Όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης και η Μεγάλη Λαύρα
Ορφανός στην Τραπεζούντα, ο Αθανάσιος αναθράφηκε στην πίστη και αργότερα σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη, ασκώντας παράλληλα εγκρατή πειθαρχία. Υπό τον Μιχαήλ Μαλεΐνο έγινε μοναχός και αφοσιώθηκε στην υπακοή, την προσευχή και τη μοναξιά.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Ορφανός στην Τραπεζούντα, ο Αθανάσιος αναθράφηκε στην πίστη και αργότερα σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη, ασκώντας παράλληλα εγκρατή πειθαρχία.
- Υπό τον Μιχαήλ Μαλεΐνο έγινε μοναχός και αφοσιώθηκε στην υπακοή, την προσευχή και τη μοναξιά.
- Επιζητώντας να αποφύγει τον έπαινο, μετέβη στο Άγιον Όρος, όπου έζησε ήσυχα μέχρι που η πνευματική του καθοδήγηση προσέλκυσε άλλους κοντά του.
- Με την υποστήριξη του Νικηφόρου Φωκά ίδρυσε τη Μεγάλη Λαύρα και θεμελίωσε τις εκκλησίες, τις εγκαταστάσεις και τον κοινοβιακό της κανόνα.
- Ο Αθανάσιος φρόντιζε προσωπικά τους άρρωστους μοναχούς, συγχώρησε όσους του αντιστάθηκαν και σε αυτόν αποδίδονται θεραπείες και άλλα θαύματα.
- Πέθανε όταν κατέρρευσε ο τρούλος μιας εκκλησίας κατά την ανέγερσή της, και οι διηγήσεις για θαύματα συνεχίστηκαν μετά την ταφή του.
- Η διάλεξη αντιπαραθέτει την επιδίωξή του για την αιώνια ζωή με τα κοσμικά επιτεύγματα του Νικηφόρου και καλεί τους χριστιανούς να στρέψουν τις προσπάθειές τους προς τον Χριστό.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 21 παράγραφοι
Άνθρωπος και επίγειος άγγελος, όσιος και θεοφόρος πατέρας μας Αθανάσιος, έζησε κατά το δέκατο αιώνα, πατρίδα είχε τη Μεγαλούπολη της Τραπεζούντας, γονείς δε ευγενείς και πλούσιους. Όμως ο πατέρας του τελεύτησε πριν γεννηθεί ο Άγιος, η δε μητέρα του, αφού τον γέννησε, τον ονόμασε στο Άγιο Βάπτισμα Αβράμιο. Σε λίγο έμεινε ορφανός και από τη μητέρα του. Όμως, ο προνοητής των πάντων και των ορφανών ένευσε στην καρδία μιας ευγενούς και πλούσιας παρθένου, γνώριμης και αγαπητής στη μητέρα του, που τον πήρε για να τον αναθρέψει σαν παιδί της. Αυτός δε, από μικρός, έδειχνε ποιος θα γινόταν κατόπιν. Ήταν κόσμιος, συνετός...
Φρόνιμος. Εγκρατευόταν στο φαγητό και από κάθε αταξία. Η δε θετή του μητέρα τον δίδαξε γράμματα, τα οποία με την οξύνοιά του εύκολα μάθαινε, τον έμαθε να προσεύχεται και γενικώς άναβε μέσα του το ιερό πυρ, την κινητήριο δύναμη της ευσεβούς ζωής. Όμως σε ηλικία επτά ετών έμεινε ορφανός και από τη θετή του μητέρα. Αλλά ο Κύριος όχι μόνο δεν τον άφησε, αλλά και οικονόμησε να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη. Ευνούχος του βασιλέα Ρωμανού, βλέποντας το φρόνημο, τον συμπάθησε, τον πήρε στη Βασιλεύουσα και τον έστειλε στο λόγιο δάσκαλο Αθανάσιο. Εκπαιδεύτηκε κοντά του θαυμάσια, χωρίς όμως να παραμελεί τα πνευματικά του καθήκοντα.
