Άγιος Ανδρέας ο διά Χριστόν σαλός στην Κωνσταντινούπολη
Γεννήθηκε Σκύθης και σπούδασε τις Θείες Γραφές ενώ υπηρετούσε τον Θεόγνωστο στην Κωνσταντινούπολη. Ένα όνειρο, στο οποίο παλαίει με τον πρωταθλητή του Σατανά και λαμβάνει ουράνια στεφάνια, οδήγησε τον Ανδρέα να ακολουθήσει τη σαλότητα διά Χριστόν με την ευλογία του πνευματικού του πατέρα.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Γεννήθηκε Σκύθης και σπούδασε τις Θείες Γραφές ενώ υπηρετούσε τον Θεόγνωστο στην Κωνσταντινούπολη.
- Ένα όνειρο, στο οποίο παλαίει με τον πρωταθλητή του Σατανά και λαμβάνει ουράνια στεφάνια, οδήγησε τον Ανδρέα να ακολουθήσει τη σαλότητα διά Χριστόν με την ευλογία του πνευματικού του πατέρα.
- Προσποιήθηκε την τρέλα, μεταφέρθηκε στην εκκλησία της Αγίας Αναστασίας και είδε όραμα που επιβεβαίωσε την κλήση του.
- Απελευθερωμένος από το σπίτι του κυρίου του, έζησε στη φτώχεια, νήστευε, προσευχόταν κρυφά, υπέμενε κακομεταχείριση και έδινε αθόρυβα χρήματα στους φτωχούς.
- Η πνευματική του διορατικότητα αποκάλυπτε κρυφές αμαρτίες και προσέλκυσε τον νεαρό Επιφάνιο ως μαθητή του.
- Κατά τη διάρκεια ενός σφοδρού χειμώνα, έλαβε ουράνια παρηγοριά και συνέχισε τον ασκητικό του αγώνα.
- Στις Βλαχέρνες, ο Ανδρέας και ο Επιφάνιος είδαν την Θεοτόκο να απλώνει το μαφόριό της πάνω από τους πιστούς· πριν από τον θάνατό του, ο Ανδρέας ζήτησε από τον Επιφάνιο να προσεύχεται για όλους και να φροντίζει τους αναξίους βοηθείας.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 42 παράγραφοι
Ανδρέας ο διά Χριστόν σαλός ήταν Σκύθης το γένος, διέλαμψε δε στην Κωνσταντινούπολη επί της βασιλείας του Λέοντος του Φιλοχρίστου του Μεγάλου, δηλαδή κατά τον πέμπτον μετά Χριστόν αιώνα. Κάτω από ποιες συνθήκες βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη δεν είναι γνωστό. Αυτό δε μόνο γνωρίζουμε, ότι από παιδί βρισκόταν στην υπηρεσία κάποιου άρχοντος της Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος ονομαζόταν Θεόγνωστος, ήταν ευσεβής και με φόβο Θεού, πρώτος σπαθάριος, δηλαδή αξιωματικός της Αυτοκρατορικής Φρουράς, και στρατηγός της Ανατολής. Ο Θεόγνωστος λοιπόν αυτός είχε πολλά υποστατικά και δούλους πολλούς, ένας από τους οποίους ήταν ο μακάριος Ανδρέας, ο οποίος, όταν τον αγόρασε ο αυθέντης του, ήταν ακόμη μικρό παιδί. Τον έστειλε δε στο διδασκαλείο για να σπουδάσει τα Ιερά Γράμματα.
Καθώς ήταν, σύντομα έμαθε απ' έξω το ψαλτήρι και τους αριθμούς, ώστε να απορεί και ο δάσκαλός του για την ευφυΐα του. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί από την όψη του, από τη σωματική διάπλαση και τη σύνεσή του, από την κοσμιότητα και την επίδοσή του στα ιερά γράμματα πως ήταν Σκύθης. Γι' αυτό ο κύριός του τον τίμησε με το αξίωμα του νοταρίου, δηλαδή του γραμματέως. Επειδή τον έβλεπε να διαχειρίζεται συνετά τα υπάρχοντά του, του έκανε πολλές τιμητικές διακρίσεις. Του έδινε μάλιστα και από τα ρούχα που ο ίδιος φορούσε, ώστε να λένε όσοι τον έβλεπαν ότι ο δούλος φορεί πολυτιμότερα ρούχα από τον αφέντη. Αγαπούσε πολύ να μελετά τις θείες γραφές, περισσότερο όμως τα μαρτύρια των Αγίων και τους βίους των Θεοφόρων Πατέρων.
Η καρδιά του φλεγόταν από την αγάπη τους και επιθυμούσε να μιμηθεί την ενάρετη ζωή τους. Κάποια νύχτα είδε στο όνειρό του πως βρέθηκε στο θέατρο. Εκεί από τη μια μεριά στέκονταν πολλοί λευκοντυμένοι και μερικοί άλλοι σεβάσμιοι άνδρες, ενώ από την άλλη πλήθος αναρίθμητο από μαύρους Αιθίοπες. Αυτές οι δύο παρατάξεις είχαν κάποια συζήτηση γύρω από τα αγωνίσματα του δρόμου και της πάλης. Οι Αιθίοπες είχαν ένα σωματώδη μαύρο και προκαλούσαν τους λευκοφόρους. «Ποιος», έλεγαν, «θα τρέξει και θα παλέψει με αυτόν; Κανείς δεν τον έχει νικήσει αιώνες τώρα, παρόλο που πάλεψε με πολλούς. Είναι χιλίαρχος του Σατανά». Όση ώρα εκείνοι κόμπαζαν, ο μακάριος Ανδρέας στεκόταν εκεί και άκουγε, ενώ οι λευκοφόροι βρίσκονταν σε αμηχανία. Ξαφνικά παρουσιάστηκε.
Παρουσιάστηκε ένας νέος πολύ ωραίος που μόλις είχε κατεβεί από τον ουρανό, κρατώντας στο χέρι του τρία στεφάνια. Το πρώτο ήταν στολισμένο με καθαρό χρυσάφι και πολύτιμα πετράδια, το δεύτερο με πλήθος μαργαριτάρια, ενώ το τρίτο με κάθε ποικιλία από τριαντάφυλλα, κρίνα και άλλα άνθη του παραδείσου, γι' αυτό ήταν και αμάραντο. Είχε μάλιστα τέτοια ευωδία που δεν μπορεί η ανθρώπινη γλώσσα να εκφράσει. Ο Ανδρέας τα κοίταζε με θαυμασμό και λαχταρούσε να βρεθεί τρόπος να αποκτήσει ένα από τα στεφάνια. Πλησιάζει λοιπόν εκείνον τον ωραίο νέο και του λέει: «Για το όνομα του Χριστού, πόσο τα πουλάς; Χρήματα να τα αγοράσω δεν έχω. Θα πάω όμως να το πω στον κύριό μου και αυτός θα σου δώσει όσο χρυσάφι θέλεις».
Ο νέος τότε χαμογέλασε και του είπε: «Πίστεψέ με, αγαπητέ, πως κι αν ακόμη μου φέρεις το χρυσάφι όλου του κόσμου, ούτε σε σένα ούτε σε εκείνον που θεωρείς κύριό σου θα δώσω ένα από τα άνθη αυτά, γιατί δεν είναι άνθη του μάταιου αυτού κόσμου, όπως νόμισες. Είναι ουράνιοι θησαυροί. Με αυτά στεφανώνονται όσοι νικούν εκείνους τους Αιθίοπες. Αν θέλεις λοιπόν να πάρεις ένα στεφάνι, πήγαινε να παλέψεις με αυτόν τον κατάμαυρο Αιθίοπα και αν τον νικήσεις θα σου δώσω όχι μόνο τούτα τα στεφάνια αλλά όσα θέλεις». Ακούγοντας αυτά ο μακάριος πήρε θάρρος και του είπε: «Πίστεψέ με, κύριέ μου, θα κάνω όπως μου είπες. Μη με αφήσεις μόνο στα τεχνάσματά του». «Ο Αιθίοπας», παρατήρησε ο νέος, «αν και θρασύς είναι, όμως δειλός και αδύναμος».
Μη σε τρομάξει λοιπόν το ανάστημά του. Είναι σάπιος και αδύναμος σαν το μαραμένο λάχανο. Όταν σε στριφογυρίσει στον αέρα, μη φοβηθείς. Άρπαξέ τον σταυρωτά και θα νιώσεις τη βοήθεια του Θεού». Ξεκίνησε λοιπόν ο μακάριος για να παλέψει. Βγήκε στη μέση απέναντι από τον Αιθίοπα και του φώναξε δυνατά: «Έλα, κατάμαυρε, τιποτένιε, ανάξιε, έλα να παλέψουμε οι δυο μας». Μόλις τον άκουσε εκείνος, όρμησε αμέσως ξεφυσώντας και κομπάζοντας. Άδραξε τον Ανδρέα και τον στριφογύριζε για πολλή ώρα, με αποτέλεσμα να χειροκροτούν χαρούμενοι οι Αιθίοπες, ενώ οι λευκοφόροι να θλίβονται. Νόμιζαν πως θα τον βάλει κατά γης και θα του βγάλει τα μάτια. Ο Ανδρέας όμως, σε αυτή την κρίσιμη στιγμή, τον άρπαξε σταυρωτά, τον έριξε κάτω και τον άφησε αναίσθητο.
