Ο Άγιος Άνθιμος της Νικομήδειας: Μαρτύριο και χριστιανική ελπίδα
Ο Άγιος Άνθιμος μεγάλωσε στη Νικομήδεια και διακρίθηκε για την ταπεινοφροσύνη, την προσευχή, την εγκράτεια και την αγάπη. Μετά τον θάνατο του Επισκόπου Κυρίλλου, ο κλήρος και ο λαός επέλεξαν τον Άνθιμο ως επίσκοπο, και η διδασκαλία του οδήγησε πολλούς στον Χριστό, μεταξύ των οποίων τον Ίνδη και τη Δόμνα.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Ο Άγιος Άνθιμος μεγάλωσε στη Νικομήδεια και διακρίθηκε για την ταπεινοφροσύνη, την προσευχή, την εγκράτεια και την αγάπη.
- Μετά τον θάνατο του Επισκόπου Κυρίλλου, ο κλήρος και ο λαός επέλεξαν τον Άνθιμο ως επίσκοπο, και η διδασκαλία του οδήγησε πολλούς στον Χριστό, μεταξύ των οποίων τον Ίνδη και τη Δόμνα.
- Κατά τη διωγμό του Διοκλητιανού, ο Άνθιμος βάπτιζε κατηχουμένους και τέλεσε τη Θεία Λειτουργία προτού στρατιώτες πυρπολήσουν μια εκκλησία γεμάτη πιστούς τη νύχτα των Χριστουγέννων.
- Αφού επέζησε, συνέχισε να φροντίζει το ποίμνιό του και πρόσφερε τροφή και ανάπαυση στους στρατιώτες που είχαν σταλεί να τον συλλάβουν.
- Αποκάλυψε την ταυτότητά του, αρνήθηκε να αφήσει τους στρατιώτες να ψεύδονται για χάρη του, τους δίδαξε την πίστη και τους βάπτισε στο δρόμο της επιστροφής προς τη Νικομήδεια.
- Ο Άνθιμος υπέμεινε βασανιστήρια, ενισχυμένος από θεϊκά σημεία, και βάπτισε συνεργάτες φυλακισμένους πριν αποκεφαλιστεί.
- Η ομιλία παρουσιάζει την ελπίδα του για την αιώνια ζωή ως πηγή θάρρους και καλεί τους χριστιανούς να αναζητούν τις ουράνιες ευλογίες.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 15 παράγραφοι
Σήμερα, 3 του μηνός Σεπτεμβρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος Ανθίμου, Επισκόπου Νικομηδίας, του Οσίου Θεοκτίστου, συνασκητού του Μεγάλου Ευθυμίου, της Αγίας Βασιλίσσης, των Αγίων Μαρτύρων Χαρίτονος και Αρχοντίωνος, του Αγίου Βασιλέως Κωνσταντίνου του Νέου, του Αγίου Ιερομάρτυρος Αυστίωνος και του Αγίου Νεομάρτυρος Πολυδώρου.
Ο Άνθιμος, ο Μάρτυς και Επίσκοπος, άκμασε κατά τα τέλη του τρίτου και τις αρχές του τέταρτου μετά Χριστόν αιώνος. Πατρίδα του ήταν η Νικομήδεια, η οποία από τον Διοκλητιανό είχε γίνει πρωτεύουσα του ανατολικού τμήματος της μεγάλης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Οι γονείς του ήταν ευγενείς και ευσεβείς. Αυτός δε, από την παιδική του ηλικία, ήταν χαριτωμένος με τη χάρη του Θεού και διακρινόταν για τη σύνεσή του. Όταν έφτασε στην ανδρική ηλικία, καλλιεργούσε την εγκράτεια του θυμού και των σαρκικών επιθυμιών, την ταπεινοφροσύνη, αποστρεφόμενος κάθε κοσμική επίδειξη, την προσευχή και τη μητέρα και βασιλίδα όλων των αρετών, την αγάπη, φιλόπονα εργαζόταν.
Έχοντας έτσι την αρετή μεγαλόφωνο κήρυκα, δεν ήταν δυνατόν να διαφύγει την προσοχή των ανθρώπων, γι' αυτό και τον ανέβασαν στον υψηλό βαθμό της ιεροσύνης. Δεν επιδίωξε την τιμή, ούτε την άρπαξε, αλλά μάλιστα καταλήφθηκε από εκείνη, αν και με όλη του τη δύναμη απομακρυνόταν από αυτή για την πολλή του ταπεινοφροσύνη, χωρίς την οποία η προς τα εκκλησιαστικά αξιώματα προθυμία φθείρει τον κλήρο και την εκκλησιαστική ζωή. Η ικανότητα και η όλη διαγωγή την οποία επέδειξε ο Άνθιμος ως ιερέας αύξησαν και πλάτυναν την προς αυτόν εκτίμηση και αγάπη. Γι' αυτό, όταν άφησε τον παρόντα κόσμο ο Επίσκοπος Νικομηδίας Κύριλλος, κοινή ψήφος κλήρου και λαού,
η οποία μάλιστα επικυρώθηκε κατά θαυμαστό τρόπο από το Θεό, κατέστησε τον Άνθιμο διάδοχό του. Η ζωή του ως Επισκόπου στάθηκε ανώτερη από κάθε έπαινο. Ήταν με το λόγο αλλά και το έργο κοινός διδάσκαλος, ποιμένας και πατέρας. Επιστήριζε τους πιστούς, αλλά και πολλούς από τους απίστους έλκυε στην αλήθεια, την πίστη του Χριστού, και πολλοί βάδισαν ευχαρίστως τον ένθεο δρόμο του μαρτυρίου. Μεταξύ αυτών ήταν ο Ίνδης και η Δόμνα, οι οποίοι καταφρόνησαν τη ζωή των ανακτόρων και προτίμησαν του μαρτυρίου τον στέφανο, και άλλοι εφάμιλοί τους. Ο βασιλέας μετά τη νίκη του κατά των Αιθιόπων διέταξε όλοι να μαζευτούν στη Νικομήδεια για να θυσιάσουν στους θεούς του.
Κηρύχθηκε μεγάλος και σφοδρός διωγμός κατά των Χριστιανών. Κι άλλοι μεν από αυτούς έφευγαν στα βουνά και τις σπηλιές, κι άλλοι με διάφορους τρόπους θανατώνονταν, τα δαιμοναστήρια ερημώνονταν ή και κατεδαφίζονταν. Κατά τη νύχτα των Χριστουγέννων, οι Χριστιανοί της Νικομήδειας με τον Ιεράρχη τους ήταν στην Εκκλησία για να εορτάσουν τη γέννηση του Χριστού. Καθώς το έμαθε ο Διοκλητιανός, πρόσταξε να μαζέψουν και να ανάψουν ξύλα γύρω από την εκκλησία για να κατακαούν όλοι οι χριστιανοί που ήταν μέσα σε αυτή. Τότε ο Άγιος Άνθιμος βάπτισε όλους τους κατηχουμένους, τέλεσε τη Θεία Λειτουργία και μετέδωσε σε όλους τα άχραντα μυστήρια. Εν τω μεταξύ, ανάφθηκαν έξω τα ξύλα, οι δε άγιοι μέσα
...έψαλαν και δοξολογούσαν το Θεό. Έτσι κάηκαν είκοσι χιλιάδες, των οποίων τη μνήμη εορτάζουμε την 28η Δεκεμβρίου. Ο δε Άγιος Άνθιμος φυλάχτηκε αβλαβής από τη χάρη του Θεού για να ωφελήσει με τη διδασκαλία του, να βαπτίσει και να προσφέρει και άλλους στο Χριστό. Πήγε σε μια κωμόπολη, ονόματι Σιμάνη, για να συνεχίσει τη διαποίμανση του υπόλοιπου ποιμνίου του. Κάποια μέρα, έξω από την κωμόπολη, ο Άνθιμος συνάντησε στρατιώτες. Δεν τον γνώριζαν αυτοί, ήταν δε αποκαμωμένοι από τον κόπο και την πείνα. Τον σταμάτησαν όμως και τον ρώτησαν αν γνώριζε τον επίσκοπο Νικομηδίας Άνθιμο. «Και τι τον θέλετε;» ρώτησε ο Άγιος.
«Να τον συλλάβουμε κατά αυτοκρατορική διαταγή», απάντησε ο επικεφαλής. «Παιδιά μου», τους είπε, «είστε πολύ κουρασμένοι και πεινασμένοι. Εγώ τον ξέρω τον Άνθιμο και γνωρίζω πού μένει. Θα σας τον δείξω αφού φάτε και αναπαυθείτε». Αφού έτσι οι στρατιώτες φιλοξενήθηκαν, ο Άγιος τους αποκάλυψε ότι αυτός ήταν εκείνος τον οποίο ζητούσαν.
