Ο Όσιος Αλέξιος και το κόστος της ακολουθίας του Χριστού
Ο Αλέξιος γεννήθηκε στη Ρώμη από τους Ευφημιανό και Αγλαΐα, των οποίων η γενναιοδωρία περιλάμβανε την προσωπική εξυπηρέτηση των φτωχών σε μίμηση του Χριστού. Πεπεισμένος ότι ο γήινος πλούτος είναι πρόσκαιρος, ο Αλέξιος προσευχήθηκε για καθοδήγηση και δέχτηκε απρόθυμα τον γάμο που είχαν κανονίσει οι γονείς του.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Ο Αλέξιος γεννήθηκε στη Ρώμη από τους Ευφημιανό και Αγλαΐα, των οποίων η γενναιοδωρία περιλάμβανε την προσωπική εξυπηρέτηση των φτωχών σε μίμηση του Χριστού.
- Πεπεισμένος ότι ο γήινος πλούτος είναι πρόσκαιρος, ο Αλέξιος προσευχήθηκε για καθοδήγηση και δέχτηκε απρόθυμα τον γάμο που είχαν κανονίσει οι γονείς του.
- Μετά το γάμο άφησε στη σύζυγό του το δαχτυλίδι και τη ζώνη του, ταξίδεψε στην Έδεσσα και έζησε στην κρυφή φτώχεια, την προσευχή, τη νηστεία και τη διακονία των φτωχών.
- Μετά από δεκαεπτά χρόνια στην Έδεσσα, ο Αλέξιος διέφυγε τις τιμές που λάμβανε και ένα απροσδόκητο ταξίδι τον μετέφερε πίσω στη Ρώμη.
- Αγνώριστος στο πατρικό του σπίτι, υπέμεινε κακομεταχείριση και τη θλίψη βλέποντας την οικογένειά του να υποφέρει άλλα δεκαεπτά χρόνια.
- Πριν πεθάνει, ο Αλέξιος έγραψε μια επιστολή που αποκάλυπτε την ταυτότητά του· η δημόσια ανάγνωσή της οδήγησε σε τιμητική κηδεία, και η αφήγηση αποδίδει στα λείψανά του ευωδιαστή σμύρνα και θεραπείες.
- Με αφετηρία τη διδασκαλία του Χριστού και τον Άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, η ομιλία καταλήγει ότι η αγάπη προς την οικογένεια πρέπει να οδηγεί τους ανθρώπους προς τον Χριστό και ποτέ να μην τους εμποδίζει να Τον ακολουθούν.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 18 παράγραφοι
Ο οποίος ουρανόθεν μαρτυρήθηκε ως άνθρωπος του Θεού, γεννήθηκε στη Ρώμη κατά τους χρόνους των αυτοκρατόρων Αρκαδίου και Ονορίου, των γιων του Θεοδοσίου του Μεγάλου, οι οποίοι βασίλευσαν κατά τα τέλη του Τετάρτου, αρχάς του Πέμπτου μετά Χριστόν αιώνος. Ο πατέρας του ονομαζόταν Ευφημιανός, η δε μητέρα του Αγλαΐα. Κάτοχοι μεγάλης περιουσίας, τη διέθεταν για αυτούς οι οποίοι στερούνταν, συντρέχοντας τις ανάγκες τους με μεγάλη προθυμία και γενναιοδωρία. Συμπληρώνοντας τη θεάρεστη διακονία τους, δεν αρκούνταν στο να δίνουν μόνο, αλλά και τους έβαζαν να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι που κάθονταν αυτοί. Αν και είχαν πολλούς υπηρέτες, τους περιποιούνταν αυτοπροσώπως, τρέχοντας από τον ένα στον άλλον.
Παραθέτοντας τα φαγητά και τα ποτά. Οι φίλοι τους πολλές φορές τους μέμφονταν γι' αυτό, λέγοντας ότι μια τέτοια φιλανθρωπία καταντούσε εξευτελιστική ή άσκοπη υπερβολή. Εκείνοι όμως αποκρίνονταν ότι τον χαρακτηρισμό των πράξεων αυτών τον έδωσε ο ίδιος ο Χριστός, ο οποίος είχε γνώμη εντελώς διαφορετική. Διότι εκείνος είπε ότι με το να υπηρετούμε προσωπικά τους άλλους δεν υποβιβαζόμαστε αλλά ανεβαίνουμε και κερδίζουμε όχι εξευτελισμό αλλά δόξα. Και μήπως ο ίδιος, για να επιβάλλει το πνεύμα αυτό και να τιμήσει τις τέτοιου είδους πράξεις, δεν έπλυνε τα πόδια των μαθητών του; Έτσι έμεναν και κρατούσαν την καλή τους συνήθεια.
Πορεύονταν και οι δυο άμεμπτα στον καλό δρόμο της αρετής. Είχαν όμως και οι δυο μεγάλη λύπη, διότι δεν είχαν παιδί για να κληρονομήσει τον πλούτο τους. Παρακαλούσαν δε το Δεσπότη Χριστό με πίστη να τους δώσει τέκνο. Ο Κύριος άκουσε τη δέησή τους και απέκτησαν γιο, τον οποίο ονόμασαν Αλέξιο. Στην κατάλληλη ηλικία, ευφυής καθώς ήταν, έμαθε τα γράμματα και έγινε σοφότατος. Καθώς εννόησε ο μακάριος Αλέξιος τη ματαιότητα και την αστάθεια του κόσμου, καθώς και ότι η ψυχή είναι αθάνατη, αποφάσισε να απαρνηθεί τα πρόσκαιρα και ευμάραντα αγαθά της παρούσης ζωής για να κληρονομήσει τα άφθορα και αιώνια.
Οι γονείς του, αγνοώντας την ένθεή του γνώμη, σκέφτονταν να τον νυμφεύσουν, ποθώντας να δουν απογόνους από αυτόν. Ερευνώντας λοιπόν σε όλη τη Ρώμη βρήκαν ωραία και ευγενή κόρη. Ο Αλέξιος όμως καθημερινά προσευχόταν στο Θεό να τον λυτρώσει από τις παγίδες του Κοσμοκράτορα, να τον φωτίσει να κάνει το συμφερότερο για την ψυχή του. Σχεδόν καθ' όλη τη νύκτα προσευχόταν, τη μέρα δε πήγαινε στις εκκλησίες για να προσκυνήσει, δίνοντας στους πτωχούς ελεημοσύνες, φανερά και κρυφά, για να παρακαλούν τον Κύριο να τον οδηγήσει σε τόπο σωτηρίας. Στους γονείς του έλεγε ότι δεν ήθελε να μπει στο γάμο για να μην έχει φροντίδες και μέριμνες, αυτοί όμως τον πίεζαν να τους ακούσει. Έτσι ακουσίως και μη μπορώντας να εναντιωθεί σ' αυτούς, δέχθηκε και έγινε ο γάμος.
Αφού έμεινε μόνος με τη νύφη, μετά από προσευχή τύλιξε το δαχτυλίδι και τη ζώνη του, τα οποία ήταν πολύτιμα, και τα έδωσε στην κόρη λέγοντας: «Φύλαξέ τα αυτά προσεκτικά, αγαπητή μου, και ο Θεός να είναι ανάμεσά μας, μέχρι που η χάρη Του να οικονομήσει για μας κάτι άλλο καλύτερο». Μετά πήγε στο δωμάτιό του, έβγαλε τα πολύτιμα ενδύματά του, φόρεσε πτωχικά και, αφού βγήκε από την πόλη, κατέβηκε στην παραλία. Εκεί, κατ' ευδοκία Θεού, βρήκε πλοίο το οποίο έφευγε κατά την ώρα εκείνη για τη Συρία. Μπήκε λοιπόν σε εκείνο και έφτασε στη Λαοδίκεια, βγήκε και διά ξηράς έφτασε στην Έδεσσα της Συρίας. Εκεί εγκαταστάθηκε σε μια πτωχική κατοικία. Η δε πρώτη του φροντίδα ήταν να...
γνωριστεί με τους ιερείς. Και είπε μεν το όνομά του, αλλά δεν τους διηγήθηκε καταλεπτώς την ιστορία του, τους βοηθούσε δε στις υπέρ των πτωχών φροντίδες τους. Ένα δε μόνο πράγμα τους ζήτησε: να αποκρύπτουν το όνομά του, διότι ήθελε να κάνει την ελεημοσύνη εντελώς μυστικά και αθόρυβα. Συγχρόνως ο Αλέξιος ασχολούνταν σε ευσεβείς μελέτες και ασκήσεις.
Προσπαθούσε να γίνεται όσο το δυνατόν πνευματικότερος. Όλη τη νύχτα προσευχόταν και κάθε Κυριακή μεταλάμβανε. Τόσο δε ταλαιπωρήθηκε από την πολλή εγκράτεια, ώστε αφανίστηκε η ωραιότητα του προσώπου του, η όψη του μαύρισε, η σάρκα ξεράθηκε και μόνο το δέρμα και τα κόκαλά του φαίνονταν. Οι γονείς του πληροφορήθηκαν την ανέλπιστη αναχώρηση του γιου τους, όπως ήταν φυσικό, στενοχωρήθηκαν πολύ και δάκρυσαν. Έστειλαν για αναζήτησή του ανθρώπους σε διάφορους τόπους και πόλεις για να ερευνήσουν και να τον βρουν. Μερικοί από αυτούς πήγαν και στην Έδεσσα και ρώτησαν. Αλλά κανείς από εκείνους που ρωτήθηκαν δεν ήταν ποτέ δυνατό να φανταστεί ότι ο τόσο πτωχός και ρακένδυτος εκείνος ξένος ήταν ο αναζητούμενος. Μάλιστα και ελεημοσύνη έδωσαν σ' αυτόν οι δούλοι του, χωρίς κανείς να τον αναγνωρίσει λόγω του πτωχικού του ενδύματος και της αδυναμίας του σώματος. Ο δε Αλέξιος κατανύχθηκε, δόξασε δε το Θεό και είπε: «Σε ευχαριστώ, Θεέ μου, που με αξίωσες να λάβω από τους δούλους μου ελεημοσύνη». Οι έρευνες απέβησαν άκαρπες και
οι απεσταλμένοι γύρισαν άπρακτοι στη Ρώμη. Έμεινε λοιπόν ο μακάριος Αλέξιος στην πόλη εκείνη δεκαεπτά χρόνους, ζώντας ζωή ασκητική και πνευματικότατη. Οι άνθρωποι του τόπου εκείνου, βλέποντας την ένθεη ζωή του, τον τιμούσαν ως Άγιο. Φοβούμενος όμως εκείνος μη στερηθεί την ουράνια δόξα για την πρόσκαιρη δόξα την οποίαν του πρόσφεραν, σκέφτηκε να φύγει σε τόπο άγνωστο. Έφυγε και πήγε σε λιμάνι, όπου βρήκε πλοίο το οποίο ταξίδευε προς τα μέρη της Κιλικίας, και μπήκε σ' αυτό θέλοντας να μεταβεί στην Ταρσό, όπου ήταν περίφημος ναός του Αγίου Παύλου. Ενώ όμως έπλεαν, σηκώθηκε αντίθετος άνεμος. Περιφερόμενοι εδώ και εκεί,
έφτασαν μετά από πολλές μέρες στη Ρώμη. Αυτό δε ήταν οικονομία Θεού και το γνώρισε ο Άγιος. Έτσι, για να μην επιβαρύνει κάποιον άλλον, σκέφτηκε να μείνει στο σπίτι του άγνωστος μέχρι το τέλος της ζωής του, για να έχει περισσότερο μισθό. Πήγε λοιπόν στην εκκλησία, έκανε προσευχή στο Θεό και τον παρεκάλεσε να τον ενδυναμώσει για να φέρει σε καλό τέλος εκείνο που μελετούσε. Αφού προσκύνησε σε πολλές εκκλησίες, πήγε στο σπίτι του πατέρα του, ο οποίος εκείνη την ώρα, καθώς ήταν πρώτος στη σύγκλητο, ερχόταν από το παλάτι με πολλή συνοδεία. Του έβαλε δε μετάνοια και του είπε: «Παρακαλώ την ευγένειά σου, κάνε έλεος σε μένα και άφησέ με να καθίσω σε μια γωνιά του παλατιού σου,
τρέφομαι από τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι των δούλων σου, και ο Θεός να ευλογήσει για την καλοσύνη αυτή τον οίκο σου και να σου δώσει την Ουράνιο Βασιλεία». Ο άρχοντας τον σπλαχνίστηκε, τον πήρε και τον ανέθεσε σε έναν από τους πιο επιμελείς δούλους του για να τον φροντίζει. Ο δούλος εκείνος οδήγησε τον Αλέξιο σε ένα μικρό κελί απέναντι από το δωμάτιο της συζύγου του. Ο Ευφημιανός του έστελνε κάθε μέρα φαγητά από το τραπέζι, ο Άγιος όμως μόνο κάθε Κυριακή μετά την κοινωνία των Θείων Μυστηρίων έτρωγε ψωμί και έπινε νερό, και αυτά από λίγο μόνο, για να μην πεθάνει από την άμετρη εγκράτεια. Προσευχόταν δε καθ' όλη τη νύχτα και το περισσότερο μέρος της μέρας.
