Άγιος Αχίλλιος Λάρισας: Θαύματα, διακονία και ταπείνωση
Γεννημένος στην Καππαδοκία, ο Αχίλλιος μοίρασε την κληρονομιά του στους φτωχούς και αφοσιώθηκε στη νηστεία και στην προσευχή. Μετά από προσκύνημα στα Ιεροσόλυμα και στη Ρώμη, κήρυξε τον Χριστό, υπέμεινε διωγμούς και έγινε γνωστός για θαύματα θεραπείας.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Γεννημένος στην Καππαδοκία, ο Αχίλλιος μοίρασε την κληρονομιά του στους φτωχούς και αφοσιώθηκε στη νηστεία και στην προσευχή.
- Μετά από προσκύνημα στα Ιεροσόλυμα και στη Ρώμη, κήρυξε τον Χριστό, υπέμεινε διωγμούς και έγινε γνωστός για θαύματα θεραπείας.
- Στη Θεσσαλία οδήγησε πολλούς στην πίστη και εξελέγη επίσκοπος Λάρισας, όπου φρόντιζε φτωχούς, χήρες και ορφανά.
- Στην Α' Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας, η διάλεξη αφηγείται ότι λάδι ανέβλυσε από μια πέτρα μετά από προσευχή του που βεβαίωνε την ισότητα του Υιού με τον Πατέρα.
- Ο Αχίλλιος ίδρυσε εκκλησίες και χώρους φροντίδας, ενώ η ταπεινή άφιξή του σε μια πόλη έδειξε την ταπείνωση για την οποία ήταν γνωστός.
- Μετά τον θάνατό του, αποδόθηκαν θεραπείες στα λείψανά του, τα οποία μεταφέρθηκαν από τη Λάρισα στην Πρέσπα από τον Σαμουήλ της Βουλγαρίας το 978.
- Η διάλεξη κλείνει με παράδοση για τον Αχίλλιο και τον Άγιο Δημήτριο, και με διδασκαλία, από τον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, για την αναζήτηση της ταπεινοφροσύνης μέσω μετάνοιας και προσευχής.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 17 παράγραφοι
Αχίλιος γεννήθηκε κατά το δεύτερο ήμισυ του τρίτου μετά Χριστόν αιώνος στην περίφημη Καππαδοκία. Οι γονείς του ήταν εύποροι, μα προπαντός ευσεβείς χριστιανοί και πολύ ελεήμονες. Το καλό παράδειγμα των γονέων του μιμούμενος, ο Αχίλιος δεν παραδόθηκε στις τρυφές και τις ηδονές του σώματος, αλλά περπατούσε τη στενή και τεθλιμμένη οδό που οδηγεί στη Βασιλεία των Ουρανών, νηστεύοντας, αγρυπνώντας, προσευχόμενος. Μοίρασε δε όλη την κληρονομιά που πήρε από τους γονείς του στους φτωχούς, τις χήρες και τα ορφανά. Ζώντας κατά αυτόν τον τρόπο, έγινε κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος και ζωντανό υπόδειγμα όλων των αρετών. Αφού έφτασε σε τέτοια πνευματικά μέτρα,
πρώτα στα Ιεροσόλυμα και προσκύνησε τους Αγίους Τόπους με ευλάβεια και κατάνυξη. Μετά πήγε στη μεγαλούπολη της Ρώμης, όπου προσκύνησε τους τάφους και τα ιερά λείψανα των Αγίων Πρωτοκορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Από τότε άρχισε να γίνεται κήρυκας του Λόγου του Θεού και πολλούς ειδωλολάτρες οδηγούσε στην πίστη του Χριστού. Ζώντας αποστολικά, έλαβε και τη χάρη της θαυματουργίας. Εν ονόματι του Κυρίου Ιησού, θεράπευε ασθενείς, καθάριζε λεπρούς, έδιωχνε δαιμόνια και πολλά άλλα θαύματα επιτελούσε. Πολλούς οδηγούσε στη σωτηρία, αλλά και πολλές ταλαιπωρίες, ύβρεις και διωγμούς και πολλές άλλες κακοπάθειες για την αγάπη του Χριστού υπέφερε. Έτσι, αποστολικά ζώντας ο Άγιος,
από πόλεις και χωριά περνώντας, έφτασε στην Ελλάδα και έμεινε στη Θεσσαλία. Πλήθος έτρεχε να τον δει και να τον ακούσει και τόσοι ειδωλολάτρες οδηγούνταν στην πίστη του Χριστού, ώστε αναδείχθηκε δεύτερος κήρυκας του Ευαγγελίου, ισαπόστολος μετά τους Αγίους Αποστόλους που κήρυξαν στην Ελλάδα. Μετά την τελευτή του αρχιερέα της πόλης της Λαρίσης, η χάρη του Αγίου Πνεύματος, καθώς μάλιστα το επιθυμούσε και ο λαός, ανέδειξε και κατέστησε νέο ιεράρχη της θεσσαλικής πρωτεύουσας τον Άγιο αυτό Αχίλιο, ο οποίος με μεγάλη επιμέλεια και κατά Θεόν άρχισε να ποιμαίνει το ποίμνιο που αυτός του εμπιστεύθηκε.
Οικονομούσε τους πτωχούς, βοηθούσε τις χήρες, έτρεφε τα ορφανά, ελευθέρωνε τους αδικουμένους. Και νουθετούσε το ποίμνιό του και το στήριζε με τη χάρη του Θεού. Πολλούς ασθενείς με μόνο το άγγιγμα του χεριού του θεράπευε, με την προσευχή του ανομβρία έλυσε και πολλούς εχθρούς αποδίωξε και με τη χάρη του Θεού τα μέλλοντα προέβλεπε και λογισμούς αποκάλυπτε. Η φήμη του έφτασε και μέχρι τον τότε αυτοκράτορα, τον Άγιο Κωνσταντίνο τον Μέγα, ο οποίος πόθησε να τον δει και να τον ακούσει, το οποίο και έγινε το 325 κατά την Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια. Τότε ο Άγιος Αχίλιος προκάλεσε τον Άριο, αν ήταν αληθινά αυτά που έλεγε, να κάνει την πέτρα που ήταν εκεί να αναβλύσει έλαιο. Οι Αριανοί αντιπρότειναν στον Άγιο να κάνει αυτό στο σημείο. Και εκείνος...
Ενώπιον όλων προσευχήθηκε και είπε: «Εάν ο Υιός και ο Λόγος του Θεού είναι ομοούσιος και ομόδοξος με τον Πατέρα, όπως εμείς πιστεύουμε, ας αναβλύσει η πέτρα αυτή έλαιο για να πιστεύσουν και να βεβαιωθούν οι αιρετίζοντες». Και, ω του θαύματος, βγήκε τόσο έλαιο κάτω από την πέτρα, ώστε βράχηκε όλο το έδαφος. Έτσι η αλήθεια της Ορθοδοξίας καταφάνηκε, ο Αχίλιος δοξάστηκε, οι κακόφρονες Αριανοί καταντροπιάστηκαν και οι αμετανόητοι από αυτούς καταδικάστηκαν. Στη συνέχεια ο Άγιος μεγάλως τιμήθηκε και από τον Πατριάρχη Μητροφάνη και από τον ευσεβέστατο Μέγα Κωνσταντίνο, ο οποίος του έδωσε χρήματα για την ανέγερση εκκλησιών.
Επιτέλεση άλλων αγαθών έργων. Έτσι ο Άγιος έκτισε εκκλησίες, μοναστήρια, νοσοκομεία, πτωχοκομεία και κοντά σε αυτά χειροτόνησε επισκόπους και ιερείς, άνδρες ευλαβείς και εναρέτους. Πόσο δε ταπεινόφρων ήταν ο χριστομίμητος αυτός ιεράρχης φαίνεται από το ακόλουθο περιστατικό. Κάποτε προσκλήθηκε από μια μικρή πόλη της επαρχίας του για κάποια ανάγκη και έσπευσε να μεταβεί. Οι κάτοικοι, καθώς έμαθαν τον επικείμενο ερχομό του, έκαναν μεγάλη προετοιμασία. Στόλισαν ναούς, καθάρισαν δρόμους, ετοίμασαν δωμάτια, φαγητά και όλοι βγήκαν για προϋπάντηση από την πόλη, νομίζοντας ότι θα έβλεπαν τον αρχιερέα κομψά ντυμένο και ευπαρουσίαστο, με
μεγάλη συνοδεία. Ενώ όμως αυτά περίμεναν, είδαν δύο κληρικούς να έρχονται πεζοί, ταπεινά ντυμένους, τους οποίους νόμισαν ότι έστειλε μπροστά ο αρχιερέας για να φέρουν την είδηση για την ανάλογη προετοιμασία. Καθώς δε εκείνοι πλησίασαν, τους ρώτησαν αν ο αρχιερέας ήταν κοντά ή μακριά. Όταν ο ένας από αυτούς απάντησε «Εγώ είμαι ο ανάξιος της αρχιερωσύνης», εξέλαβαν την απάντηση ως ειρωνεία. Όταν τελικά πίστεψαν ότι αυτός πράγματι ήταν ο αρχιερέας που περίμεναν, θαύμασαν, έπεσαν στα πόδια του και ζητούσαν την ευλογία του. Και τόση τιμή του απέδωσαν όσο αυτός την απέφευγε. Και περισσότερο από τη μέγιστη και υψοποιό αυτή ταπείνωσή του ωφελήθηκαν
από τις άλλες του αγαθοεργίες και τα λόγια. Με τέτοια θεάρεστη ζωή, λάμποντας με τα θεϊκά χαρίσματα και πάμπολα θαύματα έχοντας επιτελέσει, ο Άγιος Αχίλιος ποίμανε το ποίμνιό του επί 35 έτη. Και καθώς πλησίαζε η ώρα της από εδώ εκδημίας του, χαιρόταν και αγαλλόταν το πνεύμα του. Προγνώρισε τη μέρα της τελειώσεώς του και όρισε να κάνουν τον τάφο του. Μετά κάλεσε κοντά του κληρικούς και κάποιους λαϊκούς και τους έδωσε τις τελευταίες του παραγγελίες. Καθώς ακούστηκε ότι ο Άγιος απέρχεται προς τον Κύριο, μαζεύτηκαν με οδύνη τα πνευματικά του τέκνα. Τους παρηγόρησε και τους συμβούλευσε. Αφού σήκωσε τα χέρια και τους οφθαλμούς προς τον Ουρανό, ευχήθηκε και ευλόγησε όλους,
έτσι παρέδωσε την Αγία και ολόφωτη ψυχή του στα χέρια του Θεού κατά τα μέσα του τετάρτου αιώνος. Επίσκοποι, ιερείς και ο λαός σήκωσαν και απέθεσαν το Άγιο του Λείψανο στον τάφο που είχε προετοιμάσει. Τότε τυφλοί ανέβλεψαν, χωλοί ανορθώθηκαν, δαιμόνια διώχτηκαν και σχεδόν κάθε ασθένεια θεραπεύτηκε σε εκείνους που με ευλάβεια άγγιζαν το Ιερό του Θείου Ιεράρχου Σώμα. Το ιερό λείψανο παρέμενε στην πόλη της Λαρίσης μέχρι το 978, οπότε κατά παραχώρηση Θεού και για τις αμαρτίες του λαού ο άρχοντας των Βουλγάρων Σαμουήλ, αφού κυρίευσε τη Λάρισα, πήρε αυτό μαζί με άλλα ιερά κειμήλια, τα οποία και μετέφερε στην πόλη Πρέσπα.
Οι δε Έλληνες, αν και στερήθηκαν το Άγιο αυτό λείψανο, δεν έμειναν άμοιροι της χάριτός του, μέχρι που παραδόθηκε η Λάρισα στην εξουσία των Οθωμανών, διότι στην περίπτωση εκείνη αναχώρησε η βοήθεια του Αγίου από εκεί, καθώς ο Θεός φανέρωσε με το ακόλουθο περιστατικό. Όταν έμελλε να κυριευτούν οι δύο μεγάλες πόλεις της Ελλάδος, η Θεσσαλονίκη και η Λάρισα, κάποιοι που πήγαιναν στη Θεσσαλονίκη κάθισαν λίγο στον δρόμο για να ξεκουραστούν. Είδαν δε οφθαλμοφανώς κάποιον έφιππο άνδρα ως στρατιώτη να έρχεται από τη Θεσσαλονίκη και συγχρόνως από την άλλη μεριά του δρόμου έναν επίσης έφιππο σεβάσμιο αρχιερέα. Ο στρατιώτης στάθηκε και προσκύνησε τον αρχιερέα λέγοντας:
«Χαίρε, αρχιερεύ Αχίλιε». Εκείνος δε αντιχαιρέτησε: «Χαίρε και εσύ, στρατιώτα του Χριστού, Δημήτριε». Οι χριστιανοί εκείνοι έκθαμβοι τραβήχτηκαν παράμερα για να δουν τη συνέχεια. Τότε ο στρατιώτης είπε: «Από πού έρχεσαι, αρχιερεύ του Θεού, και πού πηγαίνεις;» Ο δε Άγιος Αχίλιος, δακρυσμένος, απάντησε: «Για τις αμαρτίες και τις ανομίες του λαού πρόσταξε ο Θεός να εξέλθω της Λαρίσης, την οποία μέχρι τώρα φύλαγα, διότι μέλλει να παραδοθεί στα χέρια των Αγαρηνών. Και να, εξήλθα και πηγαίνω όπου ο Κύριος με προστάξει. Αλλά και εσύ από πού έρχεσαι;» Τότε και ο Άγιος Δημήτριος δάκρυσε και είπε: «Και για μένα το ίδιο έγινε, αρχιερεύ Αχίλιε.
Και εγώ πολλές φορές βοήθησα τους Θεσσαλονικείς και από αιχμαλωσία τους λύτρωσα και από θανατικό ελευθέρωσα και κάθε ασθένεια θεράπευσα. Τώρα όμως, λόγω των πολλών αμαρτιών τους, παραχώρησε ο Θεός και με πρόσταξε να εγκαταλείψω την πόλη για να παραδοθεί στους Αγαρηνούς. Γι' αυτό, υπακούοντας την προσταγή του, να, βγήκα από την πόλη,
πηγαίνω όπου ο Κύριος προστάξει». Αυτά είπαν και οι δυο, έσκυψαν και έκλαψαν ώρα αρκετή. Μετά ασπάστηκαν ο ένας τον άλλο, αποχαιρετήθηκαν και έγιναν άφαντοι. Τούτο καθώς είδαν οι χριστιανοί εκείνοι, δεν τόλμησαν να μπουν στη Θεσσαλονίκη, αλλά γύρισαν και διηγούνταν το θαύμα. Μετά από ένα μήνα, καταλήφθηκαν οι δύο πόλεις από τους Τούρκους. Όμως, αν και έγινε αυτό, σε άλλες περιστάσεις η Λάρισα δεν έμεινε απροστάτευτη από τον Άγιο Αχίλιο και σήμερα είναι απελευθερωμένη, διότι οι Άγιοι πάντα συμπαρίστανται σε όσους με μετάνοια και πίστη τους επικαλούνται.
Στις πολλές αρετές του σήμερα εορταζομένου Αγίου Αχιλλίου, δεσπόζουσα θέση νομίζουμε ότι κατέχει η αρετή της ταπεινώσεως. Τι είναι όμως αυτή η τόσο σημαντική αρετή; Είναι δύσκολο να οριστεί και ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος λέγει σχετικά ότι η ταπείνωση είναι μία χάρη της ψυχής άγνωστη μεν σε εκείνους που δεν τη στοχάστηκαν, ούτε την προτίμησαν από κάθε άλλο πολύτιμο πράγμα, ούτε την κέρδισαν. Γνωστή δε μόνο σε εκείνους που την αγάπησαν και με πόθο και σπουδή την κέρδισαν, την δοκίμασαν και γνώρισαν το φωτισμό της στις καρδιές τους. Ωστόσο μπορούμε να αναφέρουμε ορισμένες εκδηλώσεις της, οι οποίες κατά τον ίδιο Άγιο
ανάλογες με το πνευματικό στάδιο που βρίσκεται ο αγωνιζόμενος. Στην αρχή, όταν αρχίζει να καρποφορεί μέσα μας η ταπείνωση, μας βάζει αυτή να μισούμε με μεγάλη προθυμία και κόπους κάθε ανθρώπινη δόξα και έπαινο. Μετά, αφού μεγαλώσει μέσα μας η βασιλίδα αυτή των αρετών, μας κάνει να θεωρούμε σαν ένα τίποτε και σαν αμαρτωλά τα καλά έργα που κάνουμε και πάντα να βδελυσσόμαστε και να κατακρίνουμε όχι κάποιον άλλο, αλλά μόνο τον εαυτό μας. Να νομίζουμε ότι είμαστε οι αμαρτωλότεροι από όλο τον κόσμο. Και αυτή η ταπείνωση μας ωφελεί πολύ και ξεπληρώνει τα χρέη μας, καθώς φαίνεται στον τελώνη. Εξαφανίζει τους εχθρούς και τις αμαρτίες μας χωρίς να το αισθανόμαστε.
Κάνει να νομίζουμε ότι αμαρτάνουμε κάθε ώρα και στιγμή και ότι έχουμε να κολαστούμε αιωνίως για τις αμαρτίες που κάνουμε χωρίς να τις γνωρίζουμε και να τιμωρηθούμε για τα καλά που δεν κάνουμε είτε χωρίς να το θέλουμε είτε θέλοντας από την οκνηρία και την αμέλειά μας. Τα δε χαρίσματα που μας δίνει ο Θεός από την αγάπη Του, όσο είναι περισσότερα, τόσο βαρύτερα θα μας κατακρίνουν, διότι τα έχουμε χωρίς να μας αξίζουν και για την ανευλάβεια και για την αχαριστία και για την οκνηρία που δεν τα εργαζόμαστε κατά το χρέος μας.
Όσον δε αφορά το τέλειο χάρισμα της ταπεινώσεως, μας λέγει ο ίδιος καθηγητής της ερήμου, τι είναι αυτή και ποια είναι η γλυκύτητά της, δεν μπορεί να το διηγηθεί ανθρώπινη γλώσσα. Γι' αυτό μας προτρέπει: «Παρακαλέσατε το Θεό, όσοι είστε καλοί, πρόθυμοι και γνήσιοι δούλοι Του, να σας το φανερώσει». Ο δε Ψαλμωδός: «Γεύσαστε και δείτε ότι χρηστός ο Κύριος».
Αγγλική μετάφρασηEN · 17 παράγραφοι
Achillios was born in the second half of the third century after Christ, in the renowned land of Cappadocia. His parents were wealthy, but above all they were devout Christians and generous to those in need. Following their good example, Achillios did not give himself over to luxury or bodily pleasures. He walked the narrow and difficult road that leads to the Kingdom of Heaven, fasting, keeping vigil, and praying. He gave his entire inheritance to the poor, to widows, and to orphans. Living in this way, he became a dwelling place of the Holy Spirit and a living example of every virtue. Having reached such spiritual heights,
he went first to Jerusalem and venerated the holy places with reverence and katanyxis, a deep sense of compunction. Then he went to the great city of Rome, where he venerated the tombs and holy relics of Saints Peter and Paul, the foremost Apostles. From then on he began to preach the Word (Logos) of God, leading many pagans to faith in Christ. Living as an apostle, he also received the grace to work miracles. In the name of the Lord Jesus, he healed the sick, cleansed lepers, drove out demons, and performed many other miracles. He led many to salvation, but for love of Christ he also endured hardships, insults, persecutions, and many other sufferings. Thus Saint Achillios lived as an apostle,
passing through cities and villages until he reached Greece and settled in Thessaly. Crowds came to see and hear him, and so many pagans were led to faith in Christ that he became a second preacher of the Gospel in Greece, equal to the Apostles who had preached there before him. After the bishop of Larissa died, the grace of the Holy Spirit, together with the desire of the people, raised Saint Achillios to be the city’s new bishop. With great care and devotion to God, he began to shepherd the flock God had entrusted to him.
He cared for the poor, helped widows, fed orphans, and freed those who suffered injustice. He guided his flock and strengthened them through the grace of God. With a touch of his hand he healed many sick people. Through his prayer he ended a drought and drove away many enemies. By God’s grace he foresaw things to come and revealed people’s logismoi, their intrusive thoughts. His fame reached the emperor of the time, Saint Constantine the Great, who longed to see and hear him. This happened in 325 at the First Ecumenical Council in Nicaea. There Saint Achillios challenged Arius: if what Arius said was true, let him make oil flow from a stone that stood nearby. The Arians challenged the Saint to do it there and then. And he…
prayed before them all and said, “If the Son and Word (Logos) of God is of one essence and equal in glory with the Father, as we believe, let oil flow from this stone, so that those who hold to heresy may believe and be assured of the truth.” And, wonder of wonders, so much oil flowed from beneath the stone that the whole ground was soaked. In this way the truth of Orthodoxy was made plain. Achillios was glorified, the Arians who held false beliefs were put to shame, and those who remained unrepentant were condemned. Afterward the Saint was greatly honored by Patriarch Metrophanes and by the devout Constantine the Great, who gave him money to build churches
and carry out other good works. So the Saint built churches, monasteries, hospitals, and homes for the poor. He also ordained devout and virtuous men as bishops and priests. The humility of this bishop, who followed Christ’s example, is clear from the following event. Once, a small town in his diocese invited him to come because it needed his help, and he set out at once. When the townspeople heard he was coming, they made elaborate preparations. They decorated the churches, cleaned the streets, prepared rooms and food, and went out together to welcome him. They expected to see a bishop elegantly dressed and impressive in appearance, with
a large entourage. Instead, they saw two clergy walking toward them in modest clothes. They assumed the bishop had sent them ahead with news of his arrival, so they could make the proper preparations. As the two drew near, the people asked whether the bishop was close or still far away. One of them replied, “I am the one unworthy of the office of bishop.” They took his answer for a joke. When they finally believed that he really was the bishop they had been waiting for, they marveled, fell at his feet, and asked for his blessing. The more he avoided honor, the more they honored him. And they were even more edified by this profound humility, which lifts the soul,
than by his other acts of kindness and his words. Living a life so pleasing to God, radiant with divine gifts and having performed countless miracles, Saint Achillios shepherded his flock for thirty-five years. As the time drew near for him to depart this life, his spirit rejoiced. He knew beforehand the day of his death and instructed them to prepare his grave. Then he called clergy and some laypeople to his side and gave them his final instructions. When word spread that the Saint was going to the Lord, his spiritual children gathered in sorrow. He comforted and counseled them. Then he raised his hands and eyes toward Heaven, prayed, and blessed them all,
and entrusted his holy, radiant soul into God’s hands around the middle of the fourth century. Bishops, priests, and the people carried his holy relics and laid them in the grave he had prepared. Then blind people received their sight, those who could not walk stood upright, demons were driven out, and almost every illness was healed among those who reverently touched the sacred body of the holy bishop. His holy relics remained in Larissa until 978. Then, as God permitted because of the people’s sins, Samuel, ruler of the Bulgarians, captured Larissa, took the relics along with other sacred treasures, and brought them to the city of Prespa.
Although the Greeks were deprived of his holy relics, they still received his grace until Larissa came under Ottoman rule. At that time the Saint’s help withdrew from the city, as God revealed through the following event. When two great cities of Greece, Thessaloniki and Larissa, were about to be captured, some travelers on their way to Thessaloniki sat down beside the road to rest. With their own eyes they saw a man on horseback, dressed like a soldier, coming from Thessaloniki. From the other direction came a venerable bishop, also on horseback. The soldier stopped, bowed before the bishop, and said:
“Greetings, Bishop Achillios.” The bishop replied, “Greetings to you too, Demetrius, soldier of Christ.” The Christians, amazed, stepped aside to see what would happen next. Then the soldier asked, “Where have you come from, bishop of God, and where are you going?” Saint Achillios answered with tears: “Because of the people’s sins and lawlessness, God has commanded me to leave Larissa, which I have guarded until now, for it is about to fall into the hands of the Hagarenes. So I have left, and I am going wherever the Lord commands me. But where have you come from?” Then Saint Demetrius also wept and said, “The same has happened to me, Bishop Achillios.
Many times I helped the people of Thessaloniki. I delivered them from captivity and deadly disease, and I healed every kind of illness. But now, because of their many sins, God has permitted this to happen and commanded me to leave the city, so that it may fall into the hands of the Hagarenes. So, obeying His command, I have left the city
and am going wherever the Lord commands me.” After saying this, the two bowed their heads and wept for a long time. Then they embraced, said farewell, and vanished. Having seen this, the Christians did not dare enter Thessaloniki. They turned back and told others of the miracle. A month later, the Turks captured both cities. Yet in other times Larissa still had the protection of Saint Achillios, and today it is free. For the Saints always stand beside those who call upon them with metanoia, repentance, and faith.
Among the many virtues of Saint Achillios, whose feast we celebrate today, we believe humility holds a foremost place. But what is this vital virtue? It is hard to define. John Climacus says that humility is a grace of the soul unknown to those who have neither reflected on it nor prized it above every other treasure nor acquired it. Only those who have loved it and sought it with longing and care, who have experienced it and known its illumination in their hearts, truly know it. Still, we can speak of some ways it shows itself. According to the same Saint, these
vary with the spiritual stage of the person who is struggling. At first, when humility begins to bear fruit within us, it makes us eager to reject human glory and praise, however much effort that takes. Later, as this queen of virtues grows within us, it makes us regard our good deeds as nothing, even as tainted by sin. It teaches us to condemn no one else, but to reproach only ourselves and to think ourselves the greatest sinners in the world. This humility benefits us greatly and settles our debts, as we see in the tax collector. Without our even noticing, it makes our enemies and our sins disappear.
It makes us think that we sin at every hour and every moment, and that we face eternal punishment for sins we commit without knowing it, as well as for the good we fail to do, whether without meaning to or deliberately through idleness and neglect. And the more gifts God gives us out of His love, the more heavily they will weigh against us: we have them without deserving them, yet we fail through irreverence, ingratitude, and idleness to put them to work as we ought.
As for the perfect gift of humility, that same teacher of the desert tells us that no human tongue can describe what it is or how sweet it is. So he urges us: “All you who are good, willing, and faithful servants of God, ask Him to reveal it to you.” And the Psalmist says, “Taste and see that the Lord is good.”
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
05 ΜΑΪΟΥ\15 05 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.