Γι' αυτό του πρότειναν να φύγει από εκεί, αυτοί δε θα έλεγαν ότι δεν τον βρήκαν. Ο Άγιος που πάντοτε μελετούσε τις εντολές του Θεού και δίδασκε και προέτρεπε όλους να λέγουν την αλήθεια, δεν ανεχόταν να πουν τώρα γι' αυτόν ψέματα. Εξάλλου ποθούσε το θάνατο για το Χριστό, γι' αυτό επέμενε να τον πάρουν οι στρατιώτες μαζί τους. Εκείνοι με πολλή τους θλίψη υποχώρησαν στην επιμονή του, καθοδόν δε τους δίδαξε τον λόγο της πίστεως. Καθώς δε εκείνοι τον δέχτηκαν, όταν έφτασαν σε κάποιο ποταμό, τους βάπτισε. Μετά συνέχισαν το δρόμο τους και έτσι πήγαν στην πόλη. Ο αυτοκράτορας, στον οποίο παρουσιάστηκε, αφού έδειξε τα όργανα των βασανιστηρίων, του είπε:
«Είσαι ο λεγόμενος Άνθιμος που πλανήθηκε στην πίστη του Χριστού ως απλός και ευκολόπιστος άνθρωπος και εκτοξεύει μύριες ύβρεις κατά των θεών μας;» Ο δε γενναίος του Χριστού αθλητής του δήλωσε ότι οι απειλές και τα βάσανα δεν τον φοβίζουν, αλλά του είναι ποθηνότερα από τη ζωή, διότι ο θάνατος θα τον οδηγήσει προς τα ποθούμενα. Τότε ο βασιλέας πρόσταξε να τον χτυπήσουν με πέτρες, ο δε Άγιος με πραότητα και υπομονή δεχόταν τις πληγές. Μετά, με πυρωμένες περόνες, τρύπησαν τους αστραγάλους του. Ο δε Μάρτυς, που διψούσε να ενωθεί με το Χριστό, υπέμεινε το βάσανο με μεγάλη ευχαρίστηση. Ευχαριστούσε δε και τον τύραννο, διότι έτσι επιτύγχανε εκείνο που ποθούσε.
Το δε προφητικό, «Εδίψησε η ψυχή μου προς τον Θεό τον ισχυρόν, τον ζώντα· πότε ήξω και οφθήσομαι τω προσώπω του Θεού μου;» Μετά άπλωσαν τον μάρτυρα πάνω σε όστρακα και τον ράβδισαν με σφοδρότητα. Κατόπιν πυράκτωσαν και έβαλαν στα πόδια του χάλκινες περικνημίδες. Θεία δε χάρη και φωνή άνωθεν ενίσχυσε το μάρτυρα και χαρούμενο παρουσίαζε το πρόσωπό του, το οποίο βλέποντας ο Διοκλητιανός εκπλησσόταν, αλλά από την με πείσμα εμμονή στην απιστία τα θαυμαστά απέδιδε σε μαγεία. Μετά πρόσταξε να δέσουν τον Άγιο σε τροχό και να κατακαίνε τις σάρκες του. Όμως ο μεν τροχός ακινητοποιήθηκε,
οι δε δήμιοι, με την παρουσία τριών λευκοφόρων και λαμπρών ανδρών, ατόνησαν τόσο που έπεσαν κάτω και τα χέρια τους παρέλυσαν. Όμως κι άλλο θαύμα συνέβη. Καθώς ο Άγιος οδηγούνταν στη φυλακή, θείο και υπέρλαμπρο φως περιέβαλε τον Άγιο και τους δημίους του, οι οποίοι κατέπεσαν στη γη, καθώς και τα δεσμά του μάρτυρος. Στο δεσμωτήριο, ο Άγιος δίδαξε εκείνους που βρίσκονταν εκεί και με το Άγιο Βάπτισμα τους οδήγησε στο Χριστό. Τέλος, ο Ιεράρχης, με πολλή την ηδονή για την επαγγελία των μελλόντων αγαθών και αφού προσευχήθηκε, αποκόπηκε η τίμια κεφαλή και έτσι παρέδωσε τη μακάρια του ψυχή στα χέρια του Αγίου Θεού την 3η Σεπτεμβρίου του έτους
Κατά την εσπέρα μερικοί πιστοί με ευλάβεια ενταφίασαν στον ίδιο εκείνο τόπο το τίμιό του λείψανο, δοξάζοντας την κατά ποικίλους τρόπους οικονομούσα τη σωτηρία μας Τριαδική Θεότητα.
