Προφήτης Αγγαίος, μάρτυς Μαρίνος και Αγία Θεοφανώ
Γεννημένος κατά τη Βαβυλωνιακή αιχμαλωσία, ο Προφήτης Αγγαίος προέτρεψε τους Ιουδαίους που είχαν επιστρέψει να συνεχίσουν την ανοικοδόμηση του Ναού της Ιερουσαλήμ. Παρά την αντίθεση των Σαμαρειτών, ο βασιλιάς Δαρείος επέτρεψε να συνεχιστεί το έργο, ενώ ο Αγγαίος ανανέωσε την ελπίδα του Ισραήλ για τον Μεσσία.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Γεννημένος κατά τη Βαβυλωνιακή αιχμαλωσία, ο Προφήτης Αγγαίος προέτρεψε τους Ιουδαίους που είχαν επιστρέψει να συνεχίσουν την ανοικοδόμηση του Ναού της Ιερουσαλήμ.
- Παρά την αντίθεση των Σαμαρειτών, ο βασιλιάς Δαρείος επέτρεψε να συνεχιστεί το έργο, ενώ ο Αγγαίος ανανέωσε την ελπίδα του Ισραήλ για τον Μεσσία.
- Ο μάρτυς Μαρίνος αρνήθηκε να θυσιάσει στα είδωλα και επέζησε από βασανιστήρια και άγρια θηρία χάρη στη θεία χάρη.
- Μετά την προσευχή του που έριξε τα είδωλα, ο Μαρίνος αποκεφαλίστηκε ενώ οι γονείς του τον συνόδευαν στον τόπο της εκτέλεσης.
- Η Αγία Θεοφανώ, γεννημένη στην Κωνσταντινούπολη αφού οι γονείς της προσεύχονταν στη Θεοτόκο, παντρεύτηκε τον Λέοντα ΣΤ' και υπέμεινε φυλάκιση μαζί του πριν εκείνος γίνει αυτοκράτορας.
- Ως αυτοκράτειρα, η Θεοφανώ ασκούσε προσευχή, νηστεία, ταπεινοφροσύνη και γενναιόδωρη φροντίδα για τους φτωχούς, τις χήρες, τα ορφανά και τις μοναστικές κοινότητες.
- Η Θεοφανώ πέθανε ειρηνικά αφού προέβλεψε τον θάνατό της, και η ομιλία θυμίζει τα άφθαρτα λείψανά της.
- Η ζωή της διδάσκει ότι η αγιότητα εξαρτάται κυρίως από την επιθυμία του ανθρώπου για τον Θεό και από τον τρόπο ζωής του, ακόμη και σε δύσκολο περιβάλλον.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 14 παράγραφοι
Προφήτης Αγγαίος είναι ο δέκατος από τους λεγομένους μικρούς προφήτες. Καταγόταν από την ιερατική φυλή του Λευί, γεννήθηκε δε στη Βαβυλώνα κατά την αιχμαλωσία των Ισραηλιτών. Μετά την επιστροφή των Ιουδαίων στην Ιερουσαλήμ, επιχειρήθηκε η ανοικοδόμηση του ναού. Αλλά ξεσηκώθηκαν οι Σαμαρείτες και αφενός μεν οι απειλές τους, αφετέρου δε οι κατηγορίες τους στην Περσική Αυλή του Κύρου, αποθάρρυναν τους Ιουδαίους και έτσι εγκατέλειψαν το έργο. Όμως το 524 π.Χ. ξανάρχισε το έργο το οποίο είχε διακοπεί και οι μεν Ιουδαίοι δυσκολεύονταν να αναλάβουν τον ψυχραθέντα ζήλο τους, αλλά οι προτροπές του Αγγαίου τους αναθέρμαναν.
Προσπάθησαν μεν οι Σαμαρίτες και οι υπόλοιποι γειτονικοί εχθροί να παρεμποδίσουν τις εργασίες και έγραψαν σχετικά στον βασιλέα των Περσών Δαρείο. Αλλά αυτός διέταξε να προχωρήσει ελεύθερα η ανοικοδόμηση του Ναού. Ο Αγγαίος διήγειρε και αναθέρμανε και τις για το Μεσσία ελπίδες και προσδοκίες του Ισραήλ. Έργο του είναι η ομώνυμη μικρή προφητεία, η οποία είναι διηρημένη σε δύο κεφάλαια. Το ύφος της προφητείας του Αγγαίου είναι απλό και αυστηρό. Το πρωτότυπο γράφτηκε σε καθαρή εβραϊκή γλώσσα. Όταν απέθανε, τάφηκε στα μνήματα των ιερέων.
Μάρτυς Μαρίνος ήταν κατά τους χρόνους του βασιλέα Καρίνου, ο οποίος βασίλευσε κατά τα τέλη του τρίτου μετά Χριστόν αιώνος. Ρωμαίος κατά το γένος, ήταν από τη νεαρή του ηλικία μέλος της βασιλικής συγκλήτου. Κατηγορήθηκε ως χριστιανός και παρουσιάστηκε για να εξεταστεί. Επειδή δε δεν θέλησε να θυσιάσει στα είδωλα, κρεμάστηκε και δάρθηκε. Έπειτα τον άπλωσαν σε πυρωμένη σχάρα, τον έβαλαν σε αναμμένο τηγάνι και μέσα σε καζάνι με νερό που έβραζε. Όμως από όλα αυτά φυλάχτηκε αβλαβής. Ύστερα τον έριξαν στα θηρία για να τον καταφάγουν. Όμως έμεινε απείραχτος με τη χάρη του Θεού. Κατόπιν πήγε στο Ναό των Ειδώλων, τάχα για να προσφέρει θυσία.
Με την προσευχή του όμως γκρέμισε τα είδωλα. Για τον λόγο αυτό αποκεφαλίστηκε και έλαβε από τον Κύριο τον στέφανο του μαρτυρίου. Μέχρι τον τόπο της εκτελέσεως τον ακολουθούσαν ο πατέρας του και η μητέρα του, μακαρίζοντάς τον διότι αξιώθηκε να λάβει τέλος μαρτυρικό.
Η ευσεβέστατη και Αγία Βασίλισσα Θεοφανώ ήταν γέννημα και θρέμμα της Κωνσταντινουπόλεως, είχε βασιλική την καταγωγή, θυγατέρα του Γερουσιαστού Κωνσταντίνου και της Άννης, οι οποίοι κατάγονταν από την Ανατολή. Αυτοί, μη έχοντας παιδί, λυπούνταν και παρακαλούσαν γι' αυτό την κυρία Θεοτόκο, με θερμότατες δεήσεις και ικεσίες, λέγοντας: «Ας λυθεί, Δέσποινα Κυρία του κόσμου, ας λυθεί η ατεκνία, η οποία λυπεί και καταξηραίνει εμάς τους δούλους σου». Έτσι, επειδή με πίστη ζητούσαν, απόκτησαν θυγατέρα αυτή τη Θεοφανώ, τη μετέπειτα βασίλισσα. Αυτή λοιπόν, αφού απογαλακτίστηκε και έγινε έξι ετών, έμαθε τα Ιερά Γράμματα και στολίστηκε
κάθε είδους αρετή. Έτσι, βλέποντας οι γονείς της ότι ήταν τόσο ενάρετη, χαίρονταν και σκιρτούσαν, ελπίζοντας ότι θα απολαύσουν εντός ολίγου τον καρπό της εξαίρετης αυτής καλλιτεκνίας τους. Η με τις πολλές χάρες κόρη πρόκοβε μαζί με την ηλικία και σε μεγαλύτερες αρετές. Κατά τον καιρό εκείνο, ο βασιλέας Βασίλειος ο Μακεδών ζητούσε κόρη ωραία και ενάρετη για να τη δώσει σύζυγο στο γιο του Λέοντα. Έτσι, στη Θεοφανώ αυτή, βρίσκοντας ο βασιλέας μαζεμένα όλα τα καλά, την ένωσε με νόμιμο γάμο με το Λέοντα το Σοφό, τον κατοπινό βασιλέα. Όλη δε η Κωνσταντινούπολη γέμισε χαρά και ευφροσύνη γι' αυτό το βασιλικό και τίμιο συνοικέσιο.
Μεσολάβησε όμως μεγάλο διάστημα χρόνου και ο διάβολος έσπειρε ζιζάνιο και πονηρό λόγο, ότι τάχα ο Λέων επιβουλευόταν τη ζωή του πατέρα του. Γι' αυτό, όταν το άκουσε αυτό ο πατέρας του Βασίλειος, τον έκλεισε στη φυλακή επί τρία έτη μαζί με τη σύζυγό του Θεοφανώ. Αργότερα όμως, ο γιος και ο πατέρας συμφιλιώθηκαν, και όταν ο βασιλέας ασθένησε, ανακήρυξε αυτοκράτορα τον γιο του αυτόν Λέοντα. Ζώντας η τίμια αυτή βασίλισσα στα βασιλικά παλάτια, δεν έπαψε να επιμελείται τη σωτηρία της ψυχής της. Τη δε δόξα της βασιλείας τη λογάριαζε σαν ένα τίποτε και όλες τις ηδονές της ζωής αυτής τις θεωρούσε σαν ιστό αράχνης. Έτσι δεν έπαυσε να υπηρετεί το Θεό
με ψαλμούς και ύμνους, με ελεημοσύνες και κάθε εγκράτεια. Και εξωτερικά μεν, κατά το φαινόμενο, φορούσε βασιλικά ενδύματα. Εσωτερικά δε και εν κρυπτώ ήταν ντυμένη με ράκη και τρίχινα ενδύματα. Και μ' αυτά ταλαιπωρούσε το σώμα της. Και τα μεν πολυτελή τραπέζια τα καταφρονούσε. Τροφή δε είχε η μακαρία τον άρτο και τα λάχανα και σε αυτά ευχαριστούνταν και αναπαυόταν. Μοίραζε δε στους φτωχούς όσα χρήματα έπεφταν στα χέρια της, αλλά και δεν αρκούνταν σε αυτά μόνο, αλλά και τα κοσμήματα και τα πολύτιμα ενδύματά της τα πουλούσε η μακαρία και τα σκόρπιζε στους φτωχούς. Έδινε στις χήρες και τα ορφανά τα αναγκαία για τη συντήρησή τους, πλούτιζε τα μοναστήρια και τα ασκητήρια των ασκητών
με χρήματα και χωράφια. Φρόντιζε τους δούλους της σαν να ήταν αδελφοί της. Συμπεριφερόταν δε η μακαρία προς όλους με τόση ευγένεια και ταπείνωση, ώστε δεν ονόμαζε ποτέ κάποιον με το απλό όνομά του, παραδείγματος χάριν Γεώργιε ή Δημήτριε, αλλά πρόσθετε πάντοτε και το Κύριε: Κύριε Γεώργιε, Κύριε Δημήτριε, και ούτω καθεξής. Αλλά και με όλες τις άλλες αρετές ήταν προικισμένη η μακαρία, διότι ποτέ στη ζωή της δεν ορκίστηκε, ούτε είπε ψέματα ή κατηγορία εναντίον κάποιου. Δεν έπαυσε ποτέ από μέσα της να πενθεί και να βρέχει το στρώμα της με δάκρυα. Δεν κοιμόταν στην βασιλική κλίνη, αν και ήταν αυτή στρωμένη με χρυσοΰφαντα βασιλικά στρώματα, αλλά όταν ερχόταν το βράδυ άφηνε αυτή
και αναπαυόταν στο έδαφος, στο οποίο έστρωνε μια μόνο ψάθα και κάποια τρίχινα υφάσματα, για να μπορεί να σηκώνεται συνεχώς και να αναπέμπει στο Θεό τις προσευχές της. Έτσι, από την πολλή σκληραγωγία και την κακοπάθεια, έπεσε σε σωματική ασθένεια, αλλά όμως αυτή η μακαρία μεταχειριζόταν την ασθένεια ως αφορμή εγκρατείας, όταν δε φαγητά ετοίμαζαν κατάλληλα για την ασθένειά της, αυτή τα μοίραζε κρυφά στους πάσχοντες και εκείνους που πεινούσαν. Επειδή δε το στόμα της Αγίας αυτής βασίλισσας ήταν συνηθισμένο στη μελέτη των θείων λόγων, δεν έπαυε ποτέ από το να προφέρει τους ψαλμούς του Δαβίδ. Ποτέ δεν παρέβλεπε την επτά φορές την ημέρα αίνεση του Κυρίου, ούτε κοιμήθηκε ποτέ
δάκρυα. Αφενός μεν διότι συλλυπούνταν στις συμφορές των άλλων, αφετέρου δε διότι με τα δάκρυα ζητούσε θερμά από τον Κύριο να ελεήσει τόσο αυτή όσο και τους άλλους. Έτσι, επειδή ήταν τόσο σπλαχνική, διέλυε συμφορές, βοηθούσε τους αβοήθητους και παρηγορούσε τους θλιμμένους. Και με λίγα λόγια όλον τον κόσμο και τα χαροποιά του κόσμου τούτου απαρνήθηκε η μακαρία αυτή βασίλισσα για τον Κύριο και αφού σήκωσε στους ώμους της τον Σταυρό του Χριστού και τον ελαφρύ ζυγό του, τον ακολουθούσε με προθυμία. Έτσι επέτυχε τα ελπιζόμενα αιώνια αγαθά. Έτσι λοιπόν, ζώντας θεάρεστα η μακαρία βασίλισσα Θεοφανώ και αφού ήλθε στο τέλος της επίγειας παροικίας της,
προγνώρισε την ώρα του θανάτου της και κάλεσε όλους να την ασπαστούν. Δίδοντας έτσι τον τελευταίο ασπασμό, παρέδωσε εν ειρήνη την αγία της ψυχή στα χέρια του Θεού. Το τίμιο της λείψανο βρίσκεται ακόμη και σήμερα αδιάφθορο στον πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό της Κωνσταντινουπόλεως.
Η Θεοφανώ με το παράδειγμά της, με την αγία της ζωή, το μακάριο τέλος της, με το αδιάφθορο τίμιό της λείψανο, έρχεται σήμερα να μας τονίσει ότι ουχ ο τόπος, αλλ' ο τρόπος. Ότι για την πνευματική ζωή και πρόοδο τελικά σημασία δεν έχει ο τόπος, το περιβάλλον που ζούμε, αλλά ο τρόπος με τον οποίο ζούμε στον τόπο στον οποίο βρισκόμαστε. Βέβαια, ο τόπος και το περιβάλλον δεν είναι χωρίς σημασία για τη χριστιανική ζωή. Ένα καλό περιβάλλον μπορεί να τη βοηθήσει και ένα κακό να τη ζημιώσει και μάλιστα σημαντικά. Γι' αυτό και θα πρέπει να εξασφαλίζουμε τις κατά το δυνατόν καλύτερες πνευματικές συνθήκες. Ωστόσο,
η σημασία του πνευματικού περιβάλλοντος είναι δευτερεύουσα σε σχέση με την καλή προαίρεση, την καλή διάθεση, τον πόθο για το Θεό και την αγιότητα. Όταν εμείς ποθούμε το Θεό και τη σωτηρία μας και παρά τη θέλησή μας βρισκόμαστε σε περιβάλλον που δεν ευνοεί την πνευματική ζωή, τότε ο Θεός με τη χάρη Του μπορεί να αναπληρώσει τις ελλείψεις και να εξουδετερώσει τις αρνητικές επιδράσεις. Τελικά ας μην τα βάζουμε με το περιβάλλον μας, αλλά ας επιδεικνύουμε τον απαιτούμενο ζήλο. Διότι όπου επερίσσευσεν η αμαρτία, υπερεπερίσσευσεν η χάρις.
Αγγλική μετάφρασηEN · 14 παράγραφοι
The Prophet Haggai is the tenth of the so-called Minor Prophets. He came from the priestly tribe of Levi and was born in Babylon during the captivity of the Israelites. After the Jews returned to Jerusalem, they began rebuilding the Temple. But the Samaritans rose against them. Their threats and their accusations at the Persian court of Cyrus discouraged the Jews, and they abandoned the work. In 524 BC, the work resumed. The Jews found it hard to recover their cooled zeal, but Haggai’s exhortations stirred it up again.
The Samaritans and other hostile neighbors tried to stop the work and wrote to Darius, king of the Persians. But he ordered that the rebuilding of the Temple should proceed freely. Haggai also awakened and renewed Israel’s hopes and expectations concerning the Messiah. His work is the short prophecy that bears his name, divided into two chapters. Its style is simple and stern, and the original was written in clear Hebrew. When he died, he was buried among the priests.
The Martyr Marinus lived in the reign of Emperor Carinus, toward the end of the third century after Christ. A Roman by birth, he had been a member of the imperial senate since his youth. Accused of being a Christian, he was brought forward for questioning. When he refused to sacrifice to idols, he was hung up and beaten. Then they stretched him on a red-hot grate, put him in a burning pan, and plunged him into a cauldron of boiling water. Yet he came through all of this unharmed. They threw him to wild beasts to be devoured, but by God’s grace they did not touch him. Afterward, he went to the temple of the idols, supposedly to offer a sacrifice.
Through his prayer, however, he brought the idols crashing down. For this he was beheaded and received from the Lord the crown of martyrdom. His father and mother accompanied him to the place of execution, calling him blessed because he had been counted worthy of a martyr’s death.
The devout Saint Theophano, the empress, was born and raised in Constantinople. She came from a noble family and was the daughter of Senator Constantine and Anna, who were from the East. Because they had no child, they grieved and pleaded with the Lady Theotokos in fervent prayer: “O Lady, Mistress of the world, free us, your servants, from the childlessness that grieves and wears us down.” They asked in faith, and a daughter was born to them: Theophano, who would later become empress. When she had been weaned and reached the age of six, she learned the Holy Scriptures and began to be adorned
with every kind of virtue. Seeing how virtuous she was, her parents rejoiced, hoping that before long they would see the fruit of raising such a daughter. As she grew older, this gracious girl grew in virtue as well. At that time, Emperor Basil the Macedonian was looking for a beautiful and virtuous young woman to be the wife of his son Leo. Finding all these good qualities in Theophano, he joined her in lawful matrimony to Leo the Wise, the future emperor. All Constantinople was filled with joy at this honorable royal union.
Some time later, the devil sowed a malicious rumor that Leo was plotting against his father’s life. When Basil heard it, he imprisoned his son for three years, along with Leo’s wife, Theophano. Father and son were later reconciled, and when the emperor fell ill, he proclaimed Leo emperor. Though this honorable empress lived in the imperial palaces, she never ceased caring for the salvation of her soul. She counted the glory of imperial rule as nothing and regarded all the pleasures of this life as no more substantial than a spider’s web. So she never ceased to serve God
with psalms and hymns, almsgiving, and self-restraint of every kind. Outwardly she wore royal garments, but underneath, hidden from sight, she wore rags and rough haircloth to discipline her body. She turned away from lavish meals. Bread and vegetables were her food, and she was content with them. She gave the poor whatever money came into her hands. She went further still, selling her jewelry and costly clothes and distributing the proceeds to the poor. She provided widows and orphans with what they needed to live and gave generously to monasteries and the hermitages of ascetics
in money and land. She cared for her servants as though they were her brothers and sisters. She treated everyone with such kindness and humility that she never addressed anyone simply as George or Demetrios. She would always say, “Sir George,” or “Sir Demetrios.” She was blessed with many other virtues too. She never swore an oath, told a lie, or spoke against anyone. Inwardly she never ceased mourning for sin, and she soaked her bedding with tears. Though her royal bed was covered with gold-woven furnishings, she did not sleep in it. When night came, she left it
and rested on the floor, laying down only a mat and some rough haircloth. This let her rise again and again to offer her prayers to God. Such severe discipline and hardship made her physically ill. Yet she used even her illness as an occasion for self-restraint. When food suitable for her condition was prepared, she secretly gave it to the sick and the hungry. Because this holy empress was accustomed to meditating on the words of God, she never ceased reciting the psalms of David. She never neglected to praise the Lord seven times a day, and she never fell asleep
without tears. She wept both because she shared in the suffering of others and because she fervently begged the Lord to have mercy on them and on herself. In her compassion, she relieved people’s troubles, helped those who had no one to help them, and comforted those in sorrow. In short, this blessed empress gave up the world and its pleasures for the Lord. She took up the Cross of Christ and His light yoke and followed Him willingly. Thus she attained the eternal blessings she had hoped for. And so, after living a life pleasing to God, the blessed empress Theophano came to the end of her earthly pilgrimage
and knew beforehand the hour of her death. She called everyone to come and bid her farewell. Having given them her final embrace, she peacefully entrusted her holy soul into the hands of God. Her precious relics remain incorrupt to this day in the venerable Patriarchal Church of Constantinople.
Through her example, her holy life, her blessed death, and her incorrupt relics, Theophano reminds us today that it is not where we live, but how we live. What matters most for spiritual life and growth is the way we live in the place where we find ourselves. Of course, our surroundings do matter to the Christian life. Good surroundings can help it, while bad ones can do it serious harm. That is why we should seek the best spiritual conditions we can. Even so,
our spiritual surroundings matter less than a good will, a willing heart, and a longing for God and holiness. When we long for God and our salvation but find ourselves, against our will, in surroundings that hinder spiritual life, God can make up for what is lacking through His grace and overcome the harmful influences. So let us stop blaming our surroundings and show the zeal that is needed. For where sin abounded, grace abounded all the more.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ\16 12 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.