Βλέποντας ο μισάνθρωπος και πονηρός δαίμονας τη θαυμαστή καρτερία του, έτριζε τα δόντια και κίνησε εναντίον του φοβερούς πολέμους για να τον κάνει να χάσει την υπομονή την οποία είχε. Υποκινούσε τους δούλους να τον ενοχλούν: άλλοι τον έβριζαν και τον χτυπούσαν, άλλοι έχυναν πάνω του αποπλύματα δοχείων. Αλλά όλα αυτά τα υπέμεινε γνωρίζοντας ότι από δαιμονική ενέργεια γίνονταν. Ποτέ δε γόγγισε, ούτε είπε λόγο απρεπή εναντίον τους. Μόνο το Δεσπότη Χριστό παρακαλούσε να του δίνει μέχρι τέλους υπομονή για να μη ζημιωθεί τον μισθό της ανταποδώσεως. Όχι δε μόνο τον πόλεμο αυτό είχε ο όσιος, αλλά κι άλλο βαρύτερο, καθώς έβλεπε τη σύζυγό του,
η οποία ως άλλη Ρουθ δεν θέλησε να πάει στο σπίτι του πατέρα της, αλλά με την πεθερά της καθόταν και έκλαιγαν πολλές φορές, η μεν τη χηρεία, η δε τη στερήσει του μονογενή και αγαπητότατου γιου της. Έμεινε λοιπόν ο Άγιος στο πατρικό του σπίτι αγνώριστος, τυπτόμενος, ταλαιπωρούμενος, πολεμούμενος από τον εχθρό, καιόμενος από την αγάπη των συγγενών και από τους δούλους εμπαιζόμενος, όχι δέκα μέρες ή εκατό, αλλά χρόνους δεκαεπτά ολόκληρους, ο πράγματι Αδαμάντινος. Τέλος, του αποκάλυψε ο Κύριος ότι την επόμενη Παρασκευή έμελλε να αναπαυθεί από τους κόπους και τα βάσανα. Τότε ζήτησε από τον δούλο, ο οποίος τον υπηρετούσε, να του φέρει χαρτί και μελάνι.
Έγραψε τα κατ' αυτόν. Για να γίνει δε πιο πιστευτός, έγραψε και κάποια λόγια, τα οποία είχε πει στη νύφη όταν της έδωσε τη ζώνη και το δαχτυλίδι του, καθώς και άλλα μυστικά, τα οποία μόνο οι γονείς του γνώριζαν. Στο τέλος δε έγραψε: «Σας παρακαλώ, φίλτατοί μου γονείς και σεμνοτάτη συμβία μου, να μην συγκακίσετε εναντίον μου, επειδή σας έδωσα τόσο μεγάλη θλίψη και βάσανο, διότι κι εγώ λυπόμουν για τον πόνο σας και πολλές φορές παρεκάλεσα τον Θεό να σας δίνει υπομονή και να σας αξιώσει της βασιλείας Του. Ελπίζω δε στην ευσπλαχνία Του να εκπληρώσει το ζητούμενο, επειδή κι εγώ για την αγάπη Του φάνηκα προς σας τόσο άσπλαχνος και προς τον εαυτό μου σκληρότερος.
Περισσότερο πρέπει να υπακούσει κανείς τον ποιητή και σωτήρα του παρά τους γονείς του. Και όσο περισσότερο σας λύπησα, τόσο μεγαλύτερο μισθό θα έχετε». Το χαρτί αυτό βάσταζε επάνω του ο Άγιος και μετά το θάνατό του, μέχρις ότου ο βασιλέας Ονόριος, μετά από Θεία Αποκάλυψη, πήγε στο Τίμιο του Λείψανο και, αφού παρεκάλεσε πολύ τον Άγιο, πήρε το χαρτί, το οποίο αφού διαβάστηκε εις επήκοον όλων, έκανε όλους, όσους άκουσαν και έμαθαν τα κατ' αυτόν, να εκπλαγούν. Το Άγιο του Λείψανο ενταφιάστηκε με τιμές και μεγαλοπρέπεια στο ναό του Αποστόλου και Κορυφαίου Πέτρου, ανέβλυζε δε πάντα μύρα εύοσμα και επιτελούσε θεραπείες διαφόρων ασθενειών
αυτούς που με πίστη πλησίαζαν. Ο Όσιος κοιμήθηκε κατά τη δεκάτη εβδόμη του Μαρτίου μηνός, κατά το έτος 410, τότε που βασίλευε στη Ρώμη ο Ονόριος, αρχιεπίσκοπος ήταν εκεί ο Ιννοκέντιος, στη δε Κωνσταντινούπολη βασίλευε ο Θεοδόσιος ο Δεύτερος, γιος του Αρκαδίου. Αργότερα η κάρα του Αγίου Αλεξίου μεταφέρθηκε στο Βυζάντιο, κατά δε το έτος 1398 δωρήθηκε από τον αυτοκράτορα Μανουήλ τον Παλαιολόγο στην παρά τα Καλάβρυτα μονή της Αγίας Λαύρας. Και σήμερα βρίσκεται εκεί, διαφυλάσσεται δε ως ιερός και πολύτιμος θησαυρός. Ευχαριστώ.
Το συναξάρι του σήμερα εορταζομένου Οσίου Αλεξίου, ο οποίος κατά μίαν άποψη ονομάστηκε Άνωθεν Άνθρωπος του Θεού, αλλά και ο ίδιος ο Θεός μαρτύρησε την αγιότητά του με τη μυροβλησία και το χάρισμα των ιαμάτων, έρχεται να μας θυμίσει και να μας τονίσει, καθώς αυτός αγωνίστηκε και πέτυχε να βάλει πάνω από κάθε αγάπη την αγάπη για το Χριστό, το λόγο του Κυρίου: «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ, ουκ έστι μου άξιος». Αλλά και τον άλλο λόγο του: «Εί τις έρχεται προς με και ου μισεί τον πατέρα αυτού και τη μητέρα και τη γυναίκα και τα τέκνα και τους αδελφούς και τας αδελφάς, έτι δε και την εαυτού ψυχήν, ου δύναταί μου μαθητής είναι».
Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, προς αποφυγή παρεξηγήσεων, μας διευκρινίζει ότι ο Κύριος με τους λόγους αυτούς δεν ατιμάζει τους νόμους της έμφυτης φιλίας, ούτε διδάσκει να καταφρονούμε τη φυσική διάθεση που οφείλουν να έχουν οι γονείς προς τα παιδιά, οι σύζυγοι στις γυναίκες τους, οι αδελφοί προς τους αδελφούς. Δεν διδάσκει να κάνουμε εχθρούς τους δικούς μας ανθρώπους, προκειμένου να είμαστε μαζί του και να μπορέσουμε να τον ακολουθήσουμε. Διότι αυτός που προστάζει την αγάπη των εχθρών πώς θα ήθελε το μίσος των κατά φύσιν οικείων; Ούτε λοιπόν να μισήσουμε τη φύση αλλά ούτε να είμαστε δούλοι σε αυτήν μας προστάζει ο Χριστός, αλλά να χρησιμοποιήσουμε τη φύση για το καλύτερο και σωτήριο.
Η αγάπη προς τους οικείους να οδηγεί στην αγάπη προς το Χριστό και όχι η αγάπη προς τους οικείους να απομακρύνει από την αγάπη προς το Θεό. Η αγάπη, παραδείγματος χάρη, των γονέων προς τα παιδιά τους πρέπει να τα οδηγεί στο Χριστό και όχι, όπως πολλές φορές συμβαίνει, να τα απομακρύνει από Αυτόν. Με ένα λόγο επιλέγει ο Άγιος Κύριλλος, και αυτό νομίζουμε ότι μπορούμε εμείς να κρατήσουμε και να έχουμε ως γενικό κανόνα: καθώς ο σκοπός είναι να ακολουθούμε το Χριστό, εάν κάτι συμφωνεί με αυτό, να το κρατούμε. Εκείνο δε που δεν συμφωνεί, να το αφήνουμε.
Αγγλική μετάφρασηEN · 18 παράγραφοι
Saint Alexios, who was proclaimed from heaven to be a man of God, was born in Rome during the reigns of the emperors Arcadius and Honorius, sons of Theodosius the Great. They ruled around the end of the fourth and the beginning of the fifth century after Christ. His father was named Euphemianus, and his mother Aglaia. They had great wealth, which they used to help those in need, meeting their needs with eagerness and generosity. Their service, pleasing to God, went further than giving: they invited the poor to sit at their own table. Though they had many servants, they attended to their guests themselves, going from one to another
and serving them food and drink. Their friends often criticized them, saying that such charity was humiliating or an unnecessary excess. But Euphemianus and Aglaia replied that Christ Himself had judged such actions very differently. He taught that when we serve others personally, we are raised up, not brought low, and gain glory rather than disgrace. Did He not wash His disciples’ feet to teach this spirit and honor such service? So they continued their good custom.
Both walked blamelessly on the good path of virtue. Yet they were deeply saddened because they had no child to inherit their wealth. They prayed with faith to Christ the Master to give them a child. The Lord heard their prayer, and they had a son whom they named Alexios. When he was old enough, his keen intelligence helped him learn his letters, and he became very wise. Blessed Alexios came to understand how vain and uncertain the world is, and that the soul is immortal. He resolved to renounce the passing goods of this life, which soon fade, so that he might inherit what is incorruptible and eternal.
His parents did not know what God had placed in his heart. Longing for grandchildren, they planned his marriage and searched throughout Rome until they found a beautiful young woman of noble birth. Alexios, meanwhile, prayed every day that God would deliver him from the snares of the ruler of this world and enlighten him to do what was best for his soul. He prayed for nearly the whole night. By day he went to the churches to worship and gave alms to the poor, both openly and in secret, asking them to pray that the Lord would lead him to a place where he could find salvation. He told his parents that he did not want to enter Holy Matrimony and take on its cares and concerns, but they pressed him to listen to them. Unable to oppose them, he reluctantly agreed, and the wedding took place.
When he was alone with his bride, he prayed, wrapped up his precious ring and belt, and gave them to her. He said, ‘Keep these safe, my dear, and may God be between us until His grace provides something better for us.’ Then he went to his room, took off his costly clothes, put on poor garments, left the city, and went down to the shore. There, by God’s good will, he found a ship about to sail for Syria. He boarded it and reached Laodicea. From there he traveled overland to Edessa in Syria and settled in a humble dwelling. His first concern was to
get to know the priests. He told them his name, though he did not recount his whole story, and he helped them care for the poor. He asked only one thing of them: that they keep his name hidden, for he wanted to give alms entirely in secret, without drawing attention to himself. At the same time, Alexios devoted himself to devout reading and ascetic discipline.
He strove to grow as much as he could in the spiritual life. He prayed all night and received Holy Communion every Sunday. His strict self-restraint wore him down so much that the beauty of his face disappeared, his complexion darkened, and his flesh wasted away until he was little more than skin and bones. When his parents learned of their son’s unexpected departure, they were naturally distressed and wept. They sent people to search for him in various places and cities. Some came to Edessa and made inquiries. But no one they asked could imagine that this poor stranger in rags was the man they sought. His own servants even gave him alms, without recognizing him because of his poor clothing and wasted body. Alexios was moved to compunction, glorified God, and said, ‘I thank You, my God, for counting me worthy to receive alms from my own servants.’ The search proved fruitless, and
the messengers returned to Rome with nothing to report. Blessed Alexios remained in Edessa for seventeen years, living a deeply ascetic and spiritual life. Seeing his godly life, the local people honored him as a saint. But he feared that the passing honor they gave him might cost him heavenly glory, so he decided to leave for a place where he was unknown. At the harbor he found a ship bound for Cilicia and boarded it, hoping to reach Tarsus, where there was a renowned church of Saint Paul. But as they sailed, a contrary wind arose. Driven this way and that,
they reached Rome after many days. Alexios recognized this as God’s providence. To avoid burdening anyone else, he decided to live unrecognized in his father’s house for the rest of his life, that his reward might be greater. He went to church and prayed for God to strengthen him to carry out what he had in mind. After worshipping in many churches, he came to his father’s house. Euphemianus, who held a leading place in the senate, was just returning from the palace with a large escort. Alexios bowed before him and said, ‘I beg you, noble sir, have mercy on me and let me stay in a corner of your house,
living on the crumbs that fall from your servants’ table. May God bless your household for this kindness and grant you the Kingdom of Heaven.’ The nobleman took pity on him and entrusted him to one of his most attentive servants. That servant led Alexios to a small cell opposite his wife’s room. Euphemianus sent him food from his table every day, but Alexios ate bread and drank water only on Sundays after receiving the Holy Mysteries, and then only a little, enough to keep his severe fasting from killing him. He prayed throughout the night and for most of the day.
Seeing his remarkable endurance, the wicked demon, the enemy of mankind, ground his teeth and launched fierce attacks against him to make him lose his patient endurance. He stirred up the servants to harass Alexios. Some insulted and struck him; others poured dirty wash water over him. Alexios bore it all, knowing that these things came from demonic influence. He never complained or spoke an improper word against them. He only begged Christ the Master to grant him patient endurance to the end, so that he would not lose his promised reward. And this was not the only struggle the saint faced. There was another, even harder one, as he saw his wife,
who, like another Ruth, had chosen to stay with her mother-in-law rather than return to her father’s house. They often sat weeping together: his wife for the loss of her husband, and his mother for the loss of her only and dearly loved son. So the saint lived unrecognized in his father’s house, beaten and mistreated, assailed by the enemy, burning with love for his family and mocked by the servants. He endured this not for ten days or a hundred, but for seventeen whole years. He was truly steadfast as adamant. At last, the Lord revealed to him that on the following Friday he would rest from his labors and sufferings. Alexios then asked the servant who cared for him to bring him paper and ink.
He wrote down his story. To make his identity certain, he included some of the words he had spoken to his bride when he gave her his belt and ring, along with other private matters known only to his parents. At the end he wrote, ‘I beg you, my dearest parents and my faithful wife, do not hold it against me that I have caused you such sorrow and suffering. I too grieved for your pain, and I often prayed that God would give you patient endurance and count you worthy of His Kingdom. I trust in His compassion that He will grant this, for it was out of love for Him that I seemed so unfeeling toward you, and was even harder on myself.
A person must obey his Creator and Savior above his parents. And the more grief I have caused you, the greater your reward will be.’ Even after his death, the saint held this letter in his hand. Then Emperor Honorius, following a divine revelation, came to his venerable relics. After earnestly beseeching the saint, he took the letter. It was read aloud to everyone, and all who heard Alexios’s story were astonished. His holy relics were buried with honor and splendor in the church of the Apostle Peter. Fragrant myrrh continually flowed from them, and healings of various illnesses were granted to
those who approached in faith. The venerable Alexios fell asleep in the Lord on March 17, in the year 410. Honorius was then ruling in Rome, Innocent was its Archbishop, and Theodosius II, son of Arcadius, was ruling in Constantinople. Later, Saint Alexios’s skull was taken to Byzantium. In 1398, Emperor Manuel Palaiologos gave it to the monastery of the Holy Lavra near Kalavryta. It remains there today, preserved as a sacred and precious treasure. Thank you.
The account of Saint Alexios, whom we commemorate today, reminds us of the Lord’s words. According to one account, he was called a man of God by a voice from heaven; God Himself also testified to his holiness through the fragrant myrrh and the gift of healings. Alexios struggled and succeeded in placing love for Christ above every other love. The Lord says, ‘Whoever loves father or mother more than Me is not worthy of Me.’ And He also says, ‘If anyone comes to Me and does not hate his father and mother, wife and children, brothers and sisters, and even his own life, he cannot be My disciple.’
Saint Cyril of Alexandria helps us avoid misunderstanding these words. The Lord does not dishonor the bonds of natural affection. Nor does He teach us to disregard the love that parents should have for their children, husbands for their wives, or brothers for their brothers. He does not teach us to make enemies of our own family in order to be with Him and follow Him. After all, how could the One who commands us to love our enemies want us to hate those naturally close to us? Christ commands us neither to hate our human nature nor to be enslaved by it, but to direct it toward what is better and leads to salvation.
Love for those close to us should lead us to love Christ. It should never draw us away from love for God. Parents’ love for their children, for example, ought to lead their children to Christ; yet often it draws them away from Him. Saint Cyril sums it up in a single principle that we can keep as a general rule: since our aim is to follow Christ, we should hold on to whatever helps us do that, and let go of whatever does not.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
03 ΜΑΡΤΙΟΥ\17 03 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.