Οι λευκοφόροι χάρηκαν υπερβολικά, τον σήκωσαν στα χέρια, τον ασπάζονταν και τον άλειφαν με πνευματικά μύρα, ενώ οι αναρίθμητοι Αιθίοπες εξαφανίστηκαν καταντροπιασμένοι. Τότε ο ένδοξος νέος πλησίασε τον μακάριο Ανδρέα, του δώρισε εκείνα τα πολύτιμα στεφάνια, τον ασπάστηκε και του είπε: «Από τη στιγμή αυτή θα είσαι φίλος και αδελφός μου. Αγωνίζου τον καλόν αγώνα γυμνός. Γίνε για χάρη μου σαλός, τρελός, κι εγώ θα σου χαρίσω πολλά αγαθά στη βασιλεία μου». Έτσι λοιπόν μετά από αυτά και με σύμφωνη γνώμη του πνευματικού του, ο μακάριος Ανδρέας άρχισε τον αγώνα της διά Χριστόν σαλότητος. Την επομένη τα μεσάνυχτα σηκώθηκε και προσευχήθηκε. Ύστερα πήρε ένα μαχαίρι και πήγε στο πηγάδι κοντά στο υπνοδωμάτιο του κυρίου του.
Έβγαλε το χιτώνα και άρχισε να τον ξεσκίζει σαν επιληπτικός και να τον κόβει σε μικρά κομμάτια. Πρόφερε μάλιστα λόγια συγκεχυμένα και άτακτες φωνές όπως οι παράφρονες. Από τις φωνές ξύπνησε ο κύριός του, δεν μπορούσε όμως να καταλάβει τι ήταν αυτά και μάλιστα σε τέτοια ώρα. Ξύπνησε και ο μάγειρος, νόμισε πως ξημέρωνε και πήγε να βγάλει νερό.
Βλέποντας όμως τον Ανδρέα σε αυτή την κατάσταση, άφησε τη στάμνα του, ενημέρωσε τον κύριό του και φώναξε σε όλους τους ανθρώπους του σπιτιού: «Ο Ανδρέας έχασε τα λογικά του, τρελάθηκε, κάθεται στο πηγάδι με σχισμένο το χιτώνα». Ο Θεόγνωστος τ' άκουσε και λυπήθηκε πολύ. Βλέποντας τον Ανδρέα να παραφρονεί, έκλαιγε μαζί με τους άλλους και οδυρόταν, γιατί νόμιζε πως τα καμώματά του ήταν αληθινά.
Καταπικραμένος για τη συμφορά του δούλου του, έστειλε στον σεβάσμιο ναό της Αγίας Μάρτυρος Αναστασίας και πρόσταξε να τον δέσουν εκεί. Έστειλε μάλιστα πολλά χρήματα στον προσμονάριο για τη θεραπεία του. Όλη την ημέρα μιλούσε σαν δαιμονισμένος και τρελός. Τη νύχτα όμως προσευχόταν μυστικά και παρακαλούσε τη μάρτυρα του Χριστού να τον πληροφορήσει αν η προσπάθεια που άρχισε ήταν θεάρεστη. Σταμάτησε για λίγο το κλάμα και την προσευχή και βλέπει με τα μάτια του να παρουσιάζεται κάποιος γέροντας στολισμένος με πολλή δόξα. Μαζί του ήταν και πέντε γυναίκες και επισκέπτονταν έναν έναν τους ασθενείς. Τελείωσαν με τους άλλους και ήρθαν κοντά στον Ανδρέα. Πρώτος στάθηκε ο γέροντας και πλάι του οι Άγιες Γυναίκες. Τον κοίταξε με βλέμμα σταθερό και του χαμογελούσε συμπαθητικά σαν να είχε κάτι ευχάριστο στο νου του.
Είπε τότε στην πιο λαμπροφορεμένη γυναίκα: «Κυρία Αναστασία, δεν θα τον θεραπεύσεις αυτόν;» «Ο διδάσκαλος το πρόσταξε να γίνει έτσι», αποκρίθηκε εκείνη. «Δεν έχει ανάγκη θεραπείας. Αυτός που του είπε “Γίνε σαλός για χάρη μου και εγώ θα σου χαρίσω πολλά αγαθά στη βασιλεία μου”, αυτός ο ίδιος τον θεράπευσε και δεν του χρειάζεται άλλη θεραπεία. Γνώριζε δηλαδή ο Κύριος ότι την τέχνη που θα μάθει δεν θα την αφήσει μέχρι την τελευταία του αναπνοή. Γνώριζε ότι θα γίνει με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος εκλεκτό του σκεύος, χρήσιμο, άγιο, αγαπημένο». «Το γνώριζα, κυρία μου», της είπε τότε ο γέροντας, «το γνώριζα κι εγώ αυτό. Μίλησα όμως έτσι επειδή τον συμπάθησα». Αυτά είπαν και αφού τον χαιρέτησαν με αγάπη Χριστού,
πήγαν στον κυρίως ναό για να προσευχηθούν. Από τη στιγμή εκείνη, μέχρι που χτύπησε ο προσμονάριος το ξυλοσήμαντρο και άρχισε ο όρθρος, δεν είδε κανέναν από αυτούς να βγαίνει ή να μπαίνει. Θαύμασε ο Όσιος για όσα του αποκαλύφθηκαν και δόξασε τον Θεό και την Αγία Μάρτυρα Αναστασία που τον βοήθησε τόσο σύντομα. Στο ναό της Αγίας Αναστασίας έμεινε περίπου τέσσερις μήνες. Οι κληρικοί της Εκκλησίας, επειδή έβλεπαν πως δεν θεραπεύεται αλλά χειροτερεύει, ενημέρωσαν σχετικά τον κύριό του. Εκείνος τον κατέγραψε σαν τρελό και δαιμονισμένο και διέταξε να τον λύσουν και να τον αφήσουν ελεύθερο. Από τότε λοιπόν τριγύριζε στην πλατεία της πόλεως και έπαιζε όπως άλλοτε ο θαυμάσιος εκείνος Συμεών ο διά Χριστόν σαλός. Όταν βράδιασε πήγε στον πνευματικό του και
διηγήθηκε τα συμβάντα. Μόνο σ' εκείνον μιλούσε και έλεγε την πραγματικότητα. Σε όλους τους άλλους μιλούσε σαν τρελός ή δεν μιλούσε καθόλου. Το πρωί σηκωνόταν ο Όσιος και γύριζε στους δρόμους μέσα στο θόρυβο. Όλη τη μέρα έμενε νηστικός και δεν καθόταν πουθενά. Το βράδυ τον έβρισκε να παίζει στις στοές της πόλεως. Εκεί παρατηρούσε πού είχαν ξαπλώσει τα σκυλιά. Ξάπλωνε αναπαυτικά σαν να έπεφτε σε στρώμα, σχεδόν γυμνός, φτωχός, χωρίς ψάθα, χωρίς ένα χοντρό μάλλινο επανωφόρι, χωρίς κάπα, αλλά μόνο με το μάλλινο ρούχο που φορούσε. Το πρωί που σηκωνόταν έλεγε στον εαυτό του: «Να, ταπεινέ ανόητε Ανδρέα, σαν σκύλος κοιμήθηκες μαζί με τους ομοίους σου. Πάμε πάλι να κοπιάσουμε για να αποφύγουμε τη μέλλουσα τιμωρία».
Πλησιάζει ο θάνατος. Μην πλανάσαι, κανείς δεν θα σε βοηθήσει εκείνη την ώρα. Κάθε άνθρωπος θα απολαύσει τους καρπούς των κόπων του την ώρα του θανάτου. Αγωνίσου λοιπόν, κοπίασε, υπόμεινε εξευτελισμούς σ' αυτόν τον κόσμο για να επαινεθείς και να δοξαστείς από τον Επουράνιο Βασιλέα μας». Έτσι μονολογούσε και αγωνιζόταν να επεκτείνεται γοργά προς τα εμπρός, καθώς λέγει ο Απόστολος. Ο κόσμος που τον έβλεπε έλεγε: «Κοίταξε, και νέος σαλός». «Αυτή η συμπεριφορά», έλεγαν άλλοι, «δεν ταιριάζει σε σαλό». Οι τελευταίοι τον συμπαθούσαν, ενώ οι πρώτοι τον χτυπούσαν στον τράχηλο και έφτυναν αηδιασμένοι. Εκείνος όμως υπέμενε τον πόνο και τον κάματο.
Προσευχόταν κρυφά, αλλά τόσο έντονα, ώστε ο ψίθυρος που έβγαινε από τα χείλη του ακουγόταν από μακριά σαν καζάνι που κοχλάζει, ενώ από το στόμα του έβγαινε ατμός. «Κοίταξε», έλεγαν όσοι ασύνετοι τον έβλεπαν, «τόσο πολύ υποφέρει η καρδιά του από το πονηρό πνεύμα, ώστε βγάζει αυτόν τον ατμό». Εκείνο όμως που προξενούσε τον ατμό ήταν η ακατάπαυστη και θεάρεστη προσευχή. Όσοι λοιπόν σκέπτονταν έτσι, ήσαν αφελείς όπως άλλοτε οι Ιουδαίοι κατά την Πεντηκοστή που θεώρησαν μέθη την ποικιλία των γλωσσών. Ο Όσιος δεν ζητούσε χρήματα. Ποτέ δεν ζήτησε κάτι. Μεριμνούσε γι' αυτόν ο Χριστός. Μερικοί όμως ευλαβείς του έδιναν, ο καθένας κατά την προαίρεσή του. Όσα του έδιναν, τα έπαιρνε ευχαρίστως και προσευχόταν για τους δωρητές.
τη μέρα μάζευε 20 με 30 αυγολούς ύστερα έψαχνε να βρει ένα κρυφό μέρος όπου ήταν συγκεντρωμένοι και άλλοι φτωχοί. Πλησίαζε τότε, καθόταν ανάμεσά τους και για να μην γίνεται αντιληπτή η εργασία του έκανε πως παίζει. Αν κάποιος από αυτούς του άρπαζε κάτι, τον ράβδιζε. Τότε οι άλλοι, για να υπερασπιστούν τον σύντροφό τους, χτυπούσαν τον Ανδρέα με ραβδιά. Εκείνος χρησιμοποιούσε την ευκαιρία αυτή για να φύγει και σκόρπιζε όλα τα χρήματα. Τότε ο καθένας, ό,τι άρπαζε, το κρατούσε δικό του. Μια μέρα ο Όσιος, καθώς έπαιζε στην πλατεία, μπήκε τυχαίως σε μια ταβέρνα όπου οι θαμώνες έπιναν κρασί αρωματισμένο. Κάποιος μπήκε για να πιει. Ο Όσιος τον παρακολουθούσε με αυστηρό βλέμμα. Εκείνος το κατάλαβε και τον κοίταξε βλοσυρά. «Τι με κοιτάζεις, σαλέ;» του είπε. «Φύγε απ' εδώ».
«Στον δεξιό σου ώμο», παρατήρησε ο μακάριος, «κάθεται ο δαίμονας της φιλαργυρίας, μοιάζει με μικρό πίθηκο και σε κρατά, άθλιε, δεμένο με ένα σχοινί σαν αρκούδα. Δώσε μου έναν οβολό». «Δεν έχω», αποκρίθηκε θυμωμένος εκείνος. «Παράλυτη ψυχή», του ξαναλέγει ο Άγιος, «από το σπίτι σου είχες πάρει επτά οβολούς. Με τον ένα αγόρασες λάχανα, με τον άλλο λούπινα. Τους άλλους πέντε τους έχεις στον κόρφο σου και σε σπρώχνουν οι δαίμονες για να πιεις κρασί». Αυτά είπε και βγήκε τρέχοντας. Ο άλλος παραξενεύτηκε, γιατί όσα άκουσε ήσαν αληθινά. Γύρισε λοιπόν συγχυσμένος σε εκείνους που κάθονταν και έπιναν κοντά του και τους τα ανέφερε όλα. Ο ταβερνιάρης τότε τους είπε: «Καθώς βλέπω, εσείς είστε πιο ανόητοι από αυτόν. Δεν μιλάει ο ίδιος, αλλά ο δαίμονας που βρίσκεται μέσα του».
«Δεν γνωρίζει ο δαίμονας ποιος πορνεύει, ποιος κλέβει, ποιος είναι φιλάργυρος ή πόσα χρήματα έχει κάποιος επάνω του βγαίνοντας από το σπίτι; Επειδή λοιπόν τον ακολουθεί ο δαίμονας, τον πληροφορεί για όλα. Αν μάλιστα ο άνθρωπος είναι φίλος του και υπακούει στα θελήματά του, τότε κι αυτός του κάνει αποκαλύψεις». Ο ταβερνιάρης έτσι μίλησε και τους έπεισε ότι αυτή είναι η αλήθεια. Ξεκίνησε πάλι ο μακάριος όπως συνήθιζε για τα αρτοπωλεία. Στον δρόμο συναντά τρεις ξανθούς νέους, ωραίους στην ψυχή και στο σώμα. Η ζωή τους ήταν ενάρετη. Μάλιστα ο μεγαλύτερος καθοδηγούσε τους άλλους σε καθετί που ήταν αρεστό στο Θεό. Μόλις αντίκρισαν τον Όσιο, φωτίστηκε ο νους του πρώτου νέου και είπε στους άλλους: «Υποψιάζομαι, παιδιά, και να με πιστέψετε, ότι
αυτός ο σαλός είναι δούλος του Θεού». «Πάμε, λοιπόν, να καθίσουμε κάπου μαζί του», παρεκάλεσε ο δεύτερος. «Αφού το θέλετε, θα φροντίσω αμέσως». Αφήνει τους άλλους δύο και πλησιάζει τον Όσιο. «Αδερφέ», του λέγει, «αν θέλεις, έλα μαζί μου. Οι φίλοι μου κι εγώ πολύ σε αγαπάμε». Τον κοίταξε ο μακάριος, χαμογέλασε και είπε: «Εσύ είσαι ο Επιφάνιος. Από τώρα και στο εξής θα είσαι ο φίλος και το πνευματικό μου παιδί». Και λέγοντας αυτά ασπάστηκαν ο ένας τον άλλον. Ο Όσιος με το προορατικό του χάρισμα φανέρωσε στο νέο τη μελλοντική του εξέλιξη. Προφήτευσε ότι θα γίνει επίσκοπος της Βασιλίδος των Πόλεων, δηλαδή πατριάρχης και πνευματικός πατέρας πολλών ανθρώπων. Λοιπόν, πλησίασαν και τα άλλα δυο παιδιά και ο Επιφάνιος τους διηγήθηκε πως τον κάλεσε με το όνομά του.
Από αυτό που άκουσαν, έδειξαν περισσότερη εμπιστοσύνη και αγάπη στον Όσιο και δόξασαν το Θεό. Μπήκαν σε μια ταβέρνα και κάθισαν απόμερα. Παρήγγειλαν ψωμί, κρασί, ψάρι και τα τοποθέτησαν μπροστά στον Όσιο. Εκείνος είδε την καλή τους προαίρεση και χάρηκε πολύ. Ψιθύρισε δυο λόγια προσευχής ζητώντας από το Θεό να ευλογήσει το φαγητό. Ύστερα γεύθηκε από τα υπάρχοντα, αφού μοίρασε ο ίδιος και στους νέους. Ο μακάριος Ανδρέας έτρωγε όλη τη μέρα μισό παξιμάδι. Το ίδιο έκανε και τότε, τα περισσότερα τα άφησε στο τραπέζι. Όταν του έβαζαν κρασί δεν το λυπόταν. Μόνος του όμως δεν ήπιε ποτέ. Τύχαινε να περάσουν δύο και τρεις μέρες ή και ολόκληρη εβδομάδα χωρίς να φάει,
ο Σατανάς σκλήραινε τους περισσοτέρους και δεν του πρόσφεραν τίποτε. Ο ίδιος δεν ανάγκαζε κανένα για να μην γίνεται ενοχλητικός. Πολλές φορές καιγόταν από τη δίψα και, μη ξέροντας τι να κάνει, έψαχνε στη λεωφόρο για καμιά λακκούβα με λασπόνερα της βροχής. Έπεφτε στα γόνατα, φυσούσε τρεις φορές σε σχήμα σταυρού και έτσι έπινε. Όσοι τον έβλεπαν αγανακτούσαν. Μερικοί τον χτυπούσαν, ενώ άλλοι έλεγαν: «Έτσι σου ταιριάζει, σαλέ, να πίνεις τα βρωμόνερα». Αυτός όμως έφευγε αμέσως, χωρίς να αποκριθεί τίποτε. Αυτή ήταν η απόκρυφη πολιτεία του μακαρίου Ανδρέα. Αφού έφυγαν οι τρεις νέοι και ο ταβερνιάρης κάτι χρειάστηκε και βγήκε έξω, ο δίκαιος έμεινε μέσα μόνος. Κοίταξε εδώ και εκεί, αλλά δεν είδε κανένα. Σήκωσε τότε τα χέρια ψηλά και
προσευχήθηκε για τα τρία παιδιά. Όση ώρα προσευχόταν, είχε σηκωθεί από τη γη και βρισκόταν στον αέρα μετέωρος. Όταν ο μακάριος τελείωσε την προσευχή, επανήλθε στην πρώτη του κατάσταση και βγήκε έξω κάνοντας τα συνηθισμένα. Ο χειμώνας που ήλθε ήταν πολύ βαρύς. Δυνατό κρύο βάραινε την ατμόσφαιρα. Τα πάντα είχαν παγώσει. Ο δυνατός αέρας είχε γεμίσει χιόνι όλα τα υπόγεια και είχε ξεκολλήσει τα κεραμίδια όχι μόνο από τα ψηλά κτίρια αλλά και από τα χαμόσπιτα. Όλοι οι φτωχοί στέναζαν και θρηνούσαν απελπισμένα, άλλοι πέθαιναν εξαντλημένοι από την πείνα και άλλοι χωμένοι μέσα στο χιόνι. Πιθάρια έσπασαν, δένδρα ξεριζώθηκαν και τα πουλιά ψόφησαν. Ο δούλος του Θεού Ανδρέας δεν είχε μάλλινο χιτώνα ούτε επανωφόρι,
ψάθα, ούτε καλύβα. Ήταν εντελώς άπορος και άστεγος. Η βαρυχειμωνιά κράτησε πολλές μέρες. Όπως ο ίδιος αργότερα είπε στον πνευματικό του, δεν μπορούσε να υποφέρει το φοβερό κρύο και τον αέρα, καθώς ήταν γυμνός, ξυπόλυτος και άστεγος. Κατέφυγε λοιπόν στους φτωχούς, τους ομοίους του, αλλά δεν τον δέχονταν. Τον σιχαίνονταν και τον έδιωχναν με τα ραβδιά σαν σκύλο. «Φύγε απ' εδώ, σκύλε», του έλεγαν, «εξαφανίσου». Φοβήθηκε μήπως πεθάνει, αλλά σκέφτηκε ότι κι αν ακόμη πέθαινε θα του λογιαζόταν σαν μαρτύριο. Πήγε λοιπόν σε μια γωνιά της στοάς και βρήκε ένα σκυλάκι. Ξάπλωσε δίπλα του με την ελπίδα πως θα τον ζέσταινε λίγο. Εκείνο όμως όταν τον είδε κοντά του σηκώθηκε και έφυγε. Είπε στον εαυτό του: «Βλέπεις, ταλαίπωρε, πόσο αμαρτωλός είσαι;
Και τα σκυλιά σε περιφρονούν και φεύγουν από κοντά σου και δεν σε δέχονται ούτε σαν όμοιό τους. Οι άνθρωποι σε αποστρέφονται σαν πονηρό δαίμονα, οι όμοιοί σου φτωχοί σε διώχνουν. Τι απομένει λοιπόν; Πέθανε, άσωτε, πέθανε, δεν υπάρχει για σένα σωτηρία σε αυτόν τον κόσμο». Ενώ όμως έλεγε αυτά με πολύ πόνο ήρθε σε κατάνυξη. Ξαφνικά ένιωσε ζεστασιά. Άνοιξε τα μάτια και είδε έναν πολύ ωραίο νέο, ο οποίος του χτύπησε το πρόσωπο με ανθοστόλιστο κλαδί και του είπε: «Ας πάρει δύναμη το σώμα σου και ζωή ακατανίκητη». Η ευωδία εκείνων των λουλουδιών μπήκε στην καρδιά του και αστραπιαία του έδωσε ζωή. Μια φωνή ακούστηκε να λέγει: «Πηγαίνετέ τον να τον παρηγορήσετε για δύο εβδομάδες και πάλι να επιστρέψει».
«Θέλω να αγωνιστεί ακόμη». Έτσι βυθίστηκε σε βαθύτατο ύπνο και ζούσε για δυο εβδομάδες εκεί που διέταξε η βουλή του Θεού. Αξιώθηκε να δει τα αγαθά του Παραδείσου και να δει και να προσκυνήσει τον Κύριο. Μετά την περίοδο εκείνη, εξακολούθησε ο Άγιος τον αγώνα του και μάλιστα εντονότερα. Περνούσε από τις στοές, έκανε τα συνηθισμένα του καμώματα, ή καλύτερα ενέπαιζε τα πονηρά πνεύματα και τα εξαπατούσε. Έμενε κάθε νύχτα άυπνος, δοξολογώντας ακατάπαυστα τον Θεό. Όλη τη μέρα κυκλοφορούσε μέσα στο θόρυβο, ή καλύτερα δοκιμαζόταν μέσα στο καμίνι του κόσμου. Έκανε το μεθυσμένο, έσπρωχνε, τον έσπρωχναν, μερικοί τον χτυπούσαν και τον κλοτσούσαν, άλλοι τον ράβδιζαν στο κεφάλι,
άλλοι τον τραβούσαν από τα μαλλιά και τον χτυπούσαν στον τράχηλο. Μερικοί τον έριχναν στη γη, έδεναν τα πόδια του με σκοινί και τον έσερναν μέσα στην αγορά. Όλα αυτά τα υπέμενε ο Όσιος με την ελπίδα των αιωνίων αγαθών που προορίζονται για τους δικαίους. Κάποτε ο Όσιος βρέθηκε στο σπίτι του Επιφανίου, του οποίου οι δούλοι όταν βράδιασε μαζεύτηκαν κοντά του. Αυτών τα έργα και τα ελαττώματα παρατηρούσε ο Όσιος με το βλέμμα του το διορατικό και για να τους σωφρονίσει άρχισε να διηγείται κάποια συμβολική ιστορία. Όσο προχωρούσε η διήγηση τόσο κοκκίνιζαν οι δούλοι από ντροπή και έβλεπες λοιπόν άλλους να ζαρώνουν από το φόβο και να τρέμουν για τις αμαρτίες τους, ενώ άλλους να μην αντέχουν από την ντροπή τους και να φεύγουν. Αυτή η απλή αφήγηση του Οσίου
Στηλίτευε σκληρά τις αμαρτίες τους και τους φανέρωνε μάλιστα με ποιον τρόπο και σε ποιον τόπο τις είχαν διαπράξει. Μα το πιο θαυμαστό ήταν ότι έλεγε του καθενός το σφάλμα στη μητρική του γλώσσα. «Για μένα τα λέει αυτά», έλεγαν μερικοί την ώρα που μιλούσε. Έτσι οι δούλοι, συγκλονισμένοι και τρομοκρατημένοι από τα λεγόμενα του Οσίου, έρχονταν σε μετάνοια. Ενώ ο Όσιος τη μέρα έκαμνε τις τρέλες του, όταν νύχτωνε πήγαινε στους νάρθηκες των εκκλησιών, όπου περνούσε τη νύχτα με προσευχές και δεήσεις. Οι πόρτες των εκκλησιών άνοιγαν και έκλειναν από μόνες τους, καθώς ο Όσιος με το δεξί του χέρι τις σφράγιζε με το σημείο του Τιμίου Σταυρού. Κάποιος, ενώ ο Όσιος προσευχόταν, τον είδε να στέκεται ψηλά στον αέρα, ενώ γύρω του έβγαινε πύρινη φλόγα
σκορπιζόταν ευωδία υπέροχη. Στο παρεκκλήσι της Αγίας Σορού, που βρισκόταν στο Ναό των Βλαχερνών, γινόταν κάποτε, ήταν 1η Οκτωβρίου, ολονυκτία. Εκεί πήγε και ο Μακάριος Ανδρέας κάνοντας τα συνηθισμένα, καθώς και ο Επιφάνιος μαζί με ένα δούλο του. Ο Επιφάνιος είχε τη συνήθεια να παραμένει όση ώρα μπορούσε, άλλοτε μέχρι τα μεσάνυχτα και άλλοτε μέχρι το πρωί. Ήταν η ώρα περίπου τετάρτη νυχτερινή, με το βυζαντινό ρολόγιο, οπότε βλέπει ο Μακάριος Ανδρέας τη Θεοτόκο Μαρία να προχωρεί από τις βασιλικές πύλες προς το θυσιαστήριο. Φαινόταν πολύ υψηλή και είχε λαμπρή τιμητική συνοδεία λευκοφόρων Αγίων. Ανάμεσά τους ξεχώριζαν ο Τίμιος Πρόδρομος και ο Θεολόγος Ιωάννης
παρέστησαν δεξιά και αριστερά της Θεοτόκου. Από τους λευκοφόρους άλλοι προπορεύονταν και άλλοι ακολουθούσαν ψάλλοντας ύμνους και άσματα πνευματικά. Όταν πλησίασε στον άμβωνα, είπε ο Όσιος στον Επιφάνιο: «Βλέπεις, παιδί μου, την κυρία και δέσποινα του κόσμου;» «Ναι, τίμιε πάτερ», αποκρίθηκε ο νέος. Η Θεοτόκος εν τω μεταξύ είχε γονατίσει και προσευχόταν για πολλή ώρα. Παρακαλούσε τον Υιό της για τη σωτηρία του κόσμου και έραινε με δάκρυα το Άγιο πρόσωπό της. Μετά τη δέηση μπήκε στο θυσιαστήριο όπου προσευχήθηκε για τους πιστούς που αγρυπνούσαν. Όταν ολοκλήρωσε τη δέησή της, έβγαλε από την άχραντη κεφαλή το αστραφτερό της μαφόριο, με μια κίνηση χαριτωμένη και σεμνή, και καθώς ήταν μεγάλο και επιβλητικό, τόσο επιβλητικό και μεγάλο
άπλωσε σαν σκέπη με τα πανάγια χέρια της επάνω στο εκκλησίασμα. Έτσι απλωμένο το έβλεπαν και οι δυο τους για πολλή ώρα να εκπέμπει δόξα θεϊκή, σαν ήλεκτρο. Όσο φαινόταν εκεί η κυρία Θεοτόκος, φαινόταν και η ιερή εσθήτα να σκορπίζει τη χάρη της. Όταν εκείνη άρχισε να ανεβαίνει στον ουρανό, άρχισε και η Θεία Σκέπη να συστέλλεται λίγο-λίγο και να χάνεται. Το ιερό αυτό μαφόριο που φυλασσόταν εκεί συμβόλιζε τη χάρη που παρέχει η Θεοτόκος στους πιστούς. Αυτή την οπτασία την είδε και ο Επιφάνιος με τη δύναμη και τη μεσιτεία του Οσίου. Έτσι λοιπόν, αφού πολιτεύτηκε θεάρεστα, ο Όσιος έφτασε και στο μακάριο τέλος του. Όταν δε προγνώρισε την τελευτή του, πήγε το πρωινό εκείνο
στο σπίτι του πνευματικού του παιδιού, του Επιφανίου, που τον δίδαξε αρκετά, σιώπησε και άρχισε να ραίνει το πρόσωπό του με θερμά δάκρυα, επί αρκετή ώρα, αναλογιζόμενος την άκρα του Δεσπότου φιλανθρωπία και τα ανέκφραστα αγαθά του παραδείσου, τα οποία από καταβολής κόσμου ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν. «Λοιπόν, σεβαστέ μου πατέρα και πνευματικέ διδάσκαλε», του είπε ο νέος, «ποιος είναι ο λόγος που δακρύζεις και στέκεις τόση ώρα εκστατικός; Φανέρωσέ τον σε μένα, το παιδί σου». «Παιδί μου», είπε ο Μακάριος, «αφού μου το ζητάς, θα σου αναγγείλω κάτι που έχει σχέση με μένα. Ήρθε λοιπόν το τέλος της ζωής μου και να, θα χωριστούμε σωματικά ο ένας από τον άλλον. Μη λυπηθείς όμως, πηγαίνω στον κόσμο εκείνο τον άφθαρτο».
Ο Επιφάνιος όμως στα λόγια αυτά σκυθρώπασε. «Γιατί σκυθρώπασες, παιδί μου, μόλις άκουσες για τη μετάσταση του αγαπημένου σου;» τον μάλωσε ο Όσιος. «Είναι μεγάλη ευλογία να φύγουμε από αυτή τη ζωή. Τι σχέση έχουμε εμείς με αυτόν τον μάταιο κόσμο; Δεν πλαστήκαμε για να ζούμε εδώ παντοτινά, αλλά μόνο για να αγωνιστούμε και να γυρίσουμε πάλι στον τόπο μας. Εδώ δεν έχουμε τίποτε δικό μας. Αυτός ο κόσμος είναι πικρός, γιατί είναι γεμάτος από πονηρούς δαίμονες, οι οποίοι, καθώς ανακατεύονται με τους ανθρώπους, παρασύρουν πολλούς και τους ρίχνουν στην κόλαση. Ο άλλος όμως κόσμος, όπου επιθυμώ να πορευθώ, έχει τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ. Εκεί φως αιώνιο, εδώ σκοτάδι. Εκεί δόξα της Αγίας Τριάδος που λάμπει με φως ασύγκριτο και διαυγέστατο.
Μάταιη δόξα και ψεύτικη που συνοδεύει την παρανομία με τρόπο απατηλό. Να, αυτή είναι η τελευταία συνομιλία μας. Δεν θα με ξαναδείς, δεν θα με συναντήσεις πια ούτε ζωντανό ούτε πεθαμένο, παρά μόνο με το πνεύμα. Πρόσεχε, θα σου φανερώσω τα μελλοντικά γεγονότα της ζωής σου για να θυμάσαι και εμένα και τα λόγια μου». Μετά ο Όσιος αποκάλυψε στον Επιφάνιο ότι θα γινόταν μοναχός και μετά κληρικός και πατριάρχης. «Εσύ λοιπόν, παιδί μου», προσέθεσε ο Όσιος, «έχε στην ψυχή σου το φόβο του Θεού και να τον αγαπάς με όλη σου την καρδιά. Να επικοινωνείς με τους Αγίους και να προσεύχεσαι για όλους τους ανθρώπους, είτε είναι φίλοι είτε εχθροί. Να προσεύχεσαι επίσης και για τους αιχμαλώτους
για τους αδελφούς μας που δοκιμάζονται σε κάθε είδους θλίψη και συμφορά. Κι εγώ, αν βρω παρρησία ενώπιον του Χριστού, θα βρίσκομαι διαρκώς με το πνεύμα μαζί σου. Και όταν ο Θεός πρόκειται να σε πάρει από αυτή τη ζωή, θα έρθω νωρίτερα και θα σου φανερώσω την ημέρα που θα έχει ορίσει. Έτσι θα βρεθούμε και οι δυο σε δόξα και χαρά αιώνια, καθώς μου αποκάλυψε ο Κύριος. Κάθε φορά που θα λειτουργείς, να με μνημονεύεις στις ιερές σου αναφορές, γιατί καμιά άλλη θυσία και παράκληση δεν κάμπτει τόσο τον ελεήμονα και φιλάνθρωπο Θεό για να συμπαθήσει τους αμαρτωλούς όσο τον κάμπτει η θυσία αυτή. Να προνοείς όσον μπορείς για το φτωχό, να προστατεύεις τη χήρα και το ορφανό, να περιμαζεύεις τον ξένο, να βοηθείς και να επισκέπτεσαι τους ασθενείς και φυλακισμένους
λοιπόν όλα αυτά και η Θεοτόκος θα σου γίνει βοηθός και προστάτης και η αγάπη του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος θα είναι μαζί σου». Μετά γονάτισαν και ο Όσιος προσευχήθηκε. Όταν τελείωσε ο δίκαιος την προσευχή, άστραψε τόσο φως μπροστά τους και ξεχύθηκε τόση ευωδία πολλών μαζί αρωμάτων, ώστε ο Επιφάνιος έπεσε στη γη. Ο Μακάριος τον σήκωσε, τον ευχήθηκε, τον ασπάστηκε και τον άφησε μόνο του να θρηνεί πικρά. Ύστερα πήγε στο θέατρο του ιπποδρόμου, μέσα στις στοές, σε τόπο με ζεστή και βαριά ατμόσφαιρα, όπου γινόταν ο περίπατος. Εκεί στάθηκε και προσευχήθηκε όλη τη νύχτα για όσους βρίσκονταν σε κινδύνους και θλίψεις, σε αιχμαλωσίες και ανάγκες και για όλο τον κόσμο.
Ξάπλωσε έπειτα στη γη και, βλέποντας με χαρούμενο πρόσωπο τους Αγγέλους και όλους τους Αγίους που σαν φίλοι είχαν έρθει κοντά του, παρέδωσε το πνεύμα. Αμέσως στον τόπο εκείνο απλώθηκε ευωδία μύρων και θυμιαμάτων. Εν τω μεταξύ μια φτωχή γυναίκα που έμενε σε κάποια καλύβα εκεί κοντά οσφράνθηκε εκείνη την ασύλληπτη και μεθυστική ευωδία.
Σηκώθηκε λοιπόν βιαστικά, άναψε φως και ακολουθώντας την ευωδία έφτασε στον τόπο όπου βρισκόταν ο Όσιος ήδη κεκοιμημένος. Η θεϊκή ευωδία αναδιδόταν εδώ εντονότερη και το μύρο έτρεχε σαν ποτάμι από το λείψανό του με τρόπο θαυμαστό. Έτρεξε λοιπόν και ανήγγειλε σε μερικούς το θαύμα, επικαλούμενη με όρκο για μάρτυρα το Θεό.
Πολλοί, αλλά καθώς πλησίασαν εκεί, δεν είδαν κανέναν. Δοκίμασαν όμως κατάπληξη από την ευωδία του μύρου και των θυμιαμάτων και από το φως που φάνηκε στο σημείο εκείνο. Το λείψανο του δικαίου δεν κατάφεραν να το βρουν. Ήδη ο Όσιος όταν ζούσε είχε προείπει ότι ο Κύριος θα τοποθετούσε το σώμα του μαζί με του μακαρίου Συμεών που είχε ζήσει πριν από αυτόν. Τη νύχτα που κοιμήθηκε ο Όσιος, ο Επιφάνιος είδε την ψυχή του Οσίου, πολύ πιο φωτεινή από τον ήλιο, να λάμπει επταπλάσια με θεϊκή μαρμαρυγή και να ανεβαίνει στο ύψος του ουρανού. Άγγελοι προπορεύονταν και ακολουθούσαν με γλυκιά μελωδία που ακουγόταν σαν συμφωνία μουσικών οργάνων. Ο Μακάριος Ανδρέας, ο κρυφός ήλιος και ουρανομήκης πύρινος στύλος
που έγινε για την αγάπη του Κυρίου φτωχός, σαλός και ξένος, ο καταφρονημένος από όλους και εξουθενημένος, αυτός που τώρα έγινε Υιός του Θεού κατά χάριν και κληρονόμος της Βασιλείας των Ουρανών, τελείωσε τον μυστικό και καλό κατά Θεόν αγώνα του στις 28 Μαΐου σε ηλικία 66 ετών.
Η Εκκλησία μας έχει πλήθος και ποικιλία τέκνων. Ανάμεσά τους, σαν σπάνια ευωδιαστά άνθη, ξεχωρίζουν οι σαλοί άγιοι. Ξεχωρίζουν όχι τόσο για τις υπεράνθρωπες νηστείες και τους απεριόριστους κόπους, για τις πολυήμερες αγρυπνίες και τα αείρροα δάκρυα, για την υπερβολική σκληραγωγία και άσκηση. Ξεχωρίζουν κατ' εξοχήν διότι σημάδεψαν πάνω στον κεντρικότερο στόχο της πνευματικής ζωής, την ταπείνωση. Η ταπείνωση, η πραγματική και όχι η φανταστική, είναι η βασίλισσα των αρετών κατά τον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος. Με τίποτε άλλο δεν ελκύεται στην ψυχή η Θεία Χάρις όσο ελκύεται με αυτήν. Και να έλθει όμως ολοκληρωμένη ταπείνωση χρειάζεται και ολοκληρωτική εξουδένωση του εγώ.
Στους διά Χριστόν σαλούς παρατηρούμε αυτή την εξουδένωση στα μάτια όλου του κόσμου με προσποιητές τρέλες και αλλοπρόσαλες ενέργειες. Θέλουν να κρύβονται, να κρύβουν την αρετή και αγιότητά τους κάτω από τον επίπλαστο μανδύα της τρέλας των. Οι Άγιοι διά Χριστόν Σαλοί παίζουν ένα ιερό παιχνίδι. Εμπαίζουν τον κόσμο και τα του κόσμου τούτου, του μάταιου και φιλόδοξου. Εμπαίζουν τα κοσμικά σχήματα, τη δήθεν αξιοπρέπεια και κοσμική ευγένεια, τη διπλωματία και την υποκρισία, την πολιτική και την επιτήδευση, την επίδειξη και τον φαρισαϊσμό. Εμπαίζουν αυτό το γελοίο κοσμικό δόγμα ορισμένων που εκφράζεται με το «Τι θα πει ο κόσμος», με το «Πώς θα φανώ στον κόσμο». Τελικά εμπαίζουν τους ίδιους τους δαίμονες
οι οποίοι στο πρόσωπο των Αγίων Σαλών βρήκαν τους ισχυρότερους αντιπάλους. Τέλος, ας τονίσουμε ότι για να ζήσει κάποιος τη ζωή του Σαλού πρέπει να είναι Άγιος, Πνευματοφόρος, να έχει αποκτήσει το Θείο Έρωτα και προπαντός να έχει κληθεί από το Θεό στη ζωή αυτή. Διαφορετικά δεν εμπαίζει τον κόσμο αλλά εμπαίζεται από αυτόν.
Αγγλική μετάφρασηEN · 42 παράγραφοι
Andrew the Fool for Christ was a Scythian by birth. He became renowned in Constantinople during the reign of Leo the Great, the lover of Christ, in the fifth century after Christ. We do not know how he came to Constantinople. We know only that, from childhood, he served a nobleman there named Theognostos. Theognostos was a devout man who feared God, a chief spatharios, or officer of the Imperial Guard, and a general of the East. He owned many estates and had many servants. Blessed Andrew was one of them, and was still a small child when his master bought him. Theognostos sent him to school to study the sacred writings.
Andrew soon learned the Psalter and arithmetic by heart, astonishing even his teacher with his intelligence. To look at him—his bearing, his good sense, his manners, and his progress in the sacred writings—no one would have guessed that he was a Scythian. His master therefore made him a notary, or secretary. Seeing how wisely Andrew managed his property, Theognostos honored him in many ways. He even gave Andrew clothes from his own wardrobe, so that people said the servant wore finer clothes than his master. Andrew loved to study the divine Scriptures, especially the accounts of the martyrs and the lives of the God-bearing Fathers.
His heart burned with love for them, and he longed to follow their virtuous lives. One night he dreamed that he was in an arena. On one side stood many people dressed in white, including several venerable men. On the other stood a countless crowd of black Ethiopians. The two groups were talking about running and wrestling contests. The Ethiopians had a powerful black wrestler and challenged those in white: “Who will race and wrestle with him? No one has defeated him for centuries, though he has wrestled many. He is a commander in Satan’s army.” As they boasted, blessed Andrew stood listening, while those in white did not know what to do. Suddenly, someone appeared.
It was a very handsome young man who had just descended from heaven. In his hand he held three crowns. The first was adorned with pure gold and precious stones, the second with many pearls, and the third with every kind of rose, lily, and other flower of Paradise. Its flowers could never fade, and their fragrance was beyond words. Andrew gazed at the crowns in wonder and longed to obtain one. He went up to the young man and said, “For Christ’s sake, how much are you selling them for? I have no money to buy them, but I can tell my master, and he will give you as much gold as you want.”
The young man smiled and said, “Believe me, my friend, even if you brought me all the gold in the world, I would not give a single one of these flowers to you or to the man you call your master. They are not flowers of this vain world, as you thought. They are heavenly treasures. Those who defeat the Ethiopians are crowned with them. So, if you want a crown, go and wrestle that black Ethiopian. If you defeat him, I will give you these crowns and as many more as you wish.” Encouraged by this, blessed Andrew said, “Believe me, my lord, I will do as you say. Only do not leave me to face his tricks alone.” The young man replied, “The Ethiopian is bold, but he is cowardly and weak.”
“Do not let his size frighten you. He is rotten and weak, like a wilted cabbage. When he swings you around in the air, do not be afraid. Seize him with your arms crossed, and you will feel God’s help.” So blessed Andrew went out to wrestle. He stepped forward to face the Ethiopian and shouted, “Come here, you black wretch! Come and wrestle me!” At once the other man charged at him, snorting and boasting. He grabbed Andrew and swung him around for a long time. The Ethiopians applauded with delight, while those in white grieved. They thought he would throw Andrew down and gouge out his eyes. But at that critical moment, Andrew seized him with his arms crossed, threw him to the ground, and left him unconscious.
Those in white rejoiced. They lifted Andrew in their arms, embraced him, and anointed him with spiritual myrrh, while the countless Ethiopians vanished in shame. Then the glorious young man came to blessed Andrew, gave him the precious crowns, embraced him, and said, “From this moment, you will be my friend and brother. Fight the good fight with nothing to cover you. Become a fool, a madman, for my sake, and I will give you many good things in my kingdom.” After this, with his spiritual father’s agreement, blessed Andrew began his struggle of holy foolishness for Christ. At midnight the next night, he rose and prayed. Then he took a knife and went to the well near his master’s bedroom.
He took off his tunic and began tearing it apart and cutting it into small pieces, acting as though he had lost control of himself. He spoke confused words and made wild cries, like someone out of his mind. His cries woke his master, who could not understand what was happening, especially at that hour. The cook woke too. Thinking morning had come, he went to draw water.
When the cook saw Andrew in that state, he dropped his jug, told his master, and called out to everyone in the house: “Andrew has lost his senses! He has gone mad and is sitting by the well with his tunic torn.” Theognostos heard and was deeply grieved. Seeing Andrew apparently out of his mind, he wept and lamented with the others, for he believed Andrew’s behavior was real.
Grief-stricken over what had happened to his servant, Theognostos sent him to the venerable church of Saint Anastasia the Martyr and ordered that he be bound there. He also sent the church attendant a great deal of money for Andrew’s treatment. All day Andrew spoke like a man possessed and out of his mind. At night, however, he prayed in secret, asking the martyr of Christ to show him whether the struggle he had begun was pleasing to God. He paused in his weeping and prayer and saw an elder appear before his eyes, clothed in great glory. Five women were with him. Together they visited the sick one by one. When they had finished with the others, they came to Andrew. The elder stood before him, with the saintly women beside him. He looked steadily at Andrew and smiled kindly, as though he had some joyful thought in mind.
Then he said to the woman dressed most splendidly, “Lady Anastasia, will you not heal him?” She replied, “The Teacher commanded that it should be this way. He has no need of healing. The One who told him, ‘Become a fool for my sake, and I will give you many good things in my kingdom,’ has Himself healed him. He needs no other healing. The Lord knew that Andrew would not give up the way of life he is learning until his last breath. He knew that, through the power of the Holy Spirit, Andrew would become His chosen vessel: useful, holy, and beloved.” “I knew it, my lady,” the elder told her. “I knew it too. I spoke as I did because I care for him.” With that, they greeted Andrew in the love of Christ,
and went into the main part of the church to pray. From then until the church attendant struck the wooden sounding board and Matins (Orthros) began, Andrew saw none of them enter or leave. The venerable Andrew marveled at what had been revealed to him and glorified God and Saint Anastasia the Martyr for helping him so quickly. He remained in her church for about four months. When the clergy saw that he was growing worse instead of recovering, they informed his master. Theognostos recorded Andrew as mad and possessed, and ordered him to be untied and set free. From then on, Andrew wandered through the city square, playing the fool as the wondrous Symeon the Fool for Christ had once done. When evening came, he went to his spiritual father and
told him what had happened. He spoke truthfully only to him. To everyone else, he spoke like a madman or did not speak at all. In the morning the venerable Andrew would rise and wander the noisy streets. He fasted all day and never stopped anywhere to rest. At night he could be found playing the fool in the city’s covered walkways. There he watched where the dogs lay down, then settled beside them as comfortably as if he had a mattress. He was almost naked and utterly poor: no mat, no heavy woolen coat, no cloak, only the woolen garment he wore. When he rose in the morning, he would say to himself, “Look, humble, foolish Andrew: you slept like a dog among your own kind. Come, let us toil again so that we may escape the punishment to come.”
“Death is drawing near. Do not deceive yourself; no one will help you at that hour. At death, each person will receive the fruit of his labors. So struggle, toil, and bear humiliation in this world, that our Heavenly King may praise and glorify you.” He spoke this way to himself and strove to press eagerly forward, as the Apostle says. People who saw him said, “Look, another young fool.” Others said, “That is not how a madman behaves.” The latter felt compassion for him, while the former struck him on the neck and spat in disgust. Andrew bore the pain and hardship.
He prayed in secret, but with such intensity that the whisper from his lips could be heard far away, like a boiling cauldron. Steam rose from his mouth. “Look,” said those who saw him but did not understand, “the evil spirit torments his heart so badly that steam comes out of him.” Yet the steam came from his ceaseless prayer, which was pleasing to God. Those who thought otherwise were as foolish as the people at Pentecost who mistook the speaking in many tongues for drunkenness. The venerable Andrew never asked for money or anything else. Christ cared for him. Some devout people gave him money of their own free will. He gladly accepted it and prayed for those who gave.
Each day he collected twenty or thirty obols. Then he looked for a secluded place where other poor people had gathered. He sat among them and, to conceal what he was doing, pretended to play the fool. If one of them snatched something from him, Andrew struck him with a stick. The others would defend their companion by beating Andrew with sticks. He used the chance to run away, scattering all the money as he went. Each person kept whatever he managed to pick up. One day, while playing the fool in the square, Andrew happened to enter a tavern where the customers were drinking spiced wine. A man came in for a drink, and Andrew watched him sternly. The man noticed and glared back. “Why are you staring at me, fool?” he said. “Get out of here.”
“On your right shoulder,” blessed Andrew said, “sits the demon of love of money. He looks like a little monkey and holds you, wretched man, tied with a rope like a bear. Give me an obol.” “I have none,” the man replied angrily. “You whose soul is crippled,” the Saint said, “you brought seven obols from home. You bought cabbage with one and lupin beans with another. The other five are in your pocket, and the demons are urging you to spend them on wine.” With that, Andrew ran out. The man was astonished, because everything Andrew had said was true. Confused, he turned to the people drinking near him and told them all about it. The tavern keeper said, “As far as I can see, you are even more foolish than he is. It is the demon inside him speaking, not the man himself.”
“Does a demon not know who is committing sexual sin, who steals, who loves money, or how much someone has on him when he leaves home? The demon follows this man and tells him everything. If a man befriends a demon and does its will, the demon reveals things to him.” The tavern keeper spoke this way and convinced them that it was true. Blessed Andrew went on, as usual, toward the bakeries. On the road he met three fair-haired young men, beautiful in soul and body. They lived virtuously, and the eldest guided the others in all that pleased God. As soon as they saw Andrew, the first young man’s nous, his spiritual mind, was illumined. He said to the others, “I suspect, my friends—and believe me—that
this fool is a servant of God.” “Then let us sit with him somewhere,” the second young man pleaded. “Since you wish it, I will see to it at once.” He left the other two and approached Andrew. “Brother,” he said, “come with me if you wish. My friends and I care for you very much.” Blessed Andrew looked at him, smiled, and said, “You are Epiphanios. From now on, you will be my friend and my spiritual child.” With that, they embraced. Through his gift of spiritual sight, the venerable Andrew revealed the young man’s future: he would become bishop of the Queen of Cities, that is, Patriarch of Constantinople, and spiritual father to many. The other two young men came over, and Epiphanios told them that Andrew had called him by name.
When they heard this, they trusted and loved the venerable Andrew even more, and they glorified God. They entered a tavern and sat apart from the others. They ordered bread, wine, and fish, and set the food before Andrew. Seeing their good intentions, he was very glad. He whispered a few words of prayer, asking God to bless the food. Then he ate some and served the young men as well. Blessed Andrew usually ate only half a dry biscuit in an entire day. He did the same then, leaving most of the food on the table. When others served him wine, he accepted it freely, but he never drank on his own. Sometimes two or three days, or even a whole week, passed without his eating,
Satan hardened most people’s hearts, and they offered Andrew nothing. He never pressed anyone, for fear of becoming a burden. Often, parched with thirst and at a loss what to do, he would search the street for a puddle of muddy rainwater. He would kneel, blow over it three times in the shape of a cross, and drink. Those who saw him were outraged. Some struck him; others said, “That’s what you deserve, you fool: to drink filthy water.” He would leave at once without answering. Such was the hidden life of blessed Andrew. After the three young men had gone and the tavern keeper had stepped outside, the righteous man was left alone. He looked around, saw no one, raised his hands,
and prayed for the three young men. As he prayed, he rose from the ground and remained suspended in the air. When blessed Andrew finished his prayer, he came back down and went outside, behaving as he usually did. The winter that followed was severe. Bitter cold filled the air, and everything froze. The fierce wind drove snow into every cellar and tore tiles from the roofs of both tall buildings and humble homes. The poor groaned and wept in despair. Some died of hunger; others were buried in snow. Jars broke, trees were uprooted, and birds perished. Andrew, the servant of God, had no woolen tunic or coat,
no sleeping mat, and no shelter. He was utterly destitute and homeless. The bitter weather lasted many days. As he later told his spiritual father, he could hardly bear the terrible cold and wind, barefoot, barely clothed, and without a home. He went to the poor, people like himself, but they would not take him in. They recoiled from him and drove him away with sticks as though he were a dog. “Get out of here, dog,” they said. “Be gone!” He feared he might die, but thought that even death would be counted as martyrdom for him. In a corner of a portico he found a small dog and lay down beside it, hoping it would give him a little warmth. But the dog got up and went away. He said to himself, “Do you see, wretched Andrew, how sinful you are?
Even dogs despise you. They run from you and will not accept you as one of their own. People shrink from you as from a wicked demon, and the poor, who are like you, drive you away. What is left? Die, you wastrel, die. There is no salvation for you in this world.” As he spoke in anguish, he was moved to katanyxis, deep compunction. Suddenly he felt warm. He opened his eyes and saw a beautiful young man, who touched his face with a flowering branch and said, “Let your body receive strength and a life that cannot be overcome.” The fragrance of the flowers entered Andrew’s heart and revived him in an instant. Then a voice said, “Take him away and comfort him for two weeks. After that, let him return.
I want him to continue his struggle.” Andrew fell into a deep sleep and spent two weeks where God had ordained. He was counted worthy to see the blessings of Paradise and to see and worship the Lord. Afterward, the Saint continued his struggle with even greater fervor. He passed through the porticoes, carrying on as usual—or, more truly, mocking and deceiving the evil spirits. He stayed awake every night, praising God without ceasing. By day he moved amid the noise of the streets, tested in the furnace of the world. He pretended to be drunk and jostled people; they jostled him back. Some struck and kicked him, others hit him on the head with sticks,
and others pulled his hair and struck the back of his neck. Some threw him down, tied his feet with rope, and dragged him through the marketplace. The Saint endured it all in hope of the eternal blessings prepared for the righteous. Once, when he was at Epiphanios’s house, the household servants gathered around him in the evening. With his gift of spiritual sight, Andrew could see their deeds and failings. To bring them to their senses, he began telling a story with a hidden meaning. As the story went on, the servants blushed with shame. Some shrank back and trembled at their sins; others could bear their shame no longer and left. The Saint’s simple story
sternly exposed their sins, even revealing how and where each one had committed them. Most astonishing of all, he spoke of each servant’s fault in that servant’s native language. “He’s talking about me,” some said as he spoke. Deeply shaken and frightened by his words, the servants were brought to metanoia, repentance. By day the Saint played the fool; at night he went to the porches of the churches and spent the hours in prayer and supplication. The church doors opened and closed by themselves as he made the sign of the Precious Cross over them with his right hand. Once, someone saw him praying high above the ground, surrounded by a fiery flame,
while a wonderful fragrance spread around him. On one occasion, an all-night vigil was being held on October 1 in the chapel of the Holy Reliquary at the church of Blachernae. Blessed Andrew went there, acting as he usually did. Epiphanios also came, with one of his servants. Epiphanios would stay as long as he could, sometimes until midnight and sometimes until morning. At about the fourth hour of the night, by Byzantine reckoning, blessed Andrew saw Mary, the Theotokos (God-bearer), coming from the royal doors toward the sanctuary. She appeared very tall and was accompanied by a splendid procession of Saints dressed in white. Among them stood out the honorable Forerunner and John the Theologian,
who took their places on either side of the Theotokos (God-bearer). Some of those dressed in white went before her; others followed, singing hymns and spiritual songs. As she approached the ambo, Andrew said to Epiphanios, “Do you see, my child, the Lady and Mistress of the world?” “Yes, honored father,” the young man replied. The Theotokos had knelt and was praying for a long time. She entreated her Son for the salvation of the world, bathing her holy face in tears. Then she entered the sanctuary and prayed for the faithful keeping vigil. When she finished her supplication, she took the shining veil from her immaculate head with a graceful, modest movement. It was broad and majestic,
and with her most holy hands she spread it over the congregation as a shelter. Both Andrew and Epiphanios saw it there for a long time, shining with divine glory like amber. As long as the Lady Theotokos (God-bearer) remained visible, her holy veil could also be seen, pouring forth grace. When she began to ascend to heaven, the divine covering gradually drew together and disappeared. The holy veil kept there signified the grace the Theotokos gives to the faithful. Epiphanios, too, saw this vision through the Saint’s power and intercession. After a life pleasing to God, the Saint came to his blessed end. Foreseeing his death, he went that morning
to the home of his spiritual child Epiphanios. He taught him at length, then fell silent. For some time, warm tears streamed down his face as he pondered the Master’s boundless love for mankind and the inexpressible blessings of Paradise, which God has prepared since the foundation of the world for those who love Him. “My revered father and spiritual teacher,” the young man said, “why do you weep and stand there so long, lost in wonder? Tell me, your child.” “My child,” said blessed Andrew, “since you ask, I will tell you something about myself. My life is coming to an end, and we shall be parted in body. But do not grieve. I am going to that world which does not perish.”
Epiphanios’s face fell at these words. “Why did you grow sad, my child, when you heard that your beloved is departing?” the Saint asked him. “It is a great blessing to leave this life. What ties do we have to this vain world? We were not made to live here forever, but to struggle for a time and then return to our true home. Nothing here is ours. This world is bitter, full of wicked demons who mingle with people, lead many astray, and cast them into Hell. But the world I long to enter has the Cherubim and Seraphim. There is eternal light; here, darkness. There is the glory of the Holy Trinity, shining with a light beyond compare, clear and radiant.
Here there is vain, false glory, which draws people into lawlessness through deceit. This is our last conversation. You will not see me again or meet me, alive or dead, except in spirit. Listen closely: I will tell you what lies ahead in your life, so that you will remember me and my words.” The Saint then revealed to Epiphanios that he would become a monk, then a cleric, and finally a Patriarch. “So, my child,” he added, “keep the fear of God in your soul and love Him with all your heart. Remain close to the Saints and pray for everyone, friends and enemies alike. Pray also for those held captive,
and for our brothers and sisters who suffer every kind of hardship and calamity. If I find boldness before Christ, I will always be with you in spirit. And when God is about to call you from this life, I will come beforehand and reveal the day He has appointed. Then we shall both be together in eternal glory and joy, as the Lord has revealed to me. Whenever you serve the Divine Liturgy, remember me in the sacred offerings. No other sacrifice or supplication moves our merciful God, who loves mankind, to have compassion on sinners as this offering does. Care for the poor as much as you can; protect widows and orphans; welcome strangers; help and visit the sick and those in prison.
Do all this, and the Theotokos (God-bearer) will be your helper and protector, and the love of the Father, the Son, and the Holy Spirit will be with you.” Then they knelt, and the Saint prayed. When he finished, a brilliant light flashed before them and a mingled fragrance poured out so strongly that Epiphanios fell to the ground. Blessed Andrew raised him, gave him his blessing, kissed him, and left him to weep bitterly. Andrew then went to a warm, close place among the porticoes by the Hippodrome, where people walked. He stood there all night praying for those in danger, hardship, captivity, and need, and for the whole world.
Then he lay down on the ground. Seeing with a joyful face the angels and all the Saints who had come to him as friends, he gave up his spirit. At once, the place filled with the fragrance of myrrh and incense. Meanwhile, a poor woman living in a nearby hut caught that wondrous, overwhelming fragrance.
She rose quickly, lit a lamp, and followed the fragrance to the place where the Saint had fallen asleep in the Lord. There the divine fragrance was stronger still, and myrrh flowed miraculously from his body like a river. She ran to tell others of the miracle, calling God as her witness.
Many came, but when they reached the place, they saw no one. Yet they marveled at the fragrance of myrrh and incense and at the light that appeared there. They could not find the righteous man’s body. While he was still alive, the Saint had foretold that the Lord would place his body with that of blessed Symeon, who had lived before him. On the night the Saint fell asleep in the Lord, Epiphanios saw his soul rising toward heaven, brighter than the sun and shining sevenfold with divine radiance. Angels went before and followed him, singing a sweet melody like a harmony of musical instruments. Blessed Andrew, that hidden sun and towering pillar of fire,
who became poor, a fool, and a stranger for love of the Lord, despised and rejected by all, and who now became a son of God by grace and an heir of the Kingdom of Heaven, completed his hidden and noble struggle for God on May 28, at the age of sixty-six.
Our Church has children of every kind. Among them, the Saints who were fools for Christ stand out like rare, fragrant flowers. They stand out not so much for fasting beyond human strength, ceaseless toil, vigils lasting many days, or endless tears; nor for extreme hardship and ascesis, their ascetic discipline. Above all, they stand out because they reached the central goal of the spiritual life: humility. True humility, not an imagined version of it, is the queen of the virtues, as Saint John Climacus says. Nothing draws divine grace to the soul as powerfully as humility. And for humility to become complete, the ego must be brought low completely.
In the fools for Christ, we see this humbling of the self before the eyes of the whole world, through feigned madness and strange behavior. They want to remain hidden, concealing their virtue and holiness beneath a false cloak of madness. The saints who are fools for Christ play a sacred game. They make a mockery of the world and all that belongs to this vain, ambitious world: its social conventions, its supposed dignity and polite manners, its diplomacy and hypocrisy, its politics and pretension, its showiness and Phariseeism. They make a mockery of that ridiculous worldly rule some people live by: ‘What will people say?’ and ‘How will I look to others?’ In the end, they even make a mockery of the demons
who have found their strongest opponents in these holy fools. Finally, let us stress that to live as a fool for Christ, a person must be a saint, filled with the Holy Spirit, aflame with divine love, and above all called by God to this way of life. Otherwise, he does not make a mockery of the world; the world makes a mockery of him.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
05 ΜΑΪΟΥ\28 05 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.