Άγιος Αμφιλόχιος Ικονίου και η υπεράσπιση της Ορθοδοξίας
Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Αγίου Αμφιλοχίου Ικονίου στις 23 Νοεμβρίου, μαζί με αρκετούς άλλους αγίους. Γεννημένος στην Καππαδοκία, ο Αμφιλόχιος εγκατέλειψε τις κοσμικές ανέσεις για έναν ασκητικό βίο προσευχής στη Λυκαονία, όπου άλλοι έγιναν μαθητές του.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Αγίου Αμφιλοχίου Ικονίου στις 23 Νοεμβρίου, μαζί με αρκετούς άλλους αγίους.
- Γεννημένος στην Καππαδοκία, ο Αμφιλόχιος εγκατέλειψε τις κοσμικές ανέσεις για έναν ασκητικό βίο προσευχής στη Λυκαονία, όπου άλλοι έγιναν μαθητές του.
- Μετά από επανειλημμένα αγγελικά οράματα, δέχθηκε απρόθυμα την εκλογή του ως επισκόπου Ικονίου και φρόντισε το ποίμνιό του.
- Στη Β' Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη υπερασπίστηκε την ορθόδοξη ομολογία ότι ο Υιός είναι ομοούσιος με τον Πατέρα.
- Προσβάλλοντας σκόπιμα τον Αρκάδιο, γιο του αυτοκράτορα Θεοδοσίου, ο Αμφιλόχιος έδειξε στον αυτοκράτορα γιατί η ατίμωση του Υιού του Θεού ήταν σοβαρότερο παράπτωμα.
- Ο Θεοδόσιος τίμησε τον Αμφιλόχιο και υποστήριξε την οικοδόμηση εκκλησιών στο Ικόνιο· ο άγιος πέθανε αργότερα, μετά από χρόνια ποιμαντικής διακονίας.
- Η ομιλία κλείνει με τη διδασκαλία του Γρηγορίου του Θεολόγου ότι οι χριστιανοί πρέπει να αναζητούν πρώτα τον δικό τους καθαρισμό και την αγιότητα πριν επιχειρήσουν να καθοδηγήσουν τους άλλους.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 17 παράγραφοι
Σήμερα, 23 του μηνός Νοεμβρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Αγίου Αμφιλοχίου Επισκόπου Ικωνίου, του Αγίου Γρηγορίου Επισκόπου Ακραγαντίνων, του Οσίου και Ομολογητού Σισινίου, του Αγίου Επισκόπου Ισχυρίωνος, του Αγίου Ελένου Επισκόπου Ταρσού, του Αγίου Μητροφάνους, του μετονομασθέντος Μακαρίου, Πρώτου Επισκόπου Βορωνεζίας, και του Αγίου Μεγάλου Δουκός Αλεξάνδρου του Νεύσκι, των Ρώσων.
Ο Αμφιλόχιος γεννήθηκε από γονείς ευγενείς και επιφανείς στην Καπαδοκία και ήταν συμμαθητής με τους συμπατριώτες του Μέγα Βασίλειο και Γρηγόριο το Θεολόγο, όπως ο ίδιος γράφει σε επιστολές που έστειλε για κάποια εκκλησιαστικά ζητήματα στον Μέγα Βασίλειο. Καθώς ο Άγιος αυτός προχωρούσε στη σωματική ηλικία, προχωρούσε και στην πνευματική και ως γνωστικός μίσησε όλα τα εγκόσμια και προτίμησε το Χριστό. Απαρνήθηκε, όπως ο Μέγας εκείνος Αβραάμ, την πατρίδα, εγκατέλειψε συγγενείς, φίλους, πλούτο και όλα τα θελήματα της σαρκός και πήγε στη χώρα των Λυκαόνων, όπου σε ησυχαστικό τόπο βρήκε μια σπηλιά, έκτισε ναό επ' ονόματι της Θεοτόκου.
Ζούσε ζωή αγγελική με νηστείες, αγρυπνίες, ακατάπαυστη προσευχή και δάκρυα και κάθε άλλη σκληραγωγία και άσκηση. Καθώς έβλεπαν την ένθεη αυτή ζωή του Αγίου και τα πνευματικά του κατορθώματα, πολλοί αποτάσσονταν τον κόσμο και γίνονταν μαθητές του. Κατά τον καιρό εκείνο απέθανε ο αρχιερέας του Ικωνίου ονόματι Ιωάννης. Ο δε προνοητής των όλων Θεός έστειλε άγγελο και είπε στον Άγιο: «Αμφιλόχιε, πήγαινε στο Ικώνιο για να γίνεις ποιμένας των λογικών μου προβάτων». Ο Άγιος άκουσε μεν τη θεία φωνή, αλλά ως ταπεινός δεν είχε προθυμία να πάει, διότι νόμιζε ότι δεν ήταν για το λειτούργημα αυτό άξιος. Κατά τη δεύτερη νύχτα
Την ίδια φωνή του Αγγέλου και πάλι είχε αμφιβολία μήπως ήταν απάτη του δαίμονα. Γι' αυτό ήλθε και την τρίτη νύχτα και του είπε: «Μη εναντιώνεσαι στο θείο πρόσταγμα, Αμφιλόχιε, διότι η χάρη του Αγίου Πνεύματος σε ψήφισε Επίσκοπο». Του είπε ο Άγιος: «Εάν είσαι άγγελος του Θεού, μείνε να κάνουμε προσευχή μαζί». Εκείνος δέχθηκε. Σηκώθηκε ο Άγιος και είπε: «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ» και τα υπόλοιπα. Ο δε άγγελος κράτησε τον Άγιο από το χέρι και πήγαν στην εκκλησία, οι θύρες της οποίας άνοιξαν από μόνες τους.
Ο ναός έλαμψε με ουράνιο φως, παρουσιάστηκαν δε πολλοί λευκοφόροι, οι οποίοι οδήγησαν τον Αμφιλόχιο στο Άγιο Βήμα, και αφού του έδωσαν το Ευαγγέλιο, σ' αυτόν: «Ας είναι ο Θεός μαζί σου». Προσευχήθηκαν γι' αυτόν και μετά αναχώρησαν. Ήταν τότε μεσονύκτιο και έμεινε ο Άγιος και θαύμαζε τα παράδοξα που του συνέβησαν. Όταν πήγαινε στο κελί του, τον συνάντησαν επτά επίσκοποι, οι οποίοι είδαν θεία οπτασία, με την οποία προστάχθηκαν να πάνε και να τον χειροτονήσουν επίσκοπο Ικωνίου. Τον πλησίασαν, τον χαιρέτησαν και αφού έμαθαν ότι αυτός ήταν ο ζητούμενος Αμφιλόχιος, τον πήραν και πήγαν στην εκκλησία.
Φόρεσαν τις αρχιερατικές τους στολές, κατάλαβε ο Άγιος τι ήθελαν να κάνουν και ομολόγησε σε αυτούς τη νυκτερινή οπτασία. Όταν άκουσαν αυτά, κατάλαβαν ότι ήταν θέλημα Θεού η χειροτονία του. Αφού μάζεψαν όλους τους κληρικούς της επαρχίας, Ανήγγειλαν όλοι την υπόθεση. Όλοι με μια γνώμη τον ανέβασαν στο θρόνο ως άξιο το έτος 373. Αφού έτσι παρέλαβε την εκκλησία, την ποίμανε θεάρεστα, ποτίζοντας τα λογικά πρόβατα με τα ζωηρά λόγια και εκτρέφοντάς τα με τον άρτο της θεοσέβειας. Κατά τους χρόνους εκείνους πρόσταξε ο Μέγας Θεοδόσιος να γίνει στη Βασιλεύουσα σύνοδος, διότι η Εκκλησία ταρασσόταν από την αίρεση του Μακεδονίου και του Ευνομίου. Διότι οι μεν Ορθόδοξοι ομολογούσαν τον Υιό ομοούσιο και ομόδοξο με τον Πατέρα, οι δε αιρετικοί τον θεωρούσαν κτίσμα και με χρονική αρχή. Αλλά στη Δευτέρα Οικουμενική Σύνοδο των 150 Αγίων Πατέρων
συγκροτήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 381, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος νίκησαν οι Ορθόδοξοι μέσω του θαυμασίου αυτού Αμφιλοχίου. Αφού ο ευσεβέστατος Αυτοκράτορας έστειλε διαταγή να έλθουν οι εμπειρότεροι αρχιερείς, ο Αμφιλόχιος ετοιμάστηκε να πολεμήσει με ανδρεία τους εχθρούς της αλήθειας. Όταν ήλθε βασιλική άμαξα να τον παραλάβει, πήρε μαζί του τον Αρχιδιάκονο Θεόδουλο και του έδωσε, όταν έβγαιναν από τη χώρα του Ικωνίου, λινό μανδύλι με αναμμένους άνθρακες λέγοντας: «Φύλαττε τούτο έως την Κωνσταντινούπολη». Ήταν τότε όλες οι εκκλησίες κλεισμένες και σφραγισμένες. Ο Άγιος πήγαινε να τις προσκυνήσει. Ενώ δε έφτανε σε κάθε μια, ανοίγονταν οι πόρτες μόνες τους.
Μέσα προσευχόταν ο Θεός να στερεώσει την Ορθοδοξία, σε Αυτόν δε να δώσει τη δύναμη να υπερασπιστεί την αλήθεια. Όταν λοιπόν ο Άγιος έφτασε στο παλάτι, είπε στο Διάκονό του: «Δώσε μου εκείνο που σου έδωσα να φυλάξεις όταν βγαίναμε από τη Μητρόπολη». Τότε ο Θεόδουλος άνοιξε το μαντήλι και, ω του θαύματος, βρήκε ακόμη αναμμένα τα κάρβουνα και το μαντήλι απείραχτο από τη φωτιά. Έβαλε ο Άγιος ευωδιαστό θυμίαμα στα κάρβουνα και πήγε προς τον Βασιλέα. Τον πλησίασε και είπε: «Χαίρε, Μεγαλειότατε». Ο γιος του βασιλέα Αρκάδιος καθόταν στα δεξιά του, ο δε Άγιος δεν τον χαιρέτησε καθώς του έπρεπε, αλλά του είπε καταφρονητικά: «Χαίρε και συ, παιδίον».
Ο βασιλέας άκουσε αυτό το λόγο, οργίστηκε και είπε στον Άγιο: «Πώς καταφρόνησες και ατίμασες έτσι τον γιο μου σαν να είναι τυχών άνθρωπος; Δεν είναι κι αυτός βασιλέας; Δεν φέρει στέμμα και τα άλλα σημάδια της βασιλείας; Τώρα θα σε αποκεφαλίσω για να λάβεις την πρέπουσα τιμωρία». Ο Άγιος αποκρίθηκε ήρεμα: «Εάν συ, Μεγαλειότατε, που σήμερα είσαι και αύριο διαλύεσαι ως άνθρωπος, αγανάκτησες διότι δεν τίμησα το γιο σου, θεωρώντας δική σου την καταφρόνηση εκείνου, πόσο μάλλον οργίζεται ο αθάνατος βασιλεύς όταν οι ασεβείς καθυβρίζουν τον Υιό του, τον μονογενή και ομοούσιο;» Ο Βασιλέας, ακόμη θυμωμένος, του είπε: «Γιατί είσαι, γέρον, αναίσχυντος και έχεις όπως η σκύλα αναίδεια;» Και ο Άγιος
αποκρίθηκε: «Μεγαλειότατε, διότι στα χρόνια είμαι γέρον, ανευλαβής στους ατάκτους και φαίνομαι σαν σκύλο στους λύκους, οι οποίοι φθείρουν την Εκκλησία του Θεού και σπαράζουν τα πρόβατα, και δεν θέλω παύση να τους γαυγίζω και να τους δαγκώνω μέχρι που με τη βοήθεια του Θεού να τους αφανίσω». Όταν ο βασιλέας άκουσε αυτή τη συνετή και έξυπνη απάντηση και καθώς η χάρη του Θεού του φώτισε την καρδιά και ενόησε τους λόγους του Αγίου, ο θυμός του κατέπαυσε, κατανύχθηκε, σηκώθηκε από το θρόνο, αγκάλισε τον Άγιο, τον καταφίλησε και του είπε: «Φρόνιμα, συνετά και σοφά έπραξες, διότι εάν εγώ, θνητός άνθρωπος, σκανδαλίστηκα με την καταφρόνηση του γιου μου,
θα υπομείνει την ελάττωση του μονογενούς Υιού του ο Ουράνιος Βασιλεύς, ο Θεός των Δυνάμεων;» Μετά από αυτά ο Μέγας Θεοδόσιος πρόσταξε να δείρουν, να πομπέψουν και να εξορίσουν τους αιρετικούς. Τον Αμφιλόχιο τον κράτησε πολλές μέρες στο παλάτι και άκουγε με ευλάβεια τη γλυκύτατη διδασκαλία του. Ο Άγιος του ζήτησε πολλές φορές να αναχωρήσει, αλλά δεν ήθελε να τον αφήσει ο ευσεβέστατος βασιλέας. Τέλος, βλέποντας τον μεγάλο πόθο που είχε ο Άγιος να βρεθεί ως ποιμένας κοντά στο ποίμνιό του, πριν τον αποχωριστεί, του είπε να του ζητήσει όποια χάρη ήθελε. Εκείνος αποκρίθηκε: «Η χάρη που ζητούσα από τη βασιλεία σου με τη χάρη του Θεού μου δόθηκε και άλλο επίγειο χάρισμα δεν σου ζητώ». Ο βασιλέας όμως επέμενε.
Ο Άγιος, για να μην τον λυπήσει, του είπε να κτίσει στο Ικόνιο δύο εκκλησίες, μια στο όνομα της του Θεού Σοφίας και άλλη στου Βαπτιστού Ιωάννου. Ο βασιλέας υποσχέθηκε την οικοδόμηση και επιπλέον του δώρισε χρυσό σταυρό που είχε μέσα τίμιο ξύλο. Αποχαιρέτησαν ο ένας τον άλλο και ο Άγιος επέστρεψε, νηστικός καθ' όλη την οδοιπορία, και αφού έκανε ολονύκτια αγρυπνία και το πρωί λειτούργησε, έτσι μπήκε στο Ικόνιο. Μετά ο Αυτοκράτορας έστειλε και έκτισε τρεις ναούς, τους οποίους αφού τελείωσαν, κάλεσε ο Αμφιλόχιος τον Μέγα Βασίλειο να τους εγκαινιάσει. Αν και ο Ουρανοφάντωρ ήταν ασθενής, όμως για την αγάπη του φίλου του πήγε και τους καθιέρωσε.
Δύο χρόνια εκοιμήθη ο Μέγας Βασίλειος. Πήγε και τον έθαψε αυτός ο Ιερός Αμφιλόχιος, ο οποίος του έγραψε και εγκώμιο. Επέστρεψε στην επαρχία του, όπου συνεχίζοντας να αγωνίζεται για το ποίμνιό του, απήλθε και αυτός προς τον Κύριο το 395 για να λάβει την αμοιβή των πολλών του κόπων. Όλη η πόλη λυπήθηκε και θεώρησε συμφορά μεγάλη τη στέρησή του. Έθαψαν με τιμές το τίμιο του λείψανο. Ο δοξάζων τους αυτόν δοξάζοντας δόξασε τον θεράποντά του και με τη μετά θάνατον θαυματουργία.
Γρηγόριος ο Θεολόγος μας λέγει: «Καθαρθήναι δει πρώτον, είτα καθάραι. Σοφισθήναι και ούτως σοφίσαι. Γενέσθαι φως και φωτίσαι. Εγγίσαι Θεώ και προσαγαγείν άλλους. Αγιασθήναι και αγιάσαι». Δηλαδή πρέπει κανείς πρώτα να καθαριστεί από τα πάθη και μετά να επιχειρήσει να καθαρίσει άλλους.
Να γίνει ο ίδιος σοφός και έτσι να κάνει σοφούς τους άλλους, να γίνει φως και έτσι να φωτίσει, να πλησιάσει ο ίδιος το Θεό και έτσι να φέρει άλλους, να αγιαστεί ο ίδιος και έτσι να αγιάσει.
Νομίζουμε ότι τα λόγια αυτά του μεγάλου πατέρα της Εκκλησίας μας αποτελούν το χρυσό κανόνα της Ιεραποστολικής. Δίνουν τις προϋποθέσεις που πρέπει να έχει κάποιος προκειμένου να κάνει έργο Θεού, να κάνει χριστιανούς τους άλλους. Αποτελεί δε σχήμα οξύμωρο το να προσπαθεί να θεραπεύσει τους άλλους ενώ ο ίδιος είναι και παραμένει άρρωστος. Και για την περίπτωση αυτή μας λέγει ο Κύριος: «Τυφλός τυφλό εάν οδηγεί, αμφότεροι εις βόθυνον πεσούνται». Αυτό όμως δεν συνέβαινε με το σήμερα εορταζόμενο Άγιο Αμφιλόχιο, ο οποίος πριν αναλάβει το έργο της σωτηρίας άλλων είχε ο ίδιος με τη χάρη του Θεού και τον προσωπικό του αγώνα καθαριστεί και αγιαστεί. Έτσι το έργο του ήταν σωστό και καρποφόρο, ήταν πραγματικά έργο Θεού. Εμείς πολλές φορές θέλουμε οι κοντινοί μας ή
το ευρύτερο περιβάλλον, η κοινωνία, να είναι σωστή ή να γίνουν καλύτεροι ή επιχειρούμε προς τούτο ιεραποστολικό έργο χωρίς οι ίδιοι να είμαστε σωστοί χριστιανοί, χωρίς να έχουμε καθαριστεί από τα πάθη και ιδιαίτερα την υπερηφάνεια, την ύπαρξη των οποίων μέσα μας πολλές φορές αγνοούμε. Τουλάχιστον ας ταπεινοφρονούμε και ας αγωνιζόμαστε πρωτίστως για τη δική μας σωτηρία και μετά για τον άλλον, ελπίζοντας ότι ο Θεός θα ελεήσει εκείνους και εμάς.
Αγγλική μετάφρασηEN · 17 παράγραφοι
Today, November 23, our Church commemorates Saint Amphilochius, Bishop of Iconium; Saint Gregory, Bishop of Agrigentum; Saint Sisinnius, the Venerable Confessor; Saint Ischyrion the Bishop; Saint Helenus, Bishop of Tarsus; Saint Metrophanes, who was renamed Macarius and became the first Bishop of Voronezh; and Saint Alexander Nevsky, the great prince of Russia.
Amphilochius was born to a noble and distinguished family in Cappadocia. He studied alongside his fellow countrymen Basil the Great and Gregory the Theologian, as he himself mentions in letters he sent Basil about certain matters of the Church. As he grew older, he also grew spiritually. With spiritual understanding, he came to despise worldly things and chose Christ. Like the great Abraham, he left his homeland behind. He parted from relatives, friends, wealth, and every desire of the flesh, and went to Lycaonia. There, in a secluded place, he found a cave and built a church dedicated to the Theotokos (God-bearer).
He lived like an angel, with fasting, vigils, ceaseless prayer, tears, and every kind of hardship and ascesis, or ascetic discipline. Seeing the saint’s life devoted to God and his spiritual achievements, many renounced the world and became his disciples. At that time, John, the bishop of Iconium, died. God, who cares for all things, sent an angel to tell the saint, “Amphilochius, go to Iconium and become the shepherd of my spiritual sheep.” The saint heard the divine voice, but in his humility he was reluctant to go, believing himself unworthy of this ministry. On the second night,
he heard the same voice from the angel, but still wondered whether it might be a deception of a demon. So the angel came a third night and said, “Do not resist the divine command, Amphilochius, for the grace of the Holy Spirit has chosen you as bishop.” The saint replied, “If you are an angel of God, stay and pray with me.” The angel agreed. The saint rose and said, “Holy, holy, holy is the Lord of hosts,” and continued with the rest of the prayer. Then the angel took his hand and led him to the church, whose doors opened by themselves.
The church shone with heavenly light. Many figures dressed in white appeared and led Amphilochius into the sanctuary. They gave him the Gospel and said, “May God be with you.” They prayed for him and then departed. It was midnight, and the saint remained there, marveling at all that had happened. As he was going back to his cell, he met seven bishops. They had seen a divine vision instructing them to ordain him bishop of Iconium. They approached and greeted him. When they learned that he was the Amphilochius they were seeking, they took him to the church.
The bishops put on their vestments, and the saint realized what they intended to do. He told them about the vision he had seen that night. Hearing this, they understood that his ordination was God’s will. They gathered all the clergy of the region and told everyone what had happened. With one accord, they installed him on the bishop’s throne as a worthy shepherd in the year 373. Having received the Church into his care, he shepherded it in a way pleasing to God. He gave his spiritual sheep the life giving words of the faith and nourished them with the bread of godliness. In those days, Theodosius the Great ordered a council to be held in Constantinople, because the Church was troubled by the heresies of Macedonius and Eunomius. The Orthodox confessed that the Son was consubstantial, of one essence with the Father, and shared His glory. The heretics, however, held that the Son was a created being who had a beginning in time. At the Second Ecumenical Council of the 150 holy fathers,
which was convened in Constantinople in 381, the Orthodox prevailed by the grace of the Holy Spirit, with the help of this wonderful Amphilochius. The devout emperor had ordered the most experienced bishops to come, and Amphilochius prepared to fight courageously for the truth. When an imperial carriage arrived to collect him, he took Archdeacon Theodoulos with him. As they were leaving the region of Iconium, he gave him a linen cloth holding burning coals and said, “Keep this safe until we reach Constantinople.” At that time, all the churches were closed and sealed. The saint went to venerate them, and whenever he reached one, its doors opened by themselves.
Inside, he prayed that God would strengthen Orthodoxy and give him the strength to defend the truth. When the saint reached the palace, he said to his deacon, “Give me what I entrusted to you when we left the city.” Theodoulos opened the cloth and, wonder of wonders, found that the coals were still burning and the cloth had not been harmed by the fire. The saint placed fragrant incense on the coals and went before the emperor. He approached him and said, “Greetings, Your Majesty.” The emperor’s son Arcadius was seated at his right hand, but the saint did not greet him with the honor due to him. Instead, he said dismissively, “Greetings to you too, child.”
When the emperor heard this, he grew angry and said to the saint, “How could you slight and dishonor my son as though he were just anyone? Is he not an emperor too? Does he not wear a crown and the other signs of royalty? I will have you beheaded for this offense.” The saint answered calmly, “Your Majesty, you are a man who is here today and gone tomorrow. Yet you are indignant because I failed to honor your son, taking the slight against him as a slight against yourself. How much more must the immortal King be angered when the impious insult His only begotten Son, who is consubstantial, of one essence with the Father?” Still angry, the emperor said, “Why are you so shameless, elder? Why do you have the insolence of a dog?” And the saint
replied, “Your Majesty, I am an elder in years. I show no deference to those who defy what is right, and I seem like a dog to the wolves who harm the Church of God and tear apart its sheep. I will not stop barking at them and biting them until, with God’s help, I have driven them away.” Hearing this wise and discerning answer, the emperor’s heart was illumined by the grace of God. He understood the saint’s words, and his anger subsided. Moved to compunction, he rose from his throne, embraced and kissed the saint, and said, “You acted with good judgment and wisdom. If I, a mortal man, was offended when my son was slighted,
how could the heavenly King, the God of hosts, bear to see His only begotten Son diminished?” After this, Theodosius the Great ordered the heretics to be beaten, publicly disgraced, and exiled. He kept Amphilochius at the palace for many days, listening reverently to his gracious teaching. The saint asked many times to leave, but the devout emperor did not want to let him go. At last, seeing how deeply the saint longed to return to his flock as their shepherd, the emperor told him, before they parted, to ask for any favor he wished. Amphilochius replied, “By the grace of God, Your Majesty has already granted the favor I sought. I ask you for no other earthly gift.” But the emperor insisted.
So, to avoid disappointing him, the saint asked him to build two churches in Iconium: one dedicated to the Wisdom of God and the other to John the Baptist. The emperor promised to build them and also gave him a gold cross containing a piece of the precious wood of Christ’s Cross. They said farewell, and the saint began his return. He fasted throughout the journey, kept an all night vigil, and celebrated the Divine Liturgy in the morning before entering Iconium. The emperor later had three churches built. When they were finished, Amphilochius invited Basil the Great to consecrate them. Although Basil was ill, he went for love of his friend and consecrated the churches.
Two years later, Basil the Great reposed. Amphilochius went to bury him and wrote a eulogy in his honor. He returned to his own region and continued to labor for his flock. In 395, he too departed to the Lord to receive the reward for his many labors. The whole city mourned him and regarded his loss as a great calamity. They buried his honored remains with reverence. God, who glorifies those who glorify Him, also glorified His servant through miracles after his death.
Gregory the Theologian tells us: “First be purified, then purify others. First become wise, then teach others wisdom. Become light, then give light. Draw near to God, then bring others near. Become holy, then help others become holy.” In other words, we must first be cleansed of the passions, those disordered desires, before we try to cleanse others.
A person must first become wise before helping others grow wise; become light before giving light; draw near to God before bringing others near to Him; and become holy before helping others become holy.
We believe these words of this great father of our Church are the golden rule of missionary work. They show what a person needs in order to do God’s work and bring others to the Christian faith. It makes little sense to try to heal others while we ourselves remain sick. Of such a case the Lord says, “If the blind lead the blind, both will fall into a pit.” This was not true of Saint Amphilochius, whom we celebrate today. Before taking up the work of helping others toward salvation, he himself had been purified and made holy through the grace of God and his own spiritual struggle. That is why his work was sound and fruitful. It truly was the work of God. We often want those close to us, or
the wider community around us, to live rightly or to become better. We may even try to do missionary work toward that end, while we ourselves are not living as faithful Christians. We have not been cleansed of the passions, especially pride, and often do not even recognize them within ourselves. At the very least, let us be humble and struggle first for our own salvation, and then for that of others, trusting that God will have mercy on them and on us.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
11 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ\23 11.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.