Μία από τις τρεις βασικές ευαγγελικές αρετές, τις οποίες ιδιαίτερα συναντάμε στους Αγίους Μάρτυρες και ακόμη πιο ιδιαίτερα στο σήμερα εορταζόμενο Άγιο Άνθιμο, είναι η ελπίδα. Η ελπίδα των μελλόντων αγαθών, η οποία τους έδινε τη χαρά, «τη ελπίδι χαίροντες», και αυτά τα οποία οι μη έχοντες την ελπίδα φοβούνται και με κάθε τρόπο προσπαθούν να αποφύγουν, τα πολλά και φρικτά βασανιστήρια και κατ' εξοχή το θάνατο, η ελπίδα τα έκανε σε αυτούς όχι απλώς υποφερτά αλλά επιθυμητά. Η ελπίδα αυτή είναι μεγάλη βοήθεια στην πνευματική ζωή, διότι αυτός που προσδοκεί τα μέλλοντα αγαθά, τα εδώ τα απωθεί και τα παρέρχεται.
Καθένας σπεύδει προς εκείνα που πραγματικά επιθυμεί. Έτσι, όσοι προτιμούν την απόκτηση των ουρανίων, επιθυμούν την αποδημία από τη γήινη αυτή ζωή. Η ελπίδα και προσδοκία και επιδίωξη των μελλόντων αγαθών δεν είναι απλώς επιθυμητή ή βοηθητική, αλλά βασική και απαραίτητη, και χωρίς αυτή δεν μπορεί κανείς να είναι χριστιανός. Ο Απόστολος μας προτρέπει: «Ει ουν συνηγέρθητε τω Χριστώ, τα άνω ζητείτε, τα άνω φρονείτε, μη τα επί γης». Αυτά τα άνω είναι ασύγκριτα ανώτερα από τα επί της γης. Είναι «α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη».
«Α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν». Αξίζει λοιπόν όλη μας την επιθυμία να στρέψουμε προς τα εκεί, παραβλέποντας τα μη μένοντα. Αξίζει να καθαρίσουμε την καρδιά μας από κάθε μολυσμό και έτσι να περιμένουμε τον Δεσπότη Χριστό για να μας καταστήσει κοινωνούς του πλούτου των αγαθών Του, της αρρήτου Του δόξης. Εν τω φωτί Του να δούμε το φως το ιλαρό και ανέσπερο, το αιώνιο και αιωνίζον.
Αγγλική μετάφρασηEN · 15 παράγραφοι
Today, September 3, our Church commemorates Saint Anthimus, the hieromartyr and Bishop of Nicomedia; Venerable Theoktistos, fellow ascetic of Euthymios the Great; Saint Basilissa; the holy martyrs Chariton and Archontion; Saint Constantine the New, the holy king; Saint Austion the hieromartyr; and Saint Polydoros the new martyr.
Anthimus, the martyr and bishop, lived in the late third and early fourth centuries after Christ. His homeland was Nicomedia, which Diocletian had made the capital of the eastern part of the great Roman Empire. His parents were noble and devout. From childhood he was blessed with the grace of God and was known for his good judgment. When he reached adulthood, he worked diligently to cultivate self-control over anger and bodily desires, humility that shunned every worldly display, prayer, and love, the mother and queen of all the virtues.
His virtue spoke so clearly that people could not fail to notice him, and he was raised to the high rank of priest. He neither sought nor seized this honor. Indeed, it came upon him despite all his efforts to draw away from it in his great humility. Without such humility, eagerness for positions in the Church harms the clergy and the life of the Church. The ability and conduct Anthimus showed as a priest deepened the esteem and love people had for him. So when Cyril, Bishop of Nicomedia, departed this life, the clergy and people voted together
to make Anthimus his successor, and God confirmed their choice in a wondrous way. His life as bishop was beyond praise. In word and deed, he was a teacher, shepherd, and father to all. He strengthened the faithful and drew many unbelievers to the truth, to faith in Christ. Many of them gladly took the God-guided path of martyrdom. Among them were Indes and Domna, who scorned life in the palace and chose the crown of martyrdom, along with others like them. After his victory over the Ethiopians, the emperor ordered everyone to gather in Nicomedia and sacrifice to his gods.
A great and fierce persecution of Christians began. Some fled to the mountains and caves, while others were put to death in various ways. The shrines of the demons were left deserted or even torn down. On Christmas night, the Christians of Nicomedia were in the Church with their bishop to celebrate the birth of Christ. When Diocletian heard of it, he ordered wood piled around the church and set alight, so that all the Christians inside would burn. Saint Anthimus then baptized all the catechumens, celebrated the Divine Liturgy, and gave everyone the spotless Mysteries. Meanwhile, the wood outside was set ablaze, and the holy people inside
sang hymns and glorified God. In this way, twenty thousand were burned to death. We commemorate them on December 28. By the grace of God, Saint Anthimus was kept unharmed so that he could edify others through his teaching, baptize them, and bring still more people to Christ. He went to a town called Simane to continue shepherding the rest of his flock. One day, outside the town, Anthimus met some soldiers. They did not recognize him and were exhausted and hungry. They stopped him, however, and asked if he knew Anthimus, the Bishop of Nicomedia. “What do you want with him?” the Saint asked.
“We have orders from the emperor to arrest him,” their leader replied. “My children,” he said, “you are very tired and hungry. I know Anthimus, and I know where he lives. I will show him to you after you have eaten and rested.” Once the soldiers had enjoyed his hospitality, the Saint revealed that he himself was the man they were seeking.
They urged him to leave and offered to say they had not found him. But the Saint, who always kept God’s commandments in mind and taught and urged everyone to tell the truth, would not let them lie for his sake. Besides, he longed to die for Christ, so he insisted that the soldiers take him with them. They gave in with great sorrow. On the road, he taught them the faith. They received his teaching, and when they reached a river, he baptized them. Then they continued on to the city. When Anthimus was brought before the emperor, the emperor showed him the instruments of torture and said:
“Are you the Anthimus who was led astray into faith in Christ like a simple, gullible man, and who hurls countless insults at our gods?” But Christ’s brave champion told him that threats and torments did not frighten him. He desired them more than life itself, because death would lead him to what he longed for. The emperor then ordered him to be struck with stones, and the Saint bore the blows with gentleness and patient endurance. Next, they pierced his ankles with red-hot spikes. The martyr, thirsting to be united with Christ, endured the torture with great joy. He even thanked the tyrant, because through it he was attaining what he desired.
He recalled the words of the prophet: “My soul thirsts for God, the mighty, the living God. When shall I come and appear before the face of my God?” Then they stretched the martyr over sharp fragments of pottery and beat him severely. After that, they heated bronze leg guards until they glowed and placed them on his legs. Divine grace and a voice from above strengthened the martyr, and his face shone with joy. Diocletian was astonished to see it, but in his stubborn unbelief he attributed these wonders to magic. He then ordered the Saint bound to a wheel and his flesh burned. But the wheel stopped moving,
and three radiant men dressed in white appeared. The executioners lost their strength, fell to the ground, and could no longer move their hands. Another miracle followed. As the Saint was led to prison, a brilliant divine light surrounded him and his executioners. They fell to the ground, and the martyr’s bonds fell away. In prison, the Saint taught the others held there and brought them to Christ through Holy Baptism. Finally, filled with joy at the promise of the blessings to come, the bishop prayed. His honored head was cut off, and on September 3 he entrusted his blessed soul into the hands of the Holy God.
That evening, some of the faithful reverently buried his honored remains there, glorifying the Triune God, who guides our salvation in many ways.
One of the three chief virtues taught by the Gospel, seen especially in the holy martyrs and most especially in Saint Anthimus, whom we celebrate today, is hope. Hope in the blessings to come gave them joy, as the Apostle says, “Rejoice in hope.” Those who have no hope fear terrible tortures and, above all, death, and try in every way to escape them. For the martyrs, hope made these things more than bearable: it made them desirable. This hope is a great help in the spiritual life, for those who look forward to the blessings to come turn away from the things of this world and pass them by.
Each of us hastens toward what we truly desire. So those who choose heavenly blessings long to depart from this earthly life. To hope for, look forward to, and seek the blessings to come is more than desirable or helpful. It is essential: without it, no one can be a Christian. The Apostle urges us: “If, then, you have been raised with Christ, seek the things above. Set your minds on the things above, not on the things of the earth.” The things above are beyond comparison with earthly things. They are what “eye has not seen, nor ear heard, nor has it entered the human heart,”
“what God has prepared for those who love Him.” It is worth turning all our desire toward those blessings and passing over the things that do not last. It is worth cleansing our hearts of every stain and waiting for Christ our Master to make us sharers in the riches of His blessings and His glory beyond words. May we see in His light the gentle light that knows no evening, the eternal light that endures forever.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
09 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ\03 09.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.