Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Η μεταστροφή του Αγίου Αυγουστίνου και οι προσευχές της Αγίας Μόνικας

Γεννημένος στην Ταγάστη από χριστιανή μητέρα και ειδωλολάτρη πατέρα, ο Αυγουστίνος έμαθε την πίστη από τη Μόνικα, αλλά δεν βαπτίστηκε ως παιδί. Ενώ σπούδαζε στην Καρχηδόνα, απομακρύνθηκε από τη διδασκαλία της μητέρας του, μπήκε σε μια δύσκολη σχέση και ακολούθησε τον Μανιχαϊσμό για εννέα χρόνια.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων15 Ιουνίου18:00Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Γεννημένος στην Ταγάστη από χριστιανή μητέρα και ειδωλολάτρη πατέρα, ο Αυγουστίνος έμαθε την πίστη από τη Μόνικα, αλλά δεν βαπτίστηκε ως παιδί.
  • Ενώ σπούδαζε στην Καρχηδόνα, απομακρύνθηκε από τη διδασκαλία της μητέρας του, μπήκε σε μια δύσκολη σχέση και ακολούθησε τον Μανιχαϊσμό για εννέα χρόνια.
  • Η Μόνικα προσευχόταν επίμονα για τον γιο της καθώς εκείνος μετακόμισε στη Ρώμη και έπειτα στο Μιλάνο, όπου το κήρυγμα του Αγίου Αμβροσίου αμφισβήτησε τις πεποιθήσεις του.
  • Μέσα σε μια εσωτερική πάλη σε κήπο, ο Αυγουστίνος άκουσε μια φωνή που τον προέτρεπε να διαβάσει, και βρήκε στην επιστολή του Παύλου προς Ρωμαίους μια κλήση να εγκαταλείψει την αμαρτία και να ακολουθήσει τον Χριστό.
  • Προετοιμάστηκε για το βάπτισμα μέσω προσευχής, Γραφής και πνευματικών συζητήσεων, και βαπτίστηκε μαζί με τον γιο του Αδεόδατο και τον φίλο του Αλύπιο στο Πάσχα του 387.
  • Μετά την επιστροφή του στην Αφρική, έζησε σε κοινοβιακή ζωή, έγινε επίσκοπος Ιππώνας, υπηρέτησε τους φτωχούς και έγραψε και κήρυξε ενάντια στις αιρέσεις.
  • Η ομιλία παρουσιάζει τη μετάνοιά του ως έργο της θείας χάριτος που συνάντησε μια πρόθυμη καρδιά, και καλεί τους γονείς να διδάσκουν στα παιδιά τους την πίστη και να προσεύχονται για αυτά με πιστότητα.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 18 παράγραφοι

Ο εορταζόμενος Άγιος Αυγουστίνος γεννήθηκε το Νοέμβριο του 354 στην Ταγάστη της Νουμιδίας, που ήταν περιοχή της βορειοδυτικής Αφρικής, και ήταν γιος του ειδωλολάτρου Πατρικίου και της χριστιανής Μόνικας. Ο πατέρας του ήταν κρατικός υπάλληλος και άνθρωπος με πολλά ελαττώματα, στον δε χριστιανισμό προσήλθε σε προχωρημένη ηλικία υπό την επιρροή της συζύγου του, η οποία ήταν από παιδί χριστιανή και είχε φλογερή πίστη και έξοχη αρετή. Με θερμό δε ζήλο προσπάθησε να καθοδηγήσει τον γιο της εξ απαλών ονύχων στη χριστιανική πίστη και ζωή. Και πράγματι, η αγαθή υπόθεσις εκπληρωνόταν και χαιρόταν με την καρδιά της η ευσεβής μητέρα και δόξαζε τον Θεό,

βλέποντας τον αγαπητό της γιο να μεγαλώνει με το φόβο του Κυρίου και να δίνει τις καλύτερες ελπίδες για το μέλλον του. Κατά τη συνήθεια που υπήρχε κατά τους χρόνους εκείνους, ο Αυγουστίνος δεν βαπτίστηκε ούτε κατά τη βρεφική ούτε κατά την παιδική του ηλικία. Αφού έμαθε τα πρώτα γράμματα στην πατρίδα του, στάλθηκε από τους γονείς του να σπουδάσει πρώτα στα Μάδαυρα και μετά στην Καρχηδόνα και απέκτησε μεν πολλές γνώσεις, χάρη στην ευφυΐα και τη φιλομάθειά του. Χειραφετήθηκε όμως ηθικώς, δεν έμειναν πλέον στην ψυχή του οι σωτήριες μητρικές συμβουλές και, παρασυρμένος από κακές συναναστροφές, θεάματα και ακούσματα, παρέκλινε στο δρόμο της αμαρτίας. Ο ίδιος περιγράφει στο βιβλίο του που ονομάστηκε «Εξομολογήσεις» το φοβερό βάραθρο των αμαρτιών

στο οποίο είχε πέσει, ελεεινολογεί τον εαυτό του, θρηνεί τον πολύτιμο καιρό που έχασε στις κενές και άδειες μελέτες, από τις οποίες τίποτε άλλο δεν μπορεί κανείς να καρπωθεί, παρά να ικανοποιήσει μερικώς μια μέρα την ακόρεστη επιθυμία των αγαθών και των τιμών του κόσμου τούτου, τα οποία, λέγει, είναι μάλλον φτώχεια και ντροπή, εάν ακριβώς τα εξετάσουμε. Και σαν να μην έφτανε η ηθική παραλυσία, η οποία κατέλαβε την κατά τα άλλα ευγενή και ευθεία εκείνη ψυχή, παγιδεύτηκε και στην αίρεση των Μανιχαίων από τους πομπώδεις της λόγους. Η αίρεση αυτή ήταν πολύ διαδεδομένη παρά το απαγορευτικό διάταγμα του αυτοκράτορα Θεοδοσίου. Παρέμεινε ως μέλος της εννέα χρόνους, ενώ εν τω μεταξύ συζούσε με κάποια γυναίκα,

απέκτησε έναν γιο, τον Αδεοδάτο. Το 383 εγκαταστάθηκε στη Ρώμη, όπου άνοιξε ρητορική σχολή αλλά χωρίς πολλή επιτυχία. Εκεί η ψυχή και η διάνοιά του αποδεσμεύτηκαν από τη μανιχαϊκή πλάνη και προσπάθησε τότε να τις επαναπαύσει στη διδασκαλία των φιλοσόφων της λεγόμενης Νέας Ακαδημίας, με την οποία κατάντησε να αμφιβάλλει για όλα. Το διπλό αυτό ναυάγιο της πίστεως και του ήθους του παιδιού της μαθαίνοντας η ευσεβής και ενάρετη μητέρα, καταθλίβηκε και με χειμάρρους δακρύων παρακαλούσε μέρα και νύχτα τον Θεό να φωτίσει τον σκοτισμένο από τα πάθη και την πλάνη γιο της. Αναζητώντας ανακούφιση της βαριάς της λύπης και ελπίζοντας θεραπεία του κακού,

πρόστρεξε προς κάποιον ενάρετο επίσκοπο, ο οποίος, αφού την παρηγόρησε, τη συμβούλευσε να υπομείνει το πάθος με καρτερία και να αναθέσει την ελπίδα της ψυχικής θεραπείας του γιου της στον Θεό. Το μόνο το οποίο μπορούμε προς το παρόν να κάνουμε, της είπε, είναι να παρακαλέσουμε τον Θεό για τη σωτηρία του. Ησύχασε όμως και έχε θάρρος στη θεία βοήθεια, διότι είναι αδύνατον ο Πατήρ του Ελέους και των Οικτιρμών να αφήσει στην απώλεια γιο που θρηνείται με τόσα δάκρυα. Και πράγματι, η απόκριση αυτή επαληθεύτηκε ως θεία προφητεία. Η πόλη των Μεδιολάνων είχε ανάγκη από δάσκαλο της ρητορικής και έγραψε στον έπαρχο της Ρώμης Σύμμαχο να της στείλει έναν κατάλληλο.

Εκείνος διάλεξε τον Αυγουστίνο. Τότε επίσκοπος της Εκκλησίας των Μεδιολάνων ήταν ο Άγιος Αμβρόσιος, με τον οποίο ο Αυγουστίνος συνδέθηκε με στενή φιλία. Χάρη στη φιλία αυτή και την ευγλωττία του Αμβροσίου, ο Αυγουστίνος σύχναζε στις ομιλίες του. Όσο όμως περισσότερο ευχαριστούνταν από τη ρητορική του Ορθοδόξου Επισκόπου και καταβαλλόταν ενδόμυχα από τα επιχειρήματά του, τόσο με ισχυρογνωμοσύνη επέμενε στις πλανεμένες ιδέες του. Η συνείδησή του τον έλεγχε, αλλά ήταν δεμένος από τη συνήθεια και υποδουλωμένος στο πάθος. Τον συγκινούσε η ομορφιά της αρετής, αλλά ήταν μαγεμένος από τα θέλγητρα της κακίας. Ακατάπαυστα πάλευε κατά της πλάνης της αιρέσεώς του,

απόφευγε όμως το φως που έτρεχε κατόπιν του. Γόγγυζε κατά του βάρους των δεσμών του και ταυτόχρονα απέκρουε το χέρι που ζητούσε να τον λύσει από αυτά. Ο εσωτερικός του σπαραγμός είχε φτάσει στο απροχώρητο. Ώσπου μια μέρα, κατά την οποία καθόταν στον κήπο του σπιτιού του, κλαίοντας και ικετεύοντας τον Θεό να τον απαλλάξει από την πνευματική του αγωνία, άκουσε κάποια μυστηριώδη παιδική φωνή που του επαναλάμβανε: «Λάβε και ανάγνωσε». Ξετύλιξε αμέσως τον κύλινδρο των επιστολών του Αποστόλου Παύλου και οι πρώτες λέξεις στις οποίες έπεσε το βλέμμα του ήταν: «Ώρα ημάς ήδη εξ ύπνου εγερθήναι. Η νύξ προέκοψεν, η δε ημέρα ήγγικεν, αποθώμεθα ουν τα έργα του σκότους και

ενδυσώμεθα τα έργα του φωτός, ως εν ημέρα ευσχημόνως περιπατήσωμεν, μη κώμοις και μέθαις, μη κοίταις και ασελγείαις, μη έριδι και ζήλω, αλλά ενδύσασθε τον Κύριον Ιησούν Χριστόν και της σαρκός πρόνοιαν μη ποιείσθε εις επιθυμίας».

Δεν χρειάστηκε να διαβάσει παρακάτω. Ο νους του φωτίστηκε άπλετα. Οι αμφιβολίες εξουδετερώθηκαν και εξαφανίστηκαν. Η χάρη του Θεού, επιβραβεύοντας τα δάκρυα της μητέρας και την ειλικρινή και οδυνηρή προσπάθεια του ίδιου, διέλυσε τις αμφιβολίες και έβαλε στην ψυχή του την πίστη και την ουράνια γαλήνη που τη συνοδεύει. Ήταν πλέον

χριστιανός. Η δε Μόνικα, που τον είχε ακολουθήσει στην Ιταλία, καθώς πληροφορήθηκε ότι η ποθητή ώρα της οριστικής μεταστροφής του γιου της ήδη είχε επέλθει, δοκίμασε χαρά άρρητη. Ο Αυγουστίνος, έχοντας τότε την ευκαιρία των φθινοπωρινών διακοπών, αποσύρθηκε με τη μητέρα του, τον Αδεοδάτο, με τη μητέρα του οποίου είχε χωρίσει, και μερικούς φίλους σε έπαυλη που του παραχωρήθηκε από το φίλο του Βερεκούνδο, άρχισε να προετοιμάζει τον εαυτό του για την είσοδο στην Εκκλησία, δηλαδή για το Άγιο Βάπτισμα, με προσευχές, μελέτη της Αγίας Γραφής και διάφορες χριστιανικές και φιλοσοφικές συγγραφές, καθώς και με πνευματικές συνομιλίες. Μετά τη λήξη των διακοπών, παραιτήθηκε από το επάγγελμά του, του πωλητού λόγων, καθώς το χαρακτήριζε,

αποφασισμένος να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στον Χριστό. Βαπτίστηκε τη νύχτα του Πάσχα του 387 από τον Άγιο Αμβρόσιο στα Μεδιόλανα με τον Αδεοδάτο και τον επιστήθιο φίλο του Αλήπιο, και αμέσως μετά επρόκειτο να αναχωρήσει για την Αφρική. Αλλά ενώ περίμενε πλοίο, η μητέρα του απέθανε και έτσι ανέβαλε το ταξίδι του. Παρέμεινε για ένα περίπου χρόνο στη Ρώμη και επέστρεψε στην πατρίδα του το φθινόπωρο του 388. Εγκαταστάθηκε στη γενέτειρά του Ταγάστη και με μερικούς φίλους του ζούσαν κοινοβιακά σε ένα αγρόκτημα σαν μοναχοί. Αλλά η ήσυχη ζωή του δεν κράτησε για πολύ. Η επισημότητα του γένους και η λαμπρά παιδεία του Αυγουστίνου

τον έκαναν γρήγορα γνωστό σε όλα τα περίχωρα της πατρίδας του. Η αυστηρότητα της ζωής του, η αρετή και η ευσέβεια προκάλεσαν προς αυτόν το κοινό σέβας και την αγάπη. Έτσι, όταν κάποτε πήγε στην πόλη Ιππώνα, ο εκεί χριστιανικός λαός τον κράτησε με τη βία. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον υπέργηρο επίσκοπο της πόλεως Ουαλέριο, ο οποίος του ανέθεσε κυρίως το κήρυγμα. Εκπλήρωσε τα καθήκοντά του με τον θερμότερο και αγιότερο ζήλο και πολλή επιτυχία. Βλέποντας αυτά ο Ουαλέριος και καθώς λόγω της προχωρημένης του ηλικίας και της ασθένειάς του δεν μπορούσε να επαρκεί στα βάρη του αξιώματός του, το 396 τον χειροτόνησε συνεπίσκοπό του και μετά από λίγο

αυτός απέθανε. Ο Αυγουστίνος τον διαδέχτηκε στο θρόνο της Ιππώνος. Ως επίσκοπος της μικρής εκείνης πόλης, ο Άγιος ανέπτυξε μεγάλη πνευματική δράση, στην οποία περιλαμβάνεται και η συγγραφή των περισσότερων έργων του. Η επισκοπική κατοικία ήταν είδος κοινοβίου, στο οποίο ανήκαν οι κληρικοί του και εκείνοι που προετοιμάζονταν να γίνουν κληρικοί. Έγινε δε ορμητήριο ακοίμητης δράσης με λόγους, περιοδείες, φιλανθρωπικά έργα, περιθάλποντας και παρηγορώντας δυστυχείς και θλιμμένους που κατέφευγαν σε αυτόν, καλυτερεύοντας τη ζωή των δούλων, τρέφοντας και ενδύοντας τους πτωχούς, ξοδεύοντας από τα δικά του, αυτοπροσώπως επισκεπτόμενος εκείνους που είχαν ανάγκη. Καταπολέμησε τις αιρέσεις,

συγκεκριμένα αγωνίστηκε κατά των Μανιχαίων, των οποίων ο ίδιος είχε γίνει θύμα όταν ήταν νέος, κατά των Δωνατιστών, κατά του Πελαγιανισμού, κατά του Αριανισμού και τέλος κατά της ειδωλολατρίας, επιδιώκοντας την ειρήνη και την ενότητα της Εκκλησίας. Με τέτοια έργα κοσμώντας τη ζωή του και κάθε αρετής υπογραμμόν παρέχοντας τον εαυτό του στο ποίμνιό του, κοιμήθηκε εν Κυρίω το 430 σε ηλικία 76 ετών. Ο ιερός αυτός πατήρ αναδείχθηκε κορυφαίος διδάσκαλος της αρχαίας Δυτικής Ορθοδόξου τότε Εκκλησίας. Τα συγγράμματά του είναι πολυάριθμα και διακρίνονται σε φιλοσοφικά, δογματικά, απολογητικά, εξηγητικά λόγους και επιστολές. Οι Ορθόδοξοι Ανατολικοί δεν δέχονται αυτά απλώς και ως έτυχεν, αλλά όσα συμφωνούν με την κοινή διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Ο Θεός θέλει πάντα σωθήναι. Παρόμοια και οι ευσεβείς γονείς ποθούν τη χριστιανική βιωτή και τη σωτηρία των παιδιών τους και δικαιολογημένα στενοχωρούνται όταν τα βλέπουν να παρεκκλίνουν από το δρόμο του Θεού, να ζουν μακριά από την Εκκλησία, να επιδίδονται στη ζωή της αμαρτίας.

Η περίπτωση του σήμερα εορταζομένου Αγίου Αυγουστίνου έρχεται να παρηγορήσει, αλλά και να διδάξει. Να παρηγορήσει με την ανάνηψή του από την κατάσταση της αμαρτίας. Η προς τον Χριστό μεταστροφή του έρχεται για μια ακόμη φορά να μας τονίσει ότι είναι δυνατή η μετάνοια και η σωτηρία. Βέβαια αυτή η μετάνοια και η σωτηρία είναι έργο της χάριτος του Θεού, όμως για να δράσει, να μεταμορφώσει, αυτή χρειάζεται η βασική προϋπόθεση και από τη μεριά του ανθρώπου να υπάρχει κάτι που θα επιτρέπει στον Θεό να δράσει και κάποια δεκτικότητα του ανθρώπου, κάτι το οποίο θα μπορεί ο Θεός να αξιοποιήσει, να το μεγαλώσει και να επέλθει η ποθητή ανατροπή. Νομίζουμε δε ότι εκείνο το οποίο παρακίνησε τον Θεό να επέμβει και να κάνει εκείνο που και ο ίδιος ήθελε να κάνει, ήταν οι προσευχές και τα δάκρυα του ίδιου του Αυγουστίνου, αλλά και οι προσευχές και τα δάκρυα της ευσεβούς μητέρας του. Ας θυμηθούμε εκείνο που της είπε ο επίσκοπος στον οποίο κατέφυγε η πονεμένη μητέρα. Είναι αδύνατον, της είπε, ο Πατήρ του Ελέους και των Οικτιρμών να αφήσει στην απώλεια γιο

που θρηνείται με τόσα δάκρυα. Αλλά η ενάρετη Μόνικα δεν ήταν μόνο η μετά δακρύων προσευχόμενη μητέρα, αλλά και εκείνη που κατά την παιδική ηλικία του γιου της τον είχε αναθρέψει εισάγοντάς τον στην ευσέβεια, και αυτό νομίζουμε ότι είχε σημαντική, αποφασιστική σημασία. Διότι, αν και αργότερα επήλθε η παρέκκλιση από το δρόμο του Θεού και οι πτώσεις στην αμαρτία, όσο και αν ξεχάστηκαν οι καλές συμβουλές, παρ' όλα αυτά παρέμεινε μέσα στην ψυχή του Αυγουστίνου αγαθό υπόλοιπο, το οποίο, ενισχυόμενο με τη χάρη του Θεού, μπόρεσε να αντιπαλέσει με το πνεύμα της πλάνης και της αμαρτίας μέχρι που επήλθε η κατίσχυση της χάρης και η τελική μεταστροφή.

Λοιπόν, ο Άγιος Αυγουστίνος και η ευσεβής μητέρα του έχουν να υποδείξουν και στους σημερινούς γονείς το καθήκον να διαπαιδαγωγούν τα παιδιά τους από τη μικρή τους ακόμη ηλικία εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου και πάντοτε να προσεύχονται για αυτά, ώστε η χάρη του Θεού να τα διατηρεί ή, σε περίπτωση παρεκκλίσεως, να τα επαναφέρει στο δρόμο Του, στο δρόμο της σωτηρίας. Αυτό νομίζουμε είναι το πρώτιστο και κύριο καθήκον τους.

Αγγλική μετάφρασηEN · 18 παράγραφοι

Saint Augustine, whom we celebrate today, was born in November 354 in Thagaste, in Numidia, a region of northwestern Africa. His father, Patricius, was a pagan, and his mother, Monica, was a Christian. His father was a government official with many faults. He came to Christianity late in life through the influence of his wife. She had been a Christian since childhood and had fervent faith and outstanding virtue. With great devotion, she tried to guide her son in the Christian faith and way of life from his earliest years. Her hopes seemed to be coming true, and this devout mother rejoiced in her heart and gave glory to God,

as she watched her beloved son grow up in the fear of the Lord and show such promise for the future. Following the custom of the time, Augustine was baptized neither as an infant nor as a child. After receiving his first lessons in his hometown, his parents sent him to study first in Madaura and then in Carthage. His intelligence and love of learning brought him much knowledge. But he began to cast aside moral restraint. His mother’s saving counsel no longer held a place in his soul, and bad company and corrupting sights and sounds led him down the path of sin. In his book called the Confessions, he describes the terrible abyss of sins

into which he had fallen. He laments his own condition and mourns the precious time he lost in empty studies. These, he says, can offer no more than a little satisfaction, for a time, to the insatiable desire for this world’s wealth and honors. Look closely at those things, he says, and they are really poverty and shame. As if the moral paralysis that had seized this otherwise noble and upright soul were not enough, he was also drawn into the heresy of the Manichaeans by its grand sounding claims. Despite Emperor Theodosius’s decree against it, this heresy was widespread. He remained a member for nine years. During that time, he lived with a woman

and had a son, Adeodatus. In 383, he settled in Rome and opened a school of rhetoric, though it met with little success. There his soul and intellect broke free from the Manichaean error. He then sought reassurance in the teaching of the philosophers of the so-called New Academy, but this left him doubting everything. When his devout and virtuous mother learned of this double ruin of her son’s faith and moral life, she was overcome with sorrow. Day and night, through floods of tears, she begged God to enlighten her son, whose soul was darkened by the passions and by error. Seeking comfort in her deep grief and hoping he might be healed,

she went to a virtuous bishop. He comforted her and counseled her to bear her suffering with patient endurance and to place her hope for her son’s spiritual healing in God. ‘For now,’ he told her, ‘all we can do is pray to God for his salvation. Be at peace and trust in God’s help. It is impossible for the Father of Mercy and Compassion to leave a son to perish when so many tears are shed for him.’ And indeed, his answer proved to be like a divine prophecy. The city of Milan needed a teacher of rhetoric and wrote to Symmachus, the prefect of Rome, asking him to send a suitable candidate.

Symmachus chose Augustine. At that time, Saint Ambrose was bishop of the Church in Milan, and Augustine became a close friend of his. Because of their friendship and Ambrose’s eloquence, Augustine often went to hear him preach. Yet the more he enjoyed the Orthodox bishop’s preaching, and the more its arguments moved him inwardly, the more stubbornly he clung to his mistaken ideas. His conscience reproached him, but habit held him fast, and he was enslaved to the passions. The beauty of virtue stirred him, but the attractions of evil still held him spellbound. He struggled constantly against the error of his former heresy,

yet he avoided the light that pursued him. He groaned under the weight of his chains while pushing away the hand that sought to free him. His inner anguish had become unbearable. Then one day, as he sat in the garden of his house, weeping and begging God to relieve his spiritual torment, he heard a mysterious child’s voice repeating, ‘Take and read.’ At once he unrolled the scroll of the Apostle Paul’s letters. The first words he saw were: ‘It is already time for us to wake from sleep. The night is far gone; the day is near. So let us put aside the works of darkness and

put on the works of light. Let us live honorably, as in the daytime: not in revelry and drunkenness, not in sexual immorality and sensuality, not in strife and jealousy. Instead, put on the Lord Jesus Christ, and make no provision for the desires of the flesh.’

He needed to read no further. His nous, his spiritual intellect, was filled with light. His doubts lost their hold and vanished. The grace of God, answering his mother’s tears and his own sincere and painful struggle, swept away his doubts and filled his soul with faith and the heavenly peace that comes with it. He was now

a Christian. Monica, who had followed him to Italy, felt joy beyond words when she learned that the long-awaited hour of her son’s lasting conversion had come. During the autumn holidays, Augustine withdrew with his mother, Adeodatus, and some friends to a villa lent to him by his friend Verecundus. He had separated from Adeodatus’s mother. There he began preparing to enter the Church through Holy Baptism, with prayer, the study of Holy Scripture and various Christian and philosophical writings, and spiritual conversations. When the holidays ended, he gave up his profession as a ‘seller of words,’ as he called it,

determined to devote himself entirely to Christ. He was baptized by Saint Ambrose in Milan on the night of Pascha in 387, together with Adeodatus and his close friend Alypius. Soon afterward, he was to leave for Africa. But while he was waiting for a ship, his mother died, so he postponed the journey. He stayed in Rome for about a year and returned to his homeland in the autumn of 388. He settled in his native Thagaste, where he and a few friends lived together on a farm like monks. His quiet life did not last long. Augustine’s distinguished family background and excellent education

soon made him known throughout the region. His disciplined life, virtue, and devotion won him widespread respect and love. So when he visited the city of Hippo, the Christians there insisted that he stay. Valerius, the city’s elderly bishop, ordained him a priest and entrusted him chiefly with preaching. Augustine carried out his duties with the warmest and holiest devotion and with great success. Valerius saw this. Because age and illness made it difficult for him to bear the demands of his office, he ordained Augustine as his fellow bishop in 396, and shortly afterward

Valerius died. Augustine succeeded him as bishop of Hippo. As bishop of that small city, the Saint undertook a great deal of spiritual work, including writing most of his books. His residence was a kind of common household for his clergy and for those preparing to become clergy. From there he worked tirelessly: preaching, traveling, doing works of charity, caring for and comforting those who came to him in hardship or sorrow, improving the lives of enslaved people, feeding and clothing the poor at his own expense, and personally visiting those in need. He fought against heresies,

especially the Manichaeans, whose error had ensnared him in his youth. He also opposed the Donatists, Pelagianism, Arianism, and paganism, while seeking the peace and unity of the Church. Having adorned his life with such works and given his flock an example of every virtue, he fell asleep in the Lord in 430, at the age of seventy-six. This holy father became a leading teacher of the ancient Church in the West, which was Orthodox at that time. His many writings include philosophical and doctrinal works, defenses of the faith, commentaries, sermons, and letters. Orthodox Christians in the East do not accept everything he wrote without discernment, but receive what agrees with the shared teaching of the Orthodox Church.

God desires everyone to be saved. In the same way, devout parents long for their children to live as Christians and to be saved. They are understandably distressed when they see them stray from God’s path, live far from the Church, and give themselves over to a life of sin.

The story of Saint Augustine, whom we celebrate today, both comforts and teaches us. His return from a life of sin brings comfort. His turning to Christ reminds us once again that metanoia, repentance, and salvation are possible. This repentance and salvation are the work of God’s grace. Yet for grace to act and transform a person, that person must be willing to receive it. There must be something in the heart that God can work with and nurture until the longed-for change comes. We believe that what moved God to act, as He Himself desired to do, was Augustine’s own prayers and tears, together with those of his devout mother. Let us remember what the bishop told her when she came to him in her pain: ‘It is impossible,’ he said, ‘for the Father of Mercy and Compassion to leave a son to perish

when so many tears are shed for him.’ But virtuous Monica was more than a mother who prayed with tears. She had also raised her son from childhood in the faith, and we believe that made a decisive difference. Though he later strayed from God’s path and fell into sin, and though he forgot her good counsel, something good remained in Augustine’s soul. Strengthened by God’s grace, it was able to struggle against the spirit of error and sin until grace prevailed and he finally turned back to God.

Saint Augustine and his devout mother also show parents today their duty: to raise their children from an early age ‘in the discipline and instruction of the Lord,’ and always to pray for them, so that God’s grace may keep them on His path or, if they stray, bring them back to the path of salvation. We believe this is their first and foremost duty.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

06 ΙΟΥΝΙΟΥ\15 06 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα