Η μαρτυρία της Αγίας Ακυλίνας και η πίστη της στον Χριστό
Η Εκκλησία τιμά την Αγία Ακυλίνα μαζί με άλλους αγίους και μάρτυρες στις 27 Σεπτεμβρίου. Η Ακυλίνα γεννήθηκε από χριστιανούς γονείς στο Ζαγκλιβέρι κοντά στη Θεσσαλονίκη· ο πατέρας της ασπάστηκε το Ισλάμ για να αποφύγει την εκτέλεση μετά τον φόνο ενός γείτονά του.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η Εκκλησία τιμά την Αγία Ακυλίνα μαζί με άλλους αγίους και μάρτυρες στις 27 Σεπτεμβρίου.
- Η Ακυλίνα γεννήθηκε από χριστιανούς γονείς στο Ζαγκλιβέρι κοντά στη Θεσσαλονίκη· ο πατέρας της ασπάστηκε το Ισλάμ για να αποφύγει την εκτέλεση μετά τον φόνο ενός γείτονά του.
- Η μητέρα της την ανέθρεψε ώστε να μείνει σταθερή στον Χριστό, και στα δεκοκτώ της χρόνια η Ακυλίνα αρνήθηκε το αίτημα του πατέρα της να αλλαξοπιστήσει.
- Μπροστά στον κριτή, η Ακυλίνα απέρριψε επανειλημμένες προσφορές και απειλές και υπέμεινε τρεις σκληρούς ξυλοδαρμούς χωρίς να αρνηθεί την πίστη της.
- Πέθανε στο σπίτι της στις 27 Σεπτεμβρίου 1764, αφού είπε στη μητέρα της ότι είχε διατηρήσει την ομολογία της πίστεως· η διήγηση περιγράφει ένα ευωδιάζον λείψανο και φως πάνω από τον τάφο της.
- Η ομιλία παρουσιάζει τη σταθερή αγάπη της προς τον Χριστό ως υπόδειγμα για αντίσταση στον πειρασμό, μετάνοια μετά την αμαρτία και πιστότητα μέχρι θανάτου.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 16 παράγραφοι
Σήμερα, 27 του μηνός Σεπτεμβρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Καλλιστράτου και των συναθλητών του 49 μαρτύρων, της Αγίας Μάρτυρος Επιχάρητος, του Οσίου Ιγνατίου, Ηγουμένου της Μονής του Σωτήρος Χριστού, της επιλεγομένης του Βαθέως Ρύακος, των Αγίων Αποστόλων Μάρκου, Αριστάρχου και Ζήνονος, των Αγίων Μαρτύρων Φιλίμωνος Επισκόπου και Φορτονιανού, της Αγίας Μάρτυρος Γαϊανής, των Αγίων Δεκαπέντε Μαρτύρων, της Αγίας Νεομάρτυρος Ακυλίνης και του Οσίου Σαββατίου του Σολόφσκι του Ρώσου.
Η Παρθενομάρτυς του Χριστού Ακυλίνα ήταν από το χωριό Ζαγκλιβέρη της Θεσσαλονίκης, το οποίο ανήκε στην Παλαιά Επισκοπή του Αρδαμερίου, γεννήθηκε δε από γονείς ευσεβείς. Το μαρτύριό της συνέβη υπό τις ακόλουθες περιστάσεις. Κάποια μέρα ο πατέρας της Αγίας μάλωσε με ένα Τούρκο γειτονά του.
Κατοικούσαν τότε εκεί και Χριστιανοί και Τούρκοι. Καθώς δε τον κτύπησε, από συνέργεια του μισόκαλου τον φόνευσε. Γι' αυτό τον συνέλαβαν οι εξουσιαστές του τόπου και τον οδήγησαν στον Πασά της Θεσσαλονίκης για να τον θανατώσει. Αυτός δε, καθώς φοβήθηκε το θάνατο και θέλοντας να γλιτώσει, αλίμονο, τούρκιψε, και έτσι δεν τον θανάτωσαν.
Η Αγία Ακυλίνα, βρέφος το οποίο θήλαζε. Δεν πέρασε αρκετός καιρός, οι Τούρκοι έλεγαν στον πατέρα της να τουρκέψει και τη θυγατέρα του. Εκείνος τους αποκρίθηκε: «Μη σας μέλει για τη θυγατέρα μου, αυτή είναι υπό την εξουσία μου και όταν θελήσω την τουρκεύω». Η δε μητέρα της Αγίας, που έμεινε πιστή στην πίστη του Χριστού, δεν έπαψε κάθε ώρα να διδάσκει τη θυγατέρα της να στέκεται ακλόνητη στην πίστη του Χριστού και να μην αρνηθεί τον Κύριο Ιησού. Όταν έφτασε η κόρη στην ηλικία των 18 ετών, έλεγαν πάλι οι Τούρκοι τα ίδια στον πατέρα της. Αυτός δε, αφού κάλεσε την Ακυλίνα, της είπε: «Παιδί μου, οι άλλοι Τούρκοι μου λέγουν κάθε μέρα να τουρκέψεις. Έτσι, ή τώρα ή λίγο αργότερα εσύ θα τουρκέψεις. Μόνο κάνε την απόφαση μια μέρα νωρίτερα για να μη με ενοχλούν οι Τούρκοι». Η δε Αγία, που
φλεγόταν από τον διάπυρο έρωτα του Χριστού, με μεγάλη γενναιότητα αποκρίθηκε: «Μήπως νομίζεις ότι είμαι εγώ ολιγόπιστη σαν και σένα για να αρνηθώ τον ποιητή και πλάστη μου, τον Κύριο Ιησού Χριστό, ο οποίος υπέμεινε για μας σταυρό και θάνατο; Ποτέ να μη μου γίνει αυτό. Εγώ είμαι έτοιμη να υπομείνω οποιοδήποτε βάσανο, ακόμη και το θάνατο, για την αγάπη του Χριστού μου». Λόγοι πράγματι αξιοθαύμαστοι, όχι θυγατέρας ενός τέτοιου τρισάθλιου πατέρα, αλλά θυγατέρας αληθινά του επουρανίου Βασιλέως Χριστού. Βλέποντας τότε ο πατέρας της Αγίας το αμετάθετο της γνώμης της, πήγε στους Τούρκους και τους είπε: «Εγώ μεν δεν μπόρεσα να καταπείσω τη θυγατέρα μου να τουρκέψει. Σεις δε κάνετε ό,τι θέλετε σ' αυτήν».
Εκείνοι άκουσαν αυτό, ταράχτηκαν και αμέσως έστειλαν ανθρώπους του κριτηρίου για να φέρουν τη μάρτυρα. Η δε ευλογημένη μητέρα της Αγίας, βλέποντας τους απεσταλμένους Τούρκους, πήρε την κόρη της και της είπε την τελευταία αυτή παραγγελία: «Να, παιδί μου και γλυκύτατή μου θυγατέρα Ακυλίνα, να, σπλάχνο μου, έφτασε η ώρα εκείνη για την οποία πάντοτε σε νουθετούσα. Κάνε λοιπόν ως τέκνον υπακοής και υπάκουσε τις νουθεσίες μου. Δείξε ανδρεία στα βασανιστήρια τα οποία έχεις να πάθεις και μην αρνηθείς το Χριστό». Εκείνη δε παρόμοια με δάκρυα αποκρίθηκε: «Μη φοβάσαι, μητέρα μου, και εγώ τον ίδιο σκοπό έχω. Ο Πανάγαθος Θεός ας είναι βοηθός μου και εσύ να εύχεσαι για μένα».
Έτσι αποχαιρετίστηκαν μεταξύ τους με δάκρυα και θρήνους. Οι δε υπηρέτες του δικαστή, αφού έδεσαν τη μάρτυρα, την οδήγησαν στο κριτήριο. Παρακολουθούσε δε και η φιλόστοργη μητέρα την πολυαγαπημένη της θυγατέρα να οδηγείται στον τόπο της σφαγής, διότι μητρικά σπλάχνα δεν την άφηναν να χωριστεί. Αλλά οι υπηρέτες της εξουσίας τη μεν μητέρα έκλεισαν έξω από το προαύλιο, τη δε Ακυλίνα έβαλαν μέσα στο κριτήριο και την παρουσίασαν ενώπιον του κριτού, ο οποίος με βάναυσο τρόπο της είπε: «Εσύ, γίνεσαι Τούρκα;» Η Αγία αποκρίθηκε: «Όχι, δεν γίνομαι. Μη γένοιτο ποτέ να αρνηθώ την πίστη μου και το Δεσπότη μου Χριστό». Καθώς άκουσε αυτά ο κριτής, θύμωσε.
Γι' αυτό διέταξε και ξέντυσαν την Αγία και την άφησαν μόνο με το πουκάμισο. Μετά, αφού την έδεσαν σε ένα στύλο, τη ράβδισαν δυο υπηρέτες επί ώρα πολύ. Αλλά η μάρτυς υπέμεινε ανδριώτατα αυτή τη βάσανο. Μετά από αυτά, ο κριτής και άλλοι Τούρκοι έφεραν τη μάρτυρα μπροστά τους και άρχισαν να την κολακεύουν και να της υπόσχονται μεγάλες δωρεές, αν αρνιούνταν την πίστη της. Αλλά η νύφη του Χριστού, η οποία είχε εγκάρδιο τον έρωτα προς το νυμφίο της Χριστό, αυτά τα θεωρούσε ένα τίποτε. Και επειδή ένας πλούσιος μεγιστάνας, πιο θρασύς από όλους, της είπε: «Τούρκεψε, Ακυλίνα, κι εγώ να σε κάνω νύφη στο γιο μου», η μάρτυς του Χριστού με μεγάλη τόλμη του αποκρίθηκε: «Ο γιος σου κι εσύ στην απώλεια».
Το οποίο όταν άκουσαν εκείνοι, άναψαν από το θυμό και αφού έδεσαν πάλι την Αγία όπως και πριν, τη ράβδισαν επί πολλή ώρα. Έπειτα, αφού την έλυσαν, την εξέτασαν για τρίτη φορά. Ο δε κριτής της είπε: «Ή τούρκεψε ή θα συντρίψω τα κόκαλά σου ένα-ένα». Εκείνη δε αποκρίθηκε και του είπε: «Και τι ωφελήθηκα από την πίστη σας για να αρνηθώ το Χριστό μου, ή από ποια θαύματα της πίστεώς σας να πιστέψω, αφού εσείς βρωμάτε ακόμη ζωντανοί;» Ω τόλμη μαρτυρική, ω μεγαλοψυχία, άξια επαίνων ουρανίων, ω απόκριση, όχι ενός απαλού κοριτσιού, αλλά ενός ανδριότατου γίγαντα. Αυτά αφού άκουσαν εκείνοι, καταντροπιάστηκαν όλοι από τη φανερή αλήθεια των λόγων.
Μη έχοντας τι άλλο να κάνουν, οργισμένοι ράβδισαν την Αγία για τρίτη φορά τόσο άσπλαχνα, ώστε την άφησαν σαν νεκρή. Η δε γη κοκκίνησε από τα αίματα και οι σάρκες της έπεφταν κάτω. Κατόπιν, αφού έλυσαν τη μάρτυρα, την έδωσαν σε ένα χριστιανό που ήταν παρόν εκεί, για να την πάει στο σπίτι της μητέρας της. Εκείνη δε, αφού αγκάλιασε τη θυγατέρα της, η οποία βρισκόταν στις τελευταίες της αναπνοές, τη ρωτούσε: «Τι έκανες, παιδί μου;» Η δε μάρτυς, αφού μόλις και μετά βίας ήλθε στον εαυτό της, άνοιξε τα μάτια και καθώς είδε τη μητέρα της, είπε: «Και τι άλλο να έκαμνα, μητέρα μου, εκτός από εκείνο το οποίο μου παρήγγειλες; Να, κατά την εντολή σου, φύλαξα την ομολογία της πίστεώς μου».
Η δε μητέρα της, αφού ύψωσε τα χέρια και τους οφθαλμούς της στον ουρανό, δόξασε το Θεό. Συνομιλώντας δε η μάρτυς με τη μητέρα της, παρέδωσε την άγια ψυχή της στα χέρια του Θεού την 27η Σεπτεμβρίου του έτους 1764 και έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανο. Το δε πάντιμο και άγιο λείψανό της, ω του θαύματος, ευωδίασε αμέσως ευωδία θαυμασιότατη και τόσο πολύ, ώστε όλοι οι δρόμοι από όπου περνούσαν με το μαρτυρικό λείψανο για την κηδεία και τον ενταφιασμό ευωδίαζαν. Τη δε νύχτα κατέβηκε φως από τον ουρανό και έλαμπε πάνω στον τάφο της μάρτυρος σαν άστρο λαμπρότατο. Όσοι δε χριστιανοί το είδαν, δοκίμασαν.
Δόξασαν τον Άγιο Τριαδικό Θεό.
Αυτό που προέχει και κάνει εντύπωση στο συναξάρι της σήμερα εορταζομένης Παρθενομάρτυρος Ακυλίνης είναι η πίστη και η αγάπη της για το Χριστό. Η πίστη όχι μόνο ως παραδοχή της υπάρξεως του Θεού, ούτε μόνο ως εμπιστοσύνη, αλλά προπαντός ως σταθερότητα και εμμονή, ως αδιάπτωτη σχέση και κοινωνία με το Χριστό. Η σχέση και η κοινωνία της Αγίας με το Χριστό αποδείχθηκε ισχυρότερη από κάθε πίεση για υποχώρησή της, από κάθε βάσανο, ακόμη και από το θάνατο. Έτσι αποδείχθηκε η Αγία Ακυλίνα άξια των Ουρανίων, των Θεϊκών Δωρεών του Χριστού, της χάριτος της Βασιλείας Του. Τα χαρίσματα, οι δωρεές του Θεού
και τις κατάλληλες υποδοχές. Και αυτές οι υποδοχές είναι το να τις θέλουμε. Ο Χριστός δίνεται σε εκείνους που τον θέλουν, τον ποθούν, τον αγαπούν. Σε εκείνους που τον βλέπουν και τον εκτιμούν ως Θεό, σε εκείνους που τον αγαπούν τόσο, ώστε να μην είναι διατεθειμένοι να τον ανταλλάξουν με κάτι άλλο, που δεν είναι διατεθειμένοι να πετάξουν το θησαυρό. Αλλά στη θέση αυτή της Αγίας Ακυλίνης λίγο πολύ βρισκόμαστε όλοι μας και μάλιστα καθημερινά και συνεχώς. Συνεχώς δεχόμαστε πιέσεις από το διάβολο, τον κόσμο και τη σάρκα ή καλύτερα από τα πάθη μας να απομακρυνθούμε, να εγκαταλείψουμε το Χριστό και συνεχώς κρίνεται η πίστη και η αγάπη μας προς Αυτόν.
Στην πράξη φαίνεται πόσο τον αγαπάμε, εάν τον προτιμούμε, εάν είμαστε άξιοί του. Κάθε δε αμαρτία αποτελεί μια ήττα, πτώση και απομάκρυνση και ένδειξη ότι δεν αγαπάμε όσο πρέπει το Χριστό, αυτό που είναι ο Χριστός, διότι ο ίδιος είπε: «Ο αγαπών με τας εντολάς μου τηρήσει». Και κάθε πράξη μετανοίας αποτελεί μια νίκη και επαναφορά και επανασύνδεση με το Χριστό. Η Αγία Ακυλίνα και όλοι οι Άγιοι με το άγιο παράδειγμά τους και τις άγιες ευχές τους μας καθοδηγούν και μας ενισχύουν στον αγώνα αυτό, στην καθημερινή αυτή εκπαίδευση, με την οποία και μέσα στην οποία μακάρι να μάθουμε κι εμείς να προτιμούμε πάντα και από οτιδήποτε άλλο το Χριστό, ο οποίος Χριστός είναι
ο στέφανος της ζωής, τον οποίο θέλει σε όλους μας να δώσει. Γίνου πιστός άχρι θανάτου και δώσω σοι τον στέφανον της ζωής.
Αγγλική μετάφρασηEN · 16 παράγραφοι
Today, September 27, our Church commemorates Saint Kallistratos the Martyr and his forty-nine fellow martyrs; Saint Epicharis the Martyr; Saint Ignatius, abbot of the Monastery of Christ the Savior known as Deep Brook; the Holy Apostles Mark, Aristarchus, and Zeno; the Holy Martyrs Philemon the bishop and Fortunianus; Saint Gaiane the Martyr; the Fifteen Holy Martyrs; Saint Aquilina the New Martyr; and Saint Sabbatius of Solovki, the Russian.
Aquilina, the virgin martyr of Christ, came from the village of Zagliveri near Thessaloniki, which belonged to the former diocese of Ardamerion. She was born to devout parents. Her martyrdom took place under these circumstances. One day, her father quarreled with a Turkish neighbor.
At that time, both Christians and Turks lived there. Aquilina’s father struck the man and, through the devil’s doing, killed him. The local authorities arrested him and took him to the pasha of Thessaloniki to be put to death. But he feared death and wanted to save himself. Alas, he converted to Islam, and so they did not execute him.
Saint Aquilina was still a nursing infant. Before long, the Turks began telling her father to make his daughter convert to Islam as well. He replied, “Do not concern yourselves with my daughter. She is under my authority, and I will make her convert whenever I choose.” But Aquilina’s mother remained faithful to Christ. She never ceased teaching her daughter to stand firm in the faith of Christ and never to deny the Lord Jesus. When Aquilina turned eighteen, the Turks again pressed her father. He called her and said, “My child, the other Turks tell me every day that you must convert. Sooner or later you will have to do it. Just make your decision a day sooner, so they will stop troubling me.” But the saint,
burning with fervent love for Christ, answered with great courage: “Do you think I have as little faith as you, that I would deny my Maker and Creator, the Lord Jesus Christ, who endured the Cross and death for us? May that never happen! I am ready to endure any torment, even death, for love of my Christ.” Truly, these were remarkable words, worthy not of the daughter of such a wretched father, but of a true daughter of Christ, the heavenly King. Seeing that she would not change her mind, her father went to the Turks and said, “I could not persuade my daughter to convert. You may do with her as you wish.”
This angered them, and they immediately sent court officers to bring in the martyr. When her blessed mother saw the men arrive, she took her daughter aside and gave her this final counsel: “My child, my dearest Aquilina, my own flesh and blood, the hour has come for which I have always prepared you. Listen to my counsel, as an obedient daughter. Be brave through the torments you will suffer, and do not deny Christ.” Aquilina answered through her tears, “Do not be afraid, Mother. That is my resolve too. May our all-good God help me, and please pray for me.”
So they said farewell to each other with tears and lamentation. The judge’s servants bound Aquilina and led her to the court. Her loving mother followed her beloved daughter as she was led toward the place of slaughter; a mother’s love would not let her leave. But the officers kept the mother outside the courtyard. They brought Aquilina before the judge, who said harshly, “Will you become a Muslim?” The saint replied, “No, I will not. May I never deny my faith and my Master, Christ.” At this, the judge grew angry.
He ordered them to strip the saint, leaving her only in her undergarment. Then they tied her to a post, and two servants beat her with rods for a long time. The martyr endured this torment with great courage. Afterward, the judge and the other Turks brought her before them again. They began to flatter her and promise her great gifts if she would deny her faith. But the bride of Christ, whose heart was filled with love for Christ her Bridegroom, counted these promises as nothing. One wealthy dignitary, bolder than the rest, said to her, “Convert, Aquilina, and I will make you my son’s bride.” The martyr of Christ answered him boldly, “May you and your son perish.”
When they heard this, they flared up in anger. They tied the saint as before and beat her with rods for a long time. Then they untied her and questioned her a third time. The judge said, “Either convert, or I will break your bones one by one.” She answered, “What have I gained from your faith that I should deny my Christ? What miracles of your faith could persuade me to believe, when you stink even while you are alive?” What courage in a martyr! What greatness of soul, worthy of heavenly praise! What an answer, not from a delicate young girl, but from a mighty giant! Hearing this, they were all shamed by the plain truth of her words.
Having nothing else to do, they angrily beat the saint a third time, so mercilessly that they left her as though dead. The ground turned red with her blood, and pieces of her flesh fell to the ground. Then they untied the martyr and gave her to a Christian who was there, to take her to her mother’s house. Her mother embraced her daughter, who was breathing her last, and asked, “What did you do, my child?” The martyr could barely gather her strength. She opened her eyes, saw her mother, and said, “What else could I have done, Mother, but what you told me? I kept my confession of faith, just as you instructed me.”
Her mother raised her hands and eyes to heaven and glorified God. As the martyr spoke with her mother, she gave her holy soul into God’s hands on September 27, 1764, and received the crown of martyrdom. And her most precious, holy relic—what a wonder!—at once gave off a marvelous fragrance. It was so strong that every street along which they carried her relic for burial was filled with its scent. That night, a light came down from heaven and shone over the martyr’s grave like a brilliant star. The Christians who saw it experienced this wonder.
They glorified the Holy Triune God.
What stands out in the account of Saint Aquilina, the virgin martyr we celebrate today, is her faith and love for Christ. Faith means more than accepting that God exists, and more than trusting Him. Above all, it means steadfastness: a lasting relationship and communion with Christ. Aquilina’s communion with Christ proved stronger than every pressure to give way, every torment, and even death. In this way, Saint Aquilina showed herself worthy of Christ’s heavenly and divine gifts, of the grace of His Kingdom. The gifts of God
also need hearts ready to receive them. And we prepare our hearts by wanting them. Christ gives Himself to those who want Him, long for Him, and love Him; to those who see and honor Him as God; to those who love Him so much that they will not trade Him for anything else or throw away this treasure. In one way or another, we all find ourselves in Saint Aquilina’s place every day. We are constantly pressed by the devil, the world, and the flesh—or, more precisely, by our passions—to move away from Christ and abandon Him. Our faith and love for Him are constantly being tested.
Our actions show how much we love Him, whether we choose Him above other things, and whether we are worthy of Him. Every sin is a defeat, a fall, and a step away from Him. It shows that we do not love Christ as we should, for He Himself said, “He who loves Me will keep My commandments.” And every act of metanoia, of repentance, is a victory, a return, and a renewal of our bond with Christ. Through their holy example and prayers, Saint Aquilina and all the saints guide and strengthen us in this struggle, in this daily training. May we too learn, through it all, always to choose Christ above everything else. For Christ is
the crown of life, which He desires to give to us all. “Be faithful unto death, and I will give you the crown of life.”
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
09 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ\27 09.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.