Τον μεν νου έτρεφε με τα μαθήματα της φιλοσοφίας, τη δε σάρκα χαλιναγωγούσε με τη σκληραγωγία. Αργότερα τον παρακάλεσαν και πήγε στο σπίτι μιας συγγενούς του, νύφης στρατηγού, όπου όμως συνέχισε ή μάλλον επέτεινε την ασκητική του ζωή με νηστεία, αλουσία, αϋπνία. Λίγο κοιμόταν και εκείνο καθισμένος σε σκαμνί. Αλλά ενώ στον εαυτό του, μάλλον στη σάρκα του ήταν σκληρός, προς τους πτωχούς ήταν συμπαθέστατος, προς τους οποίους έδινε και τα ενδύματά του. Έτσι με τη θαυμάσια πολιτεία και τη γλυκύτατη ομιλία του, γινόταν αγαπητός σε όλους και πολλοί τον εκτιμούσαν. Τις μέρες εκείνες συνέβη να βρίσκεται στην πόλη
ο αγιότατος Μιχαήλ ο Μαλεΐνος, ηγούμενος του μοναστηριού του Κυμινά. Τον επισκέφθηκε ο Αβράμιος και του εξέφρασε τον πόθο του να γίνει μοναχός, ο οποίος και ικανοποιήθηκε όταν ο Γέροντας επέστρεψε στο μοναστήρι του. Εκεί έγινε η μοναχική του κουρά, μετονομάστηκε Αθανάσιος, επιδόθηκε δε στην υπακοή και στο εργόχειρο της καλλιγραφίας. Πέρασαν τέσσερα χρόνια με πολλή κακοπάθεια, κόπους και ιδρώτες και δόθηκε στον Όσιο η ευλογία να αποσυρθεί στην ησυχία με κανόνα να τρώγει μια φορά κάθε δύο μέρες ξερό ψωμί, να πίνει λίγο νερό, στις τέσσερις σαρακοστές να κοιμάται τις πέντε μέρες στο σκαμνί, τις Κυριακές δε και τις Μεγάλες Εορτές,
αγρυπνεί από το απόγευμα μέχρι τις εννέα το πρωί της επομένης. Εκεί ο Αθανάσιος συναντήθηκε και με τους ανεψιούς του ηγουμένου, Νικηφόρο, στρατηγό της Ανατολής που έγινε μετά Αυτοκράτορας, και τον αδελφό του Λέοντα, στρατηγό της Δύσεως, των οποίων την πνευματική καθοδήγηση ο θείος τους Μιχαήλ ανέθεσε στον Αθανάσιο. Σε αυτόν ο Νικηφόρος εμπιστεύτηκε το θεάρεστο σκοπό του να γίνει μοναχός, εκείνος δε τον συμβούλευσε: «Έχε στο Θεό την ελπίδα σου και θα φροντίσει να οικονομήσει το συμφέρον σου». Όχι μόνο αυτούς, αλλά και όλους τους άρχοντες που προσέρχονταν για να λάβουν την ευχή του Γέροντα, αυτός τους έστελνε στον Αθανάσιο, ο οποίος ως μισόδοξος
άρχισε να σκέπτεται να φύγει, το οποίο και πραγματοποίησε, καθώς ακόμη οι μοναχοί άρχισαν να τον κολακεύουν ως μελλοντικό προεστώτα και επίσης ακούστηκε ότι ο Ηγούμενος τον ονόμασε διάδοχό του. Πήρε λοιπόν ένα τετραευάγγελο, ένα Πραξαπόστολο και ως ευλογία το κουκούλι του γέροντός του και πήγε στο Άγιον Όρος. Εκεί υποτάχθηκε σε απονήρευτο ησυχαστή, για να μην αποκαλυφθεί, είπε ότι ονομαζόταν Βαρνάβας και προσποιούνταν τον αγράμματο. Αργότερα κάθισε σε ησυχαστικό κελί τρία μίλια μακριά από τις Καρυές, εργαζόταν δε το εργόχειρο της καλλιγραφίας, από το οποίο κέρδιζε τα προς το ζην
ασκούσε την ελεημοσύνη. Τελικώς όμως τον ανακάλυψε ο Λέων που προαναφέρθηκε, με αποτέλεσμα να γίνει ξακουστός και πολλοί να τρέχουν σε αυτόν για ψυχική τους ωφέλεια. Ο Όσιος, φεύγοντας τις αφορμές της κενοδοξίας, έφυγε και πήγε στα ενδότερα του όρους στη θέση Μελανά. Από εκεί όμως αναγκάστηκε από τους πατέρες του Όρους να ακολουθήσει τον Νικηφόρο στην εκστρατεία του στην Κρήτη, την οποία και απελευθέρωσε από τους Άραβες. Αργότερα ο Νικηφόρος έστειλε στον Όσιο χρήματα για να κτίσει ησυχαστήριο, στο οποίο θα ερχόταν αργότερα να μονάσει. Έτσι ο Αθανάσιος άρχισε το 961 το ησυχαστήριο με το κτίσιμο ναού του
Τιμίου Προδρόμου. Όταν όμως θέλησε να κτίσει παρακάτω το Ναό της Θεοτόκου, ο μισόκαλος παρέλυσε τα χέρια των οικοδόμων, οι οποίοι θεραπεύτηκαν με προσευχή του Οσίου, ζήτησαν δε από αυτόν να τους κάνει μοναχούς, το οποίο και έκανε εκείνος, ευχαριστώντας το Θεό που έστειλε στο μοναστήρι οικήτορες πριν ακόμη αυτό κτιστεί. Με τη συνέργεια της Χάριτος του Θεού, το έργο προχώρησε. Τελείωσε ο ναός, χτίστηκαν παρεκκλήσια του Αγίου Νικολάου και των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, μετά κελιά, ξενοδοχείο, νοσοκομείο και ό,τι άλλο χρειαζόταν. Νερό έφερε ο Όσιος από μακριά. Ακόμη έκτισε άλλα παρεκκλήσια, μετόχια, μύλους,
φύτεψε αμπελώνες και δένδρα. Επιπλέον, σύνταξε τυπικά της εκκλησίας, κανόνες και τάξεις τα οποία παρέδωσε για να τηρούνται στις ακολουθίες. Κανείς δεν τολμούσε να συνομιλήσει ή να βγει από το ναό ενώ ψαλόταν η ακολουθία. Αδελφός πρόσεχε ποιος και γιατί έλειπε από αυτή και άλλος ξυπνούσε όσους κοιμόταν κατά την ανάγνωση. Στην τράπεζα, όπως και μετά το απόδειπνο, δεν συνομιλούσαν, ποτέ δεν αργολογούσαν, ούτε τολμούσε να πει κάποιος το δικό μου, αλλά τα είχαν όλα κοινά και γενικώς τα πάντα ο Όσιος κυβερνούσε με πολλή σοφία και άγρυπνα φρόντιζε ώστε ο αρπακτικός λύκος να μην καταβροχθίσει κανένα πρόβατο και έτσι οι πατέρες ζούσαν ζωή μακάρια
θαυμαστή, καθώς τους καθοδηγούσε ο ποιμένας τους. Όταν μαθεύτηκε ότι ο στρατηγός Νικηφόρος έγινε βασιλέας, ο Όσιος με επιστολή του τον έλεγξε. Ο ίδιος δε αποφάσισε να εγκαταλείψει το μοναστήρι του και έτσι πήγε στην Κύπρο. Με προσταγή όμως του Κυρίου που του παρουσιάστηκε σε νυχτερινή οπτασία γύρισε στη Λαύρα. Κατόπιν ο Όσιος πήγε στην Κωνσταντινούπολη για να συναντήσει το φίλο του βασιλέα, ο οποίος τον υποδέχθηκε με χαρά αλλά και ντροπή και πολλή ταπείνωση. Κατέκρινε τον εαυτό του διότι καταπάτησε τις συμφωνίες. Παρακάλεσε τον Όσιο να μακροθυμήσει μέχρι να τον αξιώσει ο Κύριος να εκπληρώσει την υπόσχεσή του. Ο Αθανάσιος...
αν και προγνώριζε ότι έμελλε να τελειώσει τη ζωή του στα ανάκτορα, δεν του το αποκάλυψε. Μόνο τον προέτρεψε να έχει ταπείνωση, να συγχωρεί όσους του πταίουν, να δίνει πάντοτε ελεημοσύνες και να κλαίει για τις αμαρτίες του και την αθέτηση της προς το Θεό υποσχέσεώς του. Σε άλλους όμως, ο Άγιος αποκάλυψε ότι έμελλε σύντομα να αποθάνει ο βασιλέας, ο οποίος κατά το 969, κατόπιν συνωμοσίας, φονεύτηκε μέσα στα ανάκτορα. Ο αριθμός των μοναχών στη Λαύρα πληθυνόταν και ο δωτήρας των αγαθών τους έστελνε κάθε αναγκαίο. Ο δε μισόκαλος συνέργησε ώστε να καταπλακωθεί και να συντριβεί το πόδι του Οσίου, από το οποίο παρέμεινε τρία χρόνια κλινήρης
με δυνατούς πόνους. Άλλη φορά ο πονηρός παρακίνησε κάποιους απλούς μοναχούς που έμεναν σε άλλα μέρη του όρους να κατηγορήσουν τον Όσιο στο νέο βασιλέα Ιωάννη Τσιμισκή ότι παρέβαινε παλαιά συνήθεια του όρους. Όταν όμως ο Άγιος παρουσιάστηκε στον Αυτοκράτορα, εκείνος τόσο τον ευλαβήθηκε, που όχι μόνο δεν τον τιμώρησε, αλλά και με δώρα τον εξαπέστειλε. Οι δε γέροντες, καθώς είδαν το παράδοξο, κατάλαβαν ότι ο διάβολος τους πλάνησε και ζήτησαν συγχώρηση από τον Όσιο. Ακόμη ο ανθρωποκτόνος έβαλε μίσος σε ένα μοναχό κατά του ανεξίκακου Αθανασίου που πήγε νύχτα στο κελί του για να τον φονεύσει. Όταν όμως τον είδε τόσο φοβήθηκε που του έπεσε το μαχαίρι.
Συντριμμένος δε, έπεσε στα πόδια του Οσίου και του ζητούσε συγχώρηση. Εκείνος τον συγχώρησε πραγματικά, τον ασπάστηκε, του έκανε δώρα και πάντα τον αγαπούσε. Νουθετώντας τους μοναχούς ο Όσιος έλεγε ότι ο Θεός ζητά από κάθε άνθρωπο πρώτα σωματικά να βοηθούμε τους αδελφούς και μετά, με λόγους ψυχωφελείς, να τους οδηγούμε στη μετάνοια. Όσους δεν ήξεραν εργόχειρο, τους έβαζε στις εργασίες της τράπεζας, όσους δεν εργάζονταν, τους πρόσταζε να προσεύχονται πάντοτε και να μην αργολογούν. Τους βαριά αρρώστους, τους έστελνε στο νοσοκομείο, όπου όσους είχαν πολλές πληγές ή αμελούσαν οι νοσοκόμοι, τους καθάριζε με τα ίδια του τα χέρια
και κάθε άλλη κατώτερη υπηρεσία εκτελούσε και μάλιστα όσο μπορούσε μυστικότερα. Για τις αρετές, τις κακοπάθειες και άλλες ένθεες πράξεις του Οσίου ο Θεός του έδωσε το χάρισμα να κάνει πολλά θαύματα. Με την προσευχή του, βάζοντας τα χέρια ή αγγίζοντας με τη ράβδο του, θεράπευε πάθη του σώματος αλλά και της ψυχής. Άλλοτε γρήγορα, άλλοτε αργότερα, σε άλλους ελάφρυνε λίγο το κακό και άλλους δεν γιάτρευε καθόλου, ανάλογα με το συμφέρον του καθενός. Για τις αρετές και τα θαύματά του πολλοί και από το όρος αλλά και από άλλες χώρες, τη Ρώμη, την Ιταλία, την Καλαβρία, την Ιβηρία, ευγενείς και άρχοντες, ηγούμενοι, ακόμη και επίσκοποι,
και υποτάσσονταν σε αυτόν για ψυχική τους ωφέλεια. Ακόμη, ο Όσιος είχε το χάρισμα να βλέπει μακριά. Έτσι, είδε με τη χάρη του Θεού τον κίνδυνο που από την πείνα και το ψύχος διέτρεχαν ένας μοναχός και δύο λαϊκοί που ήταν σε μεγάλη απόσταση από τη Λαύρα, έστειλε δε κάποιον και τους γλίτωσε. Επίσης, με τη χάρη του Θεού, έβγαλε δαιμόνιο από μοναχό. Άλλον, τον θεράπευσε από νυχτερινή ενούρηση, τον οποίο μάλιστα ο πονηρός προέτρεπε να κρεμαστεί. Θεράπευσε καρκινοπαθή επιτιμώντας το πάθος και κάνοντας το σημείο του τιμίου σταυρού. Με προσευχή του μαζεύτηκε πλήθος πουλιών που κατέφαγαν τις καταστροφικές για τη βοσκή των ζώων ακρίδες.
Θεράπευσε τον αποθηκάριο Αθανάσιο από ασκίτη με το άγγιγμα του χεριού του, ενώ άλλος μοναχός που επίσης θεραπεύτηκε από τον Όσιο ανέφερε ότι κάποτε είδε το πρόσωπό του σαν πύρινη φλόγα και μετά να αστράφτει. Ο Άγιος προγνώρισε την τελευτή του. Είχαν μαζευτεί στη Λαύρα πολλοί αδελφοί, γι' αυτό δε και κτιζόταν μεγαλύτερος ναός. Κόντευε να τελειώσει. Υπολειπόταν δε ο θόλος του Αγίου Βήματος. Ανέβηκε ο Όσιος μαζί με έξι αδελφούς για να βοηθήσουν τους τεχνίτες. Όμως κατέπεσε ο θόλος και αυτοί γκρεμίστηκαν και τελεύτησαν. Οι πέντε αμέσως, ο δε Αθανάσιος και ο κτίστης Δανιήλ αργότερα. Κράτησαν τον Όσιο τρεις μέρες άταφο για να...
να μαζευτούν όλοι οι πατέρες του όρους. Και όμως το λείψανό του δεν παρουσίασε καμία αλλοίωση. Τον ενταφίασαν με ευλάβεια και τις πρέπουσες τιμές. Θαύματα ακολούθησαν και μετά την κοίμηση του Οσίου. Θεράπευσε τον διάδοχό του στην ηγουμενία από μακροχρόνια αιματουρία. Με το λάδι της κανδήλας στον τάφο του, μοναχός απαλλάχθηκε από άγριο δαιμόνιο, νεαρός θεραπεύτηκε από λέπρα και τυφλός απέκτησε την όραση. Με το απόπλυμα ματωμένου παλαιόρασου του Οσίου, θεραπεύτηκε αιμορροούσα και κατάκοιτη γυναίκα. Αυτά δε τα λίγα και άλλα πολλά τα οποία παραλείπονται, δείχνουν τη μεγάλη παρρησία, την οποία είχε και έχει προς τον πολυεύσπλαχνο Δεσπότη ο Όσιος ως δούλος του γνησιότατος.
Με το σημερινό συναξάρι ένα μεγάλο και γενναίο αγωνιστή του πνεύματος, ο οποίος αξιώθηκε και μεγάλων δωρεών και στεφάνων. Ο Χριστός τον κόσμησε με υπερφυσικά, θεία χαρίσματα και η μνήμη του τιμάται όχι λίγο, δοξάζεται από ανθρώπους και αγγέλους και λαμπρύνεται με το φως του Θεού, το οποίο και απολαμβάνει κατά τον νυν και πληρέστερα θα απολαύσει κατά τον μέλλοντα αιώνα. Παράλληλα όμως, μέσα από το συναξάρι του Οσίου, είδαμε λίγο πολύ και μια άλλη προσωπικότητα, εκείνη του στρατηγού και μετέπειτα βασιλέα Νικηφόρου. Και εκείνος αγωνίστηκε, κοπίασε, κακοπάθησε, κακουχήθηκε, όχι λίγο.
Κινδύνεψε περισσότερο, όμως προς διαφορετική κατεύθυνση. Αν και ήταν ευσεβής, ωστόσο το κύριο βάρος του αγώνα του έπεσε στα κοσμικά. Ουσιαστικά, ανάλογοι δε από ό,τι μπορούμε να δούμε και να καταλάβουμε, ήταν και οι καρποί. Πλούτος, τιμές, αξιώματα μεγάλα, τα οποία όμως εξανεμίστηκαν με το βίαιο και πικρό του θάνατο. Ο Όσιος όμως ξέφυγε την απάτη αυτή του κόσμου και στράφηκε προς τον αιώνιο και ασύλληπτο Θησαυρό και αυτόν κατέκτησε. Και ενώ για τον Νικηφόρο απλώς ευελπιστούμε ότι σώθηκε, για τον Αθανάσιο έχουμε τη σιγουριά ότι αγίασε, ότι θεώθηκε και επειδή τον δόξασε ο Θεός, τον τιμάμε κι εμείς.
Ζητούμε τις πρεσβείες του. Δεν αρκεί λοιπόν κανείς να αγωνίζεται, αλλά ακόμη χρειάζεται ο αγώνας να γίνεται προς τη σωστή κατεύθυνση, προς το σωστό στόχο. Ο Απόστολος Παύλος λέγει για τον εαυτό του: «Εγώ ούτως τρέχω ως ουκ αδήλως, ούτως πυκτεύω ως ουκ αέρα δέρων». Δηλαδή, τρέχω με τα μάτια στυλωμένα στο τέρμα. Έτσι πυγμαχώ, όχι σαν κάποιον που δίνει γροθιές στον αέρα. Και σήμερα οι άνθρωποι αγωνίζονται, κοπιάζουν, κακοπαθούν. Εάν όμως δεν στοχεύουν προς το Χριστό, δέρουν αέρα. Μήπως και οι χριστιανοί πολλές φορές παρασυρόμαστε από το κοσμικό πνεύμα και χάνουμε το στόχο μας; Σας ευχαριστώ.
Βασιλεία του Θεού και έτσι αδικούμε τον εαυτό μας.
Αγγλική μετάφρασηEN · 21 παράγραφοι
Our venerable and God-bearing father Athanasius, a man on earth and an angel in his way of life, lived in the tenth century. He came from the great city of Trebizond, and his parents were noble and wealthy. His father died before he was born. After his mother gave birth, she named him Abramios at his holy Baptism. Soon he lost his mother too. But God, who cares for all and especially for orphans, moved the heart of a noble and wealthy unmarried woman who had known and loved his mother. She took him in and raised him as her own child. Even as a boy, he showed what he would later become. He was modest and sensible...
...and wise. He was restrained in what he ate and avoided disorderly behavior. His foster mother taught him to read and write, which he learned easily because he was so quick to understand. She taught him to pray and kindled within him the sacred fire that moves a godly life. But at the age of seven, he lost his foster mother too. The Lord did not abandon him. Instead, He arranged for him to go to Constantinople. A eunuch in the service of Emperor Romanos saw how wise the boy was, took a liking to him, brought him to the imperial city, and sent him to study with the learned teacher Athanasius. He received an excellent education there, while continuing to attend to his spiritual duties.
He fed his nous, his spiritual mind, with the study of philosophy, while disciplining his body through hardship. Later, at their request, he went to live in the home of a relative who was married to a general. There he continued, and even intensified, his ascetic life through fasting, going unwashed, and keeping awake. He slept little, and when he did, he slept sitting on a stool. Though he was severe with himself, or rather with his body, he was deeply compassionate toward the poor, even giving them his clothes. His wonderful way of life and gentle speech made him dear to everyone, and many held him in high regard. In those days, there happened to be in the city...
...the most holy Michael Maleinos, abbot of the monastery of Kyminas. Abramios visited him and spoke of his longing to become a monk. His wish was fulfilled when the elder returned to his monastery. There Abramios was tonsured a monk and received the name Athanasius. He devoted himself to obedience and to calligraphy as his handwork. Four years passed in great hardship, toil, and sweat. Then the venerable Athanasius was blessed to withdraw into hesychia, a life of inner stillness. His rule of prayer was to eat dry bread once every two days and drink a little water. During the four fasting seasons, he was to sleep five nights on a stool. On Sundays and the great feasts...
...he kept vigil from the afternoon until nine the next morning. There Athanasius also met the abbot's nephews: Nikephoros, general of the East and later emperor, and his brother Leo, general of the West. Their uncle Michael entrusted their spiritual guidance to Athanasius. Nikephoros confided in him his God-pleasing desire to become a monk, and Athanasius advised him, “Put your hope in God, and He will arrange what is best for you.” Many rulers also came seeking the elder's blessing, and he sent them to Athanasius. But Athanasius shunned acclaim...
...and began to think of leaving. He did leave, especially after the monks began flattering him as their future leader and word spread that the abbot had named him his successor. Taking a book of the four Gospels, a book of Acts and the Epistles, and his elder's monastic hood as a blessing, he went to Mount Athos. There he placed himself under a guileless monk who lived in stillness. To keep his identity hidden, he said his name was Barnabas and pretended to be uneducated. Later he settled in a cell devoted to hesychia, three miles from Karyes. He supported himself with his calligraphy...
...and gave alms. Eventually, however, the Leo mentioned earlier found him. Athanasius became widely known, and many came to him for spiritual benefit. Fleeing opportunities for vainglory, he moved deeper into the mountain, to a place called Melana. But the fathers of Mount Athos pressed him to accompany Nikephoros on his campaign in Crete, which Nikephoros freed from the Arabs. Later, Nikephoros sent Athanasius money to build a hesychasterion, a hermitage where he himself intended to become a monk. So in 961, Athanasius began building it, starting with a church dedicated to...
...the Honorable Forerunner. When he went on to build the church of the Theotokos, the God-bearer, the devil paralyzed the builders' hands. They were healed through the venerable Athanasius's prayer and asked him to make them monks. He did so, thanking God for sending residents to the monastery before it had even been built. With God's grace helping them, the work advanced. The church was completed, and chapels were built in honor of Saint Nicholas and the Holy Forty Martyrs. Cells, a guesthouse, a hospital, and everything else needed followed. Athanasius brought water from far away. He also built other chapels, dependent properties, and mills...
...and planted vineyards and trees. He also drew up rules for the Church's worship and entrusted them to the monks to observe during the services. No one dared to talk or leave the church while a service was being sung. One brother kept watch over who was absent and why; another woke those who fell asleep during the readings. At meals and after Compline, they did not talk. They never engaged in idle chatter, and no one dared to call anything “mine.” They held everything in common. Athanasius governed all things with great wisdom and watched tirelessly so that the ravenous wolf would devour none of the sheep. In this way the fathers lived a blessed...
...and wondrous life under their shepherd's guidance. When Athanasius learned that General Nikephoros had become emperor, he rebuked him in a letter. Athanasius then decided to leave his monastery and went to Cyprus. But the Lord appeared to him in a vision at night and commanded him to return to the Lavra. Later, Athanasius went to Constantinople to meet his friend the emperor. Nikephoros welcomed him with joy, but also with shame and great humility. He reproached himself for breaking their agreement and asked Athanasius to bear with him until the Lord counted him worthy to fulfill his promise. Athanasius...
...foreknew that Nikephoros would end his life in the palace, but did not tell him. He only urged him to be humble, to forgive those who wronged him, always to give alms, and to weep over his sins and his broken promise to God. To others, however, Athanasius revealed that the emperor would soon die. In 969, Nikephoros was murdered in the palace as a result of a conspiracy. Meanwhile, the number of monks at the Lavra grew, and God, the giver of all good things, sent them everything they needed. The devil also brought about an accident in which Athanasius's leg was crushed. He remained confined to bed for three years...
...in severe pain. On another occasion, the evil one stirred up some simple monks living elsewhere on the mountain to accuse Athanasius before the new emperor, John Tzimiskes, of breaking an old custom of Mount Athos. But when Athanasius appeared before the emperor, John regarded him with such reverence that he sent him away with gifts instead of punishing him. Seeing this unexpected outcome, the elders realized that the devil had deceived them, and they asked Athanasius to forgive them. The destroyer of human life also planted hatred for the gentle Athanasius in the heart of a monk, who went to his cell at night to kill him. But when the monk saw him, he became so frightened that he dropped his knife.
Overcome with remorse, he fell at Athanasius's feet and begged forgiveness. Athanasius forgave him sincerely, embraced him, gave him gifts, and always treated him with love. In instructing the monks, Athanasius said that God asks us first to help our brothers with their bodily needs, and then to lead them to metanoia, repentance, through words that benefit the soul. He assigned those who did not know a craft to work in the dining hall. Those who had no work to do he told to pray continually and avoid idle talk. He sent the seriously ill to the hospital. There, if someone had many wounds or the nurses had neglected him, Athanasius cleaned the wounds with his own hands...
...and performed every other humble task, as secretly as he could. Because of his virtues, hardships, and other deeds inspired by God, the Lord gave him the gift of working many miracles. Through prayer, the laying on of his hands, or the touch of his staff, he healed afflictions of both body and soul. Some were healed quickly and others later. For some he eased the affliction a little, while others he did not heal at all, according to what was best for each person. Because of his virtues and miracles, many came from Mount Athos and from other lands, including Rome, Italy, Calabria, and Iberia. They were nobles and rulers, abbots, and even bishops...
...who placed themselves under his guidance for the benefit of their souls. Athanasius also had the gift of seeing things far away. By God's grace, he saw that a monk and two laymen, far from the Lavra, were in danger from hunger and cold. He sent someone to them and saved them. By God's grace, he also cast a demon out of a monk. He healed another monk of bed-wetting, while the evil one had been urging that monk to hang himself. He healed a man with cancer by rebuking the illness and making the sign of the precious Cross. Through his prayer, a great flock of birds gathered and ate the locusts that were destroying the animals' grazing land.
He healed Athanasius the storekeeper of fluid swelling in his abdomen with a touch of his hand. Another monk whom he had healed said that he once saw Athanasius's face look like a flame of fire and then shine brightly. The saint knew beforehand that his death was near. So many brothers had gathered at the Lavra that a larger church was being built. It was almost finished; only the dome over the sanctuary remained. Athanasius climbed up with six brothers to help the builders. But the dome collapsed, and all seven fell and died. Five died at once; Athanasius and a builder named Daniel died later. They left Athanasius unburied for three days so that...
...all the fathers of Mount Athos could gather. Yet his body showed no sign of decay. They buried him with reverence and due honor. Miracles followed even after his falling asleep. He healed his successor as abbot of a long-standing illness that caused blood in his urine. Oil from the lamp at his tomb freed a monk from a fierce demon, healed a young man of leprosy, and gave sight to a blind man. Water used to wash one of Athanasius's old, bloodstained cassocks healed a bedridden woman who was bleeding. These few miracles, and the many others left untold, show the great boldness Athanasius had, and still has, before the most compassionate Master as His truly faithful servant.
Today's account of the saint's life has shown us a great and courageous struggler in the spiritual life, who was counted worthy of great gifts and crowns. Christ adorned him with supernatural gifts of divine grace. His memory is greatly honored: people and angels glorify him, and he shines in God's light. He enjoys that light now and will enjoy it more fully in the age to come. But through Athanasius's life, we have also seen something of another man: the general Nikephoros, who later became emperor. He too struggled, toiled, suffered hardship, and endured much.
He faced even greater danger, but his efforts were directed elsewhere. Though he was devout, most of his struggle was devoted to worldly things. As far as we can see and understand, the fruits matched those efforts: wealth, honors, and high office. Yet all of these vanished with his violent and bitter death. Athanasius escaped the world's deception and turned toward the eternal, unfathomable Treasure, which he attained. We hope that Nikephoros was saved; with Athanasius, we are sure that he became holy and attained theosis, divinisation. Because God glorified him, we honor him too.
We ask for his intercessions. So it is not enough simply to struggle. Our struggle must be directed toward the right goal. The Apostle Paul says of himself in 1 Corinthians 9:26, “I run, but not aimlessly; I box, but not as one beating the air.” In other words, I run with my eyes fixed on the finish line. I box without throwing punches into empty air. People today also struggle, toil, and suffer hardship. But if they do not aim toward Christ, they are beating the air. Are we Christians, too, sometimes carried away by a worldly spirit and losing sight of our goal? Thank you.
the Kingdom of God, and so we do ourselves an injustice.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
07 ΙΟΥΛΙΟΥ\05 07 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.