Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Άγιος Αλέξανδρος Θεσσαλονίκης: Μετάνοια και μαρτύριο

Οι γονείς του Αλεξάνδρου τον έστειλαν από τη Θεσσαλονίκη στη Σμύρνη για να τον προστατεύσουν, αλλά εκεί αρνήθηκε τον Χριστιανισμό και εξισλαμίστηκε. Για δεκαοκτώ χρόνια περιπλανήθηκε ντυμένος με τα ρούχα δερβίση, ενώ η συνείδησή του τον οδηγούσε προς τη μετάνοια και το μαρτύριο.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων26 Μαΐου17:33Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Οι γονείς του Αλεξάνδρου τον έστειλαν από τη Θεσσαλονίκη στη Σμύρνη για να τον προστατεύσουν, αλλά εκεί αρνήθηκε τον Χριστιανισμό και εξισλαμίστηκε.
  • Για δεκαοκτώ χρόνια περιπλανήθηκε ντυμένος με τα ρούχα δερβίση, ενώ η συνείδησή του τον οδηγούσε προς τη μετάνοια και το μαρτύριο.
  • Δίδαξε ταπεινοφροσύνη και συμπόνια, συντηρούσε τον εαυτό του με εργασία και μιλούσε με διακριτικότητα σε Χριστιανούς για την Αγία Τριάδα.
  • Στη Σμύρνη εμφανίστηκε ενώπιον δικαστή, δήλωσε την επιστροφή του στον Χριστιανισμό και απέρριψε δημόσια το δερβίσικο σκέπασμα της κεφαλής του.
  • Μέσα από τρεις ακροάσεις, φυλάκιση, απειλές και υποσχέσεις παρέμεινε σταθερός στην ομολογία του Ιησού Χριστού και της Αγίας Τριάδας.
  • Ο Αλέξανδρος προσευχήθηκε καθώς περίμενε την εκτέλεση και μαρτύρησε με το ξίφος στις 26 Μαΐου 1794.
  • Με αφετηρία τον Άγιο Νικόδημο, η διάλεξη αναφέρει ότι οι νεομάρτυρες ανανεώνουν την πίστη στους αρχαίους μάρτυρες και δείχνουν ότι η σωτηρία παραμένει δυνατή σήμερα.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 18 παράγραφοι

Αλέξανδρος καταγόταν από τη μεγαλούπολη της Θεσσαλονίκης. Καθώς ήταν νέος και ωραίος κατά την όψη και υπήρχε ο κίνδυνος να πέσει σε πειρασμό κατά την τυραννική συνήθεια την οποία είχαν στην πόλη αυτοί οι Αγαρινοί, οι γονείς του, για να τον σώσουν από εκείνους που επιβουλεύονταν τη σωφροσύνη του, αναγκάστηκαν να τον φυγαδέψουν στη Σμύρνη, θεωρώντας την τόπο ασφαλέστερο. Αλλά έφυγε όφι και έπεσε εις δράκοντα. Απέφυγε τον μικρό κίνδυνο της σωφροσύνης και εκεί ρίχτηκε στον γκρεμό της απώλειας. Ή με τη βία ή με την απάτη, αρνήθηκε τη θρησκεία των πατέρων του και τούρκεψε. Λένε δε ότι εργάστηκε σε αγά Τούρκο και εκείνος με δόλο παγίδευσε την απλή του ψυχή στην ασέβεια. Μετά από λίγο έφυγε από τον αγά εκείνο

περιπλανόμενος έφτασε στη Μέκκα, εκεί όπου βρίσκεται ο τάφος του Μωάμεθ, καθώς αυτός ο ίδιος αργότερα ομολόγησε. Από τότε πήγαινε σε πόλεις και χωριά με το σχήμα των Δερβίσιδων, δηλαδή των Μωαμεθανών μοναχών. Αλλά καθώς φαίνεται, δεν βάρυνε τη συνείδησή του, ούτε θόλωσε περισσότερο την ψυχή του με άλλες κακές πράξεις και αισθανόταν ζωντανό τον έλεγχο της συνειδήσεώς του. Στο μυαλό του δε άρχισε από πολλού να έχει το λογισμό του μαρτυρίου για να εξαλείψει με το αίμα του την ανομία του. Περπατούσε με πολλή συστολή και σεμνότητα και υποκρινόταν ότι ήταν τρελός και σαν τέτοιος έλεγε πολλά κατά των Αγαρινών, ελέγχοντάς τους για τις πολλές τους αδικίες και παρανομίες, λέγοντας ότι κατατυρανούσαν τον πτωχό δούλο, τον

