Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Το μαρτύριο της Αγίας Αναστασίας και η πίστη που τη διαμόρφωσε

Μεγαλωμένη στη Ρώμη επί βασιλείας του Διοκλητιανού, η Αναστασία διδάχθηκε την χριστιανική πίστη από τη μητέρα της και από τον δάσκαλό της, Χρυσόγονο. Μετέφερε κρυφά τροφή, ενδύματα και φροντίδα σε φυλακισμένους χριστιανούς, ακόμη και αφού ο σύζυγός της προσπάθησε να την εμποδίσει.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων22 Δεκεμβρίου18:35Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Μεγαλωμένη στη Ρώμη επί βασιλείας του Διοκλητιανού, η Αναστασία διδάχθηκε την χριστιανική πίστη από τη μητέρα της και από τον δάσκαλό της, Χρυσόγονο.
  • Μετέφερε κρυφά τροφή, ενδύματα και φροντίδα σε φυλακισμένους χριστιανούς, ακόμη και αφού ο σύζυγός της προσπάθησε να την εμποδίσει.
  • Μετά την εκτέλεση του Χρυσόγονου, η Αναστασία τίμησε τα λείψανά του και στήριξε την Αγάπη, τη Χιονία και την Ειρήνη κατά τα μαρτύριά τους.
  • Ενίσχυσε τη Θεοδότη, η οποία αργότερα μαρτύρησε μαζί με τα παιδιά της, αφού ο γιος της Ευόδος ομολόγησε τον Χριστό με παρρησία.
  • Φυλακισμένη και στερημένη τροφής, η Αναστασία παρέμεινε σταθερή· η διήγηση αναφέρει ότι η Θεοδότη εμφανίστηκε σε εκείνη για να την ενθαρρύνει και αργότερα οδήγησε με ασφάλεια στη στεριά μια βάρκα με καταδικασμένους φυλακισμένους.
  • Οι επιβάτες της βάρκας ασπάστηκαν τον Χριστιανισμό και εκτελέστηκαν, ενώ η Αναστασία κάηκε ζωντανή στις 22 Δεκεμβρίου.
  • Η ομιλία κλείνει τιμώντας την Αναστασία ως Μεγαλομάρτυρα και καλεί τους γονείς και τους δασκάλους να καλλιεργούν την πίστη στα παιδιά, όπως έκαναν η μητέρα της και ο Χρυσόγονος για εκείνη.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 20 παράγραφοι

Μάρτυς του Χριστού Αναστασία άκμασε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Διοκλητιανού. Καταγόταν από την πόλη της Ρώμης. Ο πατέρας της ήταν ειδωλολάτρης και ονομαζόταν Πρεφέξαστος, η δε μητέρα της Φάυσταν. Από αυτή οδηγήθηκε σε άνδρα θεοσεβή, ο οποίος ονομαζόταν Χρυσόγονος, και έμαθε κοντά σ' αυτόν τα ιερά γράμματα. Τη δε πίστη στον Χριστό έμαθε και από αυτόν και από τη μητέρα της. Ο πατέρας της την είχε παντρέψει χωρίς τη θέλησή της με κάποιον ειδωλολάτρη, ο οποίος ονομαζόταν Πουπλίων ή Πουπλίος, τον οποίον η Αναστασία αποστρεφόταν και για την απιστία του και για την αγάπη της προς την παρθενία. Καθημερινά προσευχόταν στον Χριστό, φυλάττοντας όλες του τις εντολές, ιδιαίτερα δε

αγαπούσε πολύ την ταπείνωση. Πολλές φορές, ανταλλάσσοντας τα πολυτελή με τα πτωχικά ενδύματα για να μην τη γνωρίζουν, πήγαινε με τη δούλη της στις φυλακές και φρόντιζε τους χριστιανούς, σπογγίζοντας τις πληγές και τα αίματά τους. Έκαμνε δε και κάθε άλλη υπηρεσία σαν να ήταν δούλη, καταφιλώντας από ευλάβεια τις πληγές των μαρτύρων. Τους νουθετούσε να μην δειλιάζουν μπρος στα πρόσκαιρα βασανιστήρια, τους έδινε τροφές και ενδύματα και κάθε άλλο αναγκαίο του σώματος. Αυτά δε τα έκαμνε κρυφά κατά τις νύχτες, δίνοντας στους φύλακες των δεσμοτηρίων χρήματα για να την αφήνουν να εισέρχεται σε αυτά. Όταν έμαθε αυτά ο Πουπλίων, τη φυλάκισε. Εκείνη λυπόταν, διότι δεν μπορούσε να περιποιείται τους φυλακισμένους όπως προηγουμένως,

ιδιαίτερα δε τον διδάσκαλό της Χρυσόγονο, τον οποίον είχε και αυτόν φυλακίσει ο βασιλέας για την ευσέβεια. Μόνο μέσω μιας ηλικιωμένης γυναίκας επικοινωνούσε μαζί του, ο δε Χρυσόγονος της είπε να έχει υπομονή, διότι μετά από λίγες μέρες θα πέθαινε ο άντρας της και θα έμενε εντελώς ελεύθερη, πράγμα που έγινε. Έτσι η Αγία έμεινε ελεύθερη και χωρίς εμπόδιο έκαμνε εκείνα που ήθελε, χαρίζοντας στους πτωχούς τα υπάρχοντά της και παρακινώντας τους Αγίους Μάρτυρες να υπομένουν με ανδρεία τα βασανιστήρια. Όταν ο Διοκλητιανός έμαθε για τον Χρυσόγονο, πρόσταξε να τον φέρουν μπροστά του ως κατάδικο.

Παρουσιάστηκε. Τον πρόσταξε να θυσιάσει στους θεούς. Ο Άγιος Χρυσόγωνος ομολόγησε την πίστη του στον ένα Θεό και την αποστροφή του προς κάθε ειδωλολατρία. Ο βασιλέας, αν και θαύμασε την παρρησία του μάρτυρος, πρόσταξε να τον αποκεφαλίσουν. Όταν δε έγινε αυτό, έριψαν το τίμιο του λείψανο σε παρακείμενη λίμνη. Κοντά σε εκείνο το μέρος ζούσαν τρεις αδελφές, η Αγάπη, η Χιονία και η Ειρήνη, καθώς και κάποιος ενάρετος ιερομόναχος ονόματι Ζωήλος, ο οποίος με θεία αποκάλυψη είδε πού βρισκόταν το λείψανο του Αγίου Χρυσογόνου, το πήρε και το έκρυψε στο κελί του. Η Αγία Αναστασία μετά από όραμα συναντήθηκε με τον Ζωήλο, προσκύνησε το λείψανο του Αγίου Χρυσογόνου, παρέλαβε μαζί της τις Άγιες Παρθένες

κατόπιν ο Ζωήλος απήλθε εν ειρήνη προς τον Κύριο. Ο βασιλέας πρόσταξε να συλλάβουν και να φέρουν στο θέατρο τις τρεις εκείνες παρθένες. Όταν έγινε αυτό, προσπάθησε πρώτα με κολακίες και υποσχέσεις να τις κάνει να προσκυνήσουν τα είδωλα, πράγμα που κατέστη αδύνατον, και έτσι τις φυλάκισαν. Η Αναστασία ακολουθούσε τις Άγιες και τις φρόντιζε, όπως και τους άλλους χριστιανούς, σε όλα τα χρειαζούμενα. Στη συνέχεια και ο έπαρχος Συσίνιος προσπάθησε και αυτός με κολακίες και απειλές να διαστρέψει από την πίστη τις Παρθένες. Βλέποντας όμως ότι εις μάτην κοπίαζε, πρόσταξε να κάψουν τις δύο αδελφές, Αγάπη και Χιονία. Αφού άναψαν οι υπηρέτες τη φωτιά, προσευχήθηκαν οι Άγιες

το σημείο του Τιμίου Σταυρού και εισήλθαν σε αυτή με χαρά. Ο δε παντοδύναμος Θεός έλαβε τις ψυχές τους, χωρίς να πονέσουν διόλου και χωρίς η φωτιά να κάψει ούτε τρίχα της κεφαλής τους. Έτσι η φιλομάρτυς Αναστασία πήρε τα ιερά τους λείψανα και τα ενταφίασε με πολλή ευλάβεια. Ο Συσίνιος προσπάθησε και την τρίτη αδελφή, την Ειρήνη, με κολακίες και απειλές να την κάνει να θυσιάσει στα είδωλα. Η Αγία όμως παρέμενε ακλόνητη στην πίστη της στον Χριστό. Τέλος η Αγία Ειρήνη βρήκε θάνατο μαρτυρικό, καθώς κάποιος στρατιώτης έριξε ένα βέλος, το οποίο κατά παραχώρηση του Θεού διεπέρασε την Αγία. Η Αναστασία παρέλαβε το λείψανο

το ενταφίασε με ευλάβεια μαζί με τα λείψανα των άλλων Αγίων Παρθένων. Όταν έμαθε αυτά ο άρχοντας, φυλάκισε την Αναστασία σκοπεύοντας να τη βασανίσει. Όταν άκουσε όμως ότι ήταν από τις ευγενέστερες της Ρώμης, δεν τόλμησε να την αγγίσει, αλλά την έστειλε στον βασιλέα. Τόσο εκείνος όσο και άλλα πρόσωπα στα οποία παραδόθηκε η Αγία προσπάθησαν να την απομακρύνουν από την πίστη του Χριστού, πράγμα το οποίο όμως κατέστη αδύνατον. Τελικά ελευθερώθηκε από τη φυλακή και πήγε σε άλλη χώρα, στην οποία ήταν φυλακισμένη για την πίστη της κάποια γυναίκα η οποία ονομαζόταν Θεοδότη, η οποία είχε υποστεί πολλά μαρτύρια από τον κόμιτα της πόλεως Λευκάδιο.

Διηγούμενη σ' αυτήν η Αναστασία όσα της έκαναν, τη στερέωσε περισσότερο στην πίστη. Ο δε Λευκάδιος, όταν έμαθε αυτά, την μεν Αναστασία φυλάκισε, τη δε Θεοδότη έστειλε δεμένη στον ύπατο της Βιθυνίας με γράμματα, ο οποίος τη βασάνισε ποικιλοτρόπως. Μη μπορώντας δε να τη νικήσει, πρόσταξε να φέρουν τα δυο της παιδιά και απειλούσε και αυτά να τα θανατώσει εάν δεν προσκυνούσαν τα είδωλα. Ο δε πρωτότοκος, ονόματι Εύωδος, αποκρίθηκε: «Εμείς, άρχοντα, δεν φοβούμαστε κολαστήρια σώματος, διότι αυτά μας προξενούν ζωή αιώνιο. Μόνο δε τον αληθινό Θεό φοβούμαστε και τρέμουμε». «Θαυμάζω», είπε ο άρχοντας, «πώς έχεις τέτοια μάθηση, ενώ είσαι ολίγων ετών και συ ομιλείς

εύκολα και καλύτερα από γέροντα». Εκείνος δε αποκρίθηκε: «Η μεν γλώσσα είναι δική μου, τα δε λόγια είναι του Κυρίου, ο οποίος μας υποσχέθηκε ότι όταν μας οδηγούν στα κριτήρια θα ομιλεί εκείνος για μας». Τότε ο δυσσεβής πρόσταξε να ραβδίσουν ανηλεώς το παιδί μπρος στη μητέρα του για να πονέσει βλέποντάς τον βασανιζόμενο. Η γενναία όμως μητέρα χαιρόταν και το παρακινούσε λέγοντας: «Έχε υπομονή, παιδί μου, στάσου ανδρείος και υπόμεινε για τον Χριστό, για να λάβεις δοξασμένο στεφάνι». Τελικά ο άρχοντας πρόσταξε να τους κάψουν σε καμίνι, στο οποίο εισήλθε η μητέρα με τα παιδιά της με αγαλλίαση και ευχαριστώντας τον Κύριο, και απέθεσαν τις άγιες τους ψυχές

στα χέρια του Θεού. Έτσι, η μεν Θεοδότη με τα παιδιά της βρήκαν το μακάριο τέλος, η δε Αναστασία ήταν φυλακισμένη από τον έπαρχο του Ιλλυρικού, ο οποίος, όταν άκουσε ότι ήταν από πλούσιους και περίδοξους γονείς, δοκίμασε ως φιλάργυρος αν μπορούσε να κερδίσει χρήματα και της είπε: «Εάν είσαι αληθινή χριστιανή, κάνε τον λόγο του νυμφίου σου, καταφρόνησε όλα τα χρήματα και τα πράγματα τα οποία έχεις και δώσ' τα σε μένα να λυτρωθείς από τις φροντίδες. Όταν κάνεις αυτό, μη φοβάσαι από μένα βασανιστήρια, προσκύνα δε τον Θεό σου όπως θέλεις».

Η Αγία αποκρίθηκε: «Ο Κύριός μου πρόσταξε να δίδονται στους πτωχούς τα υπάρχοντά μας. Συ δε είσαι πλούσιος και όποιος σου δώσει ελεημοσύνη είναι ανόητος. Όμως, εάν σου συμβεί και γίνεις πτωχός και δω ότι έχεις ανάγκη, μετά χαράς να σε θρέψω πεινώντα, να σε ποτίσω διψώντα και να σε ενδύσω γυμνητεύοντα». Αυτά και άλλα περισσότερα καθώς είπε η Αγία, θύμωσε ο τύραννος και τη φυλάκισε, προστάζοντας να μην της δώσουν να φάγει τίποτε, παρά μόνο λίγο μετά τη δύση του ηλίου. Η Αγία όμως ούτε και εκείνη τη λίγη τροφή καταδέχτηκε, έχοντας όλο της τον πόθο προς τον Χριστό, τον οποίον είχε ως βρώση και πόση και παράκληση του σκότους. Έβλεπε δε κάθε νύχτα τη μακαρία και σύναθλό της Θεοδότη, η οποία γέμιζε την καρδιά της ευφροσύνη και της έδινε προθυμία και δύναμη στους αγώνες.

Όταν δε ρώτησε η Αναστασία τη Θεοδότη γιατί ερχόταν προς αυτήν μετά τον θάνατό της, αποκρίθηκε: «Ο Θεός δίδει τη χάρη αυτή στους μάρτυρες να φανερώνονται σε όσους φίλους τους θέλουν, να συνομιλούν και να ευφραίνονται». Μετά από τριάντα μέρες, νομίζοντας ο τύραννος ότι από την πολλή πείνα και κακοπάθεια θα είχε ασθενήσει η Αγία, έστειλε ανθρώπους και την έφεραν ενώπιόν του. Βλέποντάς την δε χαρούμενη και με θάρρος περισσότερο από ό,τι προηγουμένως, γέμισε θυμό κατά των φυλάκων, νομίζοντας ότι αυτοί τη φρόντιζαν. Έτσι, αφού έδιωξε εκείνους, έβαλε άλλους να τη φυλάγουν άλλες τόσες μέρες και έκλεισε τις θύρες επιμελώς. Η δε Αγία

παρέμενε προσευχόμενη μέρα και νύχτα προς τον Κύριο. Μετά τριάντα μέρες έβγαλε και πάλι από τη φυλακή την Αγία και πρόσταξε να την καταβυθίσουν στη θάλασσα μαζί με άλλους πολλούς καταδίκους, μεταξύ δε αυτών ήταν και κάποιος χριστιανός ονόματι Ευτυχιανός, τον οποίον είχε προηγουμένως βασανίσει για τον Χριστό και του είχε πάρει όλα του τα υπάρχοντα.

Λοιπόν αυτούς οι στρατιώτες σε μια βάρκα, μπήκαν δε και αυτοί σε μια άλλη, και αφού τους πήγαν στα ανοιχτά της θάλασσας, τρύπησαν σε πολλά σημεία το πλεούμενο των καταδίκων για να βυθιστεί. Αλλά ο Θεός έστειλε τη μακαρία Θεοδότη, η οποία δεν άφησε τη βάρκα να βυθιστεί, αλλά κυβερνώντας την, την έφερε στην ακτή. Οι δύο ειδωλολάτρες που ήταν μέσα στη βάρκα κάθονταν.

Είδαν αυτό το θαύμα, εντυπωσιάστηκαν και πέφτοντας στα πόδια του Ευτυχιανού και της Αγίας, τους παρακαλούσαν να τους διδάξουν την ευσέβεια. Όταν έγινε αυτό, πίστευσαν στον Χριστό όλοι, ήσαν δε κατά τον αριθμό 120.

Όταν έμαθε αυτά μετά την τρίτη μέρα ο έπαρχος, έστειλε στρατιώτες και τους έφεραν στο κριτήριο. Τους παρακαλούσε δε πολύ να επιστρέψουν στην προηγούμενή τους πλάνη, υποσχόμενος να τους αφήσει ελεύθερους και να τους δώσει πολλά χαρίσματα. Όμως εκείνοι δεν δέχτηκαν, ούτε προτίμησαν ζωή πρόσκαιρη, αλλά μόνο την αιώνια πόθησαν.

Αφού τους υπέβαλε σε διάφορα βασανιστήρια και δεν μπόρεσε να τους νικήσει, τους απεκεφάλισε όλους. Τη δε μακαρία Αναστασία πρόσφυγε. Πρόσταξε να τη δέσουν σε πασάλους, να βάλουν φωτιά και να την κατακάψουν. Καθώς έγινε αυτό, παρέδωσε και αυτή τη μακαρία της ψυχή στα χέρια του Θεού κατά την 22η του μηνός Δεκεμβρίου. Κάποια γυναίκα, ονόματι Απολλωνία, από επίσημο γένος, παρεκάλεσε τη γυναίκα του επάρχου και της χάρισε το ιερό λείψανο της Αναστασίας, το οποίο ενταφίασε με ευλάβεια στον κήπο της. Μετά έκτισε ναό πολυτελή στο όνομά της και κάθε χρόνο τη γιόρταζε λαμπρά. Ύστερα, μετά από πολλά χρόνια, έκτισαν στην Κωνσταντινούπολη μεγαλοπρεπή ναό της Αγίας και μετέφεραν εκεί το σεβάσμιο και πολύτιμό της λείψανο, το οποίο ήταν θησαυρός και πηγή θαυμάτων,

δόξαν του Αγίου Τριαδικού Θεού. Η αγία της κάρα και μέρος του δεξιού της ποδός φυλάσσεται στην ομώνυμή της Μονή της Χαλκιδικής, κοντά στη Θεσσαλονίκη. Φέρει δε την προσωνυμία Φαρμακολύτρια, διότι λύει από τις δηλητηριάσεις, κατ' άλλους διότι λύει από τα κακά και λυτρώνει από τις ασθένειες, και τέλος κατ' άλλους διότι προς τιμή της ανεγέρθηκε ναός σε οικόπεδο που ανήκε σε κάποιον πατρίκιο που ονομαζόταν Φαρμακός.

Μεγαλύτερες Άγιες της Εκκλησίας μας είναι η σήμερα εορταζομένη Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια, η οποία χαρακτηρίζεται ως Μεγαλομάρτυς. Πίσω όμως από την Αγία αυτή υπάρχει μια πιστή μητέρα, ένας πιστός και Άγιος δάσκαλος. Η μητέρα ήταν εκείνη η οποία την εισήγαγε στην πίστη και την οδήγησε στον διδάσκαλο Χρυσόγονο. Το έργο που άρχισε εκείνη, το συμπλήρωσε και το ολοκλήρωσε ο Άγιος Διδάσκαλος. Έτσι η Αναστασία ξεκίνησε και έγινε αυτό που έγινε, δηλαδή μια Αγία της Εκκλησίας μας, την οποία τίμησε ο Θεός και την τιμάμε κι εμείς μέχρι σήμερα και ζητούμε τις πρεσβείες της. Η σημασία της διαπαιδαγώγησης είναι πολύ μεγάλη.

Κατεξοχήν δε εκείνη της μικρής ηλικίας, την οποία έχουν στα χέρια τους οι γονείς και οι διδάσκαλοι, ιδιαίτερα δε οι μητέρες και πολλές φορές οι γιαγιάδες. Εάν δε η πίστη των ανωτέρω βρίσκεται στο επίπεδο της αγιότητος, τότε τα ευεργετικά αποτελέσματα της επιρροής τους στο νεαρό βλαστό θα είναι ακόμη μεγαλύτερα και βαθύτερα. Η αγαθή σπορά στη μικρή ηλικία παραμένει στο βάθος της ψυχής και μπορεί να καρποφορήσει όταν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες, πολλές φορές δε σε μεγάλη ηλικία. Να λοιπόν η σημασία και το χρέος του καθενός μας απέναντι στους άλλους και ιδιαίτερα στη μικρή ηλικία.

Αγγλική μετάφρασηEN · 20 παράγραφοι

The martyr of Christ Anastasia lived during the reign of Emperor Diocletian. She was from Rome. Her father, Prefexastus, was a pagan, and her mother was named Fausta. Her mother entrusted her to a devout teacher named Chrysogonus. From him she learned the sacred writings, and from both him and her mother she learned the faith in Christ. Her father had married her against her will to a pagan named Publion, or Publius. Anastasia kept her distance from him because of his unbelief and her love of virginity. Every day she prayed to Christ and kept all His commandments. She especially

loved humility. Often she exchanged her fine clothes for poor ones so she would not be recognized. Then she and her servant went to the prisons to care for the Christians, washing their wounds and cleaning away their blood. She served them in every way, as though she were a servant, and reverently kissed the martyrs’ wounds. She urged them not to fear their passing torments and brought them food, clothing, and whatever else they needed. She did all this secretly at night, paying the prison guards to let her in. When Publion learned of it, he confined her. She grieved because she could no longer care for the prisoners as she had before,

especially her teacher Chrysogonus, whom the emperor had also imprisoned for his faith. She could communicate with him only through an elderly woman. Chrysogonus told her to have patient endurance: in a few days her husband would die, and she would be completely free. And so it happened. Free at last, Saint Anastasia gave her possessions to the poor and encouraged the holy martyrs to endure their torments courageously. When Diocletian learned of Chrysogonus, he ordered him brought before him as a prisoner.

Chrysogonus was brought before the emperor, who ordered him to sacrifice to the gods. Saint Chrysogonus confessed his faith in the one God and rejected all idolatry. Though the emperor admired the martyr’s boldness, he ordered him beheaded. His honored body was then thrown into a nearby lake. Living near that place were three sisters, Agape, Chionia, and Irene, and a virtuous priest monk named Zoilus. Through a divine revelation, Zoilus saw where Saint Chrysogonus’s body lay. He recovered it and hid it in his cell. After a vision, Saint Anastasia met Zoilus, venerated the body of Saint Chrysogonus, and took the holy virgins with her.

After this, Zoilus departed in peace to the Lord. The emperor ordered the three virgins arrested and brought to the theater. He first tried flattery and promises to make them worship the idols. When that failed, they were imprisoned. Anastasia stayed close to the saints and cared for them, as she cared for the other Christians, providing all they needed. Then the prefect Sisinnius tried to turn the virgins from the faith with flattery and threats. Seeing that his efforts were in vain, he ordered two of the sisters, Agape and Chionia, to be burned. When his servants lit the fire, the saints prayed,

made the sign of the Precious Cross, and entered the fire with joy. Almighty God received their souls without their feeling any pain, and the fire did not burn even a hair on their heads. Anastasia, who loved the martyrs, took their bodies and buried them with great reverence. Sisinnius then tried to make the third sister, Irene, sacrifice to the idols through flattery and threats. But she remained steadfast in her faith in Christ. At last Saint Irene was martyred when a soldier shot an arrow that pierced her, as God permitted. Anastasia took her body

and reverently buried it beside the bodies of the other holy virgins. When the ruler learned of this, he imprisoned Anastasia, intending to torture her. But when he heard that she belonged to one of Rome’s noblest families, he did not dare touch her and sent her to the emperor. The emperor and others into whose custody she was placed tried to turn her away from faith in Christ, but none succeeded. Eventually she was released from prison and went to another region. There a woman named Theodote was imprisoned for her faith, having suffered many torments at the hands of Leucadius, the city’s governor.

Anastasia told Theodote what had been done to her and strengthened her in the faith. When Leucadius learned of this, he imprisoned Anastasia and sent Theodote in chains, with a letter, to the consul of Bithynia. The consul tortured her in many ways. Unable to overcome her, he ordered her two children brought before him and threatened to kill them too unless they worshiped the idols. Her eldest son, Euodus, replied, “Ruler, we are not afraid of bodily torments, for they bring us eternal life. We fear and revere only the true God.” The ruler said, “I am amazed that, though you are so young, you have learned so much and speak

so readily, and better than an elder.” Euodus replied, “The tongue is mine, but the words are the Lord’s. He promised that when we are brought before judges, He will speak for us.” The impious ruler then ordered the boy beaten mercilessly with rods in front of his mother, hoping she would suffer at the sight. But his brave mother rejoiced and encouraged him: “Have patient endurance, my child. Be courageous and endure for Christ, so that you may receive a glorious crown.” Finally, the ruler ordered them burned in a furnace. The mother entered it with her children, rejoicing and giving thanks to the Lord, and they placed their holy souls

in God’s hands. Thus Theodote and her children came to their blessed end. Anastasia, meanwhile, was imprisoned by the prefect of Illyricum. When he heard that her parents were wealthy and distinguished, his greed made him seek a way to get her money. He said to her, “If you are a true Christian, obey your Bridegroom’s word. Give up all your money and possessions and hand them over to me, so you may be free of worldly cares. Do that, and you need fear no torture from me. Worship your God as you wish.”

The saint replied, “My Lord commanded us to give our possessions to the poor. You are rich, and anyone who gave you alms would be foolish. But if you should become poor and I see you are in need, I will gladly feed you when you are hungry, give you drink when you are thirsty, and clothe you when you are naked.” These words, and more besides, enraged the tyrant. He imprisoned her and ordered that she be given nothing to eat except a little food after sunset. But the saint would not even accept that small portion. All her longing was for Christ, who was her food and drink and her comfort in the darkness. Each night she saw the blessed Theodote, her fellow sufferer, who filled her heart with gladness and gave her courage and strength for her trials.

Anastasia asked Theodote why she came to her after her death. Theodote replied, “God grants martyrs this grace: they may appear to the friends they choose, speak with them, and share their joy.” After thirty days, the tyrant assumed the saint would be weak from hunger and hardship, so he sent men to bring her before him. When he saw her joyful and even bolder than before, he grew furious with the guards, thinking they had been caring for her. He dismissed them, appointed others to guard her for another thirty days, and had the doors securely shut. The saint

continued to pray to the Lord day and night. After thirty days, the tyrant brought her out of prison again and ordered her drowned at sea with many other prisoners. Among them was a Christian named Eutychian, whom he had already tortured for Christ and stripped of all his possessions.

The soldiers put the prisoners in one boat and boarded another themselves. When they reached the open sea, they pierced the prisoners’ boat in many places so it would sink. But God sent the blessed Theodote. She kept the boat from sinking and guided it to shore. Two pagans were aboard the prisoners’ boat.

When they saw this miracle, they were astonished. Falling at the feet of Eutychian and the saint, they begged to be taught the Christian faith. After that, all the prisoners believed in Christ. There were 120 of them.

Three days later, when the prefect learned what had happened, he sent soldiers to bring them before his court. He repeatedly urged them to return to their former error, promising to set them free and give them many gifts. But they refused. They did not choose this passing life; they longed only for eternal life.

He subjected them to various torments, but when he could not overcome them, he had them all beheaded. As for blessed Anastasia, he ordered her bound to stakes and burned. And so, on December 22, she too placed her blessed soul in God’s hands. A woman of noble birth named Apollonia pleaded with the prefect’s wife, who gave her Anastasia’s body. Apollonia buried it reverently in her garden. She later built a splendid church in Anastasia’s name and celebrated her feast each year. Many years afterward, a magnificent church dedicated to the saint was built in Constantinople. Her revered and precious body was taken there and became a treasure and a source of miracles,

to the glory of the Holy Triune God. Her holy head and part of her right foot are kept at the monastery named for her in Chalkidiki, near Thessaloniki. She is called the Deliverer from Potions because she delivers people from poisoning. Others say the name means that she frees people from evils and delivers them from illness. Still others say she received the name because a church was built in her honor on land belonging to a nobleman named Pharmakos.

Among the greatest saints of our Church is Saint Anastasia the Deliverer from Potions, whom we celebrate today and honor as a Great Martyr. Behind this saint, though, stood a faithful mother and a faithful, saintly teacher. Her mother introduced her to the faith and brought her to her teacher, Chrysogonus. Saint Chrysogonus carried on and completed the work her mother had begun. This was how Anastasia came to be who she became: a saint of our Church, honored by God. We still honor her today and ask for her prayers. The importance of raising and teaching children is very great.

This is especially true in early childhood, when parents and teachers have children in their care, and especially mothers and often grandmothers. If the faith of those who guide them reaches the measure of holiness, its good influence on a young life will be deeper and greater still. Good seed sown in childhood remains deep within the soul. Under the right conditions it can bear fruit, sometimes even late in life. This shows us both the importance of our influence and the duty each of us has toward others, especially the young.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ\22 12 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα