Άγιος Βασιλίσκος και η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος
Ο Άγιος Βασιλίσκος, ανεψιός του Θεοδώρου Τήρωνος, παρέμεινε πιστός στον Χριστό παρά τη φυλάκιση και τις πιέσεις να απαρνηθεί την πίστη του. Σε μια ειδωλολατρική τελετή στην πόλη των Κομάνων, η προσευχή του ακολούθησε η κατάρρευση των ειδώλων· στη συνέχεια αποκεφαλίστηκε στις 22 Μαΐου.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Ο Άγιος Βασιλίσκος, ανεψιός του Θεοδώρου Τήρωνος, παρέμεινε πιστός στον Χριστό παρά τη φυλάκιση και τις πιέσεις να απαρνηθεί την πίστη του.
- Σε μια ειδωλολατρική τελετή στην πόλη των Κομάνων, η προσευχή του ακολούθησε η κατάρρευση των ειδώλων· στη συνέχεια αποκεφαλίστηκε στις 22 Μαΐου.
- Η διήγηση αναφέρει ότι ο Βασιλίσκος εμφανίστηκε σε όραμα στον Ιωάννη Χρυσόστομο λίγο πριν εκείνος πεθάνει κοντά στο ιερό του μάρτυρα.
- Στη συνέχεια περιγράφεται ότι ο Ουάλης παρέδωσε στους Αρειανούς ορθόδοξες εκκλησίες της Κωνσταντινούπολης, ενώ ο Γρηγόριος ο Θεολόγος υπηρετούσε στον ναό της Αναστασίας.
- Ο Θεοδόσιος Α΄ αποκατέστησε αυτές τις εκκλησίες στους Ορθοδόξους και συνήγαγε τη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη το 381.
- Η Σύνοδος απέρριψε τη διδασκαλία των Πνευματομάχων ότι το Άγιο Πνεύμα είναι κτιστό και συμπλήρωσε τις διατυπώσεις του Συμβόλου της Νίκαιας για το Πνεύμα, την Εκκλησία, το βάπτισμα, την ανάσταση και την αιώνια ζωή.
- Ο ομιλητής καταλήγει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία διατηρεί την αποστολική πίστη και προτρέπει τους Ορθοδόξους να εκτιμούν και να ζουν σύμφωνα με αυτή την παρακαταθήκη.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 17 παράγραφοι
Μάρτυρος Βασιλίσκος μαρτύρησε κατά τις αρχές του τετάρτου αιώνος και κατά τους επί Διοκλητιανού διωγμούς. Καταγόταν από το χωριό Χουμιαλά, της Αμασείας του Ευξήνου Πόντου, και ήταν ανεψιός του Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου, ο οποίος επωνομάζεται Τύρων, διότι ήταν στρατιώτης νεοσύλλεκτος. Καταγγέλθηκε ως χριστιανός στον έπαρχο της Καππαδοκίας Αγρίππα, συνελήφθηκε και φυλακίστηκε. Ο έπαρχος προσπάθησε με ποικίλους τρόπους να τον κάνει να αρνηθεί την πίστη του στον Χριστό, αφού μάλιστα έμαθε ότι ήταν ανεψιός του Θεοδώρου του Τύρωνος, του οποίου το πρόσφατο μαρτύριο είχε μεγάλη απήχηση στους στρατιωτικούς κύκλους, αλλά απέτυχε. Ο Βασιλίσκος ήταν άξιος του θείου του και Θεού. Άξιος είναι να πρέπει του.
Παρέμεινε σταθερός στην ομολογία του. Νόμισαν ότι θα μπορούσαν να τον παρασύρουν, φέρνοντάς τον σε ειδωλολατρικό ναό της πόλεως των Κομάνων, σε μέρα επίσημης τελετής, στην οποία θα συμμετείχαν όλοι οι επίσημοι πολιτικοί και στρατιωτικοί. Αλλά εκείνος εφήρμοζε το του Αποστόλου Παύλου: «Στήκετε εν τη πίστη, ανδρίζεσθε, κραταιούσθε». Και εκείνο που ο ίδιος έγραφε προς τους Φιλιππησίους, ότι θεωρούσε τα πάντα σκύβαλα και ήταν έτοιμος κάθε ζημία να υποστεί και σε κάθε θυσία να υποβληθεί για να κερδίσει τον Χριστό. Και ενώ η τελετή ήταν στο κατακόρυφό της, με θερμότατη προσευχή του στον Ιησού Χριστό, ο οποίος είπε «Εάν τι αιτήσετε εν τω ονόματί μου, εγώ ποιήσω», κατόρθωσε ώστε μερικά από τα αγάλματα του ναού να γκρεμιστούν,
καταπέσουν και να συντριβούν. Όταν είδε ο άρχοντας το αμετάθετο της γνώμης του Αγίου, εξέδωσε εναντίον του την τελευταία απόφαση. Έτσι οι δήμιοι τον πήραν για να τον θανατώσουν έξω από την πόλη. Αμέσως δε, καθώς έφτασαν σε κάποιο τόπο που ονομαζόταν Διοσκόρου, έκοψαν την τιμία του κεφαλή στις 22 του μηνός Μαΐου. Και ο μεν τύραννος πρόσταξε να ρίξουν το τίμιο και σεβάσμιο λείψανο σε έρημο τόπο, κάποιος δε φιλόχριστος, ονόματι Μαρίνος, έδωσε στους στρατιώτες πολλά χρήματα και πήρε το Άγιο Λείψανο.
ναό στα Κόμανα και το ενταφίασε εκεί με κάθε τιμή. Μέσα δε στο ναό αυτό γίνονται πολλά και μεγάλα θαύματα με τις πρεσβείες του Αγίου αυτού Μάρτυρος Βασιλίσκου. ναό αυτό τελεύτησε ο θείος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, καθώς οδηγούνταν στον τόπο της εξορίας του, την Πιτιούντα. Η συνοδεία η οποία έφερε τον Άγιο στάθμευσε κατά τη νύχτα της 13 προς την 14 Σεπτεμβρίου του έτους 407 στο ναό αυτό, στον οποίο και διανυκτέρευσε. Εκεί, σε όραμα, εμφανίστηκε στον θείο Χρυσόστομο ο Μάρτυρος Βασιλίσκος και του είπε: «Θάρσει, αδελφέ Ιωάννη, διότι αύριο θα είμαστε μαζί». Και πράγματι την επομένη ο θείος Χρυσόστομος τελεύτησε εκεί και εκεί τάφηκε κοντά στο ιερό λείψανο του Αγίου Μάρτυρος Βασιλίσκου. Το ιερό λείψανο του θείου Χρυσοστόμου παρέμεινε εκεί μέχρι το έτος 435, οπότε και μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη.
Όπως προαναφέρθηκε, επιτελείται και η μνήμη της Αγίας Δευτέρας Οικουμενικής Συνόδου. Ο Αριανίζων Αυτοκράτορας Ουάλης, ο οποίος βασίλεψε από το 364 μέχρι το 378, είχε αφαιρέσει στην Κωνσταντινούπολη από τους Ορθοδόξους όλους τους ναούς τους με βίαια μέσα και τους παραχώρησε στους Αριανούς. Στους Ορθοδόξους παρέμεινε μόνο ένας μικρός ναός, επ' ονόματι της Αγίας Αναστασίας, και σ' αυτόν προσκλήθηκε, λειτουργούσε και δίδασκε ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Αναθάρρησαν τότε οι Ορθόδοξοι, το ρεύμα της Ορθοδοξίας ανέλαβε όλο τον όγκο και οι Αριανοί υπό τον επίσκοπό τους Δημόφιλο ετοίμαζαν βίαιη επίθεση κατά των Ορθοδόξων.
Ο τότε βασιλέας Θεοδόσιος ο Μέγας, που βασίλευσε από το 379 μέχρι το 395, αμέσως από το δεύτερο έτος της βασιλείας του, με διάταγμά του ανανέωσε το υπέρ της Ορθοδοξίας διάταγμα του Κωνσταντίνου του Μεγάλου και επέτρεψε σε μόνους τους οπαδούς του Ορθοδόξου Δόγματος να επωνομάζονται καθολικοί χριστιανοί, με την έννοια του Ορθοδόξου Χριστιανού.
Εκείνους που φρονούσαν ενάντια τους στιγμάτιζε ως αιρετικούς και τους απειλούσε με θέσπιση ποινών. Ταυτόχρονα, επιτελώντας έργο δικαιοσύνης, έβγαλε τους Αρειανούς από τους ναούς, τους οποίους η βία του Ουάλεντος είχε αφαιρέσει από τους Ορθοδόξους, και τους απέδωσε στους γνήσιους κτήτορές τους. Προχώρησε όμως και περαιτέρω. Ο λαός της Κωνσταντινουπόλεως, παρόλο τον πολιτικό εκβιασμό, έμεινε κατά τη μεγίστη του πλειονότητα ορθόδοξος και ο Μέγας Θεοδόσιος θεώρησε όχι μόνο ασεβές, αλλά και αντίθετο προς την πραγματικότητα να θεωρείται η Κωνσταντινούπολη αριανή κατά το θρήσκευμα και να έχει αριανό αρχιεπίσκοπο. Έβγαλε λοιπόν τον Αριανό Δημόφιλο και εγκαθίδρισε τον Θεολόγο Γρηγόριο με πανηγυρικότατη τελετή στον καθεδρικό ναό της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Θεοδόσιος ο Μέγας αποφάσισε να ολοκληρώσει την υπέρ της Ορθοδοξίας ενέργειά του. Η Ορθοδοξία έπρεπε να αποφανθεί και για μερικές άλλες αιρέσεις, οι οποίες είχαν παρουσιαστεί κατά τους χρόνους της επίσημης προστασίας των Αριανών. Ιδιαίτερα για την αίρεση των πνευματομάχων Μακεδονιανών, οι οποίοι πήραν το όνομα αυτό από τον αρχηγό της αιρέσεως Μακεδόνιο,
Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως. Οι Μακεδονιανοί ομολογούσαν μεν το ομοούσιο του Υιού προς τον Πατέρα, το αρνούνταν όμως στο Άγιο Πνεύμα, επιμένοντας να το θεωρούν κτίσμα. Αρνούνταν επομένως το βασικό δόγμα του Ευαγγελίου της Αγίας Τριάδος, το οποίο στηριζόταν και σε άλλα ευαγγελικά χωρία και στο γνωστότερο και καθαρότατο λόγο του Κυρίου προς τους Αποστόλους και την Εκκλησία Του: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Συνήλθε λοιπόν μετά από αυτοκρατορική πρόσκληση στην Κωνσταντινούπολη το 381 η Δευτέρα Οικουμενική Σύνοδος, της οποίας πρόεδρος ήταν στην αρχή μέχρι το θάνατό του ο Αρχιεπίσκοπος Αντιοχίας Μελέτιος,
η οποία και επετέλεσε το έργο της για τις διάφορες αιρέσεις, κανόνισε δε και θέματα εκκλησιαστικής διοικήσεως με οκτώ κανόνες, με αξιοθαύμαστη και περιεκτικότατη συντομία. Της Δευτέρας αυτής Οικουμενικής Συνόδου, αθάνατο και πανχριστιανικό ρύθμισμα είναι και η συμπλήρωση του Συμβόλου της Νικέας. Το σύμβολο της Νικέας, θέσπισμα εν Αγίου Πνεύματι της πρώτης Οικουμενικής Συνόδου, η οποία συνήλθε εξαιτίας της αιρέσεως του Αρείου, είχε επτά άρθρα. Το πρώτο περί της πίστεως εις ένα Θεόν Πατέρα κτλ., τα άλλα έξι για τα καθέκαστα της πίστεως εις τον Κύριον Ιησού Χριστόν κατά την ορθόδοξη διδασκαλία και διατύπωση. Η συμπλήρωση της όλης δογματικής Ορθοδόξου Διδαχής έγινε από τη Δευτέρα Οικουμενική Σύνοδο
τα εξής πέντε άρθρα: Όγδοο, «Και εις το Πνεύμα το Άγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν διά των Προφητών». Με το άρθρο αυτό πατάχθηκε η αίρεση των πνευματομάχων και ολοκληρώθηκε η πίστη εις ένα Θεόν με τρεις υποστάσεις ομοούσιες και ομότιμες. Ακολούθως θεσπίστηκαν και τα εξής άρθρα πίστεως: Ένατον, «Εις μίαν Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία». Δέκατον, «Ομολογώ εν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών». Ενδέκατον, «Προσδοκώ ανάσταση νεκρών». Δωδέκατο, «Και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν». Έτσι, με τη Δευτέρα εν Κωνσταντινουπόλει Οικουμενική Σύνοδο,
η οποία συγκλήθηκε με την πρωτοβουλία του Θεοδοσίου του Μεγάλου, συμπληρώθηκε σε δώδεκα άρθρα το όλο σύμβολο της Αγίας μας Πίστεως. Οι συγκλήσεις της Πρώτης και Δευτέρας Οικουμενικής Συνόδου έγιναν διά των αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου και Θεοδοσίου των αληθινά μεγάλων. Το περιεχόμενο όμως και των δύο των θεσπίσεων είναι έργο του Αγίου Πνεύματος κατά τη γνησιότατη ευαγγελική διδασκαλία. Το σύμβολο αυτό δόθηκε από το Θεό ως η ακριβέστατη έκφραση των θεμελιωδών δογματικών αληθειών της χριστιανικής πίστεως, διατηρείται δε ανόθευτο στην Ορθοδοξία.
και Ορθοδοξία ταυτίζονται. Η Εκκλησία είναι Ορθόδοξη και η Ορθοδοξία είναι η μόνη Εκκλησία του Χριστού. Η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού. Σε αυτό το ευλογημένο Σώμα υπάρχει το Πανάγιο Πνεύμα που, σαν ψυχή του, δίνει ζωή. Το Πνεύμα το Άγιο κατευθύνει την Εκκλησία εις πάσαν την αλήθεια. Επομένως μέσα στην Εκκλησία φυλάσσεται η αλήθεια όπως την αποκάλυψε ο Χριστός, την παρέλαβαν οι Απόστολοι, την διαφύλαξαν οι Άγιοι Πατέρες και την ομολόγησαν οι ένδοξοι μάρτυρες. Επειδή λοιπόν ένα είναι το σώμα του Χριστού και μία είναι η αλήθεια, γι' αυτό και λέμε ότι Εκκλησία και Ορθοδοξία ταυτίζονται. Επειδή ένα είναι το σώμα του Χριστού,
γι' αυτό δεν υπάρχουν πολλές εκκλησίες του Χριστού, αλλά μία. Το λέμε στο σύμβολο της πίστεως: «Πιστεύω εις μίαν Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία». Αν ισχυριστούμε ότι υπάρχουν πολλές εκκλησίες του Χριστού, διαπράττουμε μεγάλο σφάλμα, βλασφημούμε την κεφαλή της Εκκλησίας, το Χριστό.
μπορούμε επομένως να λέμε «Η Καθολική Εκκλησία» ή «Η Προτεσταντική Εκκλησία», εννοώντας τες «Εκκλησία Χριστού», αλλά πρέπει να λέμε «Ο Παπισμός» και «Ο Προτεσταντισμός». Ούτε μπορούμε να μιλάμε για ένωση των εκκλησιών, αφού υπάρχει η μία και μοναδική εκκλησία. Απομένει όσοι απομακρύνθηκαν από αυτήν να επιστρέψουν. Στις μέρες μας γίνεται προσπάθεια
Ευχαριστώ. θησαυρό που κατά αποκλειστικότητα κατέχουμε και να παραδεχθούμε ότι όλοι οι χριστιανοί από κοινού ψάχνουμε να βρούμε την αλήθεια. Αυτό είναι μεγάλη αμαρτία, γιατί είναι σαν να πιστεύουμε ότι πέθανε το πραγματικό σώμα του Χριστού και ότι απέτυχε το Πανάγιο Πνεύμα στο να καθοδηγεί την Εκκλησία εις πάσαν την αλήθεια, όπως είπε ο Χριστός.
πραγματικότητα είναι ότι υπάρχει η Εκκλησία του Χριστού και αυτή είναι η Ορθόδοξη και ακόμη περιμένουμε τους πεπλανημένους και αιρετικούς να επιστρέψουν σε αυτή και να παραδεχθούν την αλήθεια όπως μας την παρέδωσαν οι Άγιοι Πατέρες μας. Είναι όμως ανάγκη να τονιστεί ότι και εμείς πρέπει δεόντως να εκτιμούμε το μεγάλο θησαυρό που, αν και κατέχουμε, εν τούτοις όμως τον αγνοούμε.
Έτσι θα κατορθώσουμε να λύσουμε όλα τα προβλήματα που μας απασχολούν σωστά και κατά τρόπο σωτήριο.
Αγγλική μετάφρασηEN · 17 παράγραφοι
The martyr Saint Basiliscus suffered martyrdom in the early fourth century, during the persecutions under Diocletian. He came from the village of Choumiala, near Amaseia on the Black Sea, and was a nephew of the Great Martyr Theodore, called Tiron because he was a newly enlisted soldier. Denounced as a Christian to Agrippa, the governor of Cappadocia, he was arrested and imprisoned. The governor tried in many ways to make him deny his faith in Christ. When he learned that Basiliscus was Theodore Tiron’s nephew, he tried all the harder, for Theodore’s recent martyrdom had made a deep impression among the soldiers. But he failed. Basiliscus proved worthy of his uncle and of God.
He remained steadfast in his confession of faith. They thought they could sway him by bringing him to a pagan temple in Comana on the day of a public ceremony attended by all the civil and military officials. But he lived by the words of the Apostle Paul: “Stand firm in the faith; be courageous; be strong.” He also lived by what Paul wrote to the Philippians: that he counted all things as refuse and was ready to suffer any loss or make any sacrifice to gain Christ. At the height of the ceremony, Basiliscus prayed fervently to Jesus Christ, who had said, “If you ask anything in My name, I will do it.” Through his prayer, some of the temple’s statues began to fall,
topple over, and shatter. When the governor saw that Saint Basiliscus would not change his mind, he pronounced his final sentence. The executioners took him outside the city to put him to death. As soon as they reached a place called Dioscorou, they beheaded him on May 22. The tyrant ordered his precious and venerable remains to be thrown in a deserted place. But a Christian named Marinos gave the soldiers a large sum of money and received the holy relic.
Marinos took it to a church in Comana and buried it there with every honor. Many great miracles take place in that church through the intercessions of Saint Basiliscus. John Chrysostom died in that same church while being led to his place of exile in Pityus. His escort stopped there for the night of September 13–14 in the year 407. In a vision, the martyr Basiliscus appeared to John Chrysostom and said, “Take courage, brother John, for tomorrow we shall be together.” And indeed, John Chrysostom died there the next day and was buried beside the holy relic of Saint Basiliscus. His own holy relic remained there until 435, when it was transferred to Constantinople.
As mentioned earlier, we also commemorate the holy Second Ecumenical Council. The Arian leaning emperor Valens, who reigned from 364 to 378, had violently taken all the churches in Constantinople from the Orthodox and given them to the Arians. Only one small church, dedicated to Saint Anastasia, remained to the Orthodox. Saint Gregory the Theologian was invited there, where he served and taught. The Orthodox took heart, and support for Orthodoxy grew strong. The Arians, under their bishop Demophilus, then prepared a violent attack against them.
The emperor at that time, Theodosius the Great, reigned from 379 to 395. In the second year of his reign, he issued a decree renewing Constantine the Great’s decree in favor of Orthodoxy. He allowed only those who followed Orthodox doctrine to be called catholic Christians, meaning Orthodox Christians.
He branded those who held contrary beliefs as heretics and threatened to impose penalties on them. At the same time, as an act of justice, he removed the Arians from the churches that Valens had taken by force from the Orthodox and returned those churches to their rightful owners. He went further still. Despite political pressure, the great majority of the people of Constantinople had remained Orthodox. Theodosius considered it both impious and contrary to the facts for Constantinople to be regarded as Arian and to have an Arian Archbishop. So he removed the Arian Demophilus and installed Gregory the Theologian in the cathedral of Constantinople with great ceremony. Theodosius the Great then decided to complete his work in support of Orthodoxy. The Orthodox Church needed to address other heresies that had arisen while the Arians enjoyed official protection, especially the heresy of the Pneumatomachi, or Macedonians, named after the leader of their heresy, Macedonius,
who had been Archbishop of Constantinople. The Macedonians confessed that the Son was consubstantial, of one essence with the Father, but denied this of the Holy Spirit, insisting that the Spirit was created. They thus rejected the fundamental teaching of the Gospel concerning the Holy Trinity. That teaching rests on other passages of the Gospel and, most clearly, on the Lord’s words to the Apostles and His Church: “Go and make disciples of all nations, baptizing them in the name of the Father and of the Son and of the Holy Spirit.” At the emperor’s invitation, the Second Ecumenical Council assembled in Constantinople in 381. Its first president, until his death, was Meletius, Archbishop of Antioch.
The council addressed the various heresies and, with remarkable brevity, settled matters of Church administration in eight canons. One lasting decision of this Second Ecumenical Council, accepted throughout the Christian world, was its completion of the Nicene Creed. The Nicene Creed, established in the Holy Spirit by the First Ecumenical Council when it met to address the heresy of Arius, had seven articles. The first concerned faith in one God, the Father, and so on. The other six set out the details of faith in the Lord Jesus Christ according to Orthodox teaching. The Second Ecumenical Council completed this statement of Orthodox doctrine
with the following five articles. The eighth says: “And in the Holy Spirit, the Lord, the Giver of Life, who proceeds from the Father, who with the Father and the Son is worshiped and glorified, who spoke through the prophets.” This article struck down the heresy of the Pneumatomachi and completed the confession of faith in one God in three hypostases, or persons, of one essence and equal in honor. The following articles of faith were then established. The ninth: “In one Holy Catholic and Apostolic Church.” The tenth: “I confess one Baptism for the forgiveness of sins.” The eleventh: “I look for the resurrection of the dead.” The twelfth: “And the life of the age to come. Amen.” Thus, through the Second Ecumenical Council in Constantinople,
convened at the initiative of Theodosius the Great, the Creed of our holy faith was completed in twelve articles. The First and Second Ecumenical Councils were convened by the emperors Constantine and Theodosius, both truly worthy of the name Great. But the teaching they established was the work of the Holy Spirit, in full accord with the true teaching of the Gospel. God gave us this Creed as the most precise expression of the fundamental truths of the Christian faith, and it remains unaltered in Orthodoxy.
The Church and Orthodoxy are one. The Church is Orthodox, and Orthodoxy is the one Church of Christ. The Church is the Body of Christ. In this blessed Body dwells the All-Holy Spirit, who gives it life as a soul gives life to a body. The Holy Spirit guides the Church into all truth. Therefore the Church preserves the truth as Christ revealed it, the Apostles received it, the Holy Fathers guarded it, and the glorious martyrs confessed it. Because there is one Body of Christ and one truth, we say that the Church and Orthodoxy are one. And because there is one Body of Christ,
there cannot be many churches of Christ, but only one. We say this in the Creed: “I believe in one Holy Catholic and Apostolic Church.” If we claim that there are many churches of Christ, we make a grave error and blaspheme Christ, the head of the Church.
We therefore cannot speak of “the Catholic Church” or “the Protestant Church” as though each were the Church of Christ. We must speak instead of “Papism” and “Protestantism.” Nor can we speak of a union of churches, since there is only one Church. Those who have departed from her must return. In our days, there is an effort
Thank you. There is an effort to give up the treasure that we alone possess and to accept the claim that all Christians are searching together for the truth. This is a grave sin, because it is as though we believed that the true Body of Christ had died and that the All-Holy Spirit had failed to guide the Church into all truth, as Christ said He would.
The truth is that the Church of Christ exists, and that Church is the Orthodox Church. We still await the return of those who have gone astray and fallen into heresy, so that they may acknowledge the truth handed down to us by our Holy Fathers. Yet we, too, must learn to value this great treasure as we should. We possess it, but we do not truly know it.
Then we will be able to resolve all the problems that concern us rightly and in a way that leads to salvation.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
05 ΜΑΪΟΥ\22 05 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.