Ο Προφήτης Μιχαίας, ο Άγιος Μάρκελλος και ο αγιασμός του νερού
Στις 14 Αυγούστου η Εκκλησία τιμά τον Προφήτη Μιχαία, τον Άγιο Μάρκελλο Επίσκοπο Απαμίας, άλλους αγίους και τον Τίμιο Σταυρό. Ο Μιχαίας έζησε στην εποχή της παρακμής του Ισραήλ και της Ιουδαίας και καταδίκασε τους διεφθαρμένους άρχοντες, την ψευδή λατρεία και την παραμέληση του νόμου του Θεού.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Στις 14 Αυγούστου η Εκκλησία τιμά τον Προφήτη Μιχαία, τον Άγιο Μάρκελλο Επίσκοπο Απαμίας, άλλους αγίους και τον Τίμιο Σταυρό.
- Ο Μιχαίας έζησε στην εποχή της παρακμής του Ισραήλ και της Ιουδαίας και καταδίκασε τους διεφθαρμένους άρχοντες, την ψευδή λατρεία και την παραμέληση του νόμου του Θεού.
- Προειδοποίησε για εισβολή και καταστροφή, ενώ ταυτόχρονα κήρυττε ότι ο Θεός θα συγχωρήσει τον λαό Του και θα τον αποκαταστήσει.
- Ο Μιχαίας προφήτευσε ότι ο Μεσσίας θα έρθει από τη Βηθλεέμ για να ποιμάνει τον λαό Του.
- Ο Άγιος Μάρκελλος εγκατέλειψε το δημόσιο αξίωμα για να γίνει επίσκοπος Απαμίας, όπου έχτισε εκκλησίες και αντιστάθηκε στην ειδωλολατρική λατρεία.
- Σύμφωνα με τη διήγηση, ο Μάρκελλος ευλόγησε νερό με προσευχή και με τον Σταυρό για να υπερνικήσει ένα δαιμονικό εμπόδιο, και αργότερα μαρτύρησε.
- Η ομιλία συνδέει την πράξη του με τον μικρό αγιασμό των υδάτων και διδάσκει ότι η πνευματική θεραπεία απαιτεί μετάνοια και υπακοή στον Θεό.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 14 παράγραφοι
Σήμερα, 14 του μηνός Αυγούστου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Αγίου Προφήτου Μιχαίου, του Αγίου Ιερομάρτυρος Μαρκέλου Επισκόπου Απαμίας, του Αγίου Μάρτυρος Ουρσικίου, του Αγίου Μάρτυρος Λουκίου του Στρατιώτου, του Αγίου Νεομάρτυρος Συμεών του Τραπεζουντίου. Επιτελείται η ανακομιδή του Τιμίου Σταυρού εις το Παλάτιον και η ανακομιδή των τιμίων λειψάνων του Οσίου Θεοδοσίου, ηγουμένου του Σπηλαίου του Ρώσου.
Ο Προφήτης Μιχαίας, του οποίου το όνομα σημαίνει «Τις είναι ως ο Γιαχβέ;», καταγόταν από την Μωρεσέθ Γαθ, κωμόπολη της Ιουδαίας, κοντά στη Μεσόγειο. Έζησε, όπως αναφέρει ο ίδιος στον πρώτο στίχο του θεόπνευστου έργου του και όπως συνάγεται από εσωτερικές και εξωτερικές μαρτυρίες, κατά τους χρόνους των βασιλέων Ιωάθαμ, Άχας και Εζεκίου, οι οποίοι βασίλευσαν κατά τον 8ο αιώνα και τις αρχές του 7ου αιώνος π.Χ. Είδε την καταστροφή της Σαμάριας, η οποία έγινε από τους Ασσυρίους κατά το 722. Έζησε σε μια εποχή κατάπτωσης των δύο βασιλείων, απομακρύνσεως από το Θεό των πατέρων τους και καταπατήσεως των θείων εντολών.
Το βλέμμα του ο προφήτης στο λαό και βλέπει την αμαρτωλότητα να κυριαρχεί. Η αληθινή λατρεία προς τον Θεό έχει αλλοιωθεί και παραμεριστεί τόσο στη Σαμάρια όσο και στην Ιουδαία. Ο λαός έχει εμπιστοσύνη στην δύναμή του και όχι στο Θεό. Η αγνωμοσύνη του προς τον Ευεργέτη Κύριο είναι καταφανής. Η κατάσταση των αρχόντων είναι οικτρή και εξοργιστική. Οι άρχοντες καταδυναστεύουν τους αδύνατους, ζητούν δώρα για να τους προστατεύσουν. Καθώς είναι δωρολήπτες, βγάζουν τις δικαστικές τους αποφάσεις ανάλογα με τα δώρα που παίρνουν. Είναι άρπαγες ξένων περιουσιών και κληρονομιών, γδέρνουν τους πολίτες, κατατρώγουν τις σάρκες τους. Είναι δυνάστες και εκμεταλλευτές του λαού, όχι δε καθώς θα έπρεπε ο Δημήτρης.
Και προστάτες του. Άρχοντες, ιερείς και διδάσκαλοι του λαού έχουν διαφθαρεί. Αλλά και ο λαός έχει διαφθαρεί. Καταφρονεί τον θείο νόμο. Έχει λησμονήσει τις ευεργεσίες του Κυρίου, ώστε ο Θεός, παραπονούμενος κατά κάποιο τρόπο, να ερωτά: «Λαός μου, τι εποίησά σοι; Ή τι ελύπησά σε; Ή τι παρηνώχλησά σοι;» Εξαιτίας της αμαρτωλότητας, της αχαριστίας και απιστίας, προλέγει ο Προφήτης θλίψεις για το λαό, επιδρομές αλλοφύλων, λεηλασίες, καταστροφές, φτώχεια και πείνα, συγκεκριμένως δε την επικείμενη καταστροφή της Σαμάριας. Παρόλα όμως αυτά, ο Θεός αγαπά τον λαό του Ισραήλ, τον θεωρεί δικό του λαό, εκλεκτή οικογένειά του.
Ο Προφήτης προαναγγέλλει λύτρωση, αποκατάσταση και ειρηνική ζωή του λαού. Ο Θεός επιστρέψει και οικτιρήσει ημάς, καταπατήσει τας αδικίας ημών και απορριφήσονται στα βάθη της θαλάσσης. Από την Σιών θα εξέλθει ο νέος νόμος και λόγος του Κυρίου. Διότι από την Βηθλεέμ, τον οίκο του Εφραθά, θα εξέλθει ο άρχων, ο Μεσσίας, αυτός που υπάρχει προ παντός χρόνου για να ποιμάνει το ποίμνιόν του εν ισχύ και εν δόξη ονόματος Κυρίου του Θεού. Το ύφος του προφήτου είναι κοφτερό, οι εικόνες απλές αλλά χτυπητές, οι έλεγχοι δριμείς, αλλά και οι προαγγελίες της λυτρώσεως λαμπρές, παραστατικές και ελκυστικές.
Το βιβλίο είναι δυνατόν να διαιρεθεί σε τέσσερα μέρη. Το πρώτο, όπου ελέγχονται οι παρανομίες και προαγγέλλονται τιμωρίες. Το δεύτερο, όπου εκτίθενται οι υποσχέσεις του Θεού. Το τρίτο, στο οποίο εν είδει διαλόγου μεταξύ Θεού και λαού απειλούνται τιμωρίες. Και το τέταρτο, όπου παρέχεται βέβαιη η ελπίδα της απολυτρώσεως.
Ο Άγιος Ιερομάρτυς Μάρκελος άκμασε κατά τον τέταρτο αιώνα, κατά τους χρόνους του βασιλέα Θεοδοσίου του Μεγάλου. Καταγόταν από την Κύπρο, στην οποία ανέλαβε κοσμική εξουσία και εξέπληξε όλους με την ευσέβεια και δικαιοσύνη την οποία είχε και εφάρμοζε στη διοίκηση των πολιτικών πραγμάτων, όπου θα μπορούσε να έχει λαμπρό μέλλον. Αλλά αυτός προτίμησε να αφιερώσει τον εαυτό του στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Έγινε επίσκοπος της Απαμίας στη Συρία και πολιτεύτηκε οσίως και δικαίως. Έγινε ζηλωτής θερμός της πίστεως του Χριστού, ανήγειρε εκκλησίες εις δόξαν Θεού και κατακρήμνιζε ναούς των ειδώλων.
Δε από τους ειδωλολατρικούς εκείνους ναούς, Ο Άγιος δεν μπορούσε να γκρεμίσει, διότι ήταν στερεή η οικοδομή και οι τέσσερις κολώνες του δεν μπορούσαν να συντριβούν. Γι' αυτό παρακαλούσε το Θεό να του φανερώσει τρόπο με τον οποίο να τον γκρεμίσει. Έτσι του παρουσιάστηκε κάποιος, ο οποίος έσκαψε τριγύρω από τις τρεις κολώνες και έβαλε σε αυτές ξύλα ελιάς.
Προσπάθησε να βάλει φωτιά, αλλά κάποιος δαίμονας, που φαινόταν μαύρος, εμποδίζοντας την ενέργεια της φλόγας, δεν άφηνε τα ξύλα να καούν. Επειδή επανειλημμένως προσπάθησαν και δεν μπορούσαν να κατανικήσουν τη δαιμονική ενέργεια, το είπαν στον Άγιο Μάρκελο. Τότε εκείνος αμέσως πήγε στο ναό του Θεού και πρόσταξε να φέρουν νερό σε αγγείο, του
οποίου έβαλε κάτω από το θυσιαστήριο, αυτός δε έβαλε το μέτωπο στο έδαφος και παρακάλεσε το Θεό να φανερώσει τη δύναμή του και την ασθένεια του δαίμονα για να μην δοθεί στους απίστους πρόφαση μεγαλύτερης βλάβης. Αυτά και άλλα παρόμοια αφού είπε και έβαλε ένα σταυρό στο νερό, πρόσταξε ένα πιστό και ζηλωτή διάκονο ονόματι Εκίτιο να πάει γρήγορα και με πίστη να ραντίσει τα ξύλα και μετά να βάλουν φωτιά.
Έγινε αυτό, έφυγε ο δαίμονας και η φωτιά, σαν να ήταν λάδι το νερό, απλώθηκε στα ξύλα και αμέσως τα κατέκαψε. Από την πράξη αυτή του Αγίου Μαρκέλου, επικράτησε η συνήθεια να ψάλλεται τις πρωτομηνιές ο μικρός αγιασμός να ραντίζονται με αυτόν τα σπίτια και οι τόποι όπου βρίσκεται ασθένεια και εισχωρεί η δαιμονική ενέργεια, διότι διώχνεται από τη χάρη του Αγιασμένου Νερού. Το γεγονός αυτό υπήρξε η αφορμή για να συλληφθεί ο Άγιος από τους ειδωλολάτρες και να παραδοθεί στη φωτιά και έτσι ο Μακάριος έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανο. Ευχαριστώ.
Μπορούσε να λεχθεί ότι η ευλόγηση του νερού που έκανε ο Άγιος Μάρκελος με την προσευχή του, με το να βάλει μέσα σε αυτόν τον Τίμιο Σταυρό, αλλά και με το να το τοποθετήσει κάτω από το θυσιαστήριο, αποτελεί μια αρχική μορφή Αγιασμού και ειπώθηκε ακόμη ότι έτσι επικράτησε η συνήθεια να ψάλλεται τις πρωτομηνιές ο μικρός Αγιασμός και να ραντίζονται με αυτόν τα σπίτια και οι τόποι. Το ουσιώδες και η δύναμη του Αγιασμού είναι η χάρη του Θεού που με την επίκληση, την προσευχή του Ιερέα και τη Σταυροειδή Ευλογία έρχεται και μένει στο νερό και το κάνει αγιασμό. Το νερό γίνεται φορέας της Θείας Χάριτος. Από εκεί και πέρα...
Η χάρη του Θεού ενεργεί ανάλογα με το αντικείμενο με το οποίο θα έρθει σε επαφή. Έτσι διώχνει τον διάβολο, διότι λόγω της κακίας του αισθάνεται την αγάπη του Θεού σαν φωτιά που δεν την αντέχει. Έτσι καθαρίζονται από τις δαιμονικές δυνάμεις τα σπίτια, τα χωράφια και τα λοιπά, ακόμη και τα ζώα. Ειδικότερα για μας, τους ανθρώπους, παρακαλούμε το Θεό, ο Αγιασμός τον οποίο πίνουμε ή με τον οποίο ραντιζόμαστε, να γίνει ιαματικό ψυχών και σωμάτων και πάσης αντικειμένης δυνάμεως αποτρεπτικό. Να φύγουν δηλαδή οι δαιμονικές δυνάμεις, αλλά και κάτι παραπάνω. Να θεραπευτούμε κατά την ψυχή και το σώμα. Αλλά για να γίνει η θεραπεία της ψυχής
χρειάζεται και η δική μας συνεργασία, δηλαδή να θέλουμε να θεραπευτούμε, δηλαδή να μετανοήσουμε και να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε, δηλαδή να ζήσουμε κατά τις εντολές του Θεού. Τότε η χάρη του Θεού θα μας αλλάξει, θα μας δώσει πραγματική μετάνοια, θα μας δώσει τη δική του ζωή, την αιώνια ζωή και έτσι θα θεραπευτεί η ψυχή μας. Εάν δεν είναι προς το συμφέρον μας, θα ακολουθήσει και η θεραπεία του σώματος.
Αγγλική μετάφρασηEN · 14 παράγραφοι
Today, August 14, our Church commemorates the Holy Prophet Micah; Saint Marcellus, the hieromartyr and bishop of Apamea; the martyrs Ursicius and Lucius the Soldier; and the new martyr Symeon of Trebizond. We also commemorate the bringing of the Precious Cross to the Palace and the translation of the precious relics of Saint Theodosius, abbot of the Russian Caves.
The Prophet Micah, whose name means “Who is like Yahweh?”, came from Moresheth-Gath, a town in Judea near the Mediterranean. As he says in the first verse of his divinely inspired book, and as other evidence confirms, he lived during the reigns of Jotham, Ahaz, and Hezekiah, in the eighth and early seventh centuries before Christ. He saw the Assyrians destroy Samaria in 722. He lived at a time when both kingdoms were in decline, turning away from the God of their fathers and trampling on His commandments.
The prophet looks at the people and sees sin everywhere. True worship of God has been corrupted and pushed aside in both Samaria and Judah. The people trust in their own strength instead of God. Their ingratitude toward the Lord, their Benefactor, is plain to see. The conduct of their rulers is appalling. They oppress the weak and demand gifts in return for protection. They take bribes and give judgments according to what they receive. They seize other people’s property and inheritance. They strip the people bare and devour them. They rule over and exploit the people, instead of caring for them
and protecting them. The rulers, priests, and teachers of the people have become corrupt, and so have the people themselves. They despise God’s law and have forgotten all the good the Lord has done for them. God asks them, almost as though in sorrow: “My people, what have I done to you? How have I grieved you or troubled you?” Because of their sin, ingratitude, and unbelief, the prophet foretells tribulations: foreign invasions, plunder, destruction, poverty, and famine. In particular, he foretells the coming destruction of Samaria. Yet through all this, God loves the people of Israel. He still calls them His own people, His chosen family.
The prophet announces that the people will be delivered and restored to a life of peace. God will turn again and have mercy on us. He will trample our iniquities underfoot and cast them into the depths of the sea. From Zion will come a new law and the word of the Lord. For from Bethlehem, from the house of Ephrathah, will come the ruler, the Messiah, who has existed before all time. He will shepherd His flock in the strength and glory of the name of the Lord God. The prophet’s words are sharp, his images simple but striking, and his rebukes severe. Yet his promises of deliverance are radiant, vivid, and full of hope.
The book can be divided into four parts. The first rebukes wrongdoing and foretells punishment. The second sets out God’s promises. The third presents a dialogue between God and His people, with warnings of punishment. And the fourth gives firm hope of redemption.
Saint Marcellus the hieromartyr lived in the fourth century, during the reign of Theodosius the Great. He came from Cyprus, where he held public office. His devotion to God and his fairness in governing astonished everyone, and he could have had a distinguished future. But he chose to devote himself to serving the Church. He became bishop of Apamea in Syria and lived a holy and righteous life. With great zeal for the faith of Christ, he built churches to the glory of God and tore down pagan temples.
There was one pagan temple, however, that the Saint could not bring down. Its structure was strong, and its four columns could not be broken. So he prayed that God would show him a way to demolish it. Then a man appeared, dug around three of the columns, and placed olive wood beneath them.
They tried to set the wood alight, but a demon that appeared black prevented the flames from taking hold. They tried again and again, but could not overcome the demon’s interference, so they told Saint Marcellus. He went at once to the house of God and ordered them to bring a vessel of water, which he
placed beneath the altar. Then he bowed his forehead to the ground and prayed that God would reveal His power and the demon’s weakness, so that unbelievers would have no reason to fall into still greater harm. After this prayer, he placed a cross in the water. He told a faithful and zealous deacon named Ekitios to go quickly, sprinkle the wood with the water in faith, and then set it alight.
They did so. The demon fled, and the fire spread through the wood as though the water were oil, consuming it at once. This act of Saint Marcellus gave rise to the custom of celebrating the lesser blessing of water at the beginning of each month and sprinkling that water in homes and places affected by illness or demonic influence. The grace of the blessed water drives such influence away. Because of this event, pagans seized the Saint and gave him over to the flames. Thus the blessed Marcellus received the crown of martyrdom. Thank you.
We could say that Saint Marcellus’s blessing of the water was an early form of the blessing of water. He prayed over it, placed the Precious Cross in it, and set it beneath the altar. As we have said, this gave rise to the custom of celebrating the lesser blessing of water at the beginning of each month and sprinkling homes and other places with it. What gives the blessing of water its power is God’s grace. Through the priest’s invocation and prayer, and his blessing in the form of the Cross, grace comes upon the water and remains in it, making it holy water. The water becomes a bearer of divine grace. And then...
God’s grace works according to what the blessed water touches. It drives away the devil, because in his wickedness he feels God’s love as a fire he cannot bear. In this way, homes, fields, other places, and even animals are cleansed of demonic powers. For us as human beings, we pray that the holy water we drink or are sprinkled with will heal soul and body and turn away every opposing power. We ask for demonic powers to depart, but also for something more: healing of both soul and body. Yet for the soul to be healed
we must cooperate. We must want to be healed. That means turning back to God in repentance, trying to change, and living according to His commandments. Then God’s grace will change us, grant us true repentance, and give us His own life, eternal life. In this way our soul will be healed. And if it is for our good, healing of the body will follow as well.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
08 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ\14 08.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.