οποίο ο Θεός υπέταξε σε αυτούς για να τον κυβερνούν και όχι για να τον κατεξευτελίζουν, χωρίς να συλλογίζονται ότι όλοι οι άνθρωποι είναι πλάσματα του ενός Θεού. Ο Αλέξανδρος έλεγε ακόμη περισσότερα με τόλμη ασυνήθιστη και λόγω της δριμύτητας του ελέγχου του πολλές φορές προκαλούσε την εναντίον του οργή. Στην Αίγυπτο τόσο θύμωσαν οι Αγαρινοί ώστε μερικοί από αυτούς αποφάσισαν να τον φονεύσουν, λέγοντας ότι ασφαλώς δεν ήταν Τούρκος αλλά Χριστιανός. Όταν δε αυτό το έμαθε ο Αλέξανδρος, αναχώρησε από εκεί. Υποψιάστηκαν δε εκείνοι ότι ήταν Χριστιανός επειδή έβλεπαν ότι συχνά συναναστρεφόταν με Χριστιανούς και με πολλή ημερότητα και γλυκύτητα συνομιλούσε μαζί τους.

Λοιπόν συναντιόταν μόνος με τους Χριστιανούς, συνήθιζε να λέγει κατά τρόπο αινιγματικό: «Το ένα τρία και τα τρία ένα». Αφού αναχώρησε από την Αίγυπτο, πήγε στην πατρίδα του, τη Θεσσαλονίκη, αγνώριστος, δέκα χρόνια πριν από το μαρτύριό του. Από κει πήγε σε πολλούς άλλους τόπους. Φαίνεται ότι ο Μακάριος Αλέξανδρος, φορώντας τη στολή των Δερβίσιδων, βρήκε τρόπο για να διδάσκει τους Τούρκους σωφροσύνη, φιλανθρωπία και κάθε άλλη αρετή και, δείχνοντας τον εαυτό του ως καλό παράδειγμα, ομιλούσε για την ταπείνωση, τη μετριότητα, την ακτημοσύνη και κάθε άλλη άσκηση. Δεν ήθελε να επιβαρύνει κανένα ζητώντας από τους πλουσίους χρήματα, καθώς συνηθίζουν να κάνουν οι δερβήσιδες, αλλά έκαμνε οποιαδήποτε εργασία προκειμένου να κερδίζει τον επιούσιο. Στο σχήμα δε εκείνο

παρέμεινε δεκαοκτώ χρόνια. Με το σχήμα αυτό πέρασε από τη Χίο και πήγε στη Σμύρνη, άκουσε δε μέσα του τη Χάρη του Θεού να λέγει μυστικά στην αγαθή του καρδία ότι έφτασε η ώρα να παρουσιαστεί και να τελειώσει εκείνο που από πολλά χρόνια είχε βάλει ως σκοπό του. Βέβαια πρέπει να είχε και κάποιο πνευματικό πατέρα με τη γνώμη του οποίου να ήλθε σε αυτό το μεγάλο αγωνιστικό στάδιο. Έτσι την Τρίτη της εβδομάδας πριν από την Αγία Πεντηκοστή, αφού οπλίστηκε με τη δύναμη του Τιμίου Σταυρού, με τον οποίο δωρήθηκε στον κόσμο η σωτηρία μας, πήγε στον κριτή της πόλεως και με πολλή τόλμη είπε: «Δικαστή, εγώ ήμουν Χριστιανός, αλλά από αφροσύνη αρνήθηκα την πίστη μου και έγινα Τούρκος.

Συναισθάνθηκα ότι η πρώτη μου πίστη ήταν φως, το οποίο έχασα, και ότι η δική σας, καθώς τη γνώρισα, είναι σκοτάδι. Ήλθα λοιπόν σήμερα να ομολογήσω ότι έσφαλα, καθώς αρνήθηκα το φως και δέχθηκα το σκότος, διότι Χριστιανός γεννήθηκα και Χριστιανός θέλω να αποθάνω. Να, άκουσες την απόφασή μου και τώρα εσύ κάνε σε μένα ό,τι θέλεις, διότι είμαι έτοιμος να υποστώ κάθε βάσανο και να χύσω και το αίμα μου για την αγάπη του Ιησού Χριστού μου, τον οποίο κακώς αρνήθηκα». Αφού είπε αυτά, έριξε μπρος στον κριτή το δερβισικό κάλυμμα της κεφαλής του λέγοντας: «Να και το σημείο της θρησκείας σας». Αντί δε γι' εκείνο έβαλε στο κεφάλι του κάλυμμα χριστιανικό. Όλοι έμειναν άφωνοι βλέποντας ξαφνικά

δερβήσι, αφενός μεν να κηρύττει τον εαυτό του Χριστιανό, αφετέρου δε να ατιμάζει τόσο θαρραλέα τον Μωαμεθανισμό, να ελέγχει τη ματαιότητά τους και να χλευάζει την ανόσια θρησκεία τους. «Τι είναι αυτά τα ανέλπιστα πράγματα, ω υποκριτή; Έχασες τα μυαλά σου; Συ, ένας δερβήσις, λέγεις τέτοιους λόγους και ντροπιάζεις την πίστη σου και την υπόληψή σου;» Σε αυτά ο μάρτυς αποκρίθηκε σοφότατα: «Αληθινά είχα χάσει τα μυαλά μου και τώρα ήρθα στον εαυτό μου. Ομολογώ με παρρησία την ανομία μου. Βεβαίως λέω την αλήθεια ότι εγώ και στο τζαμί εξέτασα και ενόησα ότι όλα είναι ψεύτικα και βλάσφημα». Εκείνοι, καθώς άκουσαν αυτά, αποκρίθηκαν με θυμό και οργή ότι είναι μεθυσμένος και ως τέτοιος ομιλεί.

Πρόσταξε ο κριτής να τον ρίξουν στη φυλακή μέχρι που να περάσει η μέθη του. Την επομένη, δηλαδή την Τετάρτη, πρόσταξε ο κριτής να τον φέρουν σε δεύτερη εξέταση. Ο δε μάρτυς, έχοντας πάρει στη φυλακή περισσότερο θάρρος, ομολόγησε μπρος σε όλους τον Ιησού Χριστό Θεό Αληθινό και με περισσότερη τόλμη χλεύασε και καταφρόνησε τη θρησκεία τους και όλους τους κατέπληξε. Εκείνοι πρώτα τον απείλησαν, μετά όμως, ελπίζοντας μήπως θα αλλάξουν τη γνώμη του, όχι τόσο για να τον κερδίσουν, αλλά για να μην καταντροπιαστούν, άρχισαν να κολακεύουν το μάρτυρα λέγοντας: «Δεν λυπάσαι, άνθρωπε, τη ζωή σου; Δεν λυπάσαι την νεότητά σου; Ζήτησε ό,τι επιθυμείς και πάψε να λέγεις τέτοιες φλυαρίες». Αλλά εκείνος ο Μακάριος έμεινε ανένδοτος.

Αποκρίθηκε με θαυμαστό φρόνημα: «Τι με απειλείτε με θάνατο; Εγώ γι' αυτό ήλθα εδώ, για να αποθάνω για την αγάπη του γλυκύτατού μου Ιησού Χριστού. Τι προσπαθείτε να μεταβάλετε τη στερεά μου απόφαση με τις απατηλές και τιποτένιες υποσχέσεις σας; Μια αληθινή ευδαιμονία εγώ πιστεύω για τον εαυτό μου: το να αποθάνω για την Αγία Πίστη, την οποία κακώς αρνήθηκα, και να αναχωρήσω από αυτή την ψεύτικη ζωή για να κερδίσω την άλλη, την αληθινή και αιώνια. Χριστιανός γεννήθηκα, Χριστιανός θέλω να πεθάνω. Αυτό ποθώ, αυτό διψώ, γι' αυτό ήλθα εδώ». Τότε έκλεισαν και πάλι το μάρτυρα στη φυλακή. Την Παρασκευή όλοι οι αγάδες και οι εγκριτότεροι της Σμύρνης και λαός πολύς μαζεύτηκαν στον κριτή.

Τότε τον μάρτυρα από τη φυλακή και τον οδήγησαν για τρίτη φορά στο κριτήριο για να ομολογήσει και για τρίτη φορά την πίστη της Αγίας Τριάδος, αυτός που προηγουμένως άφρονα την αρνήθηκε. Το οποίο και έγινε κατά τρόπο πλήρη και θεοφιλή, διότι καθώς τον ρώτησαν αν ήρθε στα σύγκαλά του, αποκρίθηκε ο γενναίος του Χριστού αθλητής: «Ήμουν και είμαι με τη χάρη του Χριστού μου στα καλά μου. Και είπα και λέγω πολλές φορές ότι Χριστιανός γεννήθηκα και Χριστιανός θέλω να αποθάνω, ότι δεν ανταλλάσσω το φως με το σκοτάδι, αλλά προσκυνώ Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, Τριάδα Ομοούσιον και Αχώριστον». Λέγοντας δε αυτά, σχημάτισε στον εαυτό του το σημείο του Τιμίου Σταυρού.

Οι Αγαρινοί βλέποντας το αμετάθετο της αγίας του ψυχής και αφού απελπίστηκαν τελείως για την επιτυχία κάθε άλλης τους προσπάθειας, με γνώμη κοινή αποφάσισαν να πεθάνει ο υβριστής του Μωαμεθανισμού χωρίς αναβολή. Έτσι ο κριτής έδωσε εγγράφως την εναντίον του απόφαση της με το ξίφος θανάτωσής του. Οδηγήθηκε λοιπόν ο γενναίος του Χριστού αθλητής στον τόπο της καταδίκης, δεμένος στα χέρια κατά το συνηθισμένο στους καταδίκους, και σε όλο το δρόμο οι ιμάμηδες και οι χοτζάδες δεν έπαυσαν από το να συμβουλεύουν και να επιμένουν με κάθε τρόπο να τραβήξουν τον μάρτυρα στη γνώμη τους. Αλλά εκείνος ο Μακάριος δεν έδινε καμιά προσοχή στα ψυχόλεθρα λόγια τους, έχοντας το νου του προσηλωμένο στο Χριστό και

στο υπέρ Εκείνου μακάριο τέλος, με ένα και μόνο λόγο συχνά αποκρινόμενος: «Χριστιανός είμαι και Χριστιανός θα αποθάνω». Ω μακαρίας φωνής, ω ψυχής καιομένης υπό του Θείου έρωτος! Μαζεύτηκαν αναρίθμητα πλήθη ανθρώπων, Τούρκοι, Έλληνες, Φράγκοι, Αρμένοι. Στο μέσο λοιπόν του πλήθους εκείνου έστησε ο δήμιος τον μάρτυρα, έσυρε μπρος στα μάτια του το ξίφος και του το έδειξε γυμνό και αστραφτερό για να τον φοβήσει. Αλλά ο μάρτυς τόση αφοβία έδειχνε, ώστε βλέποντάς τον ένας Φράγκος ορκίστηκε ότι ακόμη δεν είδε σ' άνθρωπο τόση σταθερότητα ως εκείνη του ευλογημένου Αλεξάνδρου.

Ο δήμιος πρόσταξε τον Άγιο να γονατίσει. Γονάτισε τότε ο μάρτυρος, ξαφνικά έφτασε προσταγή εκ μέρους του κριτή να περιμένει ο δήμιος, διότι θα ερχόταν να δει το θέαμα και ο γιος του κριτή. Ανέβαλε έτσι την αποτομή ο δήμιος επί μία ώρα και πλέον. Καθ' όλο δε το διάστημα αυτό, ο μάρτυρος έμενε εκεί γονατιστός, με σκυμμένο το κεφάλι, αδιάκοπα προσευχόμενος. Είναι δε βέβαιο ότι ο Αγωνοθέτης Χριστός ενίσχυε με την παντοδύναμη χάρη Του τον αθλητή Του. Ήταν δε μεγάλη και η αγωνία των Ορθοδόξων και Ομογενών Χριστιανών, καθώς έβλεπαν την ώρα να περνά συλλογιζόμενοι την ασθένεια της ανθρώπινης φύσεως. Τέλος νίκησε ο Χριστός και ανύψωσε την Αγία του Πίστη με το λαμπρό μαρτύριο του Αγίου Νεομάρτυρος Αλεξάνδρου, ο οποίος τελειώθηκε στις 26 Μαΐου του

έτους 1794. Οι ευσεβείς ευφράνθηκαν και οι άγγελοι χάρηκαν, οι δαίμονες θρήνησαν και οι υπηρέτες της πλάνης έμειναν καταντροπιασμένοι καθώς είδαν τον υπέρ Χριστού θάνατο του γενναίου και θαυμασίου αυτού αθλητού Αλεξάνδρου του Θεσσαλονικέως.

Άγιος Νικόδημος, στο προοίμιο του νέου μαρτυρολογίου, γράφει ότι για πέντε λόγους ευδόκησε ο Θεός να αναδειχθούν οι νεομάρτυρες. Ως πρώτο αναφέρει, για να είναι οι νέοι μάρτυρες ανακαινισμός, ανανέωση της ορθοδόξου πίστεως και αναλύη. Οι Χριστιανοί του παρόντος καιρού, καθώς ακούν τα μαρτύρια και τα βάσανα που υπέμειναν για το όνομα του Χριστού οι Δημήτριοι, οι Γεώργιοι, οι Θεόδωροι και απλώς όλοι οι γενναιότατοι παλαιοί μάρτυρες, αναγκάζονται μεν να τα πιστέψουν ως αληθινά, κατά το χρέος που έχουν της απλής πίστεως. Η παλαιότητα όμως του χρόνου και η τόση πολυκαιρία που μεσολάβησε μπορεί ίσως σε μερικούς να προξενήσει, αν όχι απιστία,

τουλάχιστον απορία και δισταγμό. Πώς δηλαδή εκείνοι, με το να είναι άνθρωποι φύσει ασθενείς και δειλοί, υπέμειναν τόσα και τόσα φρικτά και φοβερά βασανιστήρια; Αλλά οι νέοι του Χριστού μάρτυρες εκριζώνουν μεν από τις καρδιές των Χριστιανών κάθε τέτοια απορία και δισταγμό. Εμφυτεύουν δε και ανανεώνουν σε αυτές την προς τους παλαιούς μάρτυρες αδίσταχτη πίστη. Οι τωρινοί Χριστιανοί δεν αμφιβάλλουν πλέον, διότι εκείνα τα μαρτύρια που με μόνη την ακοή ακούν ότι υπέφεραν οι παλαιοί μάρτυρες, αυτά τα ίδια βλέπουν ότι τα υπομένουν οι νέοι του Χριστού μάρτυρες. Ακόμη οι νέοι αυτοί μάρτυρες ανανεώνουν στις καρδιές των τωρινών Χριστιανών

κήρυγμα των Ιερών Αποστόλων, διαβεβαιώνουν το Θείο Ευαγγέλιο και βεβαιώνουν τη Θεότητα του Χριστού και γενικώς όλη την Ορθόδοξη πίστη επισφραγίζουν, όχι μόνο με τα λόγια, αλλά περισσότερο με τα πάνδεινα βασανιστήρια που υπέστησαν και με το αίμα και το μαρτυρικό τους θάνατο. Σε αυτούς βλέπουμε την πίστη 2000 χρόνων ζωντανή, πιο δυνατή και από το θάνατο, αλλά και εμάς διαβεβαιώνουν ότι ζει Κύριος ο Θεός και μπορεί και καθαρίζει και φωτίζει και αγιάζει και σώζει τον άνθρωπο. Η σωτηρία του ανθρώπου και η δική μας σωτηρία δεν είναι ένα παραμύθι ή ανεκπλήρωτος ευσεβής πόθος, αλλά μπορεί να είναι...

αν και εμείς το θελήσουμε, μία σύγχρονη πραγματικότητα.

Αγγλική μετάφρασηEN · 18 παράγραφοι

Alexander came from the great city of Thessaloniki. He was young and handsome, and his parents feared that, according to the oppressive custom of the Muslims in that city, he might be exposed to temptation. To protect his chastity from those who threatened it, they sent him away to Smyrna, thinking it safer. But he escaped a snake only to fall into the jaws of a dragon. He avoided a lesser danger to his chastity, only to plunge into the abyss of perdition. Whether through force or deceit, he renounced the faith of his fathers and became a Muslim. They say he worked for a Turkish agha, who deceitfully drew his innocent soul into impiety. After a short time, he left that agha.

As he wandered, he reached Mecca, where, as he himself later said, the tomb of Muhammad is found. From then on, he traveled through towns and villages dressed as a dervish, one of the Muslim monks. Yet it seems he did not burden his conscience or darken his soul further with other evil deeds. He still felt the living reproach of his conscience. For a long time, he had carried the thought of martyrdom, hoping to wash away his transgression with his blood. He went about with great reserve and modesty, pretending to be mad. Under that guise he spoke out against the Muslims, rebuking their many injustices and unlawful acts. He said they cruelly oppressed the poor people subject to them,

whom God had placed under their rule to be governed, not humiliated, forgetting that all people are creatures of the one God. Alexander said much more with unusual boldness, and his sharp rebukes often stirred their anger. In Egypt, some Muslims became so angry that they resolved to kill him, saying he could not possibly be a Turk but must be a Christian. When Alexander learned this, he left. They suspected he was a Christian because they often saw him with Christians, speaking to them with great gentleness and kindness.

When he met Christians alone, he would speak in a kind of riddle: “The one is three, and the three are one.” After leaving Egypt, he returned unrecognized to his native Thessaloniki, ten years before his martyrdom. From there he traveled to many other places. It seems that blessed Alexander used his dervish clothing as a way to teach the Turks chastity, compassion, and every other virtue. He set them a good example and spoke of humility, moderation, freedom from possessions, and every other form of ascesis, or ascetic discipline. He did not want to burden anyone by asking the wealthy for money, as dervishes commonly did. Instead, he took whatever work he could find to earn his daily bread. He remained in that clothing

for eighteen years. Still dressed that way, he passed through Chios and went to Smyrna. There, deep within his good heart, he heard the grace of God tell him that the time had come to present himself and fulfill the purpose he had held for many years. Surely he also had a spiritual father, whose counsel guided him into this great contest. So, on the Tuesday before Holy Pentecost, he armed himself with the power of the True Cross, through which salvation was given to the world. He went to the city judge and said with great boldness: “Judge, I was a Christian, but in my folly I denied my faith and became a Turk.”

“I came to see that my first faith was light, which I had lost, and that yours, as I came to know it, is darkness. So I have come today to confess my error: I rejected the light and accepted the darkness. I was born a Christian, and I want to die a Christian. You have heard my decision. Now do with me as you wish, for I am ready to endure any torment and shed my blood for love of my Jesus Christ, whom I wrongly denied.” With that, he threw his dervish head covering before the judge and said, “Here is the sign of your religion.” In its place, he put a Christian head covering on his head. Everyone was struck speechless at the sudden sight

of a dervish declaring himself a Christian, boldly dishonoring Islam, exposing what he called its emptiness, and mocking its religion as unholy. They asked him, “What is this unexpected talk, you hypocrite? Have you lost your mind? You, a dervish, say such things and disgrace your faith and your good name?” The martyr answered with great wisdom: “I truly had lost my mind, and now I have come to my senses. I openly confess my wrongdoing. I tell you the truth: even in the mosque, I examined what I heard and understood it all to be false and blasphemous.” At this, they answered angrily that he was drunk and speaking under the influence of wine.

The judge ordered him thrown into prison until his drunkenness passed. The next day, Wednesday, he ordered Alexander brought back for a second hearing. Having gained even greater courage in prison, the martyr confessed before everyone that Jesus Christ is the true God. With still greater boldness, he mocked and rejected their religion, astonishing them all. First they threatened him. Then, hoping to change his mind—less to win him over than to avoid disgrace—they began to flatter him: “Man, do you not care for your life? Do you not care for your youth? Ask for whatever you want, and stop speaking such nonsense.” But the blessed martyr would not yield.

He answered with remarkable courage: “Why do you threaten me with death? I came here for that very reason: to die for love of my sweetest Jesus Christ. Why do you try to change my firm resolve with your empty, deceitful promises? I believe there is one true blessedness for me: to die for the holy faith that I wrongly denied, and to leave this false life for the other life, the true and eternal one. I was born a Christian, and I want to die a Christian. This is what I long for; this is what I thirst for. This is why I came.” Then they shut the martyr in prison again. On Friday, all the aghas and leading men of Smyrna, together with a great crowd, gathered before the judge.

They brought the martyr out of prison and led him before the court a third time, so that he, who had once foolishly denied the faith of the Holy Trinity, might confess it a third time. And he did so fully and in a way pleasing to God. When they asked whether he had come to his senses, the brave athlete of Christ replied: “By the grace of my Christ, I was in my right mind then, and I am now. I have said, and I say again and again, that I was born a Christian and want to die a Christian. I will not exchange the light for darkness. I worship the Father, the Son, and the Holy Spirit: the Trinity, consubstantial—of one essence—and undivided.” As he spoke, he made the sign of the True Cross over himself.

Seeing that his holy soul could not be moved, the Muslims gave up hope that any further effort would succeed. They agreed that the man who had insulted Islam should die without delay. The judge issued a written sentence ordering his execution by the sword. So the brave athlete of Christ was led to the place of execution, his hands bound as was customary for the condemned. All along the way, the imams and hodjas kept urging him, trying in every way to draw him over to their view. But the blessed martyr paid no attention to their soul-destroying words. His nous, his spiritual mind, was fixed on Christ

and on the blessed end he would meet for His sake. Again and again he gave one answer: “I am a Christian, and I will die a Christian.” O blessed words! O soul burning with divine love! Countless people gathered—Turks, Greeks, Franks, and Armenians. The executioner placed the martyr in the middle of the crowd, drew his sword before his eyes, and showed him its bare, gleaming blade to frighten him. But the martyr showed such fearlessness that a Frank who saw him swore he had never seen such steadfastness in anyone as he saw in blessed Alexander.

The executioner ordered the Saint to kneel, and the martyr knelt. Suddenly an order came from the judge to wait, because the judge’s son was coming to watch. So the executioner delayed the beheading for more than an hour. Throughout that time the martyr remained kneeling, head bowed, praying without ceasing. Surely Christ, who presides over the contest, strengthened His athlete with His almighty grace. The Orthodox Christians and their fellow Greeks were deeply anxious as they watched the time pass and thought of the weakness of human nature. At last Christ prevailed and exalted His holy faith through the radiant martyrdom of the holy Neomartyr Alexander, who completed his contest on May 26,

1794. The faithful rejoiced and the angels were glad; the demons lamented, and the servants of error were put to shame when they saw this brave and wonderful athlete, Alexander of Thessaloniki, die for Christ.

Saint Nicodemus writes in the introduction to the New Martyrology that God was pleased to raise up the Neomartyrs for five reasons. The first, he says, is that they renew and revive the Orthodox faith. Christians today hear of the torments endured for Christ’s name by the saints named Demetrios, George, and Theodore, and by all the courageous martyrs of old. Their simple faith calls them to accept these accounts as true. Yet because so much time has passed, some may feel, if not disbelief,

at least uncertainty and hesitation. How could those martyrs, human beings weak and fearful by nature, endure so many terrible tortures? The new martyrs of Christ uproot every such doubt from the hearts of Christians. They plant and renew in those hearts an unwavering faith in the ancient martyrs. Christians today need no longer doubt, because they see the new martyrs of Christ enduring the very sufferings they have only heard that the ancient martyrs endured. These new martyrs also renew in the hearts of Christians today

the preaching of the holy Apostles. They confirm the divine Gospel and the divinity of Christ, and they set their seal on the whole Orthodox faith, not only with words, but still more with the terrible torments they endured, their blood, and their deaths as martyrs. In them we see a faith of two thousand years still alive, stronger even than death. They also assure us that the Lord God lives, and that He can cleanse, illumine, sanctify, and save a person. Human salvation—our own salvation—is no fairy tale or unfulfilled pious wish. It can be

a reality in our own time, if we too are willing.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

05 ΜΑΪΟΥ\26 05 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα