Ο Άγιος Αρέθας και οι μάρτυρες της Νεγράς
Η Εκκλησία τιμά τον Άγιο Αρέθα και τους συναθλητές του στις 24 Οκτωβρίου. Στη Νεγρά του 6ου αιώνα, ο ηγεμόνας Δου Νουάς φυλάκισε τον Αρέθα και άλλους χριστιανούς ηγέτες και απαίτησε να αρνηθούν τον Χριστό.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η Εκκλησία τιμά τον Άγιο Αρέθα και τους συναθλητές του στις 24 Οκτωβρίου.
- Στη Νεγρά του 6ου αιώνα, ο ηγεμόνας Δου Νουάς φυλάκισε τον Αρέθα και άλλους χριστιανούς ηγέτες και απαίτησε να αρνηθούν τον Χριστό.
- Αν και ήταν 95 ετών, ο Αρέθας ενθάρρυνε τους 340 συντρόφους του να μείνουν πιστοί και να αποδεχθούν το μαρτύριο με την ελπίδα της αιώνιας ζωής.
- Ο Αρέθας και οι σύντροφοί του αποκεφαλίστηκαν, και μια χριστιανή μητέρα με το μικρό της παιδί έχασαν επίσης τη ζωή τους για την πίστη τους.
- Ο βασιλιάς Ελεσβάν νίκησε τον διώκτη, τίμησε τους μάρτυρες και αργότερα άφησε τον θρόνο του για ασκητική ζωή.
- Η ομιλία διδάσκει ότι ο πόνος που υπομένεται με αγάπη, υπακοή και υπομονή μπορεί να ενώσει τους χριστιανούς με το Πάθος και τη δόξα του Χριστού.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 13 παράγραφοι
Σήμερα, 24 του μηνός Οκτωβρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Αρέθα και των συναθλητών του, της γυναικός η οποία μαρτύρησε με τον Άγιο Αρέθα και του βρέφους της, της Αγίας Μάρτυρος Σεβαστιανής, των Αγίων Μαρτύρων Μάρκου, Σωτηρίχου, Ουαλεντίνου, του Αγίου Μάρτυρος Ακακίου του Πρεσβυτέρου, του Αγίου Μάρτυρος Νέρδονος και του Οσίου Αρέθα του Σπηλαιώτου του Ρώσου.
Ο Μεγαλομάρτυς Αρέθας έζησε κατά τον 6ο μετά Χριστόν αιώνα, επί της βασιλείας του ευσεβέστατου αυτοκράτορα του Βυζαντίου, Ιουστίνου. Ήταν από τους πρόκριτους της πόλεως Νεγράς της Αιθιοπίας, στην οποία το 523 βασίλευσε ο ευσεβής Ελεσβάν. Η Νεγρά ήταν πόλη πολυάνθρωπη με κατοίκους χριστιανούς. Την ίδια εποχή βασίλευε στην περιοχή της Αραβίας, η οποία σήμερα ονομάζεται Υεμένη, κάποιος Εβραίος, ονόματι Δανουάν, ο οποίος ήταν μεγάλος εχθρός και διώκτης των Χριστιανών. Με παρακίνηση του πονηρού διαβόλου και κατά δόλιο τρόπο συνέλαβε τον Αρέθα και όλους τους προύχοντες της πόλεως της Νεγράς και τους φυλάκισε. Τους ιερείς,
μοναχούς και τις μοναχές της περιοχής της πόλεως αυτής τους έκαυσε. Μετά έστειλε διαλαλητές στη χώρα, οι οποίοι προέτρεπαν τους κατοίκους να αρνηθούν το Χριστό, έλεγαν δε ότι όσοι δεν το έκαναν θα τους φόνευαν. Παρόμοια ο τύρανος προέτρεπε και απειλούσε τον Αρέθα και τους άλλους φυλακισμένους. Ο Άγιος ήταν πολύ μεγάλης ηλικίας και μη γνωρίζοντας τον κανείς θα νόμιζε ότι στο γεροντικό εκείνο σώμα κρυβόταν αδύνατη ψυχή, ανίκανη για κάτι γενναίο. Όμως η θερμή πίστη είχε κάνει το φρόνημά του νεανικό και ακατάβλητο. Όταν δε του είπαν οι εχθροί της πίστεως ότι όφειλε να λυπηθεί τα γερατιά του, εκείνος αποκρίθηκε ότι δεν υπάρχει καλύτερη τύχη στην ηλικία του
να αποθάνει φορώντας ο ασθενικός γέροντας το λαμπρότερο από όλα τα στεφάνια, το στεφάνι του μαρτυρίου. «Κατά τη μακρά μου ζωή», πρόσθεσε, «έκανα πολλές αμαρτίες. Ο Κύριος όμως με καθάρισε απ' αυτές με τη θυσία Του και με την πίστη μου σε Αυτόν, τον δε άνθρωπο της απώλειας και του σκότους τον άλλαξε και τον έκανε κληρονόμο του φωτός του ανεσπέρου και της αιωνίου ζωής. Και τώρα, κατά το έλεός Του, ευδοκεί να μου προσθέσει και άλλη τιμή. Από το σαρκίο ενός γέροντος, με θέλει να προβάλει αθλητής, δείχνοντας ότι η δύναμη και η ελευθερία του πνεύματος μπορούν να καταφρονούν κάθε άνομη απειλή και βία και να καταντροπιάζουν τους δυνατούς της γης με ένα σαρκίο που είναι ανίκανο να σταθεί και να περπατήσει».
Ο τύρανος, βλέποντας ότι δεν μπορούσε να τον καταπείσει, τον άφησε στη φυλακή. Μια από τις επόμενες μέρες πρόσταξε και έφεραν τον Αρέθα και τους συντρόφους του, οι οποίοι ήταν τριακόσιοι σαράντα, και προσπάθησε και πάλι με απειλές να τους κάνει να αρνηθούν το Χριστό. Ο Άγιος δε του απάντησε και μεταξύ άλλων του είπε: «Βασιλιά, γνώριζε ότι ο Θεός σε μίσησε ως ασεβή και άπιστο και σε λίγες μέρες σου αφαιρεί την εξουσία αυτή, την οποία έχεις αναξίως, για να τη δώσει σε καλό και πιστό άνθρωπο, για να υψώσει την εκκλησία Του, την οποία εσύ κατέκαυσες. Εγώ δε είμαι ευτυχής, όχι μόνο διότι στην παρούσα ζωή είχα κάθε αυτάρκεια μέχρι τώρα που είμαι 95 ετών, αλλά και τώρα στα βαθιά γερατιά
λαμβάνω για το Χριστό μου μαρτυρικό θάνατο και στέλνω προς το Θεό την πολυάνθρωπη αυτή πόλη και έθνος ολόκληρο». Μετά στράφηκε προς τους συναγωνιστές του και τους προθυμοποιούσε στο μαρτύριο. «Ας αγοράσουμε», τους έλεγε, «με τον πρόσκαιρο θάνατο την αιώνιο ζωή. Κι ας μην νομίσει κανείς ότι επειδή είμαι γέρος επιθυμώ το θάνατο και γι' αυτό παρακινώ και τους άλλους. Διότι όλοι, νέοι, γέροντες, θα πεθάνουμε. Λοιπόν, άλλος θάνατος δεν είναι πιο ένδοξος και πιο ωφέλιμος από εκείνον του μαρτυρίου, διότι με αυτό μετέχουμε στο πάθος του Χριστού και γινόμαστε κοινωνοί της δόξης Του. Λοιπόν, ας μη φανεί κανείς από σας ο λιγόψυχος, ας μη δειλιάσει ο δειλός, ας μη προτιμήσει την παρούσα ζωή,
βραχύτατη και πολυώδυνη, από την αιώνιο και ευφρόσυνη». Το πλήθος των χριστιανών, ακούγοντας αυτά, φώναξαν όλοι με δάκρυα και είπαν: «Έχε θάρρος, τίμιε Πάτερ, όλοι είμαστε πρόθυμοι να δεχτούμε το μακάριο τέλος μαζί σου». Αφού είδε ο βασιλέας ότι δεν μπορούσε να τους απομακρύνει από την πίστη του Χριστού, είχαν γνώμη αμετάθετη, πρόσταξε να τους πάνε σε κάποιο ποταμό και εκεί να τους αποκεφαλίσουν όλους. Οι Άγιοι, αφού προσευχήθηκαν, ασπάστηκαν ο ένας τον άλλο με χαρά. Έπειτα ο μακάριος Αρέθας, πρώτος από τους άλλους, υποβασταζόμενος, διότι δεν μπορούσε να περπατήσει, αποκεφαλίστηκε. Κατόπιν δε αποκεφαλίστηκαν και όλοι οι άλλοι.
Κάποια γυναίκα ευλαβής και ενάρετη ένα παιδί ηλικίας πέντε ετών. Αυτή έτρεξε στο λείψανο του Αγίου Αρέθα, άλειψε τον εαυτό της και το παιδί με το αίμα του μάρτυρος και μίλησε, φώναξε εναντίον του τυράννου. Οι στρατιώτες την άρπαξαν και την πήγαν στο βασιλέα. Εκείνος δε διέταξε να την κάψουν.
Το παιδί είδε ότι έριξαν στη φλόγα τη μητέρα του, έτρεξε στο καμίνι, πρόθυμα πήδηξε στο μέσον του, αγκάλιασε τη μητέρα του χαίροντας και κληρονόμησε μαζί της το στεφάνι της αθλήσεως. Εναντίον αυτού του Εβραίου Δανουάν εξεστράτευσε ο βασιλέας Ελεσβάν, ο οποίος τον νίκησε και τον φόνευσε. Στην πόλη Νεγρά έκτισε εκκλησία και επιμελήθηκε τα λείψανα των Αγίων Μαρτύρων. Μετά, ως ευγνώμων δούλος προς το Δεσπότη Χριστό,
απέδωσε την πρέπουσα ευχαριστία. Το βασιλικό του στέμμα, με όλους τους πολύτιμους λίθους και τα μαργαριτάρια, το έστειλε ως δώρο στον Πανάγιο Τάφο. Αυτός δε, αφού ντύθηκε τρίχινα, έφυγε νύκτα σε μοναστήρι κάποιου βουνού. Κλείστηκε σε μικρότατο κελί, χωρίς ποτέ να βγει από εκεί. Έζησε ασκητική ζωή με τόση ακτημοσύνη, ώστε δεν είχε παρά μια ψάθα και ένα κοφίνι. Τρεφόταν μόνο με νερό και ψωμί και με χόρτα, εάν του έφερνε κανείς. Δεν θέλησε πλέον, όσο καιρό έζησε, να δει κάποιο κοσμικό, ούτε άφησε τον νου του να πλανάται στα πρόσκαιρα πράγματα, αλλά μόνο το Θεό στοχαζόταν. Με τέτοια ασκητική ζωή, αφού έζησε τόσο θεάρεστα, απήλθε προς τον ποθούμενο Χριστό.
Φυσικό ο άνθρωπος να αποστρέφεται τον πόνο και το θάνατο, διότι από την αρχή δεν πλάστηκε ούτε για τον πόνο, αλλά για τη χαρά και την ευφροσύνη, ούτε ακόμη περισσότερο για το θάνατο, αλλά για τη ζωή και μάλιστα την αιώνια ζωή. Ο Θεός δεν έκανε ούτε το ένα ούτε το άλλο. Ο πόνος και ο θάνατος μπήκαν στη ζωή του ανθρώπου μετά την πτώση στον Παράδεισο και από τότε σημαδεύουν τη ζωή και κυριαρχούν στη ζωή του αμαρτωλού πλέον ανθρώπου. Και όμως αυτά τα φυσικά πράγματα, αυτά που είναι αποτέλεσμα της αμαρτίας του ανθρώπου, ο φιλάνθρωπος Θεός τα επιτρέπει να υπάρχουν στη ζωή μας, διότι είναι εργαλεία και μάλιστα απαραίτητα για να ξαναγυρίσουμε στον Παράδεισο.
Να τα χρησιμοποιούμε σωστά, δηλαδή να τα χρησιμοποιούμε για να αποκαταστήσουμε την αγαπητική σχέση μας με το Θεό, να τα χρησιμοποιήσουμε ως εργαλεία αγάπης. Δηλαδή δεν αρκεί ο άνθρωπος να πονέσει ή να πεθάνει, που έτσι κι αλλιώς θα πονέσει και θα πεθάνει, αλλά να πονέσει ή και να πεθάνει για το Θεό. Αυτό το έκανε πρωτίστως και κυρίως ο Κύριος, αν και ήταν τελείως αναμάρτητος και δεν είχε καμιά υποχρέωση να πονέσει και να πεθάνει. Όμως πόνεσε και πέθανε μόνο από αγάπη προς τον Θεό Πατέρα και τον άνθρωπο. Σε αυτό το ήθος, σε αυτόν τον τρόπο ζωής του Χριστού συμμετέχουν οι Άγιοι. Ο πόνος και το μαρτύριο
γίνονται μέσα συμμετοχής στη ζωή και το θρίαμβο του Χριστού. Έτσι ακούσαμε τον Άγιο Αρέθα να λέγει προτρέποντας τους συναθλητές του: «Άλλος θάνατος δεν είναι πιο ένδοξος και πιο ωφέλιμος από εκείνον του μαρτυρίου, διότι με αυτόν μετέχουμε στο πάθος του Χριστού και γινόμαστε κοινωνοί της δόξης Του». Και εμείς που καθημερινά, θέλουμε δεν θέλουμε, πάσχουμε και πονάμε, ας φροντίσουμε να πονάμε επωφελώς, δηλαδή διά τον Χριστόν, για χάρη του Χριστού, κάνοντας υπακοή στις εντολές Του και κατά Χριστόν, όπως ο Χριστός, δεχόμενοι τα θλιβερά με υπομονή προς δόξαν Αυτού και σωτηρία δική μας.
Αγγλική μετάφρασηEN · 13 παράγραφοι
Today, October 24, our Church commemorates the Holy Great Martyr Arethas and his fellow martyrs; the woman who was martyred with Saint Arethas and her infant; Saint Sebastiane the Martyr; the Holy Martyrs Mark, Soterichos, and Valentinus; Saint Acacius the Priest and Martyr; Saint Nérdon the Martyr; and Saint Arethas the Russian Cave Dweller.
The Great Martyr Arethas lived in the sixth century after Christ, during the reign of Justin, the most devout Byzantine emperor. He was one of the leading citizens of Najran, in Ethiopia, where the devout Elesbaan reigned in the year 523. Najran was a populous city whose inhabitants were Christians. At that time, a Jewish ruler named Dhu Nuwas held power in the region of Arabia now called Yemen. He was a bitter enemy and persecutor of Christians. At the urging of the wicked devil, he deceitfully seized Arethas and all the leaders of Najran and imprisoned them. As for the priests,
monks, and nuns of that region, he burned them. Then he sent heralds throughout the land, urging the people to renounce Christ and declaring that anyone who refused would be killed. The tyrant made the same threats to Arethas and the others in prison. The Saint was very old. Anyone who did not know him might have thought that such an aged body held a weak soul, incapable of courage. But fervent faith had made his spirit youthful and unconquerable. When the enemies of the faith told him he should have pity on himself in his old age, he replied that, at his age, there could be no better fortune than
to die wearing the brightest of all crowns: the crown of martyrdom. “In my long life,” he added, “I committed many sins. But the Lord cleansed me of them through His sacrifice and my faith in Him. He changed a man destined for ruin and darkness and made him an heir to the light that knows no evening and to eternal life. And now, in His mercy, He is pleased to grant me another honor. From the frail body of an old man, He wishes to raise up a champion, showing that the strength and freedom of the spirit can defy every lawless threat and act of violence, and put the powerful of the earth to shame through a body that can no longer stand or walk.”
Seeing that he could not persuade Arethas, the tyrant left him in prison. A few days later he ordered Arethas and his 340 companions to be brought before him, and again tried to make them renounce Christ through threats. The Saint answered him, saying among other things: “King, know that God has rejected you for your impiety and unbelief. In a few days He will take away the power you hold so unworthily and give it to a good and faithful man, who will raise up the Church that you burned down. As for me, I am blessed. I have had all I needed throughout this life, up to my ninety-fifth year, and now, in my old age,
I am to receive a martyr’s death for my Christ and send this populous city, indeed a whole nation, to God.” Then he turned to his fellow martyrs and encouraged them to embrace martyrdom. “Let us purchase eternal life,” he told them, “with a brief death. And let no one think that, because I am old, I desire death and therefore urge others toward it. All of us, young and old, will die. No death is more glorious or more beneficial than martyrdom, for through it we share in Christ’s Passion and become partakers of His glory. So let none of you lose heart. Let no one be afraid or prefer this present life,
so brief and full of pain, to eternal life and joy.” When the Christians heard this, they all cried out through their tears: “Take courage, honored Father. We are all ready to meet this blessed end with you.” The ruler saw that he could not turn them from faith in Christ; their resolve was unshakable. So he ordered them taken to a river and beheaded. The Saints prayed and joyfully embraced one another. Blessed Arethas was beheaded first, supported by others because he could not walk. Then all the rest were beheaded.
A devout and virtuous woman had a five-year-old child. She ran to the relics of Saint Arethas, anointed herself and her child with the martyr’s blood, and cried out against the tyrant. The soldiers seized her and took her to the ruler, who ordered her to be burned.
When the child saw his mother thrown into the flames, he ran to the furnace and willingly leapt into it. He embraced his mother with joy and, together with her, inherited the crown of martyrdom. King Elesbaan marched against Dhu Nuwas, defeated him, and killed him. In Najran he built a church and cared for the relics of the Holy Martyrs. Then, as a grateful servant of Christ his Master,
he offered fitting thanks. He sent his royal crown, with all its precious stones and pearls, as a gift to the Holy Sepulchre. He himself put on a garment of coarse hair and left by night for a monastery on a mountain. He shut himself in a tiny cell and never went out again. He lived an ascetic life in such poverty that he owned only a mat and a basket. He ate only bread and drank water, with greens if someone brought him any. For the rest of his life, he did not wish to see anyone from the world. Nor did he let his nous, his spiritual mind, wander among passing things; he contemplated God alone. Having lived such an ascetic life, so pleasing to God, he departed to be with the Christ he longed for.
It is natural for us to shrink from pain and death. From the beginning, we were made for joy and gladness, not for pain; still less were we made for death, but for life, and above all for eternal life. God created neither pain nor death. They entered human life after the Fall in Paradise, and ever since they have marked and dominated the life of fallen humanity. Yet God, who loves mankind, permits these things, which came about through human sin, to remain in our lives, because they are tools—indeed, necessary ones—for our return to Paradise.
We must use them rightly: to restore our loving relationship with God, as instruments of love. It is not enough simply to suffer or die; we will suffer and die in any case. We must suffer, and even die, for God. The Lord did this first and above all, though He was entirely without sin and had no need to suffer or die. He suffered and died solely out of love for God the Father and for humanity. The Saints share in this way of life, this spirit of Christ. Suffering and martyrdom
become ways of sharing in Christ’s life and triumph. We heard Saint Arethas say as he encouraged his fellow martyrs: “No death is more glorious or more beneficial than martyrdom, for through it we share in Christ’s Passion and become partakers of His glory.” We too suffer and feel pain every day, whether we want to or not. Let us take care, then, to suffer in a way that benefits us: for Christ’s sake, obeying His commandments, and in the way of Christ, as Christ did. Let us accept our sorrows with patient endurance, for His glory and our salvation.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
10 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ\24 10.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.