Αγία Αικατερίνη της Αλεξανδρείας: πίστη, σοφία και μαρτύριο
Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη της Αγίας Αικατερίνης της Αλεξανδρείας και εκείνων που ήρθαν στην πίστη μέσω της μαρτυρίας της. Η ευγενής καταγωγή, η μόρφωση και η ομορφιά της Αικατερίνης δεν μπορούσαν να της δώσουν τη χάρη που έλαβε μέσω της πίστεως και της Ιεράς Βαπτίσεως.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη της Αγίας Αικατερίνης της Αλεξανδρείας και εκείνων που ήρθαν στην πίστη μέσω της μαρτυρίας της.
- Η ευγενής καταγωγή, η μόρφωση και η ομορφιά της Αικατερίνης δεν μπορούσαν να της δώσουν τη χάρη που έλαβε μέσω της πίστεως και της Ιεράς Βαπτίσεως.
- Σε οράματα της Θεοτόκου και του Χριστού η Αικατερίνη κλήθηκε σε μεταστροφή και έλαβε έπειτα δακτύλιο που συμβολίζει τη μυστική της μνηστεία με τον Χριστό.
- Ενισχυμένη από το Άγιο Πνεύμα, υπερασπίστηκε τον χριστιανισμό ενώπιον των φιλοσόφων και ρητόρων της Αλεξανδρείας, πολλοί από τους οποίους πίστεψαν και μαρτύρησαν.
- Όσο η Αικατερίνη ήταν φυλακισμένη, η σύζυγος του άρχοντα, ο Πορφύριος και 200 στρατιώτες άκουσαν τη διδασκαλία της και αγκάλιασαν τον Χριστό.
- Η Αικατερίνη επέζησε από βασανιστήρια με οδοντωτούς τροχούς, παρέμεινε σταθερή αφού εκτελέστηκαν οι συνπιστοί της, και αποκεφαλίστηκε στις 25 Νοεμβρίου· τα λείψανά της μεταφέρθηκαν στο Όρος Σινά.
- Η ομιλία καταλήγει ότι τα ανθρώπινα χαρίσματα καρποφορούν όταν χρησιμοποιούνται σε κοινωνία με τον Θεό, όσο λίγα ή μεγάλα κι αν είναι.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 15 παράγραφοι
Σήμερα, 25 του μηνός Νοεμβρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη της Αγίας ενδόξου Μεγαλομάρτυρος Αικατερίνης, των Αγίων 150 ρητόρων, οι οποίοι διά της Αγίας Αικατερίνης πίστευσαν εις τον Χριστόν, της Αγίας Βασιλίσσης, της συζύγου του βασιλέως, του Αγίου Πορφυρίωνος του Στρατηλάτου και των Αγίων διακοσίων στρατιωτών, του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Μερκουρίου, του Οσίου Πέτρου του Ησυχαστού και των 670 μαρτύρων, οι οποίοι τελειώθηκαν διά ξίφους.
Η ένδοξη Μεγαλομάρτυς του Χριστού Αικατερίνα ήταν από τη μεγαλούπολη της Αλεξάνδρειας. Άθλησε δε κατά τους χρόνους των ασεβών αυτοκρατόρων Μαξιμιανού, Μαξεντίου και Μαξιμίνου, οι οποίοι βασίλεψαν από το 305 μέχρι το 313. Η καταγωγή της ήταν ευγενής, θυγατέρα του πρώην άρχοντα της Αλεξανδρείας Κώνσταντος. Σωματικώς ήταν νεαροτάτη και ωραιοτάτη. Κατά τη διάνοια ήταν ευφυεστάτη και η μόρφωση την οποία είχε πάρει ήταν πολυσύνθετη και ευρεία.
Εκπαιδεύτηκε σε όλη την ελληνική παιδεία, έμαθε όλους τους περιφανείς ποιητές και φιλοσόφους, Όμηρο, Βιργίλιο, Πλάτωνα, Αριστοτέλη, ακόμη και τα βιβλία των ιατρών Ασκληπιού, Ιπποκράτους και Γαληνού, και όλη τη ρητορική και λογική, και πολλές γλώσσες έμαθε, ώστε όλοι θαύμαζαν τη σοφία της. Και πολλοί πλουσιότατοι άρχοντες τη ζήτησαν σε γάμο από τη μητέρα της, που ήταν κρυμμένη χριστιανή, λόγω του μεγάλου διωγμού τον οποίο κίνησε τον καιρό εκείνο ο Μαξιμιανός. Όμως όλα αυτά τα πλεονεκτήματα ήταν ένα τίποτε μπρος σε εκείνο που της έλειπε, τη χάρη δηλαδή του Θεού και την αναγέννηση της πεσμένης ανθρώπινης φύσεως. Είναι χαρακτηριστικό το όραμα το οποίο αξιώθηκε να δει. Είδε λοιπόν κάποια νύχτα στον ύπνο της τη βασίλισσα των Αγγέλων με το Άγιο Βρέφος, το οποίο ακτινοβολούσε περισσότερο από τον ήλιο. Όμως έστρεφε προς τη μητέρα του το πρόσωπό του,
το οποίο η Αικατερίνα, προσπαθώντας να δει, πήγε από το άλλο μέρος. Όμως ο Χριστός έστρεφε και πάλι απ’ εκεί το πρόσωπο. Αυτό έγινε τρεις φορές. Άκουσε δε την Παναγία να λέγει: «Κοίταξε, τέκνο, την Αικατερίνα πόσο ωραία είναι». Εκείνος αποκρίθηκε: «Είναι ζοφώδης και άσχημη, ώστε δεν μπορώ καθόλου να τη δω». Λέγει η Θεοτόκος: «Δεν είναι πάνσοφη περισσότερο από όλους τους ρήτορες, πλούσια και ευγενής περισσότερο από όλες τις νεάνιδες όλων των πόλεων;» Ο Χριστός αποκρίθηκε: «Σου λέγω, μητέρα μου, ότι είναι αμαθής, φτωχή και ευκαταφρόνητη, ενόσω βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση, ώστε δεν καταδέχομαι να με δει στο πρόσωπο». Η Θεοτόκος είπε:
«Παρακαλώ, γλυκύτατό μου τέκνο, μην καταφρονήσεις το πλάσμα σου, αλλά νουθέτησέ την και οδήγησέ την στην πράξη, για να απολαύσει τη δόξα σου και να δει το υπέρλαμπρο πρόσωπό σου, το οποίο επιθυμούν να βλέπουν οι άγγελοι». Και ο Κύριος την έστειλε σε ενάρετο γέροντα, ο οποίος την κατήχησε αρκετά, ώστε έμαθε σε λίγο διάστημα όλα τα της αληθινής πίστεως. Πίστεψε με όλη της την καρδιά και έλαβε το Άγιο Βάπτισμα. Μετά την έκδυση του παλαιού ανθρώπου και την ένδυση του νέου, του κατά Θεόν κτισθέντος, προσευχήθηκε και είδε πάλι την Κυρία Θεοτόκο με το Βρέφος, το οποίο κοίταζε τώρα την Αικατερίνα με πολλή ιλαρότητα και είπε: «Τώρα έγινε λαμπρή και ένδοξη η πρώην σκοτεινή και άσχημη, η πτωχή και αμαθής
πλούσια και πάνσοφη, η άσημη έγινε ευγενής και τόσο χαριτωμένη, ώστε στέργω να τη μνηστευτώ ως νύμφη μου άφθορη». Τότε η Αικατερίνα έπεσε κατά γης και με δάκρυα έλεγε: «Δεν είμαι άξια, υπερένδοξε Δέσποτα, να βλέπω τη βασιλεία σου, αλλά αξίωσέ με να συναριθμηθώ με τους δούλους σου». Η δε Θεοτόκος πήρε το χέρι της κόρης και είπε προς αυτόν: «Δώσε της, τέκνο μου, δακτυλίδι ως υπόσχεση ότι θα την κάνεις νύμφη σου και θα την αξιώσεις της βασιλείας σου». Τότε ο Δεσπότης Χριστός της έδωσε δακτυλίδι ωραιότατο. Όταν δε τελείωσε το όραμα, σηκώθηκε η κόρη και είδε πραγματικά στο δεξί της χέρι το δακτυλίδι, και από τότε στην καρδιά της άναψε ο θείος έρωτας. Έτσι,
επί των αυτοκρατόρων Μαξιμιανού και Μαξεντίου, αρχές του τετάρτου μετά Χριστόν αιώνος, διώκονταν σκληρά οι χριστιανοί. Η Αικατερίνα, έχοντας την κοσμική, μα προπαντός τη θεϊκή πανοπλία, δεν δίστασε να παρουσιαστεί ενώπιον του επάρχου, να τον ελέγξει για τη σκληρότητά του και να διακηρύξει τον Θεό και Σωτήρα Χριστό. Ο έπαρχος έμεινε έκπληκτος από την ευγένεια και την ωραιότητα της κόρης. Όταν δε πληροφορήθηκε ότι ήταν πολυμαθής και φιλόσοφος, νόμισε ότι θα μπορούσε να την αποσπάσει από τη χριστιανική πίστη, κάνοντας μια συζήτηση με τους περιφημότερους στην Αλεξάνδρεια εθνικούς φιλοσόφους και ρήτορες. Η Αικατερίνα δέχθηκε τη συζήτηση. Στις δημόσιες διαλέξεις και συζητήσεις που έγιναν, με τόση πειθώ μίλησε,
ενισχυόμενη από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, ώστε πολλοί από τους αρχικά αντιφρονούντες και αντιλέγοντες άλλαξαν, πίστεψαν, ομολόγησαν τη Θεότητα του Χριστού και ανεκήρυξαν την αλήθεια αυτή ενώπιον του επάρχου. Τότε ο άρχοντας αυτός θύμωσε και πρόσταξε να ανάψουν φωτιά στο μέσον της πόλεως και να κάψουν τους ρήτορες. Εκείνοι, όταν άκουσαν την απόφαση, έπεσαν στα πόδια της Αγίας και παρεκάλεσαν να τους συγχωρήσει ο Θεός όσα εν αγνοία αμάρτησαν και να αξιωθούν του Αγίου Βαπτίσματος και της δωρεάς του Παναγίου Πνεύματος. Η καρδιά της Αγίας γέμισε χαρά και αγαλλίαση και είπε σ’ αυτούς: «Πραγματικά είστε μακάριοι και καλότυχοι, διότι αφήσατε το σκοτάδι και ήλθατε στο φως της αλήθειας».
Το πύρ με το οποίο σας φοβερίζουν οι ασεβείς θα σας γίνει βάπτισμα, το οποίο θα σας καθαρίσει από κάθε ρύπο ψυχής και σώματος, και κλίμαξ ουράνιος, η οποία θα σας ανεβάσει στον Βασιλέα εκείνο και θα σας κάνει φίλους του αγαπημένους». Λέγοντας αυτά, η Αγία τους ενίσχυσε και, αφού τους σφράγισε όλους με το σημείο του Τιμίου Σταυρού στο μέτωπο, τους έστειλε στο μαρτύριο. Οι στρατιώτες τους έριξαν στη φωτιά, χαρούμενους, τη 17η του Νοεμβρίου μηνός. Κατά την εσπέρα πήγαν κάποιοι ευσεβείς και φιλόχριστοι να μαζέψουν τα λείψανα και τα βρήκαν όλα σώα και ακέραια, χωρίς καν τρίχα να καεί από τη φωτιά, σημάδι της παρρησίας την οποία βρήκαν κοντά στον Θεό. Μετά την αποτυχία του μέσου εκείνου,
ο έπαρχος προσπάθησε να επιτύχει το σκοπό του με υποσχέσεις μεγάλες και απειλές φοβερές, αλλά και οι πρώτες απέτυχαν και οι δεύτερες δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Τότε υπέβαλε την Αγία σε ραβδισμούς σκληρότατους και μετά τη φυλάκισε. Εκεί στη φυλακή θέλησε να την επισκεφθεί η σύζυγος του επάρχου, η οποία προς τούτο ζήτησε τη βοήθεια του στρατηγού Πορφυρίωνος. Όταν νύχτωσε, πήρε ο Πορφυρίων 200 στρατιώτες και πήγαν στη φυλακή. Έδωσαν στον δεσμοφύλακα χρήματα και άνοιξε τις θύρες. Εισήλθαν, μπήκαν μέσα, συνάντησαν την Αγία, άκουσαν το λόγο της και πίστεψαν όλοι στον Χριστό, μαζί και οι στρατιώτες. Και αφού ασπάστηκαν με ευλάβεια την Αγία, αναχώρησαν. Νέα προσπάθεια του βασιλέα και επάρχου
φαινόταν να μην αποδίδει. Τότε δόθηκε διαταγή να δεθεί η Αγία σε ξύλινους τροχούς με κοφτερά σίδερα γύρω, για να κατακομματιαστεί. Όμως με την επέμβαση Αγγέλου η Αγία λύθηκε από τα δεσμά της και έμεινε αβλαβής. Τότε η βασίλισσα με παρρησία έλεγξε το σύζυγό της, διότι πολεμούσε τον ζώντα Θεό και βασάνιζε την Αγία. Εκείνος εξαγριώθηκε εναντίον της και διέταξε να βασανιστεί και τέλος να αποκεφαλιστεί, το οποίο και έγινε την 23η Νοεμβρίου. Την επομένη, ο Πορφυρίων και οι στρατιώτες, οι οποίοι πίστευσαν στον Χριστό μέσω της Αγίας Αικατερίνης, ομολόγησαν την πίστη τους στον τύραννο, ο οποίος διέταξε τον αποκεφαλισμό τους. Την επαύριο,
στη νέα προσπάθεια του άρχοντα να μεταπειστεί η Αγία, παρέμεινε εκείνη ασάλευτη στην πίστη της και έτσι διατάχθηκε ο αποκεφαλισμός της. Τη διαταγή αυτή άκουσε η Αγία Αικατερίνα με μεγάλη αγαλλίαση και χαρά. Προσευχήθηκε και, μεταξύ άλλων, ζήτησε το σώμα της να παραμείνει σώο και ακέραιο. Έτσι, την 25η Νοεμβρίου και στο άνθος της ηλικίας της, δέχθηκε το μαρτυρικό στέφανο. Το δε τίμιό της λείψανο άγγελοι το μετέφεραν μακριά, στο όρος Σινά, και το απέθεσαν σε μια από τις κορυφές του. Σήμερα δε βρίσκεται στο φερώνυμό της μοναστήρι του Θεοβαδίστου Όρους, το οποίο αποτελεί ένα από τα σεπτότερα μνημεία της Εκκλησίας, χτισμένο από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό.
Στο σημερινό συναξάρι η Αγία Αικατερίνα έχει πολλά προσόντα, φυσικά και επίκτητα, σωματικά και πνευματικά. Και όμως όλα αυτά, χωρίς τη Χάρη του Θεού, πριν από την εν Χριστώ διά του Αγίου Βαπτίσματος αναγέννησή της, παρέμεναν αναξιοποίητα ή μάλλον, καθώς είδαμε στο πριν από τη βάπτιση όραμά της, είχαν αρνητικό χαρακτήρα. Όλα όσα έκανε ο Θεός είναι καταρχάς καλά λίαν και παραμένουν καλά εφόσον παραμένουν στη φυσική τους κατάσταση, το φυσικό τους προορισμό, τη φυσική κίνηση και λειτουργία, εφόσον διατηρούν τη σχέση τους με τον Θεό. Όταν όμως αποκοπούν και απομονωθούν από τον Θεό και ο άνθρωπος προσκολληθεί σε αυτά σαν σε άλλο Θεό,
η αρχική τους αξία για τον άνθρωπο γίνεται απαξία. Αντί να οδηγούν προς τον Θεό και να συνδέουν με τον Θεό, ο οποίος είναι η μοναδική αυτοαγαθότητα και η πηγή κάθε αγαθότητας, απομακρύνουν από Αυτόν και έτσι δρουν ή μάλλον εμείς δρούμε αρνητικά, και σε αυτή την περίπτωση όσο πιο μεγάλα είναι τα προσόντα τόσο το κακό είναι μεγαλύτερο. Αντίθετα, όταν τα προσόντα συνδέονται και μας συνδέουν με τον Θεό, όσο μεγαλύτερα είναι, τόσο μεγαλύτερο καλό μπορεί να προκύψει. Ας πάρουμε την περίπτωση της ευφυΐας. Στην πρώτη, την αρνητική περίπτωση, έχουμε μεγάλους αρνητές, ενώ στην άλλη, τη θετική, μεγάλους πατέρες της Εκκλησίας.
Εμείς δεν έχει σημασία πόσα προσόντα έχουμε, αλλά πώς τα χρησιμοποιούμε. Και λίγα εάν έχουμε, εάν τα χρησιμοποιούμε σωστά, κατά Θεόν και διά τον Θεόν, θα γίνουν πολλά. «Εύγε, δούλε αγαθέ, επί ολίγα ης πιστός, επί πολλών σε καταστήσω».
Αγγλική μετάφρασηEN · 15 παράγραφοι
Today, November 25, our Church commemorates the holy and glorious Great Martyr Catherine; the 150 holy rhetoricians who came to believe in Christ through Saint Catherine; the holy empress, the ruler’s wife; Saint Porphyrius the Commander and the 200 holy soldiers; the holy Great Martyr Mercurius; Saint Peter the Hesychast; and the 670 martyrs who were put to death by the sword.
The glorious Great Martyr Catherine of Christ came from the great city of Alexandria. She suffered for the faith during the reigns of the impious emperors Maximian, Maxentius, and Maximinus, who ruled between 305 and 313. She was of noble birth, the daughter of Constus, a former ruler of Alexandria. She was very young and beautiful, exceptionally intelligent, and widely educated in many fields.
She was educated in the whole of Greek learning. She studied the renowned poets and philosophers—Homer, Virgil, Plato, and Aristotle—as well as the medical writings of Asclepius, Hippocrates, and Galen. She learned rhetoric, logic, and many languages, so that everyone admired her wisdom. Many very wealthy nobles sought her hand in marriage from her mother, who was secretly a Christian because of the great persecution Maximian had begun at that time. Yet all these gifts were as nothing beside what she lacked: the grace of God and the renewal of fallen human nature. A vision she was granted the grace to see shows this clearly. One night, in a dream, she saw the Queen of the Angels with the Holy Child, who shone more brightly than the sun. But the Child turned His face toward His mother.
Catherine moved to the other side, trying to see His face, but Christ turned away again. This happened three times. Then she heard the Most Holy Theotokos say, “Look, my Child, how beautiful Catherine is.” He answered, “She is dark and ugly, so I cannot bear to look at her.” The Theotokos said, “Is she not wiser than all the rhetoricians, and richer and more noble than the young women of every city?” Christ replied, “I tell you, my mother, that as long as she remains in this state, she is ignorant, poor, and unworthy of regard. I will not let her see My face.” The Theotokos said:
“I beg You, my sweetest Child, do not despise Your creature. Instruct her and guide her in the active life of faith, so that she may share in Your glory and see Your radiant face, which the angels long to behold.” And the Lord sent her to a virtuous elder, who taught her so thoroughly that in a short time she learned the truths of the true faith. She believed with all her heart and received Holy Baptism. Having put off the old self and put on the new, created according to God, she prayed and again saw the Lady Theotokos with the Child. This time He looked at Catherine with great kindness and said, “She who was once dark and ugly has now become radiant and glorious; she who was poor and ignorant has become
rich and wise; she who was unknown has become noble and so full of grace that I am willing to betroth her to Myself as My pure bride.” Catherine fell to the ground and said through her tears, “I am not worthy, most glorious Master, to behold Your kingdom. But count me worthy to be numbered among Your servants.” The Theotokos took the young woman’s hand and said to Him, “My Child, give her a ring as a promise that You will make her Your bride and count her worthy of Your kingdom.” Then Christ the Master gave her a beautiful ring. When the vision ended, Catherine rose and saw the ring truly there on her right hand. From that moment, divine love burned in her heart. And so,
during the reigns of Maximian and Maxentius, at the beginning of the fourth century after Christ, Christians were being cruelly persecuted. Armed with worldly learning and, above all, with the armor of God, Catherine did not hesitate to appear before the governor, rebuke him for his cruelty, and proclaim Christ as God and Savior. The governor was astonished by her noble bearing and beauty. When he learned how educated she was and that she was a philosopher, he thought he could draw her away from the Christian faith by arranging a debate with Alexandria’s most celebrated pagan philosophers and rhetoricians. Catherine agreed. In the public lectures and debates that followed, she spoke with such conviction,
strengthened by the grace of the Holy Spirit, that many who had at first opposed and argued against her changed their minds. They believed, confessed the divinity of Christ, and proclaimed this truth before the governor. The ruler became angry and ordered a fire to be lit in the middle of the city to burn the rhetoricians. When they heard the sentence, they fell at Catherine’s feet and begged that God would forgive the sins they had committed in ignorance and count them worthy of Holy Baptism and the gift of the All-Holy Spirit. Catherine’s heart filled with joy and gladness, and she told them, “You are truly blessed and fortunate, for you have left the darkness and come into the light of truth.”
“The fire with which the impious threaten you will become your baptism. It will cleanse you of every stain of soul and body and become a ladder to heaven, lifting you to that King and making you His beloved friends.” With these words, Catherine strengthened them. She marked each of them on the forehead with the sign of the Precious Cross and sent them to their martyrdom. The soldiers cast them into the fire on November 17, and they went joyfully. That evening, some devout Christians came to gather their relics. They found every body whole and unharmed, without even a hair scorched by the flames—a sign of the boldness they had found before God. When this attempt failed,
the governor tried to achieve his aim with grand promises and terrible threats. Neither worked. He then had Catherine beaten severely with rods and imprisoned. While she was in prison, the governor’s wife wanted to visit her and sought the help of the commander Porphyrius. After nightfall, Porphyrius took 200 soldiers to the prison. They gave the jailer money, and he opened the doors. They went in, met Catherine, listened to her teaching, and all came to believe in Christ, the soldiers included. After greeting her with reverence, they left. Another attempt by the ruler and governor
seemed to be failing. Then an order was given to bind Catherine to wooden wheels fitted with sharp iron blades, so that she would be torn to pieces. But an angel intervened, freed her from her bonds, and left her unharmed. The ruler’s wife then openly rebuked her husband for fighting against the living God and torturing Catherine. Enraged, he ordered her to be tortured and then beheaded. This took place on November 23. The next day, Porphyrius and the soldiers who had come to believe in Christ through Saint Catherine confessed their faith before the tyrant, who ordered them beheaded. On the following day,
the ruler again tried to persuade Catherine to change her mind. She remained unshaken in her faith, so he ordered her beheaded. Saint Catherine heard the sentence with great gladness and joy. She prayed and, among other things, asked that her body remain whole and unharmed. Thus, on November 25, in the flower of her youth, she received the crown of martyrdom. Angels carried her precious relic far away to Mount Sinai and laid it on one of its peaks. Today it rests in the monastery named for her on the mountain where God walked, one of the Church’s most revered monuments, built by Emperor Justinian.
In today’s account of the saints, Saint Catherine has many gifts, both natural and acquired, of body and of spirit. Yet without the grace of God, before her rebirth in Christ through Holy Baptism, all these gifts lay unused. Or rather, as we saw in her vision before Baptism, they had taken on a harmful character. Everything God made was very good from the beginning and remains good so long as it stays true to its nature: its purpose, its proper movement and work, and its relationship with God. But when these gifts are cut off from God and a person clings to them as though they were another god,
their original value to that person is lost. Instead of leading us to God and joining us to Him, who alone is goodness in Himself and the source of every good thing, they draw us away from Him. In this way they act—or rather, we act—for harm. And in such a case, the greater the gifts, the greater the harm. When our gifts remain joined to God and draw us to Him, the greater they are, the more good can come of them. Take intelligence, for example. In the first case, when it is used against God, we find great deniers of the faith. In the second, we find great Fathers of the Church.
What matters for us is not how many gifts we have, but how we use them. Even if we have few, when we use them rightly, according to God’s will and for His sake, they will become many. “Well done, good servant. You have been faithful over a few things; I will set you over many.”
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
11 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ\25 11.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.