Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Άγιος Βενέδικτος της Νουρσίας και ο ασκητικός βίος

Γεννήθηκε στη Νουρσία και άφησε τις σπουδές του στη Ρώμη για να αναζητήσει ζωή προσευχής και ερημίας στο Σουβιάκο. Με τη βοήθεια του μοναχού Ρωμανού έζησε τρία χρόνια σε σπήλαιο, αντιστεκόμενος στον πειρασμό με προσευχή, αυταπάρνηση και το σημείο του Σταυρού.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων14 Μαρτίου20:37Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Γεννήθηκε στη Νουρσία και άφησε τις σπουδές του στη Ρώμη για να αναζητήσει ζωή προσευχής και ερημίας στο Σουβιάκο.
  • Με τη βοήθεια του μοναχού Ρωμανού έζησε τρία χρόνια σε σπήλαιο, αντιστεκόμενος στον πειρασμό με προσευχή, αυταπάρνηση και το σημείο του Σταυρού.
  • Αφού επέζησε από απόπειρα δηλητηριασμού από δυσαρεστημένους μοναχούς, επέστρεψε στο σπήλαιό του και προσέλκυσε μαθητές, μεταξύ των οποίων τον Μάουρο και τον Πλάκιδο.
  • Ίδρυσε δώδεκα μονές στο Σουβιάκο, και η ομιλία διηγείται θαύματα που αφορούν μια πηγή, ένα χαμένο τσεκούρι και τη διάσωση από πνιγμό.
  • Αργότερα ίδρυσε μονή στο Μόντε Κασίνο, καθοδήγησε τους μοναχούς του με κανόνα ζωής και του αποδίδονται θεραπείες, αναστάσεις και προφητεία.
  • Η ομιλία διηγείται την τελευταία του συνάντηση με την αδελφή του Σχολαστική, τον θάνατό του μετά τη Θεία Κοινωνία και ένα όραμα της ανόδου του στον ουρανό.
  • Η ζωή του Βενέδικτου καταδεικνύει τη διδασκαλία της ομιλίας ότι η ένωση με τον Χριστό επιτυγχάνεται με τα Άγια Μυστήρια και με ασκητικές πρακτικές, όπως η νηστεία, η προσευχή, η ταπείνωση και η αγάπη, ιδιαίτερα κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 23 παράγραφοι

Βενέδικτος, του οποίου το όνομα είναι λατινικό και σημαίνει ευλογημένος, καταγόταν από τη Νουρσία, πόλη της Ιταλίας, στην οποία γεννήθηκε κατά το έτος 480 από Χριστού, από γονείς ευσεβείς και πλουσίους. Βρέφος ακόμη, έμεινε ορφανός, ανατράφηκε δε με τη δίδυμη αδελφή του, ονόματι Σχολαστική, από την ευσεβή τροφό τους. Από τη μικρή του ηλικία ο Όσιος έδειξε θερμή αγάπη για κάθε αρετή, νεότατος δε στάλθηκε στη Ρώμη για να επιδοθεί στη σπουδή. Καθώς όμως φοβήθηκε να μην παρασυρθεί από τα κακά παραδείγματα των νέων, εγκατέλειψε τη Ρώμη και πήγε στις άγριες χαράδρες του όρους Σουβιάκου, όπου συνάντησε κάποιο μοναχό ονομαζόμενο Ρωμανό,

ο οποίος, αφού νουθέτησε τον Όσιο, του έδωσε ένα μικρό κουκούλιο και μια μηλωτή, επανωφόρι δηλαδή από δέρμα προβάτου, και του υπέδειξε ένα απρόσιτο σπήλαιο. Του υποσχέθηκε ότι θα κρατήσει μυστική την εκεί παρουσία του και ότι θα του φέρνει τρεις φορές τη βδομάδα ψωμί, το οποίο και έκανε κατεβάζοντάς το με μικρό σχοινί. Στο σπήλαιο εκείνο ο Όσιος Βενέδικτος παρέμεινε τρεις χρόνους, προσευχόμενος θερμά, έχοντας δε ως μόνη τροφή το ψωμί που του έφερνε ο Ρωμανός και αγριόχορτα. Κάποια μέρα συνέβη να τον δουν μερικοί νέοι βοσκοί, οι οποίοι βλέποντάς τον ντυμένο με τη μηλωτή, φοβήθηκαν και ήθελαν να φύγουν. Αλλά ο Όσιος με τόσο γλυκό τρόπο τους μίλησε για το Θεό, ώστε όχι μόνο πήραν θάρρος, αλλά και

ξανάρχονταν εκεί για να τον βλέπουν και να ακούν τις συμβουλές του. Αλλά ο μισόκαλος δαίμονας, που φθόνησε την ασκητική ζωή του Οσίου Βενεδίκτου, προσπάθησε να τον εμποδίσει από τον καλό δρόμο του και, ενοχλώντας τον κατά τη διάνοια, του έλεγε: «Τι κάνεις σε αυτή την έρημο και δεν επιστρέφεις στον κόσμο;» Του παρουσίαζε δε και κατά φαντασία τα θεάματα τα οποία έβλεπε στη Ρώμη. Κάποια μέρα του παρουσιάστηκε σαν μαύρο πτηνό, το οποίο πετούσε γύρω του και τον ενοχλούσε. Ο Όσιος όμως το έδιωξε με το σημείο του Τιμίου Σταυρού. Τότε τον ενοχλούσε με αισχρούς λογισμούς, ώστε ο Όσιος έβγαλε τη μηλωτή που φορούσε και κυλιόταν στα αγκάθια μέχρις ότου περάσει ο πειρασμός. Αφού δε ο δαίμονας νικήθηκε και έφυγε, αισθάνθηκε ο Άγιος τον εαυτό του

απαλλαγμένο από σαρκικές επιθυμίες. Άλλοτε, δύο μοναχοί, οι οποίοι ζούσαν στα σπήλαια του Βικάρου, οκτώ μίλια μακριά από το Σουβιάκο, ήρθαν να τον βρουν μετά το θάνατο του ηγουμένου τους και τον παρακάλεσαν να τους αναλάβει υπό την κηδεμονία του. Ο Όσιος Βενέδικτος τους είπε: «Η σκληρή ζωή μου δεν θα σας είναι υποφερτή. Δεν είναι λοιπόν δυνατόν να ζήσουμε μαζί». Αλλά εκείνοι τόσο επέμειναν, ώστε αναγκάστηκε να τους ακολουθήσει. Όμως οι νέοι κανόνες, τους οποίους όρισε σ' αυτούς ο Όσιος, τους φάνηκαν τόσο βαρείς, ώστε για να ελευθερωθούν από το ζυγό του, δηλητηρίασαν το ποτό του. Ενώ όμως ο Όσιος Βενέδικτος το ευλογούσε για να το πιει, έσπασε το ποτήρι σε μύρια κομμάτια.

Στράφηκε τότε προς αυτούς και τους είπε με ιλαρότητα: «Ο Θεός να σας συγχωρήσει. Σας προείπα ότι δεν μπορείτε να ζήσετε τη ζωή κατά το δικό μου τρόπο. Γι' αυτό σας παρακαλώ βρέστε κάποιον άλλο ποιμένα». Σηκώθηκε από την τράπεζα και επέστρεψε στο σπήλαιό του. Αφού δε έμαθαν οι άνθρωποι το σπήλαιό του από τους βοσκούς, πολλοί έρχονταν από τη Ρώμη για να τον συμβουλευτούν. Οι δε καλύτερες οικογένειες ήθελαν να του εμπιστευθούν τα παιδιά τους για να τα εκπαιδεύσει. Κάποιος ονομαζόμενος Εκείτιος του παρέδωσε το γιο του ονόματι Μαύρο και άλλος ονόματι Τέρτουλος, το νέο Πλακίδιο. Αλλά και πολλοί άλλοι έρχονταν από παντού και ζητούσαν να γίνουν μαθηταί του Οσίου. Τότε το Σουβιάκο έγινε κέντρο μοναχισμού.

Κτίστηκαν δώδεκα μοναστήρια, καθένα από τα οποία είχε δώδεκα μοναχούς με δικό του προεστώτα, τον οποίο όρισε ο Όσιος, όλα όμως τα μοναστήρια αυτά καθοδηγούνταν απ' αυτόν. Τρία μοναστήρια ήταν κτισμένα στην κορυφή του όρους, αλλά δεν είχαν νερό. Οι δε μοναχοί ήλθαν στον Όσιο και τον παρακαλούσαν να μεταφέρουν τα μοναστήρια τους σε άλλο μέρος. Πήγε στον τόπο εκείνο ο Όσιος και, αφού τοποθέτησε τρεις πέτρες σε ένα σημείο, διέταξε να σκάψουν εκεί και αμέσως, καθώς οι μοναχοί έσχισαν λίγο το βράχο, ανέβλυσε άφθονο νερό. Ήταν δε τότε η Ιταλία υπό την κυριαρχία των Γότθων. Ένας δε από τους βαρβάρους εκείνους παρακάλεσε τον Άγιο να τον δεχθεί στη Μονή. Τον δέχτηκε λοιπόν ο Όσιος,

ο δε επιδόθηκε με ζήλο στη μοναχική ζωή και σε λίγο χρόνο έγινε μοναχός τέλειος. Ενώ δε κάποια μέρα έκοβε αυτός ξύλα κοντά στη λίμνη, το τσεκούρι έπεσε στο νερό. Λυπήθηκε γι' αυτό ο μοναχός εκείνος και διηγήθηκε στον Μαύρο, τον βοηθό του Οσίου, το τι του συνέβη. Εκείνος δε το διαβίβασε στον Όσιο.

Πήγε τότε στον τόπο εκείνο ο Όσιος Βενέδικτος και, αφού ζήτησε από τον Γότθο το στυλιάρι, κρατώντας το από τη μια άκρη, βύθισε την άλλη στο νερό και, προς μεγάλη έκπληξη όλων, καθώς ανασύρθηκε, το τσεκούρι ήταν και πάλι προσαρμοσμένο στο στυλιάρι του. Άλλοτε πάλι, καθώς προστάχτηκε από τον Όσιο, ο Μαύρος βάδισε πάνω στα νερά των Πράκηδων.

τη στιγμή κατά την οποία κινδύνευε να πνιγεί. Αυτός αργότερα πήγε στη Γαλλία και ίδρυσε εκεί μεγάλο μοναστήρι. Κατά το έτος 529 ο Όσιος αναχώρησε από το Σουβιάκο λόγω κάποιων σκανδάλων τα οποία προκάλεσε κάποιος φθονερός της περιοχής και πήγε στο όρος Κασίνο, εκεί δε επάνω στα ερείπια κάποιου παλιού ναού του Απόλλωνα

έκτισε εκκλησία και νέο μεγάλο μοναστήρι σε κτήματα τα οποία πρόσφερε στον Όσιο ο πατέρας του Πλακίδου. Αν και εκεί πολύ μόχθησε ο δαίμονας για να εμποδίσει την οικοδόμηση του μοναστηριού αυτού, όμως οι τέχνες του απέβησαν εις μάτην, διότι ο Όσιος του Θεού Βενέδικτος αντιστεκόταν γενναία έχοντας πίστη στην προστασία του Θεού.

Ο δαίμονας, μη μπορώντας να επιτύχει τίποτε εναντίον του Οσίου Βενεδίκτου, έστρεψε την οργή του ενάντια στους μαθητές του. Ένας μοναχός, απατημένος από τη δολιότητα του μιαρού δαίμονα, θέλησε να επιστρέψει στον κόσμο. Μάταια προσπαθούσε ο Όσιος να τον συγκρατήσει. Εκείνος, παρακούοντας και περιφρονώντας τις συμβουλές του Οσίου, βγήκε από το μοναστήρι. Αλλά, ω του θαύματος, έξω από το μοναστήρι εμφανίστηκε φοβερός δράκοντας, ο οποίος προσπαθούσε να τον κατασπαράξει. Ο μοναχός περίφοβος γύρισε στο μοναστήρι, ζήτησε συγχώρηση από τον πνευματικό του πατέρα και τον ευχαρίστησε γιατί με τις προσευχές του είδε οφθαλμοφανώς τον κίνδυνο στον οποίο συρόταν. Άλλη φορά ήλθε στη Μονή κλαίοντας

με μεγάλο πόνο ένας πατέρας, φέρνοντας αποθαμένο το μονογενή του γιο, και αφού ζήτησε τον Όσιο του είπε με οδύνη: «Πάτερ, επίστρεψέ μου το γιο μου, απέθανε και σε παρακαλώ να τον αναστήσεις». Αποκρίθηκε ο Άγιος: «Αυτό το οποίο ζητάς, παιδί μου, υπερβαίνει κατά πολύ τις δυνάμεις μου». Ο ταλαίπωρος όμως πατέρας, θρηνώντας περισσότερο, έλεγε με πόνο: «Δεν φεύγω, Άγιε του Θεού, από εδώ, εάν δεν μου τον επιστρέψεις». Ο Όσιος λυπήθηκε τον δυστυχή εκείνο, βγήκε στην έξοδο της μονής, όπου βρισκόταν ο νεκρός νέος, έσκυψε πάνω του και προσευχήθηκε λέγοντας: «Κύριε, μη στρέψεις τα βλέμματά σου στις αμαρτίες μου αλλά στην πίστη του ανθρώπου αυτού,

επίστρεψε στο σώμα αυτό την ψυχή την οποία παρέλαβες». Και αμέσως, ω του θαύματος, σήκωσε τον νέο και τον παρέδωσε ζωντανό στον πατέρα του, ο οποίος αναχώρησε χαίροντας και αγαλλόμενος. Αλλά και μοναχό που φονεύτηκε από τοίχο που γκρεμίστηκε τον ανέστησε ο Όσιος. Ο βασιλέας των Γότθων, ο Τωτίλας, έχοντας ακούσει τα όσα για τον Όσιο Βενέδικτο λέγονταν και θέλοντας να τον δοκιμάσει, έντυσε με τα βασιλικά ενδύματα τον υπασπιστή του και τον έστειλε πριν από αυτόν στο όρος Κασίνο με τους αυλικούς του, για να συναντήσει τον Όσιο Βενέδικτο, αυτός δε ακολουθούσε από πίσω. Αλλά ο Όσιος Βενέδικτος, που ήρθε για συνάντησή του και γνώρισε από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος την αλήθεια, είπε προς αυτόν που υποκρινόταν τον βασιλέα:

«Βγάλε αυτά τα ενδύματα, διότι δεν είναι δικά σου». Τότε ο υπασπιστής εξεπλάγη πολύ και έπεσε στα πόδια του Οσίου ζητώντας συγχώρηση γιατί ήθελε να εξαπατήσει τόσο Άγιο Δούλο του Θεού. Κατόπιν ο Όσιος στράφηκε προς τον πραγματικό βασιλέα, ο οποίος ερχόταν πίσω, και του είπε: «Βασιλέα, μέχρι τώρα έκανες μεγάλα κακά και καιρός είναι να πάψεις τις ανομίες σου. Θα εισέλθεις δε στη Ρώμη και θα βασιλεύσεις σ' αυτή, μετά εννέα όμως χρόνους θα αποθάνεις». Αυτή δε η πρόρρηση του Αγίου επαληθεύτηκε ακριβώς. Ο Όσιος αυτός σχημάτισε το περίφημο τάγμα των Βενεδικτίνων, εξέδωσε δε και κανόνα ή τύπο για τον τρόπο ζωής των υπ' αυτόν μοναχών.

Το μοναστήρι που ιδρύθηκε από τον Όσιο Βενέδικτο πάνω στο όρος Κασίνο τιμώνταν επ' ονόματι του Εσταυρωμένου, ονομαζόταν δε λατινικά Μόντε Κασίνο. Η μονή αυτή επαυξήθηκε κατά καιρούς, υπήρξε μια από τις περιφημότερες μονές στην Ευρώπη, διατηρήθηκε δε μέχρι την εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, οπότε κονιορτοποιήθηκε μετά από αλλεπάλληλες αεροπορικές επιδρομές. Στους πρόποδες του όρους Κασίνου έκτισε ο Όσιος γυναικείο μοναστήρι, στο οποίο μόνασε και η αδελφή του Σχολαστική, την οποία πήγαινε και έβλεπε μια φορά το χρόνο. Κατά την τελευταία δε φορά που πήγε και επέστρεψε στο μοναστήρι του, μετά τρεις μέρες είδε σε όραμα την ψυχή της Σχολαστικής να ανέρχεται στους ουρανούς

με το σχήμα της περιστεράς. Είπαμε παραπάνω με ποιο τρόπο συνέδεσε ο Όσιος Βενέδικτος τον εαυτό του με το Θεό και πως για την αρετή και την άσκησή του πλουτίστηκε από αυτόν με δύναμη θαυμάτων και ιαμάτων. Διότι και νεκρούς ανέστησε και τα μέλλοντα προέλεγε και μιλούσε για τα πολύ μακρινά σαν να ήταν παρόντα. Οπότε, όταν ο Όσιος έμελλε να απέλθει προς τον Κύριο, διεμήνυσε τόσο στους μαθητές του που ήταν εκεί κοντά του, όσο και σε εκείνους που ήταν μακριά, ότι θα απέλθει από τον κόσμο αυτό και ότι θα γίνει σημείο με το οποίο θα γνωρίσουν όλοι ότι χωρίζεται από το σώμα. Έξι λοιπόν μέρες πριν από την οσία του κοίμηση, πρόσταξε ο Όσιος να ανοιχτεί ο τάφος του και να είναι έτοιμος, αμέσως δε

προσβλήθηκε από υψηλό πυρετό, ο οποίος καταξήρανε το σώμα του επί έξι μέρες. Κατά την έκτη ημέρα πρόσταξε τους μαθητές του να τον φέρουν στη μικρή εκκλησία, την οποίαν είχαν, και εκεί κοινώνησε τα άχραντα μυστήρια. Υποβασταζόμενος και στηριζόμενος από τους μαθητές του, ύψωσε τα χέρια του στον ουρανό και έτσι, βλέποντας προς τα πάνω και προσευχόμενος, παρέδωσε την Αγία του ψυχή στα χέρια του Αγίου Θεού κατά το έτος 542 και σε ηλικία 62 ετών. Κατά την ώρα εκείνη, κατά την οποία κοιμήθηκε ο Όσιος, φάνηκε η ακόλουθη όραση σε δύο αδελφούς, από τους οποίους ο ένας ησύχαζε σε κελί, ο δε άλλος κατοικούσε μακριά. Αυτοί λοιπόν οι δύο αδελφοί

είδαν ξαφνικά οδό θαυμαστή, η οποία άρχιζε από το κελί του Οσίου και έφτανε μέχρι του ουρανού προς την Ανατολή. Ήταν δε η οδός εκείνη στρωμένη όλη με λαμπρά και πολύτιμα ιμάτια. Στέκονταν δε στην οδό κάποιοι άνδρες θαυμαστοί κατά τη μορφή και έξις, κρατώντας δε στα χέρια λαμπάδες και βαστάζοντας τον Όσιο ανέβαιναν κατά τάξη στον ουρανό. Κάποιος δε άλλος λευκοφόρος και φωτοφόρος είπε στους Οσίους: «Αυτή είναι η οδός διά της οποίας ο αγαπητός του Θεού Βενέδικτος ανεβαίνει στον ουρανό».

Είδαν δε την οπτασία αυτή, τη λαμπρότητα και τη συνοδεία την οποία αξιώθηκε ο Όσιος όταν εκδημούσε προς τον Κύριο.

Ο σήμερα τιμώμενος Όσιος Βενέδικτος υπήρξε, όπως και οι άλλοι Άγιοι της Εκκλησίας μας, ένας πνευματικός αγωνιστής, ο οποίος με τη χάρη του Θεού αξιώθηκε να καθαριστεί από τα πάθη, να γίνει δοχείο καθαρό του Αγίου Πνεύματος, να φωτιστεί και να φτάσει στη θέωση, να γίνει Θεός κατά χάριν. Βασικό στην εξέλιξη αυτή ήταν η άσκηση ως αυταπάρνηση, ως άρνηση των κοσμικών ηδονών. Κάθε απόγονος του Αδάμ, κάθε άνθρωπος που γεννιέται με τον γνωστό φυσικό τρόπο, έχει ριζωμένα στην ύπαρξή του τον πόνο από τη μια μεριά και την ευχαρίστηση, την ηδονή όπως λέμε, από την άλλη. Η αμαρτία έχει μέσα του μεγάλη δύναμη.

Προκαλεί στην αρχή ηδονή και χάριν της ηδονής αμαρτάνει. Την ευχαρίστηση όμως διαδέχεται ο πόνος, η οδύνη, οι τύψεις αλλά και οι διάφορες σωματικές ταλαιπωρίες και τελικά ο θάνατος. Ζώντας αυτόν τον πόνο ο άνθρωπος, προσπαθεί να βρει παρηγοριά και ανακούφιση. Μη γνωρίζοντας όμως την αιτία της ταλαιπωρίας του, που όπως είπαμε είναι η ηδονή, αναζητά και ξανακαταφεύγει στις διάφορες ευχαριστήσεις, από τις σαρκικές μέχρι τα ναρκωτικά, αλλά και τις τιμές και δόξες του κόσμου τούτου, οι οποίες όμως του προξενούν και πάλι πόνο και τρέχει ξανά στις ηδονές και ούτω καθεξής. Ένας φαύλος κύκλος από τον οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει. Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος,

τις με ρύσεται εκ του σώματος του θανάτου τούτου; Τη λύση προσφέρει ο Χριστός, ο οποίος γεννήθηκε εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου και αμαρτίαν ουκ εποίησεν, αλλά έγινε υπήκοος άχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού, ενώ με την ανάστασή του χάρισε στην ανθρώπινη φύση την αφθαρσία και την αιώνια ζωή. Έτσι ο Χριστός είναι ο νέος γενάρχης του ανθρωπίνου γένους, η νέα ρίζα με την οποία πρέπει να συνδεθούμε και να γίνουμε κοινωνοί της ζωής Του. Η ένωση με το Χριστό γίνεται με τα Άγια Μυστήρια σε συνδυασμό με την ασκητική ζωή. Με την άσκηση απέχουμε από τις σαρκικές ευχαριστήσεις και αναλαμβάνουμε τους εκούσιους, δηλαδή τους θεληματικούς πόνους, της νηστείας, της

αγρυπνίας, της προσευχής, της ταπεινώσεως, της ασκήσεως της αγάπης και γενικά όλων των αρετών και με τη χάρη του Θεού καθαριζόμαστε από τα πάθη για να γίνουμε νέοι άνθρωποι ή κατά Χριστόν ανακαινισμένοι και χαριτωμένοι. Αυτό είναι το νόημα και ο σκοπός ιδιαίτερα της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, την οποία κατά τρόπο ασκητικό και εκκλησιαστικό καλούμαστε να ζήσουμε, ίνα μέτοχοι ζωής αιωνίου γενώμεθα.

Αγγλική μετάφρασηEN · 23 παράγραφοι

Benedict, whose Latin name means “blessed,” came from Nursia, a city in Italy. He was born there in the year 480 to devout and wealthy parents. Orphaned while still an infant, he and his twin sister, Scholastica, were raised by their devout nurse. From an early age, Benedict showed a deep love for every virtue. While still very young, he was sent to Rome to study. But fearing that the bad example of other young people might lead him astray, he left Rome and went to the rugged ravines of Mount Subiaco. There he met a monk named Romanus.

Romanus gave Benedict spiritual counsel, then gave him a small hood and a sheepskin cloak. He showed him a cave that was difficult to reach and promised to keep his presence there secret. Three times a week, Romanus brought him bread, lowering it on a small rope. Benedict remained in that cave for three years, praying fervently and living only on the bread Romanus brought him and on wild greens. One day, some young shepherds saw him. Frightened by his sheepskin clothing, they wanted to run away. But Benedict spoke to them about God so gently that they took courage.

They kept coming back to see him and hear his counsel. But the demon, who hates all that is good, envied Benedict’s ascetic life and tried to turn him from his path. Troubling his thoughts, he would say, “What are you doing in this wilderness? Why don’t you return to the world?” He also brought before Benedict’s imagination the sights he had seen in Rome. One day the demon appeared as a black bird, flying around him and disturbing him. Benedict drove it away with the sign of the Precious Cross. The demon then assailed him with shameful logismoi, intrusive thoughts. Benedict took off his sheepskin cloak and rolled among thorns until the temptation passed. When the demon was defeated and fled, the saint found himself

free from fleshly desires. On another occasion, two monks who lived in the caves of Vicaro, eight miles from Subiaco, came to him after the death of their abbot. They begged him to take them under his care. Benedict told them, “My strict way of life will be too hard for you. We cannot live together.” But they insisted so strongly that he went with them. The new rules he set for them seemed so burdensome that, to free themselves from his guidance, they poisoned his drink. As Benedict blessed the cup before drinking, it shattered into countless pieces.

He turned to them and said calmly, “May God forgive you. I warned you that you could not live as I do. Please find another shepherd.” He rose from the table and returned to his cave. After the shepherds told others where it was, many people came from Rome to seek his counsel. Leading families wanted to entrust their children to him for instruction. A man named Equitius brought him his son Maurus, and another named Tertullus brought him the young Placidus. Many others came from all around, asking to become Benedict’s disciples. Subiaco then became a center of monastic life.

Twelve monasteries were built, each with twelve monks and its own superior, appointed by Benedict. He guided all twelve monasteries. Three stood on the mountaintop, where there was no water. Their monks came and asked him to move them elsewhere. Benedict went to the place, set three stones at one spot, and told them to dig there. As soon as the monks broke a little of the rock, water sprang up abundantly. At that time, Italy was under the rule of the Goths. One of them asked the saint to receive him into the monastery, and Benedict welcomed him.

The man devoted himself eagerly to the monastic life and soon became an exemplary monk. One day, while he was chopping wood near the lake, the head of his axe fell into the water. Distressed, he told Maurus, Benedict’s assistant, what had happened. Maurus passed the news on to Benedict.

Benedict went to the spot and asked the Goth for the axe handle. Holding one end, he dipped the other into the water. To everyone’s amazement, when he lifted it out, the axe head was attached to the handle again. On another occasion, at Benedict’s command, Maurus walked across the water toward Placidus

when Placidus was in danger of drowning. Maurus later went to France and founded a large monastery there. In the year 529, Benedict left Subiaco because of troubles stirred up by an envious man in the area. He went to Mount Cassino, where, on the ruins of an ancient temple of Apollo,

he built a church and a large new monastery on land given to him by Placidus’s father. The demon worked hard to prevent its construction, but his schemes came to nothing. Benedict, the servant of God, resisted him bravely, trusting in God’s protection.

Unable to prevail against Benedict, the demon turned his anger on the saint’s disciples. One monk, deceived by the foul demon, wanted to return to the world. Benedict tried in vain to hold him back. Ignoring the saint’s counsel, the monk left the monastery. But then, what a wonder! A fearsome dragon appeared outside and tried to devour him. Terrified, the monk returned to the monastery. He asked his spiritual father’s forgiveness and thanked him, for through Benedict’s prayers he had seen with his own eyes the danger toward which he had been heading. Another time, a father came to the monastery in tears and great anguish,

carrying his only son, who had died. Finding Benedict, he said in his grief, “Father, give me back my son. He has died, and I beg you to raise him.” The saint replied, “My child, what you ask is far beyond my power.” But the poor father wept all the more and said, “Saint of God, I will not leave until you give him back to me.” Benedict felt compassion for him and went to the entrance of the monastery, where the boy lay dead. Bending over him, he prayed, “Lord, do not look upon my sins, but upon this man’s faith.

Return to this body the soul You have taken.” And immediately, what a wonder! He raised the boy and gave him back alive to his father, who went away rejoicing. Benedict also raised a monk who had been killed when a wall collapsed. Totila, king of the Goths, had heard the stories about Benedict and wanted to test him. He dressed his attendant in royal robes and sent him ahead to Mount Cassino with his courtiers, while Totila followed behind. Benedict came out to meet the man, but by the grace of the Holy Spirit he knew the truth. He said to the one pretending to be king,

“Take off those clothes. They do not belong to you.” The attendant was astonished. He fell at Benedict’s feet and asked forgiveness for trying to deceive so holy a servant of God. Benedict then turned to the real king, who was coming behind him, and said, “King, you have done great evil until now, and it is time to put an end to your lawlessness. You will enter Rome and rule there, but after nine years you will die.” The saint’s prophecy came true exactly. Benedict established the renowned Benedictine order and wrote a canon, a rule for the life of the monks under his care.

The monastery Benedict founded on Mount Cassino was dedicated to the Crucified Christ and was known in Latin as Monte Cassino. It grew over the years and became one of Europe’s most renowned monasteries. It stood until the Second World War, when repeated air raids reduced it to rubble. At the foot of Mount Cassino, Benedict built a monastery for women. His sister Scholastica became a nun there, and he visited her once a year. Three days after their final meeting, he saw in a vision Scholastica’s soul ascending to heaven

in the form of a dove. We have already spoken of how Benedict united himself to God and how, because of his virtue and ascesis, his ascetic discipline, God enriched him with the power to work miracles and healings. He raised the dead, foretold the future, and spoke of faraway events as though they were happening before him. When the time came for him to depart to the Lord, he sent word to his disciples, both those nearby and those far away, that he was about to leave this world. He told them there would be a sign by which all would know that his soul had departed from his body. Six days before his blessed repose, he ordered his grave to be opened and made ready. Immediately afterward,

he was struck by a high fever that weakened his body for six days. On the sixth day, he told his disciples to bring him into their small church, where he received the Holy Gifts, the spotless Mysteries. Supported by his disciples, he raised his hands toward heaven. Looking upward and praying, he entrusted his holy soul into the hands of God in the year 542, at the age of sixty-two. At the hour of his repose, two brothers saw a vision. One lived in hesychia, inner stillness, in his cell; the other lived far away. Both brothers

suddenly saw a wondrous road stretching eastward from Benedict’s cell all the way to heaven. The whole road was covered with splendid, costly garments. Along it stood men of wondrous appearance, holding lamps. Carrying Benedict, they ascended in procession toward heaven. Another figure, clothed in white and shining with light, said to the brothers, “This is the road by which Benedict, beloved of God, ascends to heaven.”

So they saw the vision: the radiance and the company with which Benedict was graced as he departed to the Lord.

Saint Benedict, whom we honor today, was, like the other saints of our Church, one who struggled in the spiritual life. By God’s grace he was counted worthy to be cleansed of the passions, to become a pure vessel of the Holy Spirit, to receive illumination, and to reach theosis, union with God: to become god by grace. Essential to this path was ascesis, ascetic discipline expressed in self-denial and the rejection of worldly pleasures. Every descendant of Adam, every person born in the ordinary way, has both pain and pleasure rooted in their being. Sin has great power within them.

At first, sin brings pleasure, and for the sake of that pleasure, a person sins. But pleasure is followed by pain and anguish, by pangs of conscience and various bodily sufferings, and finally by death. In his pain, he looks for comfort and relief. Yet he does not understand that pleasure itself is the cause of his suffering, as we have said. So he turns again to all kinds of pleasures, from bodily pleasures to drugs, and even to the honors and glory of this world. These bring him pain once more, and he runs back to pleasure. It is a vicious circle he cannot escape. Wretched man that I am,

who will deliver me from this body of death? Christ offers the answer. He was born of the Holy Spirit and the Virgin Mary, and He committed no sin. He became obedient unto death, even death on the Cross. Through His Resurrection, He gave human nature freedom from corruption and eternal life. Christ is thus the new head of the human race, the new root to which we must be joined so that we may share in His life. We are united with Christ through the Holy Mysteries together with ascesis, the ascetic life. Through ascesis, we refrain from bodily pleasures and willingly take on the hardships of fasting,

keeping vigil, prayer, humility, and the practice of love and all the virtues. By the grace of God, we are cleansed of the passions and become new people, renewed in Christ and filled with grace. This is especially the meaning and purpose of Holy and Great Lent. We are called to live it through ascesis and in the life of the Church, so that we may become partakers of eternal life.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

03 ΜΑΡΤΙΟΥ\14 03 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα