Άγιος Αμβρόσιος Μεδιολάνων: Φιλανθρωπία, θάρρος και μετάνοια
Στις 7 Δεκεμβρίου, η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Αγίου Αμβροσίου Μεδιολάνων, του οποίου η νομική καριέρα και η δημόσια υπηρεσία του χάρισαν ευρύ σεβασμό. Παρόλο που ήταν ακόμη κατηχούμενος, ο Αμβρόσιος εξελέγη επίσκοπος εν μέσω διαφοράς μεταξύ Ορθοδόξων χριστιανών και Αρειανών, και στη συνέχεια βαπτίστηκε και χειροτονήθηκε.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Στις 7 Δεκεμβρίου, η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Αγίου Αμβροσίου Μεδιολάνων, του οποίου η νομική καριέρα και η δημόσια υπηρεσία του χάρισαν ευρύ σεβασμό.
- Παρόλο που ήταν ακόμη κατηχούμενος, ο Αμβρόσιος εξελέγη επίσκοπος εν μέσω διαφοράς μεταξύ Ορθοδόξων χριστιανών και Αρειανών, και στη συνέχεια βαπτίστηκε και χειροτονήθηκε.
- Ως επίσκοπος, νήστευε, διέθεσε την περιουσία του στους φτωχούς και έδειξε συμπόνια προς όσους εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους.
- Χρησιμοποίησε τα εκκλησιαστικά κειμήλια για να λυτρώσει Χριστιανούς αιχμαλώτους, υποστηρίζοντας ότι οι ανθρώπινες ζωές έχουν μεγαλύτερη αξία από τον χρυσό.
- Το κήρυγμά του βοήθησε τον Άγιο Αυγουστίνο να προσεγγίσει την Εκκλησία, ενώ η υπεράσπιση της Ορθόδοξης διδασκαλίας του αντιστάθηκε στον Αρειανισμό.
- Αφού ο Αυτοκράτορας Θεοδόσιος διέταξε τη σφαγή στη Θεσσαλονίκη, ο Αμβρόσιος τον απέκλεισε από τη λατρεία μέχρι να μετανοήσει δημόσια.
- Η ομιλία προτρέπει τους ακροατές να μιμηθούν το θάρρος του Αμβροσίου, υπακούοντας στον Θεό και στη συνείδησή τους παρά τον φόβο για τις γνώμες των άλλων.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 20 παράγραφοι
Σήμερα, 7 του μηνός Δεκεμβρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη Αγίου Αμβροσίου, Επισκόπου Μεδιολάνων, του Αγίου Μάρτυρος Αθηνοδόρου, του Αγίου Μάρτυρος Νεοφύτου, του Αγίου Μάρτυρος Δωμετίου, των Αγίων Μαρτύρων Ισιδόρου, Ακεψιμάρ και Λέοντος, του Οσίου Αμούν, των Αγίων Μαρτύρων Γαΐου και Γαϊανού, των Αγίων Τριακοσίων Μαρτύρων των Ιστιναφρικίν, των Αγίων Ορθοδόξων Μαρτύρων, οι οποίοι υμνούσαν εις το Ναόν των Θεών, των Αγίων Δύο Ιερέων Μαρτύρων, των Αγίων Εξήντα Ιερέων, των οποίων οι γλώσσες, αφού απεκόπησαν, πάλι αυτοί ομιλούσαν, της Αγίας Ορθοδόξου Γυναικός της Ερώμη, του Οσίου Ιγνατίου του Πλησίων των Βλαχερνών, του Οσίου Μοναχού Παύλου του Υποτακτικού,
Αγίου Μάρτυρος Πρίσκου, του Αγίου Μάρτυρος Μαρτίνου, του Αγίου Μάρτυρος Νικολάου, του Οσίου και Ησυχαστού Γρηγορίου, του Κτίτορος της εν τω Άθω Μονής του Αγίου Νικολάου και του Οσίου Ιωάννου του Νηστευτού, του Σπηλαιότου του Ρώσου.
Αμβρόσιος γεννήθηκε κατά το έτος 340 στα Μεδιόλανα της Ιταλίας. Στην κατάλληλη ηλικία έμαθε πολλές επιστήμες, ιδιαίτερα δε τη ρητορική. Έτσι έγινε αβοκάτος, δηλαδή όπως λέμε σήμερα δικηγόρος, και υπεράσπιζε εκείνους που κρίνονταν στο παλάτι και με τόση επιμέλεια, ευγλωττία και σύνεση ρητόρευε, ώστε υπερέβαινε όλους κατά τη δικαιοσύνη, την αλήθεια και τις άλλες αρετές με τις οποίες ήταν στολισμένος. Έτσι ο βασιλέας Ουαλεντιανός τον έκανε ηγεμόνα να ορίζει όχι μόνο τα Μεδιόλανα αλλά και όλη την Ιταλία. Κυβερνούσε με τόση γνώση και διάκριση, ώστε όλος ο λαός θερμά τον ευχαριστούσε.
Ο τότε αρχιερέας των Μεδιολάνων Αυξέντιος είχε πέσει στην αίρεση των Αριανών, γι' αυτό ο Κύριος του έκοψε τη ζωή και απέθανε κακός. Ο Ορθόδοξος και ενάρετος βασιλέας προσκάλεσε όλους τους επισκόπους της Ιταλίας και τους προέτρεψε να εκλέξουν νέο αρχιερέα, ενάρετο και ικανό να οδηγεί το ποίμνιο εις νομάς σωτηρίας. Οι οπαδοί του Αρίου ζητούσαν να εκλεγεί επίσκοπος των δικών τους φρονημάτων. Οι Ορθόδοξοι επίσης ζητούσαν να προτιμηθεί ιεράρχης Ορθόδοξος. Ενώ δε κάποια μέρα διαφωνούσαν οι μαζεμένοι επίσκοποι στο Ναό και ο λαός στην αγορά λογομαχούσε και παραλίγο να προκληθεί αιματοχυσία, ακούστηκαν κάποιες φωνές από τα πλήθη: «Ο Αμβρόσιος επίσκοπος!» Ο Αμβρόσιος, ο οποίος έχαιρε άκρας εκτιμήσεως και
από τους Ορθοδόξους, και από τους Αριανούς, και από τους ειδωλολάτρες ακόμη. Ο λόγος επέφερε τη συνδιαλλαγή και τη συνεννόηση. Μετά από λίγο, ομόθυμος και ομόφωνος ο λαός ζητούσε επίσκοπο τον Αμβρόσιο. Όμως ο Αμβρόσιος ήταν ακόμη κατηχούμενος. Δεν δέχθηκε να γίνει επίσκοπος. Μάλιστα κρύφτηκε μερικές μέρες κοντά στο φίλο του Λεόντιο. Αλλά η επίμονη και ανένδοτη φωνή του λαού έγινε γι' αυτόν επιτακτική φωνή του Θεού. Έτσι δέχθηκε. Βαπτίστηκε την 30 Νοεμβρίου, χειροτονήθηκε μετά διάκονος και ακολούθως πρεσβύτερος. Μετά δε από οκτώ μέρες, στις 7 Δεκεμβρίου, έγινε αρχιεπίσκοπος. Ο Μέγας αυτός Αμβρόσιος, αφού χειροτονήθηκε, ζούσε ζωή ισάγγελη.
Νήστευε όλη την εβδομάδα και μόνο το Σάββατο και την Κυριακή έτρωγε. Έδινε πολλές ελεημοσύνες στους φυλακισμένους και στους πτωχούς. Όλο τον πλούτο, τον οποίο κληρονόμησε από τους γονείς του και από τη Μητρόπολη, τον μοίρασε στους πτωχούς για τον Κύριο. Τα δε ακίνητα πράγματα από τον πατέρα του τα αφιέρωσε στην Εκκλησία με την εντολή να δίνουν οι κληρικοί στη μεγαλύτερή του αδελφή το εισόδημά τους καθ' όλη της τη ζωή για να συντηρείται, μετά δε το θάνατό της να μείνουν εντελώς στη Μητρόπολη. Για τον εαυτό του δεν κράτησε τίποτε, αλλά έλεγε: «Καθώς ο ποιητής και δεσπότης μου, όντας πλούσιος, με τη θέλησή του πτώχευσε και γυμνός προσηλώθηκε στο σταυρό, έτσι πρέπει και όλοι του οι δούλοι να τον μιμηθούν».
Ακολουθώντας τον χωρίς καμιά σαρκική προσπάθεια και σχέση. Είχε δε τόση συμπάθεια ο αείμνηστος, ώστε όταν του εξομολογούνταν κάποιος αμαρτία θανάσιμη, έκλαιγε τόσο, ώστε έκαμνε τον εξομολογούμενο και δάκρυζε. Όταν δε πληροφορούνταν ότι κάποιος έκανε κάποιο ανόμημα και δεν ερχόταν σε μετάνοια, μεταχειριζόταν κάθε τρόπο και κάθε μέθοδο και προσευχόταν για εκείνον μέχρι που να τον ελκύσει στην εξομολόγηση. Και γενικώς ο Αμβρόσιος ήταν δοχείο και θησαυροφυλάκιο όλων των αρετών, ιδιαίτερα δε έλεγχε τους αιρετικούς και όσους από αυτούς παρέμεναν αμετανόητοι
έδιωχνε. Το έτος 378, οι Γότθοι, έχοντας λεηλατήσει τη Θράκη και την Ιλλυρία, έφεραν πολλούς χριστιανούς αιχμαλώτους για να τους πουλήσουν στα Μεδιόλανα. Ο Αμβρόσιος, μη έχοντας επαρκή χρήματα, διέταξε να λιώσουν και να κάνουν χρυσά νομίσματα σκεύη της Εκκλησίας, τα οποία δεν ήταν καθιερωμένα για την τέλεση των μυστηρίων. Οι Αριανοί τον κατηγόρησαν γι' αυτό, αλλά ο ευσεβής ιεράρχης τους αποστόμωσε λέγοντας ότι ο Θεός ενδιαφέρεται περισσότερο για τις ψυχές παρά για το χρυσό και ότι κάνοντας όπως έκανε έσωσε και ζωή ανδρών και τιμή γυναικών. Υπηρετούσε δε και την πίστη, διότι οι βάρβαροι θα εξανάγκαζαν και τους αιχμαλώτους γονείς και τα παιδιά τους να προσέλθουν στην ειδωλολατρία. Ο Αμβρόσιος διακρίθηκε ως εκκλησιαστικός ρήτορας. Το γεγονός ότι μία ομιλία του
ήταν αρκετή για να σαγηνεύσει και να φέρει αιχμάλωτο και μετανοούντα προς την Εκκλησία τον Μέγα Αυγουστίνο, μένει ο καλύτερος στέφανος του ρητορικού του ταλάντου και της ψυχής του που μπορούσε να δονεί τις μύχιες χορδές της ανθρώπινης καρδίας. Μέγας υπήρξε ο Αμβρόσιος και για το ηθικό του σθένος, το ελεύθερό του φρόνημα και την αλύγιστη τόλμη απέναντι στους ισχυρούς της γης. Ο Δήμος της Θεσσαλονίκης, ζητώντας την αποφυλάκιση κάποιου ηνιόχου του ιπποδρόμου, που φυλακίστηκε για αισχρό έγκλημα, επειδή δεν εισακούστηκε, έκανε επανάσταση και φόνευσε τον αρχιστράτηγο Βουθέριχο και πολλούς άλλους αξιωματικούς και τα σώματά τους τα έσυρε στους δρόμους. Η είδηση εξόργισε τον τότε αυτοκράτορα Θεοδόσιο τον Μέγα, ο οποίος στο βαρύ έγκλημα
να επιβάλει παραδειγματική τιμωρία. Ο Αμβρόσιος παρεκάλεσε τον αυτοκράτορα να μην τιμωρήσει καθώς βρισκόταν σε έξαψη και προπαντός να προσέξει να μην τιμωρήσει αθώους μαζί με ενόχους. Όμως ο Θεοδόσιος απέστειλε διάταγμα σφαγής κατά του λαού της Θεσσαλονίκης στον ιππόδρομο εκείνο. Προσκλήθηκε λοιπόν ο λαός στον ιππόδρομο δήθεν για αγώνες και όταν γέμισε ολόκληρος από τα συνωστιζόμενα πλήθη, στρατιώτες εφόρμησαν με γυμνά τα ξίφη και πλήττοντας αδιακρίτως θανάτωσαν σε διάστημα τριών ωρών επτά χιλιάδες. Η είδηση έφτασε στα Μεδιόλανα και κατελύπησε τον Αμβρόσιο. Μετά από μερικές μέρες έγραψε επιστολή προς τον αυτοκράτορα, με την οποία του παρουσίαζε
πόσο τρομερό υπήρξε το έγκλημα που διαπράχθηκε. Πρόσθεσε δε ότι το αμάρτημα δεν εξαλείβεται παρά μόνο με δάκρυα και μετάνοια. Ούτε άγγελοι ούτε αρχάγγελοι μπορούν να συγχωρέσουν διαφορετικά αυτό. Αυτός ο Κύριος δεν παρέχει την άφεση παρά μόνο σε αυτούς που μετανοούν. Σε παρακαλώ, σε προτρέπω, σε παραινώ. Δεν τολμώ να επιτελέσω την Αγία Προσφορά, εάν θελήσεις να παρευρεθείς σ' αυτή. Ο Θεοδόσιος ταράχτηκε. Τι όμως έπρεπε να κάνει; Καθώς εκκλησιαζόταν τακτικά, θεωρούσε βαριά στέρηση την απουσία, έστω και μια μόνη Κυριακή από τον Ναό. Έπειτα, φρονώντας ότι διέταξε όπως διέταξε για την εξασφάλιση της δημοσίας τάξεως, δεν έβρισκε ορθές κατά πάντα τις παρατηρήσεις του επισκόπου.
Πήγε λοιπόν ως συνήθως στο ναό. Αλλά ο Αμβρόσιος, όταν πληροφορήθηκε ότι ο αυτοκράτορας έρχεται, έσπευσε και τον συνάντησε έξω από τα πρόθυρα και του εμπόδισε την είσοδο. «Με ποια πόδια θα περπατήσεις το Άγιο Έδαφος του Ναού; Πώς θα υψώσεις σε προσευχή τα χέρια σου, τα οποία ακόμη στάζουν από το αίμα εκείνων των αδίκων φόνων; Πώς θα τολμήσεις να κοινωνήσεις το Πανάγιο Σώμα του Δεσπότου Χριστού, χωρίς να κλάψεις την ανομία σου και να επιδείξεις την πρέπουσα μετάνοια; Άγε, πήγαινε λοιπόν και μη εσύ έλθεις στο ναό για να μην αυξήσεις με αυτή την καταφρόνηση την προτέρα σου παρανομία και δέξου τον δεσμό αυτό του κανόνος στον οποίον ο των όλων δεσπότης γίνεται σύμψηφος». Ο Θεοδόσιος δεν οργίστηκε για την τόλμη του επισκόπου και
για την επιτίμηση που του έγινε δημοσίως. Μόνο υπενθύμισε στον Αμβρόσιο ότι ο Δαβίδ και σε μοιχεία και φόνο υπέπεσε. «Καθώς λοιπόν μιμήθηκες του Δαβίδ την αμαρτία», του είπε ο επίσκοπος, «έτσι μιμήσου και τη μετάνοιά του». Ο πανίσχυρος αυτοκράτορας έστρεψε το βήμα του, όπως ο τελευταίος από τους υπηκόους του έχυσε πικρά δάκρυα μετανοίας και μόνο μετά από οκτώ μήνες, την εορτή των Χριστουγέννων, αφού δημόσια εξομολογήθηκε το αμάρτημά του, έπεσε κάτω και ζήτησε συγχώρηση. Επειδή δεν ήταν η ώρα της Θείας Κοινωνίας, σηκώθηκε πάλι με δάκρυα και μπήκε στο Άγιο Βήμα και στάθηκε κοντά στην Αγία Τράπεζα για να κοινωνήσει καθώς είχε συνήθεια να κάνει στην Κωνσταντινούπολη.
Ούτε εδώ εσιώπησε ο γέρος Αμβρόσιος. Θέλησε να του φανερώσει τη διαφορά του τόπου των ιερωμένων από τον τόπο των λαϊκών. Τότε ο Άγιος του διεμήνυσε με τον αρχιδιάκονό του: «Εις τα ένδοθεν του θυσιαστηρίου, βασιλέα, μόνο οι ιερείς πρέπει να εισέρχονται, οι δε κοσμικοί καθόλου. Βγες λοιπόν έξω και στάσου στην τάξη των λαϊκών». Ο δε πιστότατος Θεοδόσιος δέχθηκε και αυτή τη νουθεσία με χαρά, αποκριθείς ότι δεν εισήλθε από υπερηφάνεια, αλλά διότι αυτή την τάξη είχαν στο Βυζάντιο. Με τέτοιες λοιπόν και τόσες αρετές έλαμπαν και οι δύο, και ο βασιλέας και ο αρχιερέας. Όσα διδάχτηκε από τον Αμβρόσιο ο βασιλέας στα Μεδιόλανα, εκείνα και φύλαττε ολόψυχα όταν επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι σε μια δεσποτική εορτή
τον προσκάλεσε ο Πατριάρχης Νεκτάριος να εισέλθει στο Άγιο Βήμα για να κοινωνήσει. Ο ευλαβής βασιλέας αμέσως του αποκρίθηκε: «Δεν μπορώ να εισέλθω, διότι διδάχτηκα από τον Θείο Αμβρόσιο πόσο διαφέρει ο ιερέας από τον βασιλέα». Πολλοί που έβλεπαν την ένθεη ζωή του μεγάλου αυτού πατέρα της Εκκλησίας και τα θαύματα τα οποία έκαμνε μέσω αυτού ο Κύριος, καθώς θεραπεύονταν ασθενείς και διώκονταν δαίμονες, βλέποντας λοιπόν αυτά έτρεχαν στην πίστη. Κάποιος αιρετικός από τους πρώτους πίστεψε και βαπτίστηκε Ορθόδοξος. Όταν τον ρώτησαν μερικοί την αιτία για την οποία πίστεψε τόσο γρήγορα, αποκρίθηκε ότι γνώρισε οφθαλμοφανώς την αλήθεια, διότι όταν δίδασκε ο Αμβρόσιος, έβλεπε ωραιότατο άγγελο, ο οποίος του μιλούσε στο αυτί
τον νουθετούσε σε όσα κήρυττε. Η φήμη του Αγίου απλώθηκε σχεδόν σε όλο τον κόσμο και πολλοί έρχονταν από μακρινές χώρες για να τον δουν και να τον ακούσουν. Μεταξύ αυτών ήταν και η βασίλισσα των Μαρκομάνων, οι οποίοι κατοικούσαν στην περιοχή της σημερινής Βαυαρίας της Γερμανίας, η οποία ήταν ειδωλολάτρισσα και με το λόγο του Αμβροσίου πίστεψε στο Χριστό. Έτσι λοιπόν, αφού καλώς πολιτεύτηκε ο γλυκύτατος Αμβρόσιος και αφού συνέγραψε πολλούς λόγους ψυχωφελείς και με επιμέλεια κυβέρνησε την Εκκλησία ως καλός ποιμένας και όχι μισθωτός, τη διεφύλαξε αμόλυντη από αισθητούς και νοητούς λύκους. Αλλά ήρθε η ώρα για να απέλθει προς τον Ποθούμενο. Αρρώστησε και προσευχόμενος την τετάρτη Απριλίου
έτους 397, παραμονή του Πάσχα, σε ηλικία 57 ετών παρέδωσε την Αγία του ψυχή στα χέρια του Παναγάθου Θεού. Επειδή όμως κατά τα περισσότερα έτη τυχαίνει η Αγία Ανάσταση ή η Μεγάλη Βδομάδα κατά τις αρχές του μηνός Απριλίου, γι' αυτό εορτάζουμε τη μνήμη του κατά την 7η Δεκεμβρίου, κατά την οποία χειροτονήθηκε επίσκοπος. Το Τίμιο και Άγιο του Λείψανο εναποτέθηκε στη Μητρόπολη Μεδιολάνων. Έκανε δε και μετά το θάνατό του πολλά θαύματα, εις δόξαν του Αγίου Τριαδικού Θεού.
Ευσεβή βασιλέα ημαρτηκότα ποτέ, ως τον Δαβίδ ο Νάθαν παρρησία ελέγξας, Αμβρόσιε παμμάκαρ, τούτον σαφώς αφορισμό καθυπέβαλες και μετανοία παιδεύσας, θεοπρεπώς συνηρίθμησας την ποίμνη σου. Ανάμεσα στις πολλές αρετές του σήμερα εορταζομένου Αγίου Αμβροσίου, θα μπορούσε να διακρίνει κανείς την τόλμη, το θάρρος και την έλλειψη ανθρωπαρέσκειας. Έχοντας φρόνημα μαρτυρικό, έκανε εκείνο που του υπαγόρευε η συνείδησή του. Εκείνο που θεωρούσε θέλημα του Θεού, αψηφώντας το τι θα έλεγαν ή το τι θα ήθελαν οι άνθρωποι, έστω και αν αυτός ήταν ο πανίσχυρος αυτοκράτορας, αψηφώντας και τις συνέπειες ενός τέτοιου εγχειρήματος. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν...
το θέλημα του Θεού και η σωτηρία του ανθρώπου. Βέβαια, το παράδειγμα του Αγίου θα μπορούσε να εμπνεύσει κυρίως τους ανωτέρους άρχοντες της Εκκλησίας στην παρόμοια αντιμετώπιση των πολιτικών αρχόντων και γενικώς των ισχυρών του κόσμου τούτου. Ωστόσο, χρησιμότατο είναι και για τον καθένα μας, διότι όλοι μας στην καθημερινή μας ζωή κινδυνεύουμε από την ανθρωπαρέσκεια. Πόσες φορές δεν πιάνουμε τον εαυτό μας όχι μόνο να προσέχει το τι θα πουν οι άλλοι και όχι το τι θα πει ο Θεός, αλλά και να αθετούμε το θέλημα του Θεού και τη φωνή της συνειδήσεώς μας, ακριβώς διότι φοβούμαστε τη γνώμη των άλλων και τις αντιδράσεις των άλλων. Όμως, η ανθρώποις ήρεσκον, Χριστού δούλος ουκ αν ήμην.
Η ανθρωπαρέσκεια μας κάνει δούλους με... την κακή έννοια των ανθρώπων και όχι του Χριστού και η καταστροφική συνέπεια μιας τέτοιας αποκοπής από τον Χριστό είναι προφανής.
Αγγλική μετάφρασηEN · 20 παράγραφοι
Today, December 7, our Church commemorates Saint Ambrose, Bishop of Milan; the holy martyrs Athenodoros, Neophytos, and Dometios; the holy martyrs Isidore, Akepsimas, and Leon; Venerable Amoun; the holy martyrs Gaius and Gaianus; the three hundred holy martyrs of Istinafrikin; the holy Orthodox martyrs who sang hymns in the Temple of the Gods; the two holy priest martyrs; the sixty holy priests who continued to speak even after their tongues were cut out; the holy Orthodox woman Erome; Venerable Ignatios, who lived near Blachernae; and Venerable Paul the Obedient, a monk;
the holy martyrs Priscus, Martin, and Nicholas; Venerable Gregory the Hesychast, founder of the Monastery of Saint Nicholas on Mount Athos; and Venerable John the Faster, the Russian cave dweller.
Ambrose was born in Milan, Italy, around the year 340. When he came of age, he studied many subjects, especially rhetoric. He became an advocate, what we would call a lawyer today, and defended those who were tried at the imperial court. He spoke with such care, eloquence, and good judgment that he surpassed everyone in justice, truth, and the other virtues that adorned him. So Emperor Valentinian appointed him governor over Milan and all of Italy. He governed with such wisdom and discernment that all the people praised him warmly.
At that time, Auxentius, the bishop of Milan, had fallen into the Arian heresy. For this reason, the Lord brought his life to an end, and he died in his error. The Orthodox and virtuous emperor summoned all the bishops of Italy and urged them to elect a new bishop, a man of virtue who could lead the flock to the pastures of salvation. The followers of Arius wanted a bishop who shared their beliefs, while the Orthodox wanted an Orthodox bishop. One day, as the assembled bishops argued in the church and the people quarreled in the marketplace, bloodshed nearly broke out. Then voices rose from the crowd: “Ambrose for bishop!” Ambrose was held in the highest esteem
by the Orthodox, the Arians, and even the pagans. His name brought reconciliation and agreement. Soon the people were united in calling for Ambrose to be their bishop. But Ambrose was still a catechumen. He refused and even hid for several days with his friend Leontius. Yet the people’s persistent, unwavering call became for him a compelling call from God. So he accepted. He was baptized on November 30, then ordained a deacon and afterward a priest. Eight days later, on December 7, he became Archbishop. After his ordination, the great Ambrose lived like an angel.
He fasted throughout the week and ate only on Saturdays and Sundays. He gave generously to prisoners and the poor. He distributed to the poor, for the Lord’s sake, all the wealth he had inherited from his parents and received from the diocese. He dedicated the property inherited from his father to the Church, instructing the clergy to give its income to his eldest sister for her support throughout her life. After her death, it would belong entirely to the diocese. He kept nothing for himself. He would say, “My Creator and Master, though rich, willingly became poor and was nailed naked to the Cross. All His servants must imitate Him.”
They must follow Him without seeking bodily comfort or worldly attachments. Ambrose, of blessed memory, had such compassion that when someone confessed a grave sin to him, he wept so much that the person confessing began to weep too. When he learned that someone had committed a wrongdoing but would not repent, he used every means he could and prayed for that person until he drew him to confession. In all, Ambrose was a vessel and treasury of every virtue. He was especially firm in rebuking heretics, and he turned away those who remained unrepentant.
In the year 378, the Goths plundered Thrace and Illyria and brought many Christian captives to Milan to sell them. Ambrose did not have enough money to free them, so he ordered Church vessels that had not been consecrated for the celebration of the Mysteries to be melted down and made into gold coins. The Arians accused him for this, but the devout bishop silenced them. God, he said, cares more for souls than for gold. By his action, he had saved men’s lives and protected women from dishonor. He had served the faith as well, because the barbarians would have forced the captive parents and their children into pagan worship. Ambrose was also an outstanding preacher. One sermon of his
was enough to captivate the great Augustine and draw him, repentant, toward the Church. That remains the finest testimony to Ambrose’s gift for preaching and to a soul that could stir the deepest chords of the human heart. Ambrose was great, too, in moral courage, independence of mind, and his unbending boldness before the powerful. The people of Thessalonica demanded the release of a charioteer who had been imprisoned for a shameful crime. When their demand was refused, they revolted, killed the commanding general Butheric and many other officers, and dragged their bodies through the streets. The news enraged the emperor at the time, Theodosius the Great, who resolved to impose an exemplary punishment for this grave crime.
Ambrose begged the emperor not to punish anyone while he was in a rage and, above all, to take care that the innocent were not punished with the guilty. But Theodosius sent an order to massacre the people of Thessalonica in the hippodrome. The people were invited there on the pretext of games. Once it was packed with crowds, soldiers charged in with drawn swords and struck indiscriminately. In three hours they killed seven thousand people. The news reached Milan and filled Ambrose with grief. A few days later, he wrote a letter to the emperor, explaining
how terrible the crime was. He added that this sin could be washed away only with tears and metanoia, repentance. Neither angels nor archangels could forgive it any other way. The Lord Himself grants forgiveness only to those who repent. “I beg you, I urge you, I exhort you. I do not dare celebrate the Holy Offering if you choose to be present.” Theodosius was shaken. What was he to do? He regularly attended church and considered it a heavy loss to miss even one Sunday. And because he believed he had given the order to preserve public order, he did not think the bishop’s rebuke was entirely fair.
So he went to church as usual. But when Ambrose learned that the emperor was coming, he hurried out to meet him at the entrance and barred his way. “With what feet will you walk on the holy ground of the church? How will you raise your hands in prayer when they still drip with the blood of those unjustly killed? How will you dare receive the most holy Body of Christ the Master without weeping over your wrongdoing and showing the repentance it demands? Go, then. Do not enter the church and add contempt to your earlier crime. Accept this binding penance, which the Master of all Himself approves.” Theodosius did not grow angry at the bishop’s boldness
or at being rebuked in public. He only reminded Ambrose that David, too, had committed adultery and murder. “Since you imitated David in his sin,” the bishop replied, “imitate him also in his repentance.” The mighty emperor turned away and, like the least of his subjects, shed bitter tears of repentance. Only eight months later, at Christmas, did he publicly confess his sin, fall to the ground, and ask forgiveness. When the time came for Holy Communion, he rose again with tears, entered the sanctuary, and stood near the Holy Table to receive, as he had been accustomed to do in Constantinople.
Even then, the elder Ambrose did not remain silent. He wanted to show the emperor the difference between the place of the clergy and that of the laity. Through his archdeacon, the Saint sent him this message: “Emperor, only priests may enter the inner sanctuary. Laypeople may not. Come out, then, and stand among the laity.” The devout Theodosius gladly accepted this correction as well. He replied that he had entered out of custom, not pride, because that was how things were done in Byzantium. Both emperor and bishop shone with these many virtues. The emperor took to heart everything Ambrose had taught him in Milan and observed it when he returned to Constantinople. So, on a feast of the Lord,
Patriarch Nectarius invited him into the sanctuary to receive Holy Communion. The reverent emperor replied at once, “I cannot enter, for the godly Ambrose taught me how a priest’s place differs from an emperor’s.” Many saw this great father of the Church’s life in God and the miracles the Lord worked through him: the sick were healed and demons were driven out. Seeing these things, they came to the faith. One prominent heretic believed and was baptized into the Orthodox faith. When some asked why he had come to believe so quickly, he answered that he had seen the truth with his own eyes. Whenever Ambrose taught, he saw a beautiful angel speaking in Ambrose’s ear
and guiding him in what he preached. The Saint’s fame spread through almost all the world, and many came from distant lands to see and hear him. Among them was the queen of the Marcomanni, who lived in what is now Bavaria, Germany. She was a pagan, but through Ambrose’s words she came to believe in Christ. And so the beloved Ambrose lived well, wrote many teachings that edified souls, and carefully shepherded the Church. Like a good shepherd rather than a hired hand, he kept it safe from wolves both visible and unseen. But the time came for him to depart to the One he longed for. He fell ill, and while praying on April 4,
in the year 397, on the eve of Pascha, he entrusted his holy soul to the hands of our all-good God. He was fifty-seven. Because Christ’s holy Resurrection or Holy Week often falls in early April, we celebrate his memory on December 7, the day he was ordained bishop. His precious and holy relics were laid to rest in the cathedral of Milan. Even after his death, he worked many miracles, to the glory of the Holy Trinity.
“Blessed Ambrose, you boldly rebuked a devout emperor who had sinned, as Nathan rebuked David. You placed him under excommunication and, teaching him repentance, restored him, as God would have it, to your flock.” Among the many virtues of Saint Ambrose, whom we celebrate today, we can see his boldness, courage, and freedom from the desire to please people. With the spirit of a martyr, he did what his conscience told him was God’s will. He paid no heed to what others might say or want, even when that person was the mighty emperor. Nor did he shrink from the consequences. All that mattered to him was...
God’s will and the salvation of the human person. Certainly, the Saint’s example can especially inspire the leaders of the Church in their dealings with political rulers and the powerful of this world. Yet it is valuable for every one of us, because in daily life we all face the temptation to seek the approval of others. How often do we catch ourselves worrying about what people will say instead of what God will say? We may even set aside God’s will and the voice of our conscience because we fear other people’s opinions and reactions. But as the Apostle says, “If I were still pleasing people, I would not be a servant of Christ.”
Seeking people’s approval makes us slaves to them in the worst sense, instead of servants of Christ. And the destructive result of being cut off from Christ in this way is plain to see.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ\07 12.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.