zeal. He regarded self-restraint as a delight and poverty as wealth that could never be spent. He rejoiced in prayer and psalmody through the night, and took more pleasure in his coarse hair garment than others took in their splendid, soft clothing. The hope of eternal blessedness gave him the strength to bear every pain and hardship gladly. Blessed Chariton was also very generous to the poor and compassionate toward those who had done wrong. He was hospitable like Abraham, good, gentle, sincere, innocent as a child, peaceful toward everyone, welcoming, and approachable,

a gifted teacher, rich in speech and wisdom, with which he set his listeners’ hearts aflame. Many came to him every day to hear his teaching, which brought salvation to the soul. So many people gathered that the desert became like a city, and the saint became its inhabitant. He was a true shepherd and father to them all. He guided them with wisdom and affection, always leading them to higher degrees of virtue. After some years, he saw that the great crowds kept him from hesychia, the inner stillness in which he communed with God. Above all, he wished to escape human praise. So he appointed the most capable of his disciples as his successor

and departed. Near Jericho he found a suitable cave and lived there in seclusion, eating whatever herbs he could find and communing with God alone. But devout visitors began coming there too. Many saw his godly life and heard his soul-nourishing counsel. They renounced the world, became monks, and stayed with him. So he founded a second lavra, which was later enlarged by the distinguished monk Elpidius. When crowds began coming there every day as well, the saint appointed a worthy overseer and guide for the monks and went to another place in the desert. There, for the many brothers who gathered around him, he built a third lavra.

It was called the Lavra of Souka. The Lord arranged for the saint to move from place to place, so that his virtue became more widely known and many who came to him were benefited, especially the pagans. Some were baptized, and others became monks. At last, because of his deep love for hesychia, inner stillness, whose sweetness and benefit he knew from experience, the saint searched until he found a natural cave on a steep mountain, reachable only by ladder. He made his home there. In answer to his prayer, pure water sprang up there, which did more than relieve bodily thirst:

it also proved healing for many illnesses. Living in this way, the saint reached an advanced age. Through divine revelation he knew beforehand that his repose was near. He descended from his cave, visited the other monasteries he had founded, and finally came to the Lavra of Pharan, where his first ascetic labors had begun. There he left his disciples a spiritual testament and prayed that they would receive salvation from on high. Then, without illness or pain, he lay down and joyfully entrusted his holy soul to the holy angels. Having already walked the narrow and difficult path of virtue, he ascended to the heavenly dwellings

to enjoy the inexpressible and eternal blessedness of God.

From the spiritual testament that Saint Chariton the Confessor, whom we celebrate today, left his disciples to help them in their spiritual life, we offer a few passages. We believe they are precious to every one of us who longs and struggles for salvation. The saint says: “My children, do all you can to prepare yourselves well while you still have time. Know that after death, metanoia, repentance, is of no benefit. In Hades there is no repentance. And in Hades, who will confess to You? For the life to come is the time of recompense, while this present life is

the time for repentance and the struggle to acquire virtue. All the sorrows and hardships of this world soon pass away. But what awaits us in the life to come, whether the enjoyment of good things or the torments of Hell, lasts forever. So I urge you above all to keep the faith handed down by God. Stand firm in the true teachings of the Church, even to the point of shedding your blood if the time and need should call for it. Keep your life free from every evil. If you have not yet reached that point, be eager to cleanse it day by day. If the devil sows a logismos, an intrusive thought of evil desire, in your soul,

take great care to uproot it at once and cast it away. If you act quickly, you will easily drive it out. But if you let it remain in your heart for a long time, it will be very hard to uproot. The weapons suited to this struggle are fasting, prayer, tears, and remembrance of death and the unquenchable fire of Hell. Such remembrance puts every evil to death. Stronger than all these weapons, and most fearsome to our enemies, is the garment of our Jesus: victorious humility. The sure refuge that keeps us from being captured by thoughts that separate us from God

is to guard and attend to our nous, our spiritual intellect, and to all our senses, especially sight and hearing. The greatest evil of all is conceit and pride, which wipe out whatever good a person has. We must also take great care not to condemn our brother, but to have compassion for him and help him mend his ways. Brother, if you like to judge and examine, you have someone very close at hand: yourself. Never stop examining all that lies hidden within you, your thoughts, words, and deeds, and correcting your faults. For if we judge ourselves in this present life and mend our ways,

God will not condemn us in the life to come, nor will we be sentenced to Hell. Many things cleanse the soul of sinful thoughts: tears, a contrite heart, confession, fasting, prayer, and all the other remedies for those who repent.

These take some effort, though they bring great benefit to those who use them with discernment. But I know one thing that requires no effort at all and is very powerful in cleansing the soul of its stains: forgiving the wrongs of those who offend us. Forgiveness brings the one who forgives pardon for his own sins, as the Lord says, ‘Forgive, and you will be forgiven.’ And often it brings the wrongdoer to his senses more effectively than punishment, making one who was free a willing servant of the person who showed him compassion.”

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

09 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ\28 09.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα