Άγιος Καλλιώπιος, Θεόκλεια και η ελπίδα της αιώνιας ζωής
Η Θεόκλεια ανέθρεψε τον γιο της Καλλιώπιο στη χριστιανική πίστη και τον δίδαξε να μελετά τις Γραφές. Κατά τη διάρκεια του διωγμού, ο Καλλιώπιος ομολόγησε τον Χριστό ενώπιον του ηγεμόνα Μάξιμου και υπέμεινε σκληρά βασανιστήρια.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η Θεόκλεια ανέθρεψε τον γιο της Καλλιώπιο στη χριστιανική πίστη και τον δίδαξε να μελετά τις Γραφές.
- Κατά τη διάρκεια του διωγμού, ο Καλλιώπιος ομολόγησε τον Χριστό ενώπιον του ηγεμόνα Μάξιμου και υπέμεινε σκληρά βασανιστήρια.
- Η Θεόκλεια τον ενθάρρυνε στη φυλακή, μοίρασε την περιουσία της στους φτωχούς, ελευθέρωσε τους δούλους της και προσευχήθηκε μαζί του.
- Αφού ένα ουράνιο φως τους ενίσχυσε, ο Καλλιώπιος αρνήθηκε να απαρνηθεί τον Χριστό παρά τις ανανεωμένες απειλές.
- Ο Καλλιώπιος σταυρώθηκε ανάποδα και πέθανε τη Μεγάλη Παρασκευή· η Θεόκλεια πέθανε αγκαλιάζοντας το σώμα του, και οι χριστιανοί τους έθαψαν μαζί.
- Η ομιλία διδάσκει ότι η αιώνια ζωή αξίζει περισσότερο από την επίγεια ζωή και καλεί τους γονείς να οδηγούν τα παιδιά τους προς τη σωτηρία.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 13 παράγραφοι
του Χριστού Καλλιώπιος καταγόταν από την Πέργη της Πανφυλίας της Μικράς Ασίας, άκμασε δε κατά τους χρόνους των διωγμών του Διοκλητιανού. Ο πατέρας του είχε πεθάνει νωρίς, τον ανέθρεψε όμως επιμελώς στην πίστη του Χριστού η μητέρα του Θεόκλεια. Η ίδια είχε φροντίσει να τον διδάξει γράμματα και να τον καταστήσει ικανό στη μελέτη των θείων γραφών.
Κινήθηκε από τον Μαξιμιανό ο κατά των Χριστιανών διωγμός. Τότε ο γενναίος αυτός του Χριστού αγωνιστής, ζέων τω πνεύματι και ακολουθώντας τις συμβουλές της μητέρας του, η οποία τον συμβούλευε να αποθάνει για τον Χριστό με μαρτύριο, προσήλθε από μόνος του στον ηγεμόνα Μάξιμο.
ο οποίος έμενε στην Πομπιούπολη της Γαλατίας, η οποία ονομάστηκε έτσι από το Ρωμαίο στρατηγό Πομπήιο, ο οποίος εκεί κοντά, το 66 π.Χ., νίκησε τον βασιλιά του Πόντου Μητριδάτη. Αφού λοιπόν ο Άγιος παρουσιάστηκε στον Μάξιμο και διεκήρυξε γενναία ενώπιόν του το όνομα του Χριστού, δέθηκε με τα χέρια πίσω και δάρθηκε. Μετά, τανίστηκε επάνω σε τροχό και κάηκε από κάτω με φωτιά. Το σώμα του μάρτυρος κομματιάστηκε και παραμορφώθηκε. Έτσι ρίχτηκε στη φυλακή. Όταν η μητέρα του την επομένη ήρθε να τον επισκεφθεί και τον είδε να κατάκειται πληγωμένος, δάκρυσε μεν, τον συνεχάρη δε για τη γενναιότητά του.
Τον παρακινούσε να φανεί μέχρι τέλους πιστός και άξιος του αρχηγού και τελειωτού της πίστεως Ιησού Χριστού. Αφού άφησε η ευσεβής γυναίκα τη φυλακή, μοίρασε στους πτωχούς την περιουσία της, απελευθέρωσε τους πολυάριθμους δούλους και δούλες της και, αφού διατήρησε μόνο λίγα για την απλούστατη συντήρησή της, ερχόταν καθημερινά στη φυλακή, όπου συνέψαλλε με τον υιό της, στήριζε το θάρρος του και ενίσχυε την καρτερία του. Κάποια νύχτα προσεύχονταν και οι δυο τους. Ο Καλλιώπιος, μη μπορώντας να κινηθεί, πάνω στο πενιχρό του στρώμα, με ψυχή όμως στραμμένη προς το Θεό, με πολλή κατάνυξη και ελπίδα. Η μητέρα του, γονατισμένη κοντά του,
αναπέμποντας διάπυρες δεήσεις για να την αξιώσει ο Θεός και αυτή μαζί με το γιο της μαρτυρικού τέλους. Η ώρα προχωρούσε έτσι και οι δεήσεις γίνονταν θερμότερες. Θα ήταν ήδη μεσονύκτιο, όταν ξαφνικά στο σκοτάδι της φυλακής άστραψε ουράνιο φως και ακούστηκε από πάνω φωνή η οποία μακάριζε και επαινούσε την παρρησία και ομολογία του Αγίου, και έτσι ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο ο αθλητής του Χριστού στους αγώνες του μαρτυρίου. Μετά μερικές μέρες οι πληγές επουλώθηκαν και ο Καλλιώπιος υποβλήθηκε σε νέα ανάκριση. Ο έπαρχος είχε υποθέσει ότι τα βασανιστήρια και οι πληγές θα είχαν κλονίσει τη σταθερότητα του μάρτυρος,
θα είχαν μεταβάλει τις αποφάσεις του. Προσπάθησε λοιπόν να τον πείσει να αρνηθεί το Χριστό και, καθώς απέτυχε, μεταχειρίστηκε τις σκληρότερες απειλές. Ο Καλλιώπιος εξακολουθούσε να ομολογεί με την ίδια ζέση την πίστη του. Δήλωσε δε στον έπαρχο ότι καλά θα έκαμνε, μη χάνοντας τον καιρό του, να προέβαινε το ταχύτερο στη θανατική καταδίκη και εκτέλεση. Ο έπαρχος Μάξιμος είδε ότι καμιά ελπίδα δεν υπήρχε αλλαγής του και αποφάσισε να θανατώσει τον Καλλιώπιο με σταυρικό θάνατο. Συγκοινώνησε δε ο Καλλιώπιος με τον Κύριο, όχι μόνο κατά τον τρόπο του θανάτου του, διότι όπως ο Κύριος υπέμεινε πάθη και σταυρό, έτσι υπέμεινε αυτά και ο μακάριος αυτός Καλλιώπιος,
ακόμη και κατά τον καιρό της Σταυρώσεως, διότι όταν λήφθηκε η απόφαση για τη θανάτωσή του ήταν Μεγάλη Πέμπτη, κατά την οποία εορτάζονται τα φρικτά πάθη του Κυρίου. Γι' αυτό και παρακάλεσε η μητέρα του τους διώκτες να μην θανατώσουν με άλλο τρόπο το γιο της παρά με σταυρό. Για να επιτύχει δε τούτο πρόσφερε και πέντε χρυσά νομίσματα. Σταυρώθηκε δε ο Άγιος με το κεφάλι προς τα κάτω και όταν ήλθε η τρίτη ώρα της Μεγάλης Παρασκευής, τότε ο του Χριστού μάρτυς παρέδωσε το πνεύμα. Όταν δε κατέβασαν από το σταυρό το σώμα του μάρτυρος, ρίχτηκε επάνω του η πραγματικά φιλόπαις εκείνη η μητέρα και αναγκαλίστηκε τον αγαπητό της γιο. Έχοντας δε αυτόν στην αγκαλιά της,
λιποθύμησε και έτσι κατά την παράκλησή της παρέδωσε την ψυχή της στα χέρια του Θεού. Το γεγονός προκάλεσε συγκίνηση. Ευσεβείς χριστιανοί που παραβρίσκονταν εκεί αποκόμισαν τα δύο λείψανα και τα έθαψαν μαζί, καθώς και μαζί πέταξαν οι ψυχές τους στους πνευματικούς λειμώνες του Παραδείσου.
στο σημερινό συναξάρι τον πόθο του μαρτυρίου, τη γενναιότητα, την αγάπη και την πίστη του Αγίου Μάρτυρος Καλλιοπίου.
όμως και τη χριστιανικότατη συμπεριφορά της μητέρας του, η οποία τον ανέθρεψε εν παιδεία και εν νουθεσία Κυρίου, η οποία μάλιστα τον προέτρεπε να πεθάνει για το Χριστό με μαρτύριο και η οποία κατά το μαρτύριό του συνέχαιρε μαζί του και τον ενίσχυε σε αυτό. Συμπεριφορά η οποία σπανιότατα συναντάται μεταξύ των χριστιανών γονέων.
Είναι φυσικό, φυσικότατο οι γονείς και μάλιστα οι μητέρες να επιθυμούν, να θέλουν το καλό των παιδιών τους και μάλιστα το να μην πεθάνουν. Αυτό υπαγορεύει η φυσική σχέση, η φυσική αγάπη. Όμως, ποιο είναι το πραγματικό καλό και το αληθινό συμφέρον του κάθε ανθρώπου; Βεβαίως, η εν Χριστώ σωτηρία του και η απόκτηση της αιωνίου ζωής. Αυτή η αιώνια ζωή του ανθρώπου είναι ασυγκρίτως ανώτερη από την παρούσα πρόσκαιρη και όταν χρειαστεί να διαλέξει κάποιος μεταξύ της αιωνίου και της πρόσκαιρης και επίγειας, η προτίμηση βεβαίως θα πρέπει να είναι υπέρ της αιωνίου, της κατά Θεόν ζωής. Μάλιστα για να αποκτήσει κάποιος την αιώνιο, τη θεϊκή ζωή, χρειάζεται να απολέσει την πρόσκαιρη και επίγεια. Ός γαρ εάν θέλει την ψυχήν, δηλαδή τη ζωή αυτού, σώσαι, απολέσει αυτήν.
Ός δ' αν απολέσει την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού και του Ευαγγελίου, σώσει αυτήν. Χρειάζεται να χάσει την πρόσκαιρη ζωή με την έννοια να μη ζει κανείς για τον εαυτό του, να ζει δε για το Θεό και τους αδελφούς του. Και μερικές φορές, εάν το επιβάλλουν οι άλλοι και αν το επιτρέψει ο Θεός, όπως στην περίπτωση των Αγίων Μαρτύρων, να τη χάσει με τη συνηθισμένη έννοια του θανάτου, να προτιμήσει δηλαδή να χάσει την επίγεια παρά να στερηθεί την αιώνια ζωή. Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, η αιώνια ζωή είναι λαμπρότερη, ό,τι ανώτερο θα μπορούσε να επιθυμήσει ο άνθρωπος. Αυτό είναι το αληθινό συμφέρον του κάθε ανθρώπου, αυτό που επέλεξε η μητέρα του Αγίου Καλλιοπίου και αυτό βεβαίως θα
πρέπει να προτιμούν και να επιδιώκουν όλοι οι γονείς για τα παιδιά τους, τα οποία αγαπούν, και να μην αφήνουν να παρασύρονται από τη φιλοσαρκία του κοσμικού πνεύματος που είναι καταστροφική. Δεν αρκεί να αγαπά κανείς, αλλά και να ξέρει πώς να αγαπά.
Αγγλική μετάφρασηEN · 13 παράγραφοι
Calliopius, a servant of Christ, came from Perge in Pamphylia, in Asia Minor. He lived during the persecutions under Diocletian. His father died when he was young, but his mother, Theoclea, carefully raised him in the faith of Christ. She taught him to read and helped him become well versed in the study of the Holy Scriptures.
Maximian began a persecution of Christians. Then this brave champion of Christ, fervent in spirit and following the counsel of his mother, who urged him to die as a martyr for Christ, went of his own accord to the governor Maximus.
Maximus lived in Pompeiopolis in Galatia. The city was named after the Roman general Pompey, who defeated Mithridates, king of Pontus, nearby in 66 BC. Saint Calliopius appeared before Maximus and boldly confessed the name of Christ. His hands were bound behind his back, and he was beaten. Then he was stretched upon a wheel while a fire burned beneath him. The martyr’s body was torn and disfigured, and he was thrown into prison. When his mother came to see him the next day and found him lying there wounded, she wept, but she also praised his courage.
She urged him to remain faithful to the end and prove worthy of Jesus Christ, the author and perfecter of our faith. After leaving the prison, this devout woman gave her possessions to the poor and freed her many servants, men and women. Keeping only a little for her simplest needs, she came to the prison every day. There she sang hymns with her son, strengthened his courage, and helped him endure. One night they were both praying. Calliopius lay unable to move on his meager bedding, yet his soul was turned toward God with deep compunction and hope. His mother knelt beside him,
offering fervent prayers that God would count her worthy to die a martyr’s death alongside her son. The hours passed, and their prayers grew more fervent. It must have been midnight when heavenly light suddenly flashed through the darkness of the prison. A voice from above blessed and praised the saint’s boldness and confession of faith. This strengthened the champion of Christ still more for his struggle as a martyr. After a few days, his wounds healed, and Calliopius was questioned again. The governor had assumed that the torture and wounds would have shaken the martyr’s resolve
and changed his mind. So he tried to persuade him to deny Christ. When that failed, he turned to the harshest threats. Calliopius continued to confess his faith with the same fervor. He told the governor that he would do well to stop wasting time and sentence him to death at once. Seeing no hope of changing his mind, Governor Maximus decided to put Calliopius to death on a cross. Calliopius shared in the Lord’s sufferings even in the manner of his death: just as the Lord endured suffering and the Cross, so this blessed Calliopius endured them too,
and even at the time of the Crucifixion. The decision to put him to death was made on Great Thursday, when we commemorate the Lord’s fearful Passion. So his mother asked his persecutors to put her son to death by crucifixion, and she offered them five gold coins to secure this. The saint was crucified upside down. At the third hour on Great Friday, this martyr of Christ gave up his spirit. When they took his body down from the cross, his mother, who truly loved her child, threw herself upon him and embraced her beloved son. Holding him in her arms,
she fainted and, as she had prayed, gave up her soul into God’s hands. This moved those who witnessed it deeply. Devout Christians who were there took the two bodies and buried them together, as their souls had flown together to the spiritual meadows of Paradise.
In today’s Synaxarion, we hear of Saint Calliopius the Martyr’s longing for martyrdom, his courage, his love, and his faith.
We also hear of the deeply Christian conduct of his mother. She raised him in the discipline and instruction of the Lord. She even urged him to die as a martyr for Christ, and during his suffering she rejoiced with him and strengthened him. Such conduct is very rarely found among Christian parents.
It is only natural for parents, especially mothers, to want what is good for their children and, above all, to want them to live. Their natural bond and love tell them this. But what is truly good for each person? What is truly in their best interest? Surely it is salvation in Christ and the gift of eternal life. Eternal life is beyond comparison with this passing life. When someone must choose between eternal life and a brief earthly life, the choice must be eternal life, life with God. Indeed, to gain eternal, divine life, one must lose this passing earthly life. As the Gospel says, ‘Whoever wants to save his life will lose it.’
‘But whoever loses his life for my sake and the Gospel’s will save it.’ We must lose this passing life in the sense that we no longer live for ourselves, but for God and our brothers and sisters. Sometimes, if others bring it upon us and God permits it, as with the holy martyrs, we may lose our lives in the ordinary sense of dying. Then we must choose to lose earthly life rather than be deprived of eternal life. In that case, eternal life shines all the more brightly. It is the highest thing anyone could desire. This is what is truly best for every person. It is what Saint Calliopius’s mother chose, and it is certainly what
all parents should desire and seek for the children they love. They must not let themselves be carried away by the worldly spirit’s destructive attachment to bodily life. It is not enough to love; we must also know how to love.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
04 ΑΠΡΙΛΙΟΥ\